Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

"Με τα διασωθέντα της Πίστης κειμήλια". Επτά μακεδονικές ιστορίες


Γιατί η αγάπη είναι το γλυκόπικρο δηλητήριο
Γιατί η αγάπη καταργεί οριστικά την απόσταση από το θάνατο
Γιατί δεν μαθαίνεις τον πόνο του έρωτα
παρά μόνο αν τον πιείς στο στόμα
αν τον φιλήσεις στα χείλη ηδονικά
παρά μονάχα αν χιμήξεις δυνατά στο κράτος του

και γίνεις ολόδική του επαρχία.


Πρόκειται για 7 ποιήματα του Αντώνη Κάλφα δηλαδή μιλάμε περί υψηλής ποιήσεως, τα οποία σε θεατρική απόδοση παρουσιάστηκαν την 28η Μαρτίου στο μικρό θέατρο "Πήγασος" της Κατερίνης, σε σκηνοθεσία Χάρη Αμανατίδη. Μου θύμισαν, με κάποιες ευρείες αναλογίες, μια μουσική εκδήλωση του Δημήτρη Δημόπουλου πριν χρόνια με τη συνθεση του Χάυντν "Εφτά λόγοι του Χριστού στο σταυρό".
Ποίηση και σκηνική της παρουσίαση απ'αυτές που σε κάνουν να ξεχνάς την ασημαντότητα του είδους σου, όπως εμφανίζεται στην καθημερινότητα και δεν σ'αφήνουν εκ της συγκινήσεως, να ξεσπάσεις σε χειροκρότημα ίσως μόνον σ'έναν ένδον λυγμό.
Το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Ταύτα επί του παρόντος.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Ολόγυρα στη λίμνη Καστορίας στους Δ' Χαιρετισμούς


Σκυμμένα όλα τα παράθυρα προς τη μεριά της Δύσης
καθώς της λίμνης τα νερά διαθλούν τα βλέμματά μας.
Το Δ’ απόγευμα των Χαιρετισμών εκεί θα χαιρετήσεις
κι ό,τι λείπει ας το επιστρέφουμε κάπου στα όνειρά μας


Οταν βγαίνουμε στον ερχομό για την Καστοριά από την Κοζάνη, δηλαδή από την αισθητική ημιαφασία
μας στην έκτακτη γεωγραφική ιδιαιτερότητα, αυτό το ταξίδι είναι μια
μικρή εμπειρία ανέξοδης ομορφιάς, που μας στοιχίζει τίποτα και μας
αφήνει πολλά.
Στην πόλη της λίμνης και στον ολόγυρο, («Ολόγυρα στη λίμνη») ολόγλυκό της τρόπο, που αποτελεί για τους δυτικομακεδόνες
μια έξοδο προς το διαφορετικό, θέλουμε να βρίσκουμε αιτίες και κάτι που
να μας φέρνει εκεί, να παίρνουμε τις βαθιές ανάσες και να επιστρέφουμε
ελαφρώς διαφορετικοί, ότι έστω και για λίγο περάσαμε από ένα μικρό
καθαρτήριο που μας ξέπλυνε από τα λέπια του συνηθισμένου.
Η Καστοριά για τους δυτικομακεδόνες είναι το επίνειο από το οποίο θα ξεκινήσουν ταξίδι στην ημερήσια κι αδιαμφισβήτητη ωραιότητα. Εστω και χωρίς μακρινούς ορίζοντες αυτή η προσομοίωση
φυγής είναι μια έξοδος από την καθημερινότητα προς τη φυσική ομορφιά,
την παραδοσιακή, αρχιτεκτονική, τη βυζαντινή πολυπλοκότητα ακόμα δε και
στηλιμνιαία προϊστορική μοναδικότητα. Η πόλη αυτή είναι κοντά μας,
δίπλα μας, τη φτάνουμε μας δέχεται, την παρακολουθούμε. Με τη ευκαιρία
της έκδοσης ενός βιβλίου μου περί «Νοσταλγίας κ.λπ.» έψαχνα για
καφενεία και άλλους δημόσιους χώρους άφεσης σώματος και ψυχής, το είχα
δει σε ξένα κράτη, που να φέρουν την παγκόσμια ονομασία της νοσταλγίας.
Οταν βρήκα κοντά στο μυχό του λιμναίου κόλπου ένα καφενείο ή κάτι
παρόμοιο με το αίσθημα αυτό στη τεμπέλα του, γέμισα από μια επιπλέον
τρυφερή διάθεση για την πόλη της λίμνης.
....
Μεγάλοι δρόμοι ανοίγουν δίπλα μας και συντομεύουν την απόσταση, μας τρώνε το χρόνο που μας διατίθεται για την αλλαγή του ημερήσιου πουκάμισου, φίδια τρυπωμένα στην νάρκη του ασάλευτου τρόπου και καιρού, που εντούτοις τον διασχίζουμε με χρονική αμετροέπεια. Συμμαζεύουν τις μνήμες που τυλίγονται και ξετυλίγονται κι είτε σ’ ακολουθούν είτε σ’ οδηγούν, μίτος της Αριάδνης, στους δαίδαλους του φαντασιακού, το οποίο επιδιώκουμε αν όχι να βιώσουμε, τουλάχιστον να το μεταπλάσουμε
σε γραπτή πραγματικότητα, δηλαδή στην υλικότητα της λογοτεχνίας όπως θα
ονόμαζα αδόκιμα. Αυτή που μας φέρνει από τη μοναδικότητα και τημοναχικότητα του δημιουργού στην ευγενική συνύπαρξη με τις μοναξιές αλλά και τις ιδιαιτερότητες των άλλων.
.........................
Μια αναγκαία παρέκβαση, για οιονεί διακειμενικότητες, μάλλον για διανθρώπινες σχέσεις που μας συνέχουν ιστορικά σαν πόλεις κι ανθρώπους.
Στον προεξάρχοντα ούτως ή άλλως στους δικούς μας καιρούς και στην Καστοριανή λογοτεχνία, Δημήτρη Μάνο, παρακολουθούμενο από το νεότερο Ηλία Παπαμόσχο στο διήγημα, τώρα προστίθεται και η Ουρ. Μπάγγου.
Αυτά γνωρίζω εγώ που δεν ζω την εγγράμματη καθημερινότητα της πόλης
αυτής, απλά ως περαστικός, την αισθητική της βιώνω, αλλά παρακολουθώ
την πνευματική της κίνηση της από δίπλα, αφού οδυτικομακεδονικός χώρος
που μας ορίζει και σαν παρελθόν κι ιστορία, ¬μας υποχρεώνει σε μια
επιθυμητή συνάφεια εκ των πραγμάτων μας. Νιώθω πολύ κοντινό μου ό,τι
έρχεται από την πόλη αυτή και κυκλοφορεί στον ευρύτερο χώρο. Το
περιοδικό που εκδίδω, στο τεύχος που κυκλοφορεί δημοσιεύει μια
πολυσέλιδη μελέτη για τονΑθ. Χριστόπουλου του κ. Γιάννη Μπάκανου, σχολικού συμβούλου Θυμόμαστε από την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας την ποιητική διαμάχη περί της χρησιμότητάς της ...βαρελοθήκης του εντελώς ποιητού Αθ. Χριστόπουλου ή της βιβλιοθήκης του κοζανίτη ιατρολογίου Γ. Σακελλάριου. Ο διάλογος έκπαλαι υπήρχε μεταξύ των πόλεων και των περιοχών που διασχίζει κοινός χρόνος και αέναα ο Αλιάκμονας. Στο διήγημα της Ο. Μπ. «Η κεραμίδα» η υδρορροή μου θύμισε τον Κλ. Μάγκρις και το εμβληματικό μυθιστόρημά του «Δούναβης», όπου ψάχνοντας την αφετηρία και τις πηγές του ποταμού ξεκινά από μια παρόμοια υδρορροή σ’ ένα σπίτι κάπου στις Αλπεις ή στην Αυστρία. Διέκοψα τότε την Ουρανία κι ξανάπιασα τον Μάγκρις για το κομμάτι αυτό, όπως έγινε και με το «Παλτό» του Γκόγκολ που ανέφερα παραπάνω. Δεν μοιάζουν με τις κ. Μπάγγου τα κείμενα αλλά ο ερεθισμός που δέχτηκα απ’ αυτήν με ξανάφερε στις παγκοσμιότητας της γραφής. Διανθρώπινες και διασυγγραφικές διακειμενικότητες
θα λέγαμε Δεν αναφέρομαι και στις τόσες συνεργασίες κυρίως του Δ. Μάνου
και της συγγραφέως φυσικά με το περιοδικό μας. Γιατί όμως και να μη
θυμηθώ και τον αισθαντικό συλλέκτη γιατρό Γ.Γκολομπία από το Βογατσικό, με του οποίου της παλιές «Καρτ-ποστάλ της Κοζάνης» ξεκίνησε η εκδοτική περιπέτεια μας στο ΙΝΒΑ
, όπως και την γλυκύτατη εφημερίδα «Οδό», που δεν γνωρίζω παρόμοιο,
εβδομαδιαίο έντυπο τέτοιας αισθητικής αρτιότητας στο Μακεδονικό χώρο,
το οποίο φιλόφρονα φιλοξενεί και κείμενά μας...

1. Μόλις πριν λίγο γύρισα από τους Χαιρετισμούς στην Παναγία την Μαυριώτισσα και αυτό το καταχωρώ στις φετινές μου εξαιρετικές προσκτήσεις της άνοιξης. Διεξάγονταν με τέτοια αργή μυσταγωγική και ημίλαμπρη απλότητα που δεν ήθελες να τους αφήσεις, αλλά τους άφησες στο «Χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία».

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Γειά σου Γκιουλέκα λεβεντιά των Γρεβενών καμάρι...


H πολιτική, θρησκευτική και πνευματική κομπανία του κυρίου Γκιουλέκα

Είναι μια περιαυτολογική αποστροφή δημοτικού τραγουδιού από τον μεγάλου του βιολιού καλλιτέχνη των Γρεβενών κ. Ν. Γκιουλέκα υπερτίμου και εξάρχου Δυτικής Μακεδονίας, μην πω και πάσης Μακεδονίας κι έχουμε παρΑνθέμιες εξάψεις, όστις εν επιγνώσει της μεγάλης βιολιστικής του αξίας περιαυτολογεί χωρίς κανένα ενδοιασμό και καλά κάνει.
Ο ομώνυμος του αλλά κ. Κ. Γκιουλέκας κάτι σαν υφυπουργός Μέσων
Ενημέρωσης, λέει, που είναι από τα μέρη κοντά στα Γρεβενά ήρθε σε
περιοδεία να δει από κοντά τα περιφερειακάΜ.Ε. και επισκέφτηκε και προσκύνησε τα κατά συνθήκη και σύμβαση ψεύδη. Ηρθε δηλαδή για να δει πως μπορεί, αν μπορεί κι αυτός ή απλά τον έχουν υφυπουργό στο πλαίσιο της εσωκομματικής λουφε-διανομής
κι ισορροπίας, να μοιράσει κρατικές διαφημίσεις κι ενισχύσεις κατά τον
πλέον εύλογο κομματικό και μόνο λόγο. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Η πιο
χυδαία και φαύλη, που έχει στοιχεία πολιτικής εξαχρείωσης, είναι η
διανομή του κρατικού χρήματος στους εκάστοτε τύπους του τύπου και
οικείους της εκάστοτε εξουσίας. Η τρέχουσα έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Τα
πλέον ασήμαντα έντυπα κι εκδοτικά σκουπίδια, αυτά που δεν έχουνε ούτε
μία γραμμή άξια λόγου (έχουν όμως ως άγιους προστάτες τους
παρατρεχάμενους της εξουσίας) τα οποία πετάς μόλις τα δεις,
χρηματοδοτούνται κατά τον πλέον προκλητικό τρόπο.Οτι εμείς αυτοί τώρα είμαστε στα πράγματα, επομένως αρπάξτε όσα όσο είναι καιρός.
Ο κύριος Γκιουλέκας, ο κάθε παρόμοιος Γκιουλέκας, είδε, λέει, τα περιφερειακά μέσα μαζί και τους άλλους κομματοπαραπληγικούς παράγοντες, χαρούμενος και λαμπερός ως οδοντόκρεμα κι αντάλλαξαν σοβαρές απόψεις και ελαφριές ρεβεράντζες.
Μπορεί και να μη φταίει και σε τίποτε ο νυν υφυπουργός και τον αδικούμε. Ομως
είναι ο εκφραστής ενός σάπιου συστήματος διαχείρισης δημόσιου χρήματος
κι εκμαυλισμού συνειδήσεων, που συνεχίζεται εδώ και πολλά χρόνια σ’
αυτό τοΕλλαδιστάν σχήμα κράτους, πολιτείας γιατί όχι και της τεράστιας
πλειοψηφικής κοινωνίας μας που με ιδιαίτερη αυταπάρνηση και μαζοχισμό
απειλεί τους δυνάστες του: «Χτυπάτε μας όσο θέλετε, εμείς εσάς θα
ξαναψηφίζουμε για εκδίκηση».

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Νικηταράς ο τουρκοφάγος και Σταματελόπουλος ο οδοφάγος


Διάβαζα ένα πικρό κι εύστοχο για τις μέρες, σχόλιο του Δημήτρη Μεντεσίδη στην εφημερίδα «Πρωινός Λόγος» παραμονή της 25ης Μαρτίου, για το πως ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ο Θρυλικός ήρωας ζητιάνευε κάθε Παρασκευή στον ιερό ναό της Ευαγγελίστριας
στον Πειραιά. Η αρμόδια αρχή μάλιστα η οποία χορηγούσε τα πόστα στους
επαίτες (ήταν τόσοι πολλοί που ζητιάνευαν μόνο μία ημέρα της εβδομάδας)
είχε ορίσει για τον ήρωα –επαίτη μια θέση κοντά στο σημείο όπου
βρίσκεται σήμερα η Εκκλησία τηςΕυαγγελίστριας και του επέτρεπε να
επαιτεί κάθε Παρασκευή. Και κατέληγε το σχόλιο «Δεν είναι έργα του
σήμερα μόνο, λοιπόν, κάποια φαινόμενα. Αυτή ήταν πάντοτε ηψευτοελλάδα του βρόμικου χρήματος, των ρουσφετιών και των πολιτικάντηδων».
Η πόλη της Κοζάνης δεν θα επέτρεπε ποτέ τέτοια πράγματα διότι γνωρίζει να τιμά τους ήρωές της. Ετσι λ.χ τον εν λόγω Νικηταρά του έχει αφιερώσει δύο δρόμους στη μνήμη του. Εναν στο όνομα Νκηταράς και τον άλλο με το όνομα Νικήτας Σταματελόπουλος. Απο την πολύ συμπάθεια που του έχει και από τη συνακόλουθη παχυλή άγνοια των εντεταλμένων υπηρεσιών, όπως και των εμβριθεστάτων συμβούλων τους περί των πνευματικών κι ιστορικών ζητημάτων της πόλεως.
Την αύριον άλλωστε, που μνεία θα ποιούν της εξεγέρσεως του 1821, όλο το ψευτοσόι της κρατικής γραφειοκρατίας θα καταθέτει στεφάνια και στην προτομή του ποιητού και ιατρού Γ. Σακελλάριου στην πλατεία, κορδωμένοι ως γύφτικα σκεπάρνια (όπως κάνουν κάθε χρόνο οι ανοήμονες), ο οποίος συμμετείχε ...ενεργά στον αγώνα του ‘21 ως ιατρός του Αλή Πασά και των άλλων πασάδων της εποχής.
Πίσω δε ακριβώς από τις προτομές ένθα θα εξαπολύονται ακάθεκτες προς τα
άνω οι επιμνημόσυνες δεήσεις, θα λικνίζονται τα αυτοκινητάκια, οι
ρινόκεροι και τα άλλα κουνιστά παιχνίδια με τα οποία κατέλαβε την
πλατεία ο Ομέρ Περιπτεράς εις δόξαν θεού πατρός, αμήν!

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Περί του Γιάννη Ρίτσου και άλλων τινών ποιητών (κάποιων το ίδιο επιφανών ) στην Παγκόσμια ημέρα ποίησης εν Κοζάνη, 20/3/2009. (1)


Η Καίτη Δρόσου κι ο Γιάννης Ρίτσος στο Πόρτο Γερμανός αρχές της δεκαετίας του '50 σε μια από τις αναρρωτικές άδειες του Ρ. από τη Μακρόνησο (Από βιβλίο "Γιάννης Ρίτσος ΤΡΟΧΙΕΣ ΣΕ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και Αρη Αλεξάδρου", εκδ. ΑΓΡΑ)


Να ‘μαστε πάλι εδώ ανδρείοι.
Εδώ και χρόνια οι κάπως παθιασμένοι μιας ημερήσιας ωραιότητας διαρκούς ισχύος, συνερχόμαστε σε σώμα λειτουργίας ποιητικόν, εντελώς φυσιολογικά και με κάποια αμηχανία στη αρχή, αλλά χωρίζουμε στο τέλος αφύσικα, δηλαδή φορτωμένοι με ένα περιπλέον ποσοστό καλαισθησίας το οποίο μας βαραίνει εκτάκτως και μπατάρουμε σαφώς προς την τρυφερότητα του είδους μας.
Εγειρα με το πλάι -σχεδόν μπατάρισα-
μες στους ψαλμούς των Χαιρετισμών
και την ψύχρα των ανοιχτών κήπων
Ετοιμος για τα χείριστα

(Οδ. Ελύτης)
Αυτό το ποσοστό μας προστίθεται σωρευτικά ευτυχώς, από τα λιγοστά εκ της φύσεως φυσικά κοιτάσματά του, ως συνέπεια της συνάφειας με το λόγο και τους ανθρώπους της ποίησης, αλλά και τους τρόπους της άνοιξης που θα ‘λεγα πως «ξεμυτάει με βήμα τυφλοπόντικα», που γράφει ο Ε. Μοντάλε, δηλαδή.
Επί του ποιητικού μας πρακτέου. Γεμίσαμε δημόσια ποίηση, δηλαδή δημοσιο-ποίηση· άρα καιρός να τα μαζεύουμε ή έστω να τα συμμαζεύουμε.
α. Τώρα την ποίηση πλέον την ανέλαβε, έξω από την αυθόρμητη κι ενιαύσια αυτή σύναξη, ο τοπικός εκπαιδευτικός συνδικαλισμός και θα την διεξέλθη, που αλλού στο Εργατικό Κέντρο, μαζί με τους κατά την σχολική ύλη, συναρμόδιους φιλολόγους, δεινούς ούτως ή άλλως περί των λογοτεχνικών (κάνουν άραγε και ιδιαίτερα στην ποίηση;). Αρα πρέπει να νιώθουμε ωραία· το γεγονός οφείλουμε να το χαιρετήσουμε, ότι επιτέλους αυτή η γηραιά κυρία με το αέναα νεανικό στυλ της ως
Ωραία γυναίκα
περασμένη στα χρόνια
ξεδίπλωσε μ’ ευλάβεια
το πουκάμισο του άντρα
έντυσε το άγαλμά της
το ‘να στήθος της
τ’ άφησε απ’ έξω
πέτρινο.
(Γ. Ρίτσος)
εμβήκε και σε αίθουσες άλλες πλην αυτής, ως λόγος, όπως είχε βγει στους δρόμους ως πράξη πριν από λίγους μήνες. Σας ξαναθυμίζω, όμως πως η τοπική στην πόλη μας κατέβηκε και στις νομαρχιακές εκλογές και διεκδίκησε την ψήφο μας, το 1998.
β. Η Δημοτική Χαρτοθήκη δηλαδή ο γλυκύτατος ποιητής και καθηγητής του Α.Π.Θ. Ε. Λιβιεράτος που τη διαχειρίζεται, έστησε για τη μέρα της ποίησης μια διαδικτυακή κατάσταση, στην οποία μπορούμε να μπούμε, να δούμε, να διαβάσουμε και να ησυχάσουμε. (cartography.web.auth.gr/Κozanι/poetry).
Τα συνηθισμένα λόγια.
1. Είμαστε και πάλι στο Λαογραφικό Μουσείο που μας φιλοξενεί αγόγγυστα κι αγαπητικά τελικά.
2. Το Δημοτικό Ωδείο της πόλης είναι και πάλι συμμέτοχος στη βραδιά από τον πρόεδρό του κ. Βαγγέλη Καραπάτσιο λόγω, και έργω από τον διευθυντή του Γ. Τσούκα, άριστο πιανίστα και την ωραιοτάτη εν γένει και εν είδει, σοπράνο κ. Αννα Παπαδοπούλου.
3. Το ΔΗΠΕΘΕ έργο παρόν μας χρησιδάνεισε δι ολίγον τον έξοχο ηθοποιό Δ. Καταλειφό και τον Βασίλη Πουλάκη γαι να μας διαβάσουν ό,τι θέλουν από την ποίηση.
4. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, όπως και κάθε χρόνο, δηλαδή τα δύο τελευταία συν φέτος, είναι δίπλας τόσο κοντά και ζεστά που φορές θεωρούμε αυτονόητη τη βοήθειά της σε σημείο σχεδόν να μη ρωτάμε και ν’ αυθαιρετούμε ελεγχόμενα. Αυτό σημαίνει πως υπάρχουν κοινοί δίαυλοι ευαισθησίας λόγου και τρόπου.
5. Ομως το πιο ωραίο της βραδιάς είστε εσείς φίλοι μας καλοί κι αγαπημένοι, σε όλα σας εντελώς επώνυμοι κι ωραίοι, που κάθε χρόνο κάνετε πράξη την ποίηση με την παρουσία σας στη γιορτή της. Γιορτή που φέτος τιμώμενο άγιο έχει κυρίως τον Γιάννη Ρίτσο, 100 χρόνια από τη γέννηση του, αλλά και άλλους ελάσσονες αλλά και μεγάλους ποιητές που μας έχουν στιγμιαίως και μας συνέχουν συνεχώς.
(Τη μέρα αυτή τα επίθετα μου ξεφεύγουν ασυγκράτητα κι όλα στην υπερθετική τους διάθεση).
Απουσίες:
1. Οι ψάλτες, που επιστρατεύτηκαν φέτος επειδή οι «Χαιρετισμοί της Παρασκευής» παίζουν σε δύο παραστάσεις τη λαϊκή απογευματινή και τη βραδινή εμπορική. Δεν ξέρω αν στις 11, αρχίζει κι η εντελώς νυκτερινή για τους ανθρώπους της νύχτας που εκείνη την ώρα ξεκινούν το έργο τους.
2. Ενώ τα δενδρύλλια καννάβεως πληθύνονται στα βουνά, τις πεδιάδες και τις λαγκαδιές, τα φυσιολογικά δέντρα είτε από πυρκαγιάς είτε από την α-φυτευσία τους, λόγω ελλείψεώς τους στα δασαρχεία, μειούνται. Δύο παράμετροι με το ίδιο συμπέρασμα άρα κάτι δεν πάει καλά είτε επί του αστυνομικού είτε επί του δασονομικού. Ως εκ τούτου διανομή τοιούτων φέτος δεν γίνεται.
(Υπόμνηση)
Πέρσι φύτεψα το δενδρύλλιο της ποίησης στη Μάνα πηγή του χωριού και μάνα κόρη, που ίχνος νερό δεν είχε. Φέτος πήρε ένα μπόι επιβίωσης, μου λέει η μάνα που το φροντίζει και το ποτίζει, τώρα μάλιστα που το νερό της επεφάνη ποταμηδόν. Ο Γ.Ρ. έγραψε το μονόπρακτο δραματικό κομμάτι με τον τίτλο «Η Αθήνα στ’ άρματα» και το 1945 με το «Θέατρο του Λαού» κι αυτός παρών το έπαιξαν στην παγωμένη Κοζάνη. Το έργο το ξαναδούλεψε και το διαμόρφωσε σε τρίπρακτο δράμα με τον τίτλο «Μάνα» για του δώσει την τελική μορφή του αργότερα με τον τίτλο: «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών».


Στη νύχτα της ποίησης διάβασαν:
Γιάννη Ρίτσο. Εναρξη με τον Τάσο Αναστασόπουλο (με ποιητική εμφάνιση) εκ του Επιταφίου όπως και στη λήξη, η κ. Ελσα Φωτιάδου άλλοτε αντινομάρχης πολιτισμού κ.λπ. («Σονάτα υπό το σεληνόφως», μετά εκτενούς προλόγου!), Ευαγ. Καραπάτσιος, Γιάννης Βλατής πρώην βουλευτής, και οσονούπω ερχόμενος, άρα νυν πολιτευτής
Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία
και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία·
τώρα κοκορεύεσαι επάνω στον εξώστη
και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη. (Δ. Σββπλς) (2)
Σάκης Καρανάνος, (από τα «12 ποιήματα για τον Καβάφη»), Ελένη Τσεβεκίδου (μετά εισηγήσεως), Στάθης Νατσιός (ηθοποιός) από τα «Ερωτικά» του Γ.Ρ., Μάκης Καραγιάννης (μετά λογυδρίου) και η κυρία Αννα Αγγέλη.
Γ. Σεφέρη: ο ηθοποιός Δ. Καταλειφός,
Ο. Ελύτη: Δ. Καταλειφός, Αγνή Παπακώστα καθηγήτρια φιλολογίας.
Κ. Παλαμά, Βαγγέλης Σιαμπανόπουλος
Εζρα Πάουντ, Σίσσυ Τσομπάνου, δικηγόρος
Μιχ. Κατσαρό και Μανόλη Αναγνωστάκη, ο ηθοποιός Βασίλης Πουλάκος
Β. Ρώτα, Λευτέρης Σιαμπανόπουλος
Νίκο Γκάτσο ο ψυχίατρος Σαράντης Τζιουβελέκη (παντογνώστης περί των πνευματικών κι όχι των πνευματιστικών ζητημάτων), όστις δήλωσε πως δεν υπάρχει ψυχή, γενικώς! (Κι εκείνη η πεταλούδα που βλέπαμε στο θέατρο του Καραγκιόζη που έβγαινε από το σώμα και πήγαινε προς τα πάνω, σαν ξεψυχούσε ο ήρωάς του, τι ήταν;)
Οικεία ποιήματα: ο κ. Δελόπουλος και η κ. Παπαμάρκου, ηθοποιός του Θεατροδρομίου, όπως και η κυρία Αννα Αγγέλη.
Λόγον απλό κι ελάχιστον εκφώνησε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζανης κ. Πολυνείκης Αγγέλης
Μουσική ο πιανίστας Γ. Τζούκας, φωνή η σοπράνο Αννα Παπαδοπούλου (έξοχοι) με 11 τραγούδια.
Μόνος θεσμικός επίσημος ο κ. Μαυρίδης, Ανχης, εκπρόσωπος του στρατηγού του Α΄ΣΣ.
Φωτογράφος Απόστολος Τσιολάκης
Ζωγράφος Γ. Κόλλας
Διάρκεια ώρες δύο και κάτι
Χώρος Μεγάλο ισόγειον του Λαογραφικού Μουσείου με 150 νέες καρέκλες (πλήρεις) αλλά χωρίς τα πέτρινα πεζούλια που τα γκρέμισαν και τώρα που θα κάθετε ο κόσμος, οι επισκέπτες δηλαδή για να ξεκουράζονται;).
Θερμοκρασία χώρου 18ο βαθμοί, ψυχών μεγαλύτερη.
Καιρός κρύο με βροχή. Την άλλη μέρα 21η Μαρτίου, πρώτη ημέρα της Ανοιξης, χιόνιζε συνεχώς!
***
Τον καιρό της δικτατορίας, ακούω το «Πνευματικό εμβατήριο» Μ.Θδρκ. (ποίηση Αγγελου Σικελιανού) μέρα, παρά μέρα στο φίλο μου Θανάση Βμβ. που είχε στέρεο του καιρού του, Ποιώ αντίσταση δηλαδή, όπως την νήσσα. Η αφιέρωση του Μ. Θ. στην αρχή της συναυλίας έλεγε:
«Πριν από 80 μέρες ήμουν ακόμα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και είναι φυσικό η καρδιά μου να έχει μείνει ανάμεσα με τους συντρόφους μου. Γι αυτό μαζί με όλους τους Ελληνες πολιτικούς κρατούμενους μαζί με όλο τον ελληνικό λαό μαζί με όλους εσάς ας αφιερώσουμε τη σημερινή συναυλία σ’ έναν μεγάλο ποιητή άνθρωπο κι αγωνιστή στον αγαπημένο μας Γιάννη Ρίτσο δεσμώτη της χούντας.»
Εμείς τον έχουμε δεσμώτη στις «ψυχές» μας. (3)

Σημειώσεις
1. Για την όποια ιστορία του πράγματος στη βραδιά συμμετείχαν οι: Σύνδεσμος Γραμμάτων και τεχνών, Δημοτικό ωδείο Κοζάνης, ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης., Συναιτεριστικό Βιβλιοπωλείο, και η Παρέμβαση, με χορηγό τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης
2 Από το τραγούδι αυτό μ’ αρέσει ιδιαίτερα ο στίχος: «Χαρά να σε γιαούρτωνα κ.λπ.»)
3. Κι ας κάποτε την εποχή που γκρέμιζαν τ’ αγάλματα του Στάλιν έγραψε (ή μήπως όχι αυτός;): «Στάλιν κοιμήσου στις καρδιές μας είν’ πιο καλά εκεί.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

20 χρόνια πριν ή 20 μετά


1971 Θεσσαλονίκη «Μαρτυρίες» σειρά πρώτη, έκδοση δεύτερη
1975 Θεσσαλονίκη στο προαύλιο της Φιλοσοφικής σχολής όπου γινόταν η ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορα.
1976 20 ο Ιούλιος, Αθήνα Ομόνοια. Ξεφυλλίζω το αφιέρωμα των «Αιολικών Γραμμάτων» στο Γ.Ρτσ. Μια τελευταία ανάσα. Υστερα το ταχυδρομώ στον εαυτό μου στο σπίτι, στο χωριό ενώ εγώ θα απουσιάζω. Το απόγευμα στρατιώτης στην Κόρινθο 6ον Σ.Π.
1988 Ανεβαίνουμε το γενέθλιο βράχο του στη Μονεμβασία « Ο Ελκόμενος ύψωσε τα γερμένα του ματόφυλλα»
15-1-1989 Αθήνα στάση του Ηλεκτρικού στον Αγιο Νικόλαο, οδός Μιχαήλ Κόρακα 39, 4ος όροφος.

Αν άφεση δεν είναι η ποίηση
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος

Σακουλοφόροι και Κουκουλοφόροι



Οι σακουλοφόροι κι οι κουκουλοφόροι
της Β’ Παρασκευής των Χαιρετισμών


Του Β.Π.Καραγιάννη

Ο αυλόγυρος, καλοδιατηρημένος δε λέω, του παλαιϊκου ναϋδρίου (9ος αιών μ.Χ.) κι ο ελάχιστός του νάρθηκας, ήταν γεμάτοι ανθρώπους. Προς στιγμήν ανησυχήσαμε, ότι αυτός, ο έναντι της ήδη δύουσας αλλ’ απελεύθερης από τους πολιορκητές φρουρούς της, Ακροπόλεως και στις παρυφές του Φιλοπάππου λόφου, ευρισκόμενος ναός του αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, θα ήταν έμπλεος πιστών, οι οποίοι αφού τον ξεχείλισαν ένδον χύθηκαν έξω. Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας τις Παρασκευές της άνοιξης είναι από τα αισθαντικότερα ακροάματα που διαθέτει, αν δεν κάνω κανένα ιστορικόν λάθος, μόνον η Ελλαδική Ορθόδοξος Εκκλησία (όχι αυτή φυσικά που αθώωσε τον φυλακισμένο, παραδόχρηστο μητροπολίτη -ιδιότητες λίαν διαδεδομένες στις τάξεις αυτές), ούτε οι Σλάβοι ομόδοξοι ούτε οι ρωμαιοκαθολικοί και τα λοιπά δόγματα έχουν παρόμοια εσπερινή ακολουθία της «ωραιότητας» και μαζεύουν τόσο κόσμο. Σ’ αυτές το ποσοστό των ...απίστευτων ανθρώπων είναι μεγάλο! Δεν χρειάζεται να θρησκεύεις με βαρύτητα αρκεί και η ελαφράδα του πράγματος όπως και η ευμενής ουδετερότητα περί αυτών, για να σε εγκλωβίσουν χωρίς πλήξη σε μια εκδήλωση υψηλής ποιητικής στάθμης. Η Παναγία είναι στην καθημερινή πρακτική των πιστών, μόνο στην Αστυνομική ταυτότητα, η πλέον πρόσφορος υβριστική διέξοδος, αλλά και η ικετήρια καταφυγή. Αυτή το πρώτο το συγχωρεί ως σε απέραντη μεγαλοκαρδία διατελούσα, όσο για το δεύτερο συνδράμει αμελητί, καθότι είναι το πιο κοντινό πρόσωπο, μετά τους εξ αίματος συγγενείς, εις πάσαν αιτούμενον τη μεσιτεία της. Δεν υπερβάλλω, δοκιμάστε, δεν έχετε να χάσετε και τίποτε. Γι’ αυτό στην πόλη μας και στον καθεδρικό ναό της, δίνονται δύο παραστάσεις, να προλάβουν όλοι τους Χαιρετισμούς της. Η λαϊκή απογευματινή μετά τις 6.30 και η κανονική βραδινή μετά τις 8.30 για τους εμπόρους οι οποίοι διπλοκλειδώνουν πλέον τα μαγαζιά τους -ότι η παραβατικότητα που λεν οι μορφωμένοι της τηλεόρασης, πήρε τα πάνω της- τους ελεύθερους επαγγελματίες που κλείνουν τα γραφεία τους και τέλος τους εν γένει ραθυμούντες του απογεύματος.
Ενα κοπάδι ανθρώπων οι οποίοι μιλούσαν όλες τις γλώσσες τις ανθρώπινης πείνας, της κανονικής του στομαχιού κι όχι της πνευματικής, συνωθούνταν με κάποια σειρά και τάξη βέβαια κι όχι μπουλούκι ατάκτων, εκεί. Επαιρναν από τα χέρια λυγερών νέων και νεάνιδων μια πλαστική σακούλα με το ημερήσιο φαγητό τους (φακές και φρούτα λόγω Παρασκευής προέβλεπε η διανομή). Η γενιά των 700 ευρώ των διανομέων έδειχνε κι έδινε στη γενιά των μείον 700 ευρώ, το ελάχιστο δυνατό της συμπόνιας τους. Και κάθε μέρα να γίνεται αυτό. Εκατό νοματαίοι τρώνε από τα περισσεύματα ή μήπως και τα μόλις αναγκαία της γειτονιάς; Διάφοροι τύποι γυναίκες και άνδρες που το παρουσιαστικό τους άλλοτε νομιμοποιούσε την παρουσία τους εκεί κι άλλοτε ήταν εντελώς ασύμμετρο με ό,τι υφίσταντο με τη θέλησή τους, φυσικά. Στάθηκα και τους παρακολουθούσα λίγην ώρα. Ισως να με πήραν κι εμένα από τους δυνάμει «ψωμοζητούντες». Ομως κανείς λαθρεπιβάτης της αγάπης τους δεν γίνεται δεκτός στο συσσίτιο. Ολοι διαθέτουν την κάρτα του πένητα μετά φωτογραφίας κι έτσι τυγχάνουν της βοήθειας που μαγειρεύεται από εθελοντές σε παρακείμενο του ναϋδρίου μαγειρείον. Οσοι παρέμειναν εκεί με την πρώτη δόση βοηθείας ανά χείρας, περίμεναν μήπως και δεν φανούν κάποιοι, οπότε είχαν λαμβάνειν και δεύτερη μερίδα-σακούλα, μέχρι και τρίτη! Αλλά αυτό σπανίως γίνεται αφού συνήθως όλοι τρώνε μια φορά τη μέρα τουλάχιστον ακόμα κι οι φτωχοί αλλά κι αυτοί που κάνουν δίαιτα αδυνατίσεως σώματος.
Είναι οι σακουλοφόροι του καιρού μας και ειδικά του αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη στην Αθήνα. Πρόσωπα κοινά, κ(οι)ενότατα δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα με τους άλλους που σε λίγο θα γέμιζαν το ναό. ‘Η μάλλον σε κάτι διαφέρουν. Εχουν μια αδιόρατη θλίψη που το γυρίζει στιγμές προς τη σκληράδα εκ της κοινωνικής ανισότητας· αλλά και με την αξιοπρέπεια του λησμονημένου πάντων και του ατομικά ναυαγισμένου. Ανήκουν στη διεθνή της ανέχειας, της απελπισίας μήπως και του μάταιου λόγου ύπαρξης! Που επιμένει και δεν καταλαβαίνει θεό δίπλα της στην κυριολεξία, παρότι ο Θεός των Χριστιανών στ’ όνομα του Παπα-Χρήστου (έτσι μου φάνηκε πως τον λεν), ελεεί άνευ διακρίσεων όλες τις πεινασμένες εθνικότητες. «Αθλιοι σαν τους στόχους της ζωής που ζούμε χωρίς να τους έχουμε θελήσει» ( Φ. Πεσσόα : Το βιβλίο της ανησυχίας, μετ. Μαρία Παπαδήμα εκδ. Εξάντας).
Την ίδια μέρα οι επίσημοι κουκουλοφόροι του βλακο-παρα-κράτους μας, έκαναν λίμπα κοινώς το Κολωνάκι. Ευτυχώς! Αλλά κύριοι κουκουλοφόροι το βιβλιοπωλείο της Εστίας, όπως και τα μαγαζιά και τ’ αυτοκίνητα τι σας πείραξαν δηλαδή; «Χτυπάτε», ως άλλοι «πολεμάρχοι» τον όποιο πατριάρχη της μανίας σας, αλλά να είναι όμως και κάπως τέτοιοι... Ολη μέρα φρύαζαν, κι έτρεμε το φυλλοκάρδι των μικρο-μεγάλων αστών, οι νεαροί (που ανήκαν κι αυτοί στη γενιά των αδιευκρίνιστων ευρώ) οι οποίοι απαιτούσαν από το κράτος να τους δώσει πίσω εκείνον τον φυλακισμένο νέο, που πήγε ν’ «απαλλοτριώσει», λέει, είδη της τράπεζας (χρήματα κι όχι καθίσματα) και δεν φρόντισε να μην τον πιάσουν. Τώρα εις υγείαν του γίνεται σποραδικά αλλά σταθερά ο μετρημένος χαμός. Πήγε να ληστέψει, αλλά όμως αυτό ήταν πολιτική πράξη! Σωστούν! Αλλά μπορείς να ληστέψεις, αθώον, ληστρικόν μειράκιο, τους επαγγελματίες του είδους, οι οποίοι και αυτό το παράνομο 1, 20 ευρώ της καθημερινής τραπεζιτικής σου συναλλαγής, τρελαίνονται αν δεν σου το αρπάξουν.
Στις 7 χτύπησε η καμπάνα. Ο μικρός χώρος του κυρίως ναού γέμισε ασφυκτικά από τους περίοικους και τους λίγο περίεργους· όλοι μέτοχοι του αυτού θρησκευτικού πράγματος. Ανδρες Αθηναίοι μη διακρινόμενης επαγγελματικής υφής, μετρημένης ωραιότητας κοπέλες, αλλά και μεγαλύτερα παρόμοια όντα, που βουτούν το είναι τους στην προσωπική προσμονή και στις άδηλες, πλην βουερές επιμονές, όχι της άνοιξης, αλλά άλλων εποχών, στις οποίες προσβλέπουν χωρίς και να προσπέφτουν με την όποια ευκολία. Ολοι αυτοί μάλλον δίνουν τη βοήθεια σε τρόφιμα, πότε με διάθεση εξωστρεφή και πότε και το συνηθέστερο με τη δέουσα ταπεινότητα. Ποιός ξέρει και άλλωστε δεν έχει σημασία, η πράξη μετράει. Στάθηκα κυρίως στις περασμένης νεαροσύνης, κοπέλες και τους γνήσια νεαρούς, που αν μη τι άλλο έδιναν το πολυτιμότερό τους, το χρόνο τους σε κάτι χωρίς υλικό αντίκρισμα, εθελοντές του καλού χωρίς να ελπίζουν σε κρατικά μόρια αθλιότητας. Πιστεύουν στην ουτοπία πως μια επίγεια επιμέρους ευεργεσία σ’ ένα καθολικό τίποτε, ίσως φέρει εκείνες τις ρήξεις που θα γίνουν ρωγμές και θα φέρουν την πτώση της υλόφρονης και σαλεμένης εποχής μας. «Σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί άνθρωποι, δεν δύνανται ν’ ανέλθωσι εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως» (Αλξ. Ππδ.). Της όποιας Ακροπόλεως! Δίνουν το χρόνο τους, όπως δίνουν το βυζί οι μάνες στο παιδί, απ’ το οποίο βυζαίνουν οι οίκαδε απελπισμένοι, μπορεί και κάτι σαν την ελπίδα. «Ωραία γυναίκα/περασμένη στα χρόνια/ξεδίπλωσε μ’ ευλάβεια/το πουκάμισο του άντρα/ έντυσε το άγαλμα της/ το ‘να στήθος της/τ’ άφησε απ’ έξω/ πέτρινο. (Γ. Ρίτσος).
Ενας σακουλοφόρος κάθισε για λίγο στην εκκλησία, ενώ ο άλλος που τον ακολούθησε παρέμεινε ως το τέλος κι σταυροκοπιούνταν πολλαπλώς, να τον βλέπει ο παπάς. Ατολμα στην αρχή, αλλά με έμφαση στη συνέχεια πήραν και διεξήλθαν τον λυρικότατο κανόνα των Χαιρετισμών, οι ψάλτες. Δίπλα αλλά και πίσω μας δύο γυναίκες του λαού τόσον ενθουσιώδεις ήταν με τα διαπραττόμενα, ώστε προέλεγαν σαν αναγνώστες στ’ αναλόγιο, τα πάντα της ακολουθίας, την οποία γνώριζαν, αλίμονο, όλην απ’ έξω! Ακουγα, δηλαδή δυσανασχετούσα εις διπλούν, ό,τι εις απλούν όφειλα ν’ απολαμβάνω, αφημένος σε αλλότριους λογισμούς. Το θυμίαμα πυκνό, βαρύ, ζαλιστικό να σε βυθίζει σε υγιεινές μικροπαραισθήσεις απ’ όπου ελαφρώς παραπατούσες στις σκέψεις. Είπα να πω αλλά δεν είπα τίποτα. Νευρίαζα· ηρέμησα όμως και το ‘ριξα στην πλάκα, όταν θυμήθηκα τον Αλξ. Ππδ. και το διήγημά του «Ντελησυφέρω». Θα μπορούσα να πω κι εγώ στις προπετείς κυρίες, όπως ο καπετάν Γιωργής ο Κονόμος του διηγήματος στον Νταραδήμο, όστις προηγούνταν κάθε λειτουργικού λόγου παπάδων και ψαλτών: «Τ’ ακούσατε χριστιανοί; δύο λειτουργίες κάνουμε τώρα...Πάνε και σκοτίζονται και πληρώνουν για να γίνουν παπάδες...δεν βάζουν τον Νταραδήμο, που είναι ο ίδιος παπάς και διάκος και ψάλτης».
- Ημείς, τρεις παρακαλώ Χαιρετισμούς υπέστημεν, τελικά.
***
Προχωρημένο το βράδυ μας βρήκε στο Τριανόν για «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη». Προηγούνταν της ταινίας μια μικρού μήκους λίγων λεπτών δηλαδή με αφηγητή της τον Γ. Κοροπούλη, του οποίου και μόνον η φωνή του της έδινε το ιδιαίτερο χρώμα τέχνης. Σ’ ένα τοπίο μιας αίθουσας σκοτεινής και φωτεινής συνάμα από τις εικόνες των ποιητών (πριν χρόνια εκεί είδα το «Ημερολόγιο καταστρώματος» ταινία για το Γ. Σεφέρη), τις άριστες εικαστικές, τις εξαίσιες ποιητικές κινηματογραφικές αίσθησες του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου (προς το ντοκυμανταίρ το έφερνε το έργο). Αναμασούσα τις αναγνώσεις μου, ξανά και ξανά στον Αλεξανδρινό, τις άπαξ στον εκ Λισαβόνας, σε μια απόπειρα μίμησης των θλίψεών τους ατελέσφορη. Ταινία με πολλά βραβεία. Ο λιγοστός κόσμος έβγαινε εν σιωπή σαν από τελετή μυήσεως. Η ποίηση δε σηκώνει φωνές στόματος, τις αρκούν οι σπαραγμοί της ψυχής. Οι ποιητές που διαλέγονταν εν πανοίς και επί σκηνοίς σκέψης και λόγου, απαιτούσαν απόλυτη περίσκεψη («χωρίς περίσκεψιν χωρίς αιδώ») και αφοσίωση εδώ, όπου «ο κόσμος ο μικρός» κι «ο μέγας», ήταν μια συμμαζεμένη φωλιά ωραιότητας, στην οποία κούρνιαζαν στη θαλπωρή της η νοσταλγία του άλλοτε κι η απόγνωση του σήμερα.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Απονεμήθηκαν τα Δυτικομακεδονικά Νόμπελ.




Αμέσως μετά τη λήξη της Αποκριάς και την είσοδο της Σαρακοστής συνήλθε σε σώμα η ερευνητική των πραγμάτων επιτροπή της ΜΚΟ με τα δυσανάγνωστα για τον αμύητο αρχικά Ι.Π.Α.Δ.Μ., που εκδίδει το διανεμόμενο δωρεάν (πως βγάζει τα έξοδά του;) άρα και η αξία του είναι αντίστοιχη με το τίμημα- γυαλιστερό έντυπο ονόματι ΠΥΛΗ και αποφάσισε τη διανομή των βραβείων που θέσπισε για την συμπλήρωση χρόνου από την κυκλοφορία του, σε επιφανείς προσωπικότητες της περιοχής και του τόπου μας οι οποίες με το έργο τους προσέφεραν urbi et orbi κρίσιμες υπηρεσίες. Ετσι μετά τις 10 εθνικές προσωπικότητες που τερμάτισαν στον τελικό από τις 100 συνολικά του ΣΚΑΙ (σε τεράστιες αφίσες στις στάσεις των λεωφορείων φέρεται να μας εκλιπαρεί ο ήρως του ’21 Θ. Κολοκοτρώνης –ψηφίστε με γιατί κ.λπ. ή ο ιατρός Γ. Παπανικολάου ομοίως κάντε με γιατί έσωσα τις γυναίκες), ήρθαν τα επιχώρια βραβεία που φέτος έγιναν χωρίς διαγωνισμό αλλ’ εξ απονομής, όμως από του χρόνου θα ψηφίζουμε κι εμείς κι εμείς! Πρώτος και αξιότερος ο κύριος Σ. Φυντανίδης (ο καημένος), ότι η κολακεία είναι τροφή των ανοήτων αλλά ακόμα κι οι πιο σοφοί φορές, αρέσκονται να τσιμπολογούν απ’ αυτήν- αρχηγός της άλλοτε κραταιάς «Ελευθεροτυπίας» άρα και παραεξουσίας. Τι σου κάνει ο άνθρωπος άμα χάσει το μέτρο, τη θέση, την εξουσία. Μέχρι και βραβεία από την πόλη της Κοζάνης δέχεται. Απορώ πως τον λησμόνησε ο κ. Δήμαρχος, όστις όταν τα ΙΣΤΟΡΙΚΑ της εφημερίδας του τα αφιέρωσε στην Κοζάνη, αυτός τον έφτυσε σιέλω μακρώ, (μάλλον κάτι διαισθανόταν από τότε), γιατί αυτό γινόταν με χορηγία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, άρα δυνάμει εσωκομματικού αντιπάλου. Θα μπορούσε να επανορθώσει και να του απονείμει τον αυτό έπαινο που δίδει σε όλους τους φανούς του την Καθαρά Δευτέρα. Μάζευε κι ας είναι ρόγες.
Το πλέον διασκεδαστικό βραβείο είναι το υπ’ αριθ. 7 της τάξεως «Εκπαίδευσης και γραμμάτων» το οποίον συνέλαβε η κ. Φ. Φτκ. Τσκρτζ «για την δεκαπενταετή και πλέον προσπάθειά της στην υλοποίηση Εθνικών και Κοινοτικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων». Εδώ όσοι γνωρίζουν τα πράγματα το γελούν ξεκαρδιστικά. Βεβαίως βεβαίως καλά να πάθουν τιμώντες και τιμώμενη.
Μετά από τις απονομές, κατά την ειδησεογραφία, ακολούθησε γλέντι τρικούβερτο και μέχρι πρωίας, όπως κάποτε, όταν ο αοίδημος Ανδρέας Παπανδρέου, ως αρχηγός του ΠΑΚ στην Ιταλία και σε κέντρο της Ρώμης, κήρυξε τον ένοπλο αγώνα κατά της χούντας και μετά από την έναρξη ρίχτηκαν όλοι στο γλέντι μέχρι πρωίας.

ΥΓ.
1. Συνήθως βραβεία απονέμουν οι ανώτεροι προς κατώτερους. Εδώ ανετράπει η σειρά με πρώτο διδάξαντα τον αξιότιμον κ. Γ. Κρκν που απένειμε δίπλωμα και μετάλλιο στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο.
2. Οταν θέλεις να κοροϊδέψεις κάποιον αγρίως του επιδίδεις τιμητική πλακέτα για το έργο του, επάργυρη είτε από κοινό χαλκό, η αξία τους κυμαίνεται από 15 μέχρι και 50 ευρώ, Τίποτε δηλαδή μπροστά στον επιδιωκόμενο σκοπό. Υπήρξα και θύτης και θύμα οπότε έχω άμεση γνώση.
3. Θέτω σοβαρά υπ’ όψιν των αξιοτίμων μελών της ΠΥΛΕΩΣ από τώρα την υποψηφιότητα δύο καθόλα εγκρίτων προσωπικοτήτων, ο καθένας για τον τρόπο του: α. Τον κύριο Νικόλαο Α. Ζάμπακα, απόστρατο της τροχαίας, ο οποίος όμως καθαρίζει συγκινητικά και ευσυνείδητα και με κάθε καιρό τους δρόμους της πόλης από τ’ άπλυτά μας.
β. Του δεύτερου εικονιζόμενου κυρίου για την προσφορά του στην αισθητική συμμετρία και καλαισθησία της πόλεως με τον ασυναγώνιστο μύστακά του (του κυρίου Δημάρχου μπροστά του είναι ένα απλά ίχνος),
4. Ερώτηση προς εαυτόν: «Ρε συ, μήπως ζηλεύεις που και πάλιν ετέθεις εκτός βραβείων;»
- Μπορεί...

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Γερανοί που πετούν και γερανοί που επαιτούν


Εργο της Μίνας Παπαθεοδώρου-Βαλυράκη από την ενότητα "Γερανοί"

Οι γερανοί των λιμανιών έχουνε τα χέρια τους αναπεπταμένα
σαν φτερά των μαραμπού που γέρνουν στη θάλασσα θλιμμένα
Σηκώνουν φορτία, ακίνητοι ζουν τα ταξίδια στη φθορά τους
Αλλ'οι Γερανοί των ουρανών φέρουν ελπίδες στα φτερά τους

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

"Και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία..."


...Και δεν θα διαβάσουμε φυσικά στίχους από την "Ρωμιοσύνη"
αυτό το αφήνουμε στην καλπαζουσα ποιητική ασχετοσύνη
που ενέσκυψεν ως λαίλαπα στης ποιήσεως την ημέρα
καθ' ην τα ασελγήματα υπέρ της διαπράττονται εσπέρα

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Κάτι από τη νοσταλγία της Aποκάλυψης του Κ.Ντιό


Από την έκθεση ζωγραφικής του Κ. Ντιό στην Αθήνα, αίθουσα FOTOPOULOU GALLERY στο Μαρούσι δηλαδή (Διάμεση 2 & Ερμού τηλ. 2108020119) που θα κρατήσει μέχρι 27 Μαρτίου

Κυριακή αναστηλώσεως των εικόνων και υποστηλώσεως των γυναικών



ΑΡΓΑ ΜΙΛΟΥΣΕΣ

Αργά μιλούσες μπρος τον ήλιο
και τώρα είναι σκοτάδι
κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
συ, που θα λέγαν Μπίλιω.

Πέντε στιγμές και τι έχει γίνει
γύρω στην οικουμένη;
Μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
κι ένα στεγνό λαγήνι

κι είναι σκοτάδι...Που είναι ο τόπος
κι η γύμνια σου ως τη μέση,
θεέ μου, κι η πιο ακριβή μου θέση
και της ψυχής σου ο τρόπος!

Γ.Σεφέρης

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Οι Α' Χαιρετισμοί της Ανοιξης έτους 2009



Χαράς αιτία, χαρίτωσον ημών τον λογισμόν του κραυγάζειν σοι. Χαίρε, η άφλεκτος βάτος, νεφέλη ολόφωτε, η τους πιστούς απαύστως επισκιάζουσα

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

"Είμαι μια κοζανιτοπούλα από καταγωγής και μόλις τέλειωσα με τις αποκριές"

Στην πυρά των φανών

Καίνε
ακόμα οι φωτιές που πήραν οι πρόγονοί μας από την Ήπειρο, στην
Τουρκοκρατία (1400), μαζί με τις γυναίκες ,τα παιδιά ,τα όπλα τους και
μετοίκησαν στα βόρεια ,Ανασέλιτσα και τέλος Κοζάνη, για να αποφύγουν την αλλαγή της πίστης τους.
Ακόμα καίνε οι λιγοστές φωτιές που λαμπύρισαν στη μαυρίλα της κατοχής και συλλάβισαν στην αφωνία της δικτατορίας.
Καίνε και τώρα γιγαντωμένες σε κάθε γειτονιά,
καίγοντας το φράγμα της απομόνωσης και της αδιαφορίας,
ονοματίζοντας το χάος της ανωνυμίας,
σβήνοντας το όρια των ηλικιών,
κάνοντας τους θεατές εκστασιασμένους συμποσιαστές, με τα κιχιά ,το εκλεκτό κρασί, τις μπάντες που γεννήθηκαν από τη μήτρα της Πανδώρας.
Δεν καίνε σα θλιβερή παρένθεση μιας απάνθρωπης ζωής των ημερών μας.
Σιγοκαίνε το χρόνο ολόκληρο στο γειτόνεμα, στα καλά και τ’ άσχημα.
Στη χόβολή τους λικνίστηκε η ελπίδα σε φτωχά και δύσκολα χρόνια με τα καρναβάλια-παρταλαίοι.
Στη χόβολή τους ανασταίνεται η αισιοδοξία για τα χρόνια που έρχονται, για πάλη μαζί με άλλους.
Είναι ο κόσμος της φωτιάς που στέλνει τα ρυάκια της παρέλασης, ξεκινώντας από το 1938.
Κι αυτό το πολύβουο ποτάμι ,φουσκωμένο ευρηματικά με τα ιδιωματικά λογοπαίγνιά μας για τις πολιτικές αθλιότητες, δε βγαίνει ποτέ από τις όχθες του.
Ο παφλασμός του κελαρύζει όλο το χρόνο στα θέατρα ,στα στέκια των νέων ,στις αίθουσες της μουσικής.
Με την ίδια πάντα κοίτη, τον Δήμο Κοζάνης ,κάνει την πόλη μας από νυφούλα του χιονιού κατά τον Δ.Μανέντη ,ξεχωριστή, βαλκάνια πόλη.

Αφιερωμένο στους Κοζανίτες και τις
Κοζανίτισσες από καταγωγή και από
επιλογή.

Τ.Σιόμου

Σημ. Το ανωτέρω δημοσιεύτηκε στον τύπο της Κοζάνης την 3η Μαρτίου 2009

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Καθαρά Δευτέρα στο λόφο με τα λατομεία



Δε βρήκα σε πρώτη αναζήτηση την "Τετάρτη των Τεφρών" του ΕΛΙΟΤ το πρώτο ανάγνωσμα με την έναρξη κάθε Σαρακοστής. Αρκέστηκα στη γνήσια γήινη ποίηση των πραγμάτων της. Στο λόφο των λατομείων γη ρημαγμένη από τον άνθρωπο, σώμα ανθρώπινο γεμάτο έλη πόνου.
"Οφείλαμε έναν επίλογο στα μάταια συναισθήματά μας
μία αλήθεια ασήμαντη σαν πάθος σιωπηλό
που άξαφνα ομολογήθηκε..."
Ε-Α.Λ.

Για μια επιτυχημένη Αποκριά από μακριά


Αποκριάτικο ιδίωμα*


- Μπιτούν Καζαναράλ εξ μασκαρά ολσούν: «Επιτρέπομεν, αφού το θέλουν, να γίνουν όλοι οι Κοζανίτες μασκαράδες» και μάλιστα συνεχώς. - Ηγουν; Κάτι σαν αποφασίζομεν αλλά δεν διατάσσομεν, πλην όμως δίνουμε άδεια. Τουρκοκρατία άλλωστε. Αυτά εδογμάτισε ο βαλής Μοναστηρίου αρχές του 20ου αι., όταν προσέπεσαν, στους ευγενείς πόδας του, ικέτες οι κοζανίτες πρέσβεις, με αίτημα ν’ αναβιώσει το έθιμο των μασκαράδων (ρογκατσιάρια) που είχε απαγορευτεί να τελείται από το 1860 (και οι κάτοικοι είχαν αλλοφρονήσει από τη μασκαρο-στέρηση) μετά από την αδελφοκτόνα σύγκρουση δύο ομάδων προσωπιδοφόρων, σε στενό της πόλεως -ήταν γεμάτη στενούρες η παλιά αρχοντική πόλη- όπως διασώζει το συμβάν ο Κ. Τσιτσελίκης, δικηγόρος, πολιτικός αλλά πρωτίστως λίαν ωραίος πεζογράφος του μεσοπολέμου, στο διήγημά του: «Της Μπήλιως τα νημόρια», 1924.
Από τότε πήραν φόρα, δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να σταματήσουν. Στο παραδοσιακό έθιμο του φανού σε κάθε γειτονιά, μπήκαν και τα καρναβάλια και μετεξελίχτηκε σε επιχείρηση κανονική, εφ’ όλης της ύλης, από το έσχατον τεταρτημόριον του 20ου αιώνος και μετά. Ο χορός κι ο χώρος της κοζανίτικης αποκριάς έκτοτε καλά κρατεί.
«Και σαν ερθούν οι αποκρηές των εορτών η εορτή
ντύνονται όλοι και γλεντούν με φλογισμένο κέφι
κι η μπάμπω βάνει λιμπαντέ και άσπρη μάσκα κεντητή
και σαν τσιγγάνα στο «φανό» χτυπάει κάποιο ντέφι...»
έγραφε έμπλεος λυρισμού το 1935 στον ύμνο της πόλεως Κοζάνης ο Δ. Μανέντης, ιατρός, λόγιος και πολιτικός.
Ετσι ο Δήμος Κοζανιτών και περιχώρων (πλέον των 18 χωριών τον συναποτελούν σήμερα κι αναπαράγουν εν σμικρώ το έθιμον) κήρυξε το δωδεκαήμερο από Τσικνοπέμπτη έως Καθαρά Δευτέρα εθνική, αποκριάτικη εορτή των απανταχού Κοζανιτών. Κατά τους νεότερους χρόνους, αμέσως μετά τα Θεοφάνια, συνέρχονται σε γενική συνέλευση οι εκπρόσωποι των φανών και αποφασίζουν ...το πλαίσιο εορτασμού, δηλαδή τι χρήματα θα μοιράσει ο Δήμος σε κάθε γειτονιά για να κρατηθεί το πάτριον έθιμο. Το κλίμα ήδη διαμορφούται, ότι βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος· καραδοκεί άλλωστε ως κακιά πενθερά και η Σαρακοστή.
Η πόλη για ενάμιση μήνα βρίσκεται σε έναν οιονεί εργασιακό οργασμό προετοιμασίας. Γεμίζουν δρόμοι, πλατείες, δέντρα, σπίτια, σοκάκια με παραστάσεις εύθυμες, καραγκιόζηδες, σκιάχτρα, έγχρωμα φελιζόλ, πλαστικά φιλουρίδια. Στήνεται η κεντρική εξέδρα στην πλατεία -εκεί που μόλις είχε σαρωθεί η αγία φάτνη- και ο αχυρώνας υποδοχής των ξένων. Στις γειτονιές που ανάβουν οι φανοί στήνονται οι ξύλινοι οντάδες με την παραδοσιακή σκευή ένδον, αλλά και την αθυρόστομη συγγραφή στα έξω τειχία τους (όπου κυριαρχούν οι μονοσύλλαβες λέξεις σκλι, πλι, φτι, μνι) και άλλα παραδοσιακά, προς το εντελώς αθυρόστομο, συνθήματα. Εκεί κι ο βωμός της φωτιάς, το κιόσκι που θα στεγάζει τ’ άργανα (κομπανίες μουσικών), θραύσματα τώρα της δημοτικής μπάντας (φιλαρμονική) Πανδώρας (1902 η ίδρυσή της παρακαλώ). Παλιότερα προ του εθνικού μας θέματος είχαμε κομπανίες από σκοπιανο-σλάβους με τα λυρικότατα χάλκινα· ο πάγκος απ’ όπου προσφέρονται, δωρεάν φυσικά, τα παγωμένα ήδη τοπικά κιχιά, αυγά, κεφτέδες και τα κατά το μάλλον ή ήττον ξινοκράσια· καταναλωτές τους κυρίως οι επισκέπτες της μεγάλης βραδιάς, νηστικοί όντες επί το πλείστον εκ της εφήμερης πληθυσμιακής πλημμύρας.
Τσικνοπέμπτη, αμέσως κι μετά τον εσπερινό, άρχεται η επίσημη αποκριά. Ο επί 20ετία Δήμαρχος κηρύσσει (δε βαρέθηκε!) την έναρξη, με τους αόριστα επαναλαμβανόμενους κατ’ έτος αποκριάτικους λήρους περί παραδόσεως, νεολαίας που θα συνεχίσουν κ.λπ. και δίνει τη μεγαφωνική σκυτάλη σ’ ένα ερμαφρόδιτον ενδυματολογικά ον, κακέκτυπης αριστοφανοσύνης, τη μπάμπω (σλαβιστί) άσχημη γριά καλούμενη συνήθως Τσιτσιούλα ή κάτι παρεμφερές, η οποία και διευθύνει, «σκωπτικώ» τω λόγω και στο ιδίωμα, τα επί κεντρικής σκηνής διαδρώμενα. Κάθε βράδυ εφημερεύει ένας φανός, ο οποίος με το ανθρώπινο δυναμικό του παραδοσιακά ντυμένο, και τα κλαρίνα του, εισέρχεται εν θριάμβω και θορύβω, διά της κεντρικής οδού, στην πλατεία Νίκης· ρίχνει τις γύρες του στην εξέδρα κι απέρχεται για τη γειτονιά του όπου θ’ ανάψει το φανό του και θα το γλεντήσει (μπρε μπρε μπρε). Προπορεύεται της εισέλευσης του φανού και κάθε βραδιά η γλυκόλαλη Πανδώρα, που δίνει τον λόγιο μουσικό τόνο των ημερών (βρε βρε βρε). Κατά το επίσημο πρόγραμμα επί της εξέδρας κάθε νύχτα εμφανίζονται ενθικοχωρικοί σύλλογοι που χορεύουν τους σκοπούς τους κι ανάλογα με τον καιρό ενώπιον πλήθους ακροατών ή των συγγενών τους μόνον, επί το πλείστον εν ανία τελούντων. Τους είδαν άλλωστε χιλιάδες φορές ορχούμενους. Μέχρι και από τις όμορες πόλεις και κοινότητες μετακαλούνται σύλλογοι προς πολιτισμικήν ώσμωσιν. Πριν μερικά χρόνια πήρε το μάτι μου σύλλογο από την Κοινότητα Ξεχασμένη Ημαθίας με την επωνυμία ...«Γ. Σεφέρης» και έτος ιδρύσεως 1982!. Κατεταράχθην ευλόγως! Ρώτησα το γιατί και το πώς της ονομασίας αλλά κανείς δεν ήξερε!
Την Κυριακή της Αποκριάς γίνεται η είσοδος του άρχοντος καρνάβαλου, που παρασκευάζεται μαζί με τ’ άρματα παρελάσεως σε δημοτικό καρναβαλο-κατασκευαστήριον. Τον συνοδεύει η πολυπληθής και χαμηλοϋψής χορευτική πανίδα του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών και τον υποδέχεται όλο το πρωτόκολλο των εθνικών εορτών (η εκκλησία μόλις και συγκρατιέται να εκπροσωπηθεί, έστω και σε κατώτερο βαθμό), στήνεται δε προς λατρείαν του στην πλατεία. Ενας παπάς τη δεκαετία του 1970, από την κοινότητα Καπνοχωρίου (Σουφλάρι) τον έκαψε ο καρναβαλαθεόφοβος. Αμέσως έγινε «φανικόν» δίστιχο: «Ο παπάς απ’ το Σουφλάρι έκαψε το καρναβάλι».
Τα τελευταία χρόνια ως φρούτο νεοτερικό προέκυψαν (ας όψεται εκείνη η αμφίσημη «Αποκριά από μακριά» ημών) τα αυτοσχέδια θέατρα («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε») ερασιτεχνών συγγραφέων (Γ. Παφίλης, Μ. Μαρκόπουλος κ.λπ.) και ηθοποιών συνεπικουρούμενοι κι από το τοπικό ΔΗΠΕΘΕ, στο ιδίωμα τα οποία μαζεύουν αγέλες κόσμου, καταδικασμένες εκ των προτέρων να αναλύονται στις αίθουσες σε άφθονους γέλωτες. Οι μέρες είναι γελαδερές κι όλοι σαν σε διατεταγμένη υπηρεσία οφείλουν να διασκεδάζουν εκόντες άκοντες, έστω και κάτι λίγο. Εδώ διαπρέπει ο αξιότιμος κ. Γιάννης Πλόσκας, τουπίλκην και «Γιάντς τς Λένκους», μέγας επί του σατιρισμού και αυτοσαρκασμού συμπολίτης.
Την έσχατη Παρασκευή δίδεται από τα σχολεία της πόλεως -χαρά οι μαθητές, οι αυριανοί συνεχιστές της ιστορίας- το μαζικό σχολιο-σαχλοπαίγνιον με την επωνυμία «Σιούρδ γκαίημς».
Την Κυριακή της Τυρινής γίνεται η επέλαση-παρέλαση των αποκριάτικων αρμάτων που κρατάει ώρες. Σ’ αυτή μετέχουν οι φανοί, σύλλογοι, μαθητές, το πεταχτόν ΤΕΙ, το σοβαρόν Πανεπιστήμιον κι άλλοι ανεξάρτητοι χλευαστές. Συνήθως την παρακολουθούν οι προσκαλεσμένοι των επιχώριων πολιτικών επίσημοι ξένοι, κεχηνότες –όι, όι τι γίνεται δώ πέρα!- και οι χιλιάδες επισκέπτες της ημέρας (κάθε χρόνο βυθίζεται κατά τι περισσότερο η πόλη, γεγονός που ενθουσιάζει τους ηγήτορές της). Πέραν μιας αυτολογοκρισίας των κατασκευαστών των αρμάτων, που αποφεύγουν να χλευάσουν έργω τους δημοτικούς εργοδότες, για λίγες ώρες δίδεται η μάχη κατά του καθωσπρεπισμού όλου του χρόνου, με την αυτοκινούμενη σάτιρα άνευ ορίων κι άνευ όρων.
Κι ενώ οι επισκέπτες τρέχουν απέλπιδες να βρουν κάτι να φάνε, πώς να χορτάσουν τόσα στόματα, με τη λήξη της παρελάσεως στην κεντρική σκηνή ο Δήμαρχος ανάβει τον επίσημο αλλά τυπικό φανό, αρχίζοντας το χορό κι ακολουθούμενος απ’ όλη τη μαρίδα των επιφανών· κανείς δε λείπει από κει, εννοείται. Εν τω μεταξύ την ίδια ώρα ακριβώς απέναντί τους, στον καθεδρικό του αγίου Νικολάου (1664), ο επιχώριος θρησκευτικός άναξ κηρύσσει τον εσπερινό της συγχώρεσης και της νηστείας. Ο καθείς και τα όπλα του.
Ο λαός επιτέλους χύνεται κατά παρέες στους φανούς.
Εστιν ουν φανοί ειρηνικές φωτιές που ανάβουν πάνω σε τρίποδες οι οποίοι μοιάζουν με τους πρόχειρους στρατιωτικούς βωμούς όπου καίει το θυμίαμα των επιμνημόσυνων δεήσεων. Πότε κύκλω ευτάκτω και πότε μπουλουκηδόν χορεύουν άπαντες, δηλαδή όσοι θέλουν, (οι ξένοι ήδη κυριαρχούν) και τραγουδούν, όσοι ξέρουν τα λίαν λυρικά αλλά και τα ακόμα πιο αλμυρά τραγούδια των φανών. Τα άργανα εν τω μεταξύ φρυάζουν, οι φανο-άνθρωποι διατελούν εν πλήρη οινοφλυγία, ευθυμία και έως βακχείας, αθώοι.
Οι γειτονιές -η πόλη δεν ορίζεται με ενορίες αλλά κατά φανούς- παίρνουν επιτέλους την υπόθεση στα χέρια τους, ως μικρές αυτοδιοικητικές, ανεξάρτητες κοινότητες διασκεδασμού. Σκ’ρκα (σλαβιστί βραχώδης προεξοχή), Αη-Δημήτρης («Στ’ Αη-Δημήτρη του σκουλιού παέν τα παρταλόπλα/να μαθαίνουν γράμματα να παίρνουν και τα όπλα», ας θυμηθούμε και το βάρδο της Αντίστασης εκ Κοζάνης Π. Τζαβέλα, κάτοικο ήδη Αδου), Γιτιά, Αλώνια («Ολ’ στ’ Αλώνια μι τα κοντά τα πανταλόνια»), Αριστοτέλης, Παύλου Μελά, Πανόραμα, Μπουντανάθκα (καμιά σχέση μ’ ό,τι ακούγεται, αφού είναι μετεξέλιξη του ιστορικού επιθέτου Μεγδάνη-Μεγδανάδικα), Κεραμαριό, Πηγαδ’ από το Κεραμαριό, Αη-Θανάσης, Λάκκος τ’ Μάγγαν’ (...λόγιος φανός), Κασμιρτζήδις. Το βράδυ των φανών γίνεται το έλα να δεις. Αυτό έρχονται να δουν οι χιλιάδες των χιλιάδων (σιγά!) επισκεπτών ως το μόνο γνήσιο, αυτοφυές κι ελκτικόν έθος. Ολα τα προηγούμενα συνορεύουν με παρόμοια της ελλαδικής αποκριάτικης ενδοχώρας.
Την Καθαρά Δευτέρα που «παίρνουν τα μ... αέρα», κατά το τοπικόν σκωπτικόν άσμα κι ενώ τα κύματα των επισκεπτών φεύγουν προτροπάδην, τα πράγματα ημερώνουν. Στους γύρωθεν της πόλεως λόφους και τα αναψυκτήρια ναϋδρια, από λαογραφικούς συλλόγους μοιράζεται νηστίσιμη φασολάδα, ενώ στον λόφο του αγίου Δημητρίου, ένδον της πόλεως, μοιράζονται από τη Δημοτική αρχή με την ίδια γαλαντομία της διανομής του ευλογημένου οσπρίου, τα βραβεία εις πάντας τους μετέχοντες της αποκριάτικης ευωχίας, ευτυχίας τους θέλω να πω, αλλά δεν το λέω· ότι η Σαρακοστή ήδη έχει αρχίσει και τα κεφάλια μέσα.
Αμήν.
Ο Λευκοπηγής και Κοζάνης
Β.Π. Καραγιάννης

Με αυτόν το ουδέτερο τίτλο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino την 1η Μαρτίου 2009 τη μεγάλη δηλαδή Αποκριά