Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Εμποροι Πτολεμαιδος κι ο αρχιμ. Νικηφορος

Περί των εμπόρων γενικώς, του Εμπορικού Συλλόγου Πτολεμαϊδος ειδικώς, και του συγγραφέως αρχιμ. Νικηφόρου π’’ Χρ. Μανάδη,
πολλά τα έτη.

Του Β. Π. Καραγιάννη

Τελευταία αισθάνομαι να μ’ έχουν βαρέσει με ρόγα, όπως στα χωριά μας στην γύρωθεν του Αλιάκμονος ορεινή περιοχή, βάραιναν τα γίδα και τα πρόβατα στο τσομπάνο με ρόγα. Ετσι λοιπόν είμαι στην τρέχουσα πολιτιστική, άτυπη υπηρεσία της διεκπεραίωσης των προς τα έξω μικρο-βιβλιο-υποθέσεων της νέας νομαρχιακής τάξεως πραγμάτων. Δεν λέω ότι δε μ’ αρέσει αυτό κι ούτε με ζόρισε και κανείς. Βέβαια κάποιες φορές παρακάθομαι σε τραπέζια με από αδιάφορους έως αντιπαθείς συμπαρουσιαστές, αλλά άλλες, όπως κι η αποψινή, είμαι εν τω μέσω γνησίων εντελώς φίλων, (του Γιάννη Κούση και Δημήτρη Λιακάκου) για το βιβλίο ενός ακόμα πιο φίλου συγγραφέως, όπως είναι ο άγιος μας αρχιμανδρίτης· άγιος κατά την τρέχουσα εκκλησιαστική κι απαρεξήγητη ορολογία, κατά την οποία έτσι αποκαλούνται μέχρι κι οι ευλαβείς κανδηλανάπται αλλά κι οι υπηρεσιακοί επίτροποι.
Να ‘μαστε πάλι εδώ η τριάδα αγαπημένη αλλά και μανιασμένη περί των βιβλίων, υπό την ευλογία και σκέπη, κάπως μακράν του ναού της Αγίας Σκέπης, και κατά φίλια παράκληση του πολυ-λογίου, πανοσιολογιοτάτου της Εορδαίας Μικροβάλτου και Κοζάνης, πολύγραφου, αξιόγραφου συμπολίτη δε στην πολιτεία των γραμμάτων, θέλω να πω αρχιμανδρίτη Νικηφόρου και κατά κόσμον Μανάδη, κατά θεόν Νικόλαο. Ο Θεός μας γνωρίζει με τα βαπτιστικά ονόματα αλλά τους συγγραφείς θα πρέπει να τους έχει στις άπειρες δέλτους Του με τα ετερώνυμα ή και ψευδώνυμά τους. Αυτό το αράδιασμα επιθέτων μπορεί να φαίνεται επίθεση στη σεμνότητα που διακρίνει τον συγγραφέα, αλλά όταν λέγονται εκ καθαρού συνειδότως και με δόση αλήθειας οριστική τότε δεν είναι επίθετα, αλλά ουσιαστικά.
Το σημερινό το έχουμε διαπράξει πλειστάκις. Η μόνη αλλαγή είναι το πρώτο πρόσωπο της τοπικής εξουσίας, ο κ. Νομάρχης λ.χ. ως προϊστάμενος της νέας Ν. Εξουσίας, που ανέλαβε την έκδοση του βιβλίου αυτού, με τον τίτλο «Εμπορικός Σύλλογος Πτολεμαϊδος από το 1923» το οποίο, ας το δηλώσω απ’ την αρχή, με εξέπληξε, ως προς το αισθητικό, εκδοτικό του μέρος. Μπορεί, το λοιπόν, η Πτολεμαϊδα να εκδίδει αυτού του είδους, τεχνικά, άρτια, βιβλία; Το τυπογραφείο Γ. Τσαβδαρίδη κάνει θαυμάσια τα εκτυπωτικά, οι δε επί του συγκεκριμένου σχεδιαστές, διορθωτές, στοιχειοθέτες, Χρυσ. Χρυσοστομίδης και Γ. Συμεωνίδη -δεν τους ξέρω προσωπικά- αρίστη δουλειά δουλεύουν. Αυτά επί του εκτυπωτικού. Επί της καθ’ αυτού ουσίας του βιβλίου θ’ αναφερθούμε παρακατιώντες· κι ήδη προηγήθηκαν ριπές χαιρετισμών, δοξαστικών και ευλογηταρίων. Ολα δεκτά κι ευλογημένα φυσικά.
Εν αρχή ας ορίσουμε τους εμπόρους κατά το λεξικό της Σούδα αλλά (γιατί όχι) και κατά τον προσφιλέστατο στα κατά το θέρος περιοδεύοντα, θεατρικά σχήματα, Αριστοφάνη τον μέγα.
Στο λεξικό της Σούδα: Εμπορος =ο πραγματευτικός άνθρωπος· κυρiως δε ο πλέων θάλασσαν, παρά το πόρος. Ετσι ήταν κάποτε. Ομως στη συνέχεια της εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους, ο έμπορος πάτησε και ρίζωσε στη στεριά, σύστησε την αγορά, βγήκε στη γειτονιά, άνοιξε μαγαζί, πήρε το δρόμο, έκτισε τα πολυώροφα. Είναι το επάγγελμα και το αντικείμενο που κίνησε την ιστορία στην κυριολεξία.
Στον Αριστοφάνη: «Εμπορος ειμί σκηπτόμενος» αυτός που προφασίζεται εκ λόγων δειλίας να μην πάει στον πόλεμο, διότι είναι έμπορος. «Ως των εμπόρων μη εξιόντων επί τας στρατείας δια το εύχρηστον τα προς τροφήν φέροντας». Κάποιοι βέβαια εν παντί καιρώ και χρόνω εμπορεύτηκαν τους πολέμους κι έγιναν βαθυ-καχύ-πλουτοι.
Το βιβλίο μιλάει για τους εμπόρους της πόλεως Πτολεμαϊδας και της περιοχής Εορδαίας κι επειδή το γράφει άνθρωπος κατά τεκμήριο ένθεος και εν-χριστος, θυμόμαστε: «Και εισήλθεν ο Ιησούς εις το ιερόν του Θεού και εξέβαλε πάντας τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω ιερώ, και τας τραπέζας των κολλυβιστών κατέστρεψε και τας καθέδρας των πωλούντων τας περιστεράς, και λέγει αυτοίς· Γέγραπται, ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται· υμείς δε αυτόν εποιήσατε σπήλαιον ληστών».
Ενας σύγχρονος, όχι εκ των Γραμματέων εκείνης της εποχής αλλά ευ-γράμματος γραμματικός, λαμβάνει καιρό και δίδει τόπο στη γνωστική χώρα και διεξέρχεται μέσα από μια σειρά αρχείων και φωτογραφιών -τι ωραία σέπια πάνω τους ο χρόνος- το συλλογικό «είναι» των εμπόρων πάσης Εορδαίας. Ο αρχιμανδρίτης δεν τους βρήκε τους εμπόρους της Πτ. στο ναό, αλλά μέσα στο λαό, τον φτωχικό πρωτίστως, κι από το λαό και τους έμπασε από το νυν της μικρής ιστορίας τους στο αεί της μεγάλης μας. Κομμάτια όλοι είμαστε ενός και μόνου κόσμου κι αντιλαλούμε ό,τι φέρουμε είτε ως σφραγίδα δωρεάς, ως τάλαντο της παραβολής η απλή αλλά καθοριστική δεξιότητα εν τω βίω ύπαρξης και τέχνης. Οι μικρές κοινωνικές ενότητες και πρωτίστως οι δυναμικές, όπως οι έμποροι, αποτελούν τις ακτίνες ενός τροχού που γυρίζει και δημιουργεί την κίνηση στην κοινωνία Αν μια αχτίνα σπάσει ίσως να συνεχίσει ο τροχός να κινείται. Αν πρόκειται γι αυτήν του εμπορίου και θραυστεί σταματά κάθε κίνηση. Ιδεολογίες και κοινωνίες κατέρρευσαν όταν θέλησαν ν’ αφαιρέσουν το εμπόριο από τη διαλεκτική της ύπαρξής τους· από τη σύνθεση, την ατομική ιδιοκτησία, την άμεση προσωπική επαφή των συναλλασσομένων, τα πρόσωπα, την αντιπαράθεση, το βουητό της τέχνης και της επιβίωσης, που αποτελούν τις πλέον ωραίες συνθέσεις της καθημερινής μας ζωής.
Αλλά και στης λογοτεχνίας τα χωράφια συναντούμε τους εμπόρους και μας συγκινούν.
Στον Σαίξπηρ: «Ο ‘Εμπορος της Βενετίας» τιμωρήθηκε όταν ξεπέρασε τα οντολογικά του εσκαμμένα και φυσικά με την από αιώνες βεβαρημένη προκατάληψη προς του εβραίους ανθρώποιυς λίαν εμπορικούς και επιτήδειους. Ομως ο Σάυλοκ δεν παύει να είναι ο τραγικός αλλά τόσο αγαπητός ήρωας στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Ε, όχι, πάρτε τη ζωή μου κι όλα· μη μου αφήνετε
ούτ’ αυτό: παίρνετε το σπίτι μου όταν παίρνετε
τη βάση που κρατάει το σπίτι μου· μου παίρνετε
τη ζωή μου, όταν παίρνετε τα μέσα που με ζουν
Στον γλυκύτατο πρώιμον Παπαδιαμάντη έχουμε το μυθιστόρημα «Οι έμποροι των Εθνών» όχι βέβαια ως αποτύπωση του εμπορο-γίγνεσθαι της εποχής του αλλά του λογοτεχνικού πρωτοπόρου κι ευρωπαϊκά τελικά μυθιστορήματος, όπως το τεκμηρίωση ο σπουδαίος μελετητής του Λάκης Προγγίδης ο οποίος τον τοποθέτησε στη χορεία των μεγάλων ευρωπαίων μυθιστοριογράφων του 19ου αι. Ακούμπησε στην τάξη αυτήν για να διατάξει και να περιγράψει την εποχή που οι θάλασσες σχίζονταν από τους εμπόρους όλων των εθνών. Το συγγραφικό του άλλο πρόσωπο ήταν ένας ταπεινός έμπορος σπόγγων πίσω από τον οποίο κρύφτηκε ο άνθρωπος γι ν’ αποκαλυφτεί ο μέγας και φτωχός άγιος συγγραφέας.
«Εν τινι παρεκκλησίω της εν...Μονής, υπήρχε κιβώτιόν τι παλαιόν και σεσαρθρωμένον, πλήρες εφθαρμένων βιβλίων. Ουδείς των σοφών περιηγητών, των επισκεφθέντων κατά καιρούς τη βιβλιοθήκη της Μονής, ηξίωσε να ρίψη εκ περιεργείας βλέμμα και προς το λησμονημένον κιβώτιον. Αλλ’ ο φίλος μου κ. Β., όστις διέπρεπε δια την προς τα περιφρονούμενα πράγματα στοργήν του, αν και μόνον χάριν του εμπορίου των σπόγγων είχεν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, ουχ ήττον ηρεύνησε τα εν τω κιβωτίω, και εύρε, μεταξύ πολλών βιβλίων της εκκλησιαστικής ακολουθίας τα εσκορπισμένα φύλλα παλαιού χειρογράφου επί μεμβράνης»... Η συνέχεια επί του βιβλίου
6. Σας θυμίζω ακόμα δυο στιγμές της ποίησης για τους εμπόρους:

Του Μαγαζιού
του Κ. Καβάφη

Τα ντύλιξε προσεκτικά με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι,
από αμέθυστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει,

τα θέλησε, τα βλέπει ωραία· όχι όπως στην φύσι
τα είδε ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείο θα τ’ αφήσει,

δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής,
Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς

βγάζει απ’ τες θήκες άλλα και πουλεί -περίφημα στολίδια-
βραχόλια, αλυσίδες, περιδέραια, και δαχτυλίδια

Οι κακοί έμποροι
Του Δ.Ι. Αντωνίου

Κύριε, άνθρωποι απλοί
πουλούσαμε υφάσματα,
(κι η ψυχή μας
είταν το ύφασμα που δεν τ’ αγόρασε κανείς).
Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πήχη και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μιισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
-πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα-.
Τώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας·
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί.

Τώρα, όμως, κυρίες και κυρίες εμπορευόμενοι και μη της Πτολεμαϊδος οι έμποροι αυτής της περιοχής στάθηκαν επί το πλείστον έμποροι καλοί· κι αν μεταξύ τους υπήρξαν και οι λιγότεροι επιμελείς ή οι λιγότερο έντιμοι δεν είναι και προς θλίψιν. Κάθε κοινωνία και τάξη φέρει αφ’ εαυτής και καλλιεργεί όλες τις ποικιλίες των φρούτων. Πως είμαι βέβαιος γι αυτό; Αυτό μ’ αφήνει, ως αύρα το ωραίο βιβλίο και η διαδρομή του στην ιστορία της τάξεως αυτής. Αφού είναι από μόνον του ωραίο, ωραίους καιρούς, ανθρώπους και καταστάσεις, θα διεξέρχεται.
Στη λαϊκή μούσα, άκουγα (δεν θυμάμαι γιατί κι από ποιούς· δεν βίωσα τη γεωργό- αγροτική οικονομία) το τραγούδι «Ηρθαν οι έμποροι να πάρουν τζάμπα τα καπνά» κι ένιωθα μια μουσική ουδετερότητα. και μια ταξική κάπως εχθρότητα. Αργότερα εντελώς επιφανειακά τάχτηκα εναντίον των βδελλών εμπόρων. Οταν απέτυχε παντάπασιν το συνεταιριστικό και αυτοδιαχειριστικό σύστημα, κατανόησα πλάνες, κατάλαβα τα ιδεολογήματα, βίωσα τις αυταπάτες. Οι έμποροι, το εμπόριο υπάρχουν κι ευτυχώς.
Δεν αφήνομαι σε άλλες λογοτεχνικές και φιλολογικές φλυαρίες.
Το βιβλίο του πατρός, εύχομαι από καρδιάς κάποτε-, σύντομα, να τον αποκαλούμε και ποιμενάρχου, Νικηφόρου είναι ένας εικαστικός και ιστορικός ύμνος στην κοινωνική κατηγορία των συνανθρώπων του, που σήμερα τους συζεί σε κάθε πτυχή του βίου τους σαν άτομα, ως εκκλησιαστικός ιερατικός επίτροπος πάσης Εορδαίας που άλλωστε είναι. Είχε κάπως και τη θεία έμπνευση ή τουλάχιστον την άνωθεν εστί καταβαίνουσα επίνευση, όχι μόνο στα θεολογικά του, αλλά και στο ευρύτερο ερευνητικό, αναδιφικό έργο της συγγραφής του Πτολεμαϊκού είναι και γίγνεσθαι, στο χρόνο και στον τρόπο ύπαρξης της, διακόνημα το οποίο ευδόκιμα και διακριτά μετέρχεται εδώ και πολλά χρόνια. Βυβομέτρησε τη συλλογική διαδρομή του Εμπορικού συλλόγου Πτολεμαϊδος από το 1923 κι εντεύθεν και την κατάταξε αισθαντικά, δια του λευκώματος, στο πνευματικό και κοινωνικό όντος όν.
Τα βιβλία ειδικού λόγου. λευκώματα και συλλογές αρχειακού υλικού, όπως είναι και το παρόν, υπάρχουν μεταξύ αυτοτελούς αισθητικής αξίας και ορισμένης ιστορικής ουσίας. Στο τέλος της όλης ιεροδημιουργίας τους που περιλαμβάνουν τη συγγραφή και την έκδοση και της δημόσιας ιερολειτουργίας τους όπως είναι η παρουσίαση τους, μοιράζονται στους μέτοχους του οιονεί εκκλησιάσματος, όπως το αντίδωρο στην απόλυση. Αλλοι το λαμβάνουν με την ουδέτερη ευλάβεια κι άλλοι ως κανονικό δώρημα τροφής πνευματικής, που δημιουργεί και τις ανάλογες διαθέσεις ευφορίας.
Νομίζω πως και το νυν βιβλίο του πατρός Νικηφόρου βιώνεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση.



*Σχεδόν αυτούσιο το κείμενο της εισήγησης στην παρουσίαση του βιβλίου «Έμπορικός Σύλλογος Πτολεμαϊδος από το 1923» που έλαβε χώρα στο Πνευματικό Κέντρο Πτολεμαϊδος, 11 Ιουλίου 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια: