Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ στη μονή Αναλήψεως περί την εσπέραν



Την παραμονή της εορτής των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (μεγάλη η χάρη τους)
δηλαδή 7 Νοεμβρίου, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου (εκδ. Γαβριηλίδη παρακαλώ) που αναφέρεται παρακάτω

Παρουσίαση βιβλίου

Β. Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
Το χρώμα της Νοσταλγίας

για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Αντώνης Κάλφας, φιλόλογος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
Γιώργος Σταματόπουλος συγγραφέας και δημοσιογράφος (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)

Συντονίζει η Αναστασία Παλιού
συγγραφέας και νομικός

Διοργάνωση
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΎΛΛΟΓΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ

Αρωγός της εκδήλωσης
Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΖΑΝΗΣ
7 Νοεμβρίου στις 8 το βράδυ

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Επειδή έβαλε τα πράγματα της "Προανακριτικής" στη θέση τους κάπως



...Τιθέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Οχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι' είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν...

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ
του Γ.Σεφέρη, δηλαδή

Πανσέληνος στη Λευκοπηγή



Του Αποστόλη Τσιολάκη

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

H σιδηρογλυπτική του Κ. Χιωτίδη


Η γλυπτική εν τω γίγνεσθαι
Η περίπτωση του Κώστα Χιωτίδη

Του Β.Π.Καραγιάννη

Η 9η Ιουνίου ενεστώτος έτους και παρελθόντος καλοκαιριού, ήταν η πλέον καταρρακτώδης μέρα του μέχρι τότε θέρους. Τότε ήταν, που άνοιξαν όλα τ’ αυλάκια τ’ ουρανού στη μεγαλύτερη διάστασή τους, και πλημμύρισαν τα επίγεια, δηλαδή αυτής της κατηφορικής πόλεως τους δρόμους, τα στενά και από τα ισόγεια και κάτω, τα σπίτια. Το θολό πανηγύρι της νερο-κατεβασιάς ήταν από τα πρωτοφανή καιρικά συμβάντα. Τρομαλέες οι ψυχές και τα καταβρεγμένα σώματα ανήμπορα παρατηρούσαν την μήνιν του Θεού, διότι ποιος άλλος μπορούσε να ξεθυμαίνει τοιουτοτρόπως επί των κτισμάτων του στη γη αν όχι ο αποκλειστικός κύριος και δημιουργός τους; Ποιός τέτοια ώρα, θυμάται τη γλυκιά βροχή, στην οποία ο άγιος Δίας μεταμφιέστηκε, όπως το ‘χε συνήθειο στα δύσκολα ερωτοπλησιάσματά του, και χύθηκε, περιτυλίχτηκε κ.λπ. στη Δανάη, κόρη φυλακισμένη υπό του πατρός της σε σιδερόφραχτα υπόγεια, από τον φόβο των ανθρωπο-επιβητόρων, (ο γιός της άρα κι εγγονός του πατέρα Βασιλιά, θα τον σκότωνε εντελώς του είπαν στο μαντείον). Αγνοούσε πως και οι θεοί των πνευμάτων κι ιδίως πάσης σαρκός στη φάση της δωδεκάθεης εκδοχής τους, ήταν ασυγκράτητοι παθών και ανεξάντλητοι εφευρέσεων ως προς την ικανοποίησή τους.
Εμειναν από την ξεχασμένη μυθική ιστορία εκείνη τη μέρα, μόνον οι κεραυνοί, που έπεφταν επί δικαίων και αδίκων, μέρα σε πλήρες μεσημέρι, λες κι έσπερνε ο Ιάσων στην Κολχική δόντια και φύτρωναν δράκοι.
Αυτές οι άτακτες κι ασύντακτες μπόρες αποτελούν ένα υψηλό αισθητικό και καλλιτεχνικό, θα λέγαμε, της φύσης, υπερφυσικό συμβάν. Μια δημιουργία με την άγρια ωραιότητα αλλά και τη δύναμη που τις χαρακτηρίζει και τις διέπει στην πράξη και δείχνει για μια εισέτι φορά την ασημαντότητα του ανθρώπινου είδους, μπροστά στης φύσης τα καμώματα θεία ή φυσιολογικά.
Προσπαθώ να βρω μια αναλογία σ’ αυτά που γράφω με την περίπτωση του συν-πολίτη Κώστα Χιωτίδη του Θεοδώρου, μηχανουργού, κατοίκου Κοζάνης, το σπίτι του είναι δίπλα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Κοζάνης, νοσταλγικά ενεργού ακόμα, λίγο πριν τον κλείσει η σιδηροδρομική ευτέλεια εργοδοσίας και εργαζομένων γενικώς. Ας τον ονομάσουμε καλλιτέχνη επί της ζωγραφικής αλλά και της σιδηρο-ατσαλο-γλυπτικής τέχνης. Εκείνη ακριβώς την ώρα και μέρα, στο μέσον της κοσμικής καταιγίδας, άφησε το μηχανουργείο του, τα σχέδια επί χάρτου κι υπολογιστού, την ογκώδη μηχανή αναπαραγωγής μηχανημάτων, που πριν λίγα χρόνια αγόρασε από την Κορέα, τα αδιαμόρφωτα ή διαμορφωμένα σίδερα, τα γρέζια, τα εργαλεία και όρμησε σίφουνας δημιουργίας, επί της οικίας του, μάλιστα επί του ανασφαλίστου από τους καιρούς, ημιδιαμπερές ανώγειο. Η βροχή –ποιά βροχή, ο κατακλυσμός θέλω να πω- να του χτυπά τα μπατζάκια-αυτός αδιάφορος- οι κεραυνοί κι οι αστραπές να τον ακουμπούν σχεδόν, ότι ήταν δίπλα –άφοβος- στο ρυπαρό αλσύλιο πεύκων του Σ.Σ., κι όλα ήταν ευνοϊκά προς τη σμίξη ανθρώπου και φύσης και να αλληλογλείφονται με τις σπίθες που έβγαζε το οικιακό μικρό φλογοβόλο εργαλείο του, ένα και το αυτό, θείος δημιουργός κι άνθρωπος τεχνουργός.
Διότι μ’ αυτό, αυτός διαμόρφωνε, έλιωνε, κολλούσε, συγκολλούσε τα φύλλα χαλκού και έχτιζε το μικρό του, λίγο πάνω από μισό μέτρο, «Αγνωστο αριστούργημα» που σε πρώτη βάπτιση το ένιωσε ως «Ηλέκτρα μαινόμενη»! Αλλά η Ηλέκτρα δεν υπήρξε ποτέ σε παρόμοια έξαψη και τραγωδιακή φάση –ολοφυρόμενη ναι- εν τούτοις η στάση της ίσως κάτι να του θύμιζε κάπως απ’ αυτήν.
Στη λεπτομέρεια του άνω μέρους το γλυπτό θυμίζει στην εύγλωττη αοριστία του, έναν εσταυρωμένο θηλυκής υφής, που είναι καρφωμένος σ’ ένα επίγειο δράμα με μια υπέργεια εγκαρτέρηση. Αυτή η λεπτομέρεια είναι η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που σταυρωμένη στα πάθη της εκδίκησης και της απελπισίας της, λίγο πριν την άφιξη του Ορέστη και την τελική έξοδο δια της μητροφονίας και της εραστοφονίας.

‘Οχι όχι, ποτέ του ποτέ
δε θα πάψω τους θρήνους εγώ
και τα ολόπικρ’ αυτά μοιρολόγια,
όσο που θενά βλέπω ταστερια τα ολόφεγγα
και το φως της ημερας αυτό·
και σαν μιας αηδόνας, που τάβουλα
έχει χάση παιδιά της, οι βόγγοι μου
μπρος στις πόρτες αυτές του πατέρα μου
θαντηχούν και θα κράζουν σ’ όλους…
(Σοφοκλή “Ηλέκτρα”, μετ.: Ι. Ν. Γρυπάρη)

Στη γλυπτική του κίνηση στο χώρο, θυμίζει χορό –πράξη, αλλά και σε παραπέμπει και στο χορό της τραγωδίας, που παρακολουθεί, κρίνει, συμβουλεύει, κατακρίνει. Η μονομελής αυτή σύνθεση είναι μια συνολική, σφιχτή, γλυπτική αφήγηση η οποία στις λεπτεμέρειές της, όμως χαλαρώνει σε ερμηνείες συμβατές με της τέχνης τα φαινόμενα και τα επιφαινόμενα.
Ηταν μια δημιουργική βακχεία διεμβολισμένη με οίστρο ευπλασίας, ας πούμε ερωτικό, αφού δεν είναι απαραίτητα έρωτας να υπάρχει μόνον επί σωμάτων δύο, αλλά να διαδηλώνεται και επί σώματος τέχνης -πολλά τα παραδείγματα- αψύχου κατ’ αρχήν αλλά ευψύχου κατά την τελεολογία του πνεύματος και του πολιτισμού.
Αυτό είναι μια συμπεριφορά-παραφορά θα έλεγα, του δημιουργού, ο οποίος ανάβει ερωτικά από την αγριότητα της φύσης και πέφτει με μανία στο δικό του μικρό έργο, και επ’ αυτού ενηδονίζεται και ως εκ τούτου, όλα πλέον γύρω του είναι ξένα, απόκοσμα ή απλά αποτελούν το λυσιτελές φόντο μιας σκηνής λυσιμελούς και παραληρηματικής επί ζωής και τέχνης.
Γι’ αυτό κι οι κεραυνοί περνούσαν αδιάφοροι, ξεχασμένοι από τον άνθρωπο του ανωγείου.
Επί του δημιουργικού πεδίου του κάτι λίγα.
Περισσότερο τον τραβούσε η ζωγραφική και επ’ αυτής θέλησε να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί το πρώτον. Πλήθος πολύχρωμα τελάρα του, στολίζουν ξένους, επί το πλείστον, αλλά κι οικείους τοίχους. Δεν υπάρχει ίχνος επαγγελματικότητας στο πράγμα, για αυτό έχει την άνεση και την πολυτέλεια να χαρίζει έργα, άρα και ταυτοχρόνως να χαρίζεται από τους λήπτες του σε μια τρυφερή εκτίμηση. Γιατί αυτό που δίνει είναι κομμάτι της ψυχής του –και μόνο τα έργα ψυχής μοιράζονται κι όχι τα έργα των χεριών- που δεν έγιναν για τον επιούσιο αλλά για τον περιούσιο λόγο ύπαρξης εν τω βίω τέχνης. Αυτό συμβαίνει μόνο με τους δημιουργούς που βιώνουν στην κατηγορία: 1ον του αυτοδίδακτου και 2ον του αδιάφορου περί της ανταλλακτικής αξίας του έργου τους. Ετσι λυτρωμένος από δεσμεύσεις ένυλες, στέκεται ψηλά στα νεφελώματα του τρόπου του και από κει, κατά Ελύτην, «μοιράζει δωρεάν την ψυχή του».
Μια υπερρεαλιστική απόπειρα φυγής προς τον ρεαλισμό, όσο κι αν ακούγεται αυτό αντιφατικό, εν τούτοις ο Κ.Χ. ξεκίνησε στη γλυπτική του εκδοχή από το αφηρημένο και το βαθύτατα υπαινικτικό και επιστρέφει σε μια πιο εύγλωττη ενατένιση του υλικού, που μετατρέπει σε οντότητα καλλιτεχνική.
Για χρόνια ένα πτερύγιο ανεμογεννήτριας από τους ΑΗΣ της ΔΕΗ, στηριγμένο σε έναν πωρόλιθο μ’ ακολουθούσε σε όλα τα γραφεία της περιπλάνησής μου. Ηταν μια τεχνική λιτοδίαιτη και ευθυτενής, περισσότερο έμοιαζε με τεχνική προσαρμογή των άψυχων μετάλλων επί του προσωπικού του φευγαλέου οράματος. Το ονόμασα «Απουσία», έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο ή μήπως επειδή αυτό το αίσθημα σε διασχίζει, όταν το υφίστασαι, ευθυτενώς και δίχως διασπάσεις στο φλοιό του.
Είδε κάποτε, μήπως κι άκουσε, το Μέμο Μακρή, να αφηγείται για το «πως έδενε τ’ ατσάλι» του και στέριωνε τις μορφές της όρασης και ιδίως της ενόρασής του. Και του χάραξε σε βάθος η αφηγηματική του εμπειρία Αυτή η παγερή και δύσκολη ύλη που μοιάζει αδάμαστη στον τρίτο, σ’ εκείνον που θα την πλησιάσει μ’ απόφαση να τη δοκιμάσει και να την ακολουθήσει γίνεται πάθος λίαν εύπλαστο, αφού τον συνεπαίρνει η σκληράδα που μαλακώνει και πάλι ατσαλώνει στην ολοκλήρωση.
Βελβεντό. Μπροστά από το Πνευματικό του κέντρο μια μεταλλική κάπως κεκλιμένη σύνθεσή του, που το φέρνει από τον αρχαία λυράρη και τον πάει στον σύγχρονο αναγνώστη, εδώ και χρόνια προϊδεάζει τον επισκέπτη, μήπως και δυσανάλογα, πως εκεί μέσα κάτι γίνεται το διαφορετικό.
-Παίρνουμε πηλό κι ανάμικτο με σχοινί καννάβεως, θα έλεγα για να πιάνει αυτός, «ντύνουμε» με αυτά τις πρωταρχικές σιδερένιες βέργες του σκελετού. Στα γρήγορα γιατί πήζει το υλικό και να το πρώτο, κρίσιμο σχέδιο. Στη συνέχεια με ψαλίδι κόβουμε τη φέτα χαλκού, μαλακός σαν την εύπλαστη ύλη του ανθρωπίνου και θελκτικού σώματος -αυτό δεν το κόβουμε, μόνον το ψαύουμε περιφλεγείς στην πράξη και ποικιλοαφθόνως στη σκέψη, εννοείται.
Κομμάτι κομμάτι χτίζει το γλυπτό του.
Ενδύει το πρόπλασμα με μικρές και μεγάλες φέτες χαλκού. «Με τι να ντύσω το Θεό» αναρωτιώταν ο Ροντέν μπροστά στη σύνθεσή του για τον Ουγκώ, και τον ...έντυσε γυμνό! Ηδη τις έχει λιώσει, τις κάνει εύπλαστες και με το κοπίδι δίνει σ’ αυτές το σχήμα που τον ενδιαφέρει.
Φωτογράφισα το γλυπτό με το κινητό, εμφάνισα τις φωτογραφίες και τώρα τις παρατηρώ ήσυχα. Η αυτοψία λίγα απέδωσε, σαν άμεση αίσθηση και γνώση. Ηθελα να σκεφτώ, να φανταστώ ίσως και να διαπιστώσω τι χώρο κρατά, αν κρατά, στην σκέψη μου μετά την πρωτη επαφή. Προφανώς δεν είναι και το έργο ζωής του Κ.Χ. Ομως είναι αυτός ο θαμπός εισέτι μεταλλικός κορμός, με τον οποίο νιώθει πως πρέπει να διαδηλώσει την όποια ιδιαιτερότητα διαθέτει, και να καταθέσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα με τα οποία προηγείται των άλλων, στον αγώνα «της μνήμης κατά της λήθης». Οι δημιουργοί, κάθε λόγου και αιτίας διαθέτουν ένα προβάδισμα στην αντιμετώπιση του καιρού που περνά, από τους άλλους, στον κόσμο της εφήμερης διάβασης και του τρέχοντος εντυπωσιασμού. Αυτή του η διάβαση (αγχιβασίη) από το τεχνολογικό στο ανθρωπολογικό στοιχείο της γλυπτικής του οντότητας, τον κάνει να θέλει να φέρει πιο κοντά τις δημιουργίες του και στους άλλους· «και δεν μπορείς χωρίς αυτούς». Οι μέχρι τώρα γλυπτικές συνθέσεις του ήταν ένας μοντέρνος, τεχνολογικός διάκοσμος στα σπίτια και στις θέσεις που τα όριζαν, σιωπηλούς μάρτυρες της αγίας οικιακής ρουτίνας, οι δωρεοδόχοι, αποδίδοντας τα διάσημα σ’ αυτόν ο καθένας με τον τρόπο της γνώσης και της κρίσης του. Τώρα επιζητεί τον λελογισμένο «έπαινο» του δήμου, δηλαδή την από τους τρίτους, τυπικά ξένους, συγκατάθεση και συγκατάβαση.
Ολοι ο δημιουργοί κυνηγούν το κοινό τους. Φορές και στο κενό του εαυτού τους· αλλά αυτή είναι μια ασίγαστη αναζήτηση, αφού έχει ως συνέπεια τη συνεχή ύπαρξη στο έργο, μια αέναη επανάληψή τους στις παραλογές του ίδιου, άρα έχει και την ολοκληρωτική κι ακόρεστη διάθεση της συνύπαρξης.
Ο άλλος, στον οποίο θα καρφωθούν ανθρώπινες σφήνες για να του χαράξουν τον κορμό της καθημερινότητας, ρωγμές μήπως μπουν και τους κοιτάξουν έστω κάποιες από τις ανταύγειες του ονείρου. Άλλοτε πάλι να αναπεταθούν μικρές σημαίες, αέρινες και κυματιστές στα ποδήλατα, με τα οποία στίλβουν στο διαρκές και στο στιγμιαίο της ζωής, της κάθε ζωής, που ενώ νομίζεις πως περνά –ακινητεί- εσύ περνάς απ’ αυτήν δρομαίως και συνήθως εν απογνώσει δια το ταχύτατον.
Τα έργα της τέχνης μας σταματούν, ας κοινοτοπήσουμε, ποσώς.
Τα έργα της αγάπης χωρίζουν τον καιρό σε πριν και σε μετά, ας παραφράσουμε τον ποιητή.
Οταν τα έργα της τέχνης είναι και έργα αγάπης τότε έχουμε ένα συγκερασμό αχτύπητης αισθητικής συγκυρίας.
Τώρα που κάθομαι και συλλογίζομαι εδώ, με τις φωτογραφίες του έργου, με τις αίσθησες του ανθρώπου που γνωρίζω πολυετώς και πολυεπίπεδα, αυτή η μοναχική, γλυπτική εξιστόρηση, λέω πως ίσως αποτελεί μια ιδιαιτερότητα όχι μόνον στη συνέχεια της γλυπτικής πρακτικής του, αλλά και στην προσωπική του οντότητα, καθώς κάνει την υπέρβαση από το τεχνολογικό σύμπαν στο ανθρωπολογικό είναι. Και είναι, έγινε από τεχνίτης άνθρωπος της τέχνης. Κι αυτό κι αν είναι συναρπαστικό!
Αλλά μπορεί να οδηγεί και στη σιωπή του ή στο ατελέσφορο κι ανολοκλήρωτο. Του ημιτελούς που θέλει πάντα συμπληρώσεις, κυρίως από ανθρώπινες επιστρώσεις, μάτια φιλικά και νεύματα αγαπητικά, σε ένα πάρε δώσε με το διαρκές του ανθρώπινου ωραίου.
Τέλειωσα!
Το θέμα δεν είναι απαραίτητα πως δημιουργεί ο καλλιτέχνης, αλλά πως και τι βλέπει, τι είδε ο επισκέπτης του εργαστηρίου του, δηλαδή της ανοιχτής σοφίτας του Κ.Χ., μια άγριαν κι υπέροχη μέρα του φετινού καλοκαιριού.
Αυτό έκανα κι εγώ και θέλω να το πω, δηλαδή το έγραψα.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Αυτοί κι αν είναι ...Χάρτες

Χάρτες ιστορικοί και οι Χάρτες των ονείρων

Για τους Χάρτες της «Λασσάνειας Χαρτοθήκης Κοζάνης»
και όχι των ονείρων μας


Αξιότιμε κύριε Διευθυντά της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ εφημερίδος

Σας στείλω τις παρακάτω διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή», σελ. 5 του τμήματος Τέχνες & γράμματα» με τίτλο: «Η παλιά κορνίζα της Βιβλιοθήκης έκρυβε θησαυρό», και υπότιτλο: «Ο σπάνιος τετράφυλλος χάρτης της υδρογείου του 1800, του Ανθιμου Γαζή, βρέθηκε στην Κοζάνη» της κ. Γιώτας Μυρτσιώτη, την ΚΥΡΙΑΚΗ 5 Οκτωβρίου.
1. Ο Χάρτης του Ανθιμου Γαζή του 1800, για όσους γνωρίζουν τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, (διετέλεσα υπεύθυνος του χώρου αυτού επί οκταετία) είναι γνωστός, έστω και στην, εν αποσυνθέση κατάστασή του μέχρι το 1998, όταν τον τοποθετήσαμε σε κορνίζα με τζάμι, έστω και για τη διακοπή της περαιτέρω φθοράς του, και μέχρι την οριστική συντήρησή του, που διαβάζουμε ότι έγινε ήδη. Μας υπέδειξε τότε την αξία του ο καθηγητής κ. Ε. Λιβιεράτος. Ο Ν. Π. Δελιαλής, ο αμνημόνευτος άγιος της Βιβλιοθήκης, τον καταγράφει στην μονογραφία του: «Συλλογή παλαιοχριστιανικών και μεταγενέστερων μνημείων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης μετά εικόνων και φερμανίων στο τέλος». Εκδίδεται υπό Νικολάου Π. Δελιαλή, Εφόρου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1955 σελ. 17, ύπ’ αριθ. 55 εγγραφή.
2. Η παλιά κορνίζα που «έκρυβε τον ιστορικό θησαυρό» ήταν αυτή που τοποθετήσαμε εν έτει 1998, και φυσικά ήταν γνωστή η επ’ αυτού ταυτότητα αφού, όπως αναφέρουμε, ήταν καταγεγραμμένη και από τον Ν.Π.Δ. Επομένως η σημείωση της κ. Γ. Μ. πως ο μοναδικός αυτός Χάρτης «υπήρχε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη πιθανότατα από το 1850, η ταυτότητα του έγινε γνωστή μόλις πρόσφατα» δεν ευσταθεί. Δεν αποκαλύφτηκε, κατά το άρθρο, μετά την αποκορνιζοποίησή του. Ο Χάρτης, δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα να το τεκμηριώσω άσφαλτα, αλλά σε συσχετισμό με τις άλλες δωρεές του σημαντικού κοζανίτη πολυ-λογίου Ευφρονίου Ραφαήλ Πόποβιτς (1774-1853), δωρήθηκε απ’ αυτόν στη Βιβλιοθήκη με τη διαθήκη το 1853 και ήρθε στην Κοινοτική τότε Βιβλιοθήκη της Κοζάνης, το 1856 μαζί με τη «Χάρτα του Ρήγα», τους δύο ογκώδεις Γερμανικούς άτλαντες και περίπου 600 βιβλία Ελλήνων, Λατίνων και Γερμανών συγγραφέων. Αλλοι τινες δεν δώρισαν χάρτες στη ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΟΖΑΝΗΣ, γιατί να μην ήταν κι αυτός μέσα. Ενδον σημείωση: Επιμένω μετά φόρτου να ονομάζω έτσι τη Βιβλιοθήκη με το ιστορικό της όνομα, γιατί δεν υπάρχει σήμερα Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, ο τίτλος αυτός ήδη είναι πλάσμα ανύπαρκτης πραγματικότητας· ο κ. Δήμαρχος ας πάρει μια απόφαση να ξαναφέρει το ιστορικό της όνομα.
2. Η Χαρτοθήκη του Δήμου Κοζάνης δεν ξεκίνησε, όπως γράφει η κ. Γ. Μ. από το νυν Δήμαρχο τον περασμένο Μάιο, αλλά τον Νοέμβριο του 1998, στο Διεθνές Συνέδριο Χαρτών στη Θεσσαλονίκης, που διοργάνωσε ο γλυκύτατος ποιητής και καθηγητής του πολυτεχνείου κ. Ε. Λιβιεράτος, πρόεδρος της Χαρτοθήκης Ελλάδος τότε, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όταν, σχεδόν αυθαιρέτως, υποδείξαμε το αρχοντικό του Λασσάνη (περί ου ο λόγος σήμερα) ως χώρο της μέλλουσας ιδρυθεί Χαρτοθήκης Κοζάνης (και τότε ο ίδιος Δήμαρχος ήταν, ας μην ανησυχούν). Αντιγράφω από ημερολόγιο εκείνου του καιρού που οσονούπω εκδίδεται: «27 Nοεμβρίου 1998. Aίθουσα συνεδριάσεων της Nομαρχίας Θεσσαλονίκης. Συνέδριο της Eλληνικής Επιστημονικής Χαρτογραφικής Eταιρίας Eλλάδος με πρόεδρο τον καθηγητή E. Λιβιεράτο και θέμα τους αστικούς Xάρτες. Tην τελευταία μέρα του συνεδρίου συζητήθηκε η Xαρτοθήκη της Kοζάνης δηλαδή το πιλοτικό πρόγραμμα που ξεκινάει και θα έχει σαν σκοπό τη σύσταση στη Bιβλιοθήκη της Kοζάνης της πρώτης ιστορικής χαρτοθήκης». Τώρα απλά, επιτέλους και μπράβο, ολοκληρώνεται κάπως και κάλιο αργά παρά αργότερα! Η ανάθεση στον κύριο Λιβιεράτο του έργου της ήταν από μόνη της εγγύηση, ότι θα ολοκληρωθεί επιτυχώς. Είναι ο άνθρωπος που παθαίνεται με τους Χάρτες και τους γεωγραφικούς ως επιστήμων, και των ονείρων ως ποιητής.
4. Προς τι τα παραπάνω; Ηθελα να θυμίσω την ένδοξο λησμοσύνη του Ν.Π.Δελιαλή αλλά τελικά προς την εμαυτήν ματαιοδοξία, αλίμονο, έθυσα.
5. Ταύτα και μένουμε.

Βασίλης Π. Καραγιάννης

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Θα πέσει αμέσως, δηλαδή σε λίγο

Ο πόλεμος της κεραίας

Η Λευκοπηγή στα «όπλα» δηλαδή στα τσαπιά
για την κεραία της αυθαιρεσίας

Του Β.Π. Καραγιάννη

Επί του μαλακού πεδίου

Ακούμε, διαβάζουμε τελευταία, πως ο δήμος Κοζάνης κατήγαγε κάποιες νίκες στον πόλεμο κατά των βλαβερών κεραιών, που σήκωσαν, πριν από χρόνια λάθρα, εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για να επικοινωνούν καλύτερα και καθαρότερα μεταξύ τους οι σκλάβοι τους –εκατομμύρια...- κι ημείς μη εξαιρούμενοι-, κι αναθάρρησα κάπως· εν όψει του ότι, ενώ στην πόλη οι κεραίες υποχωρούν νομικά, επί του πραγματικού στην ύπαιθρο χώρα, κερδίζουν, δηλαδή καταπατούνε κρίσιμο ανοχύρωτο έδαφος και ορμούν στα αφύλακτα σώματα ανθρώπων.
Μια κεραία ήταν στημένη επί της παρα-υπερυψωμένης καπνοδόχου στην περιοχή του αγίου Κωνσταντίνου, δίπλα από την οδό Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη! Εξαιτίας της έφυγε προτροπάδην, ο ελέω θεού άγιος Σερβίων και Κοζάνης, που είχε τη διοικητική του έδρα εκεί στο Γκέρτσειον καταπάτημα (άλλοτε κληροδότημα) – τη σωματική του έχει στο Σκαφίδι- ότι τον ενοχλούσε η ακτινοβολία της ανωτέρω, χωρίς να το αντιλαμβάνεται αλλά διαισθητικά με την επέμβαση του αγίου, μάλλον, πνεύματος, την αυτιάζονταν, Πήγε τις υπηρεσίες της Μητροπόλεώς του στο λόφο της αγίας Παρασκευής (μεγάλη η χάρη της) εκεί που προ μολύνσεως (π.Μ) της ατμοσφαίρας μας, κατασκήνωναν οι φυματικοί, λόγω του ωραίου, άλλοτε, κλίματος. Η ένοχος κεραία ήταν καλυμμένη για να εισχωρούν ανεμπόδιστα την περίοδο των εορτών οι καλικάντζαροι –ο άγιος Βασίλης δεν χωρούσε- (αυτοί φοβούνται ιδιαίτερα τη δημοτική αστυνομία, μην τους κόψει πρόστιμο παράνομου διολισθήσεως). Ηδη της εδόθη νομικόν τέλος ύπαρξης, αφού βγήκαν οι δικαστικές αποφάσεις, και τώρα μένει επί το πρακτέο το γκρεμιστέον της. Ιδωμεν και την ατσιδοσύνη των δημοτικών, κατεδαφιστικών υπηρεσιών.
Η άλλη, στημένη στην ταράτσα άνετου ξενοδοχείου, λειτουργούσε από δεκαετίας και άνω στο πλήρες φως της παρανομίας· έρχεται, είπαν, να δούμε, και η σειρά της, τώρα που ο Δήμος πήρε φόρα («Κάποια μέρα κάποια ώρα η ΡΩΣΙΑ πήρε φόρα», όπως τραγουδούσαν και οι αντάρτες των βουνών και των λόγγων της κομουνιστικής ουτοπίας και της εμφύλιας, ένοπλης απελπισίας, παλιότερα).

Επί του οργίλου

Στην πόλη οι απαίσιες κεραίες, οι οποίες αγκυλώνουν με την παρουσία τους τη συμμετρία της φύσεως, με την άρρωστη ακτινοβολία τους προσθέτουν -δεν μας έφταναν όλα τ’ άλλα επαχθή σωματίδια που νυχθημερόν σωρεύουμε στον εαυτό μας σώμα και ψυχή,- τη θανατερή τους ουσία, αργά αλλά σταθερά και προσθετικά στο ασθενούντα, ου μην αλλά κι αλγούντα καθημερινό μας είναι, βρίσκονται, ας το πιστέψουμε, σε δρομολογημένη αποψίλωση. Εντελώς, όμως, άλλα συμβαίνουν στα χωριά. Στη Λευκοπηγή, το μεγαλύτερο, ιστορικότερο, πνευματικότερο κι ευρωστότερο μικροοργανισμό της Τ.Α. του Δήμου Κοζανιτών, ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να μην είναι και πρωταθλήτρια στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, ένα βράδυ του νυν Σεπτεμβρίου, στήθηκε θεόρατη κεραία δίπλα από τον οικισμό. Εκεί που βόσκουν αμέριμνα πρόβατα, γίδια, κότες, γουρούνια, μέλισσες και κόβουν βόλτες οι συνταξιούχοι ΔΕΗ κ.λπ., ή διοχετεύουν τον εργασιακό τους παροπλισμό στην διατήρηση μαντριών με κοπάδια, τα οποία καταμολύνουν την πηγή νερού -μάνα. Επίσης υπάρχουν συνεχώς όμιλοι γυναικών οι οποίες ασκούνται προς αδυνατισμόν σώματος. Συνεργείο σιδηροκατασκευών, ένα είναι στο νομό κι αυτό στα Καϊλάρια, με διάτρητα κι αδιαφανή τοπογραφικά στα χέρια, είδαν το ύψωμα, είπαν ότι καλόν για κεραία αφού έχει ακτινοβόλο ορατότητα σ’ όλο το Ν.Α. λεκανοπέδιο του νομού, είναι κοινοτικό (ποιός υπέδειξε τον τόπο κι έδωσε έτσι «γη και ύδωρ» στον εισβολέα Ξέρξη-φον, διότι κάποιος τους οδήγησε εκεί), συνεννοήθηκαν στα όρθια με τον όμορο ιδιοκτήτη, χέρσου, αλλά «νόμιμα» διαρπαγμένου, χώρου, ώστε σε κάθε ενδεχόμενο να πατούν σε δύο μαούνες εναλλακτικής νομιμοφάνειας, έστησαν στα γρήγορα την κεραία, καθότι είναι άριστα εκπαιδευμένοι στην κατασκευαστική παρανομία, κι απήλθαν πριν τους προλάβει το Εκατό και το συνακόλουθο αυτόφωρο και τους χώσει μέσα στη φυλακή της αυθαιρεσίας τους. Με την ησυχία τους ύστερα έκοψαν δελτία παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια προς την εντολοδόχο μεγαλο-εταιρεία που τους ανέθεσε το έργο, καθότι δεν είναι και off shore εταιρεία για να φοροδιαφεύγουν, όπως κάνουν τα υπουργικά παλικάρια τα καλά της κυβερνήσεως, που σύντροφοι τα σκοτώνουν, όπως είναι γνωστό από την εποχή των αυθεντικών ληστών, Γιανκιούλα, Γκαντάρα κ.λπ.
Εϊναι ένα ζήτημα πρωτίστως προσωπικής και πολιτικής αξιοπρέπειας όλων. Τα πολυεθνικά συμφέροντα, έχουν λυσσάξει για χρήμα κι εξουσία, και δεν λογαριάζουν τίποτα. Τοπικές αρχές, Περιφεριαρχεία εσχάτως λυγερά, Νομάρχες στυλάτους, Δημαρχόμαγκες, κοινοτικοσπουδαρχίδια όντα κ.λπ., αν δεν τους έχουν πληρωμένους κανονικά και με το νόμο της συμμορίας, τους έχουν γραμμένους σε εκείνα τα μέρη του σώματος, που στις ταβέρνες όταν τα παραγγέλλουν προς βρώσιν τα φωνάζουν «μία αμελέτητα». Αυτούς υποτίθεται τους εκλέγουμε ή τους διορίζουν οι εκλεγμένες από εμάς κυβερνήσεις, για να φυλάνε το κράτος και τον τόπο από τη διαρπαγή, και να μας φυλάγουν από κάτι τέτοια κερδοφόρα, αδηφάγα κουμάσια. Συνήθως είναι καλοπροαίρετοι (δεν έχουμε λόγο να αμφισβητούμε περί αυτού τους επιχώριους), αλλά τότε είναι που δεν παίρνουν και χαμπάρι τις ανομίες οι ίδιοι ή τα πληρωμένα από εμάς πάλι, δικά τους τσιράκια, που τα ‘χουν για την προστασία μας. (Ωχ!). Οι κατασταλτικές υπηρεσίες έρχονται σε λίγο και κόβουν πρόστιμα, (ήδη στη Λευκοπηγή έκοψαν στους καταπατητές 8000 ευρώ), που εισπράττονται σίγουρα, αφού οι κολοσσιαίοι έχουν χρήμα άφθονο για όλες, μα όλες τις δουλειές, τηρούν και το νόμο κι αυτόν φυσικά, κανονικά, γραμμένο στα ανωτέρω μη μελετημένα.
Οι χωρικοί ή οι γειτονιές στην πόλη, όταν παίρνουν είδηση το θανατηφόρο παλούκι -θεόρατο- που μπήχτηκε στα πλευρά αυτών και των παιδιών τους, ανησυχούν κι αρχίζουν τις διαμαρτυρίες, τις ικεσίες προς τους κυβερνήτες τους, τις προσφυγές στη δικαιοσύνη για την απομάκρυνση του κεραιο-αίσχους.
Η ιστορία όμως λέει, πως καμιά κεραία τέτοιας υφής και προσβολής της υγείας και της προσωπικότητας των πολιτών και των αρχόντων τους, δεν έπεσε με τα νόμιμα χελωνοβαδίζοντα μέτρα. Επεσαν με πολιτικές αποφάσεις συμπεριφορές υψηλόφρονου, αισθηματικού και αποφασιστικού λόγου, τέτοιο, που έχουν μόνο οι απλοί άνθρωποι· χρειάζεται λίγο να τους βαρέσεις στο φιλότιμο, και τότε είναι που παρασέρνουν στον αυθορμητισμό τους, τη λάσπη της πουλημένης εξ ορισμού νομιμοφροσύνης και την ιλύ της πολιτικής διελκυστίνδας.
Οπως, νύχτα με τους κλέφτες, παράνομοι καθ’ ολοκληρίαν και υβριστές της πραγματικότητας, έρχονται και στήνουν κεραίες και δε λογαριάζουν, στην προσπάθεια του ασύδοτου κέρδους, κανέναν, έτσι μόνον με την αγία βία και την υπερνόμιμη, λαϊκή, αυτοδικία φεύγουν ή μπορούν να φύγουν.
Το τοπικό συμβούλιο της Λευκοπηγής, παρότι από ασύγγνωστη αβελτηρία δεν πρόλαβε στη γέννησή του το συμβάν, έχουν γι’ αυτό την ευθύνη, όπως και οι εφιάλτες της, ένας έως ενάμιση, από τους πολίτες της, με απόφασή του έταξε προθεσμία πέντε ημερών στους λαθρο-κατασκευαστές να ξηλώσουν την κεραία και να πάρουν πίσω τουλάχιστον σώα τα υλικά της. Από κει κι ύστερα γαία και κεραία μιχθήτω. Η λύση θα δοθεί εκ των ενόντων

Ιντερμέδιο

Μετά από καιρό ξανανέβηκα στον Αη-Λια της πόλεως. Πήρα τα οικεία, αρχαία μονοπάτια ανόδου και καθόδου, που λες και με γνώριζαν. Αλλά εγώ απλά τα νοσταλγούσα. Σχεδόν χάθηκαν από την αβαδισία· χορτάριασαν και μόλις διακρίνονται. Οι πέτρες στο γκρίζο της αιωνιότητας. Το δυτικό κάθισμα, το τριδέντρι του Χρ. Μπσσ., τα αδημονούντα πολυβολεία του εμφυλίου. Την Κυριακή στην εκκλησία είχαν λειτουργία -άλλο θραύσμα τοπικής ιστορίας- οι απόγονοι πολεμιστών της Μικρασίας. Αυτοί έχουν οιονεί προστάτιδα μια παλιά εικόνα (δεν μπόρεσα να δω χρονολογία), ωραία συντηρημένη από τη λίγδα του χρόνου, καθαρή. Είναι μια σύνθεση με κεντρικό θέμα την «Πυροφόρο ανάβαση του προφήτου Ηλία» στο κέντρο, λίγο πιο κάτω του ο προφήτης Ελισσαίος που έλαβε τη μηλωτή του Ηλιού και στις τέσσερις άκρες άνω και κάτω, αγίους ολόσωμους με τα ονόματα των αφιερωτών τους, πολεμιστών της Μικρασίας. Διαβάζω: Αγιος ΣπυρΙδων ((Σπυρ. Χαρ. Σιδέρης), άγιος Ευθύμιος (Ευθ. Γ. Παφίλης), άγιος Νικόλαος (Νικ. Βογδ. Γκούρινας), άγιος Σπυρίδων εκ νέου (Σπύρος Γ. Μαμάτσιος). Σκέφτομαι με τι πολεμούσαν εκείνοι οι τοπικοί πρόγονοι και με τι κατατρίβονται οι σημερινοί απόγονοι συνολικά...
Το παρεκκλήσι των Μυροφόρων υπέρλαμπρο, μετά τη γενναία δωρεά του ευγενέστατου κυρίου Δημητρίου Δρίζη, δικηγόρου, το οποίο εικονογράφησαν, μαζί με άλλους δωρητές, εξ ολοκλήρου.
Εν τω μεταξύ ο λόφος των 1020 μ., όπως κι ο έναντί του Αη-Σαράντης είναι γεμάτος κεραίες που κοιτούν παντού, ακτινοβολούν τους πάντες, κρυφακούν ή εκπέμπουν πολλά και διάφορα. Ας είναι; Κηρύξαμε τον πόλεμο εναντίον τους, αλλά μην τον πάρουμε και στα σοβαρά.

...Ιδού και η Ρόδος της κεραιο-κατεδάφισης

Ούτως εχόντων των πραγμάτων καλείτε ο κ. Δήμαρχος Κοζάνης να λάβει θέση ενεργού πολιτικού κι όχι παρατηρητού ειρηνευτικής αποστολής· να ενεργήσει για να λυτρώσει το Τοπικό Συμβούλιο και τους κατοίκους της Λευκοπηγής από την κεραία που τους βρήκε. Εχει με το παραπάνω, μέχρι και παραπανίσιο, το πολιτικό και ηθικό κύρος, για να υπερασπίσει την υγεία των χωρικών πολιτών (που δεν τους αντιλαμβάνεται ως ψηφο-υπηκόους μόνον) κι όχι φυσικά με τους νόμους και τις διαδικασίες που θεσπίζουν οι κεραίες της διαφθοράς και της ρεμούλας.
Σε δήλη ημέρα να συγκαλέσει έκτακτο Δημοτικό Συμβούλιο στη Λευκοπηγή, διαρκείας 20 λεπτών, στο οποίο θα μιλήσει μόνον αυτός ως τοπικός πρωθυπουργός, και με μόνο θέμα στην Η.Δ. την κατεδάφιση της κεραίας και να καλέσει στο κατεδαφιστικό αγώνισμα τους πάντες (θα τον ακολουθήσουν όλοι κι όχι μόνον από το χωριό). Επίσης τα τηλεοπτικά κανάλια σοβαρά ή ανόητα, τις εφημερίδες, την κανονική, όχι τη δική του, αστυνομία, γιατί αυτή είναι στην υπηρεσία του πολίτη ως γνωστόν κι όχι σε δούλεψη στις ιδιωτικές Ασφάλειες, την ΑΕΠΙ ή για να κυνηγούν οι δύστηνοι αστυνομικοί σαν τρελοί στον πεζόδρομο τους μαύρους συνανθρώπους μας με τα σιντί της επιβίωσής τους. Ας καλέσει, αν θέλει, και τον αη Δέσποτα για να λάβει η επιχείρηση «κεραίας πτώσεως» τη μορφή λιτανείας «υπέρ βροχοπτώσεως» με τα άπειρα Κυρ’ ελέησον. Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται μ’ αυτά, που ναι μεν τα βαριέται ο θεός από τους παπάδες κ.λπ. αλλά στο λαό τείνει ευήκοον ους. Να απαλλάξει τους συνεργάτες του στη διοίκηση του ευρύτερου δήμου, αυτούς του τοπικού συμβουλίου Λευκοπηγής, από την αμηχανία, το άγχος και τον όποιο δικαιολογημένο φόβο τους, μπροστά στη βαρβαρότητα και τη μαύρη αποτελεσματικότητα των πολυεθνικών. Αυτός είναι πολύπειρος, πολυμήχανος, ατρόμητος και άτρωτος. Να δείξει πως είναι και λαϊκός, δημοτικός ηγέτης, (προς το παρόν), κι όχι πολυχρόνιον κατασκεύασμα των κομματικών μηχανισμών, μαέστρος των πολιτικών συσχετισμών και άλλων δυσωδών πραγμάτων, όπως τον μνημονεύουν οι εχθροί του.
Μέρα δε μεσημέρι και σε δημόσια πανηγυρική τελετή, να γκρεμίσουν την αυθαιρεσία.
Για ένα και μόνο λόγο.
Να δείξουν και να φανεί παντού, πως δεν μπορεί ο πάσα ένας να βιάζει τη δημόσια γη, να βλάπτει τον τόπο, να σπέρνει αρρώστιες για να θερίζει ευρώ, να μολύνει το περιβάλλον, να προσβάλλει τους πολίτες με τέτοια αναίδεια, λογαριάζοντάς τους το ίδιο με τα γίδια και τα πρόβατα. Ακόμα να διαδηλώσουν υrbi et orbi πως: αξιότιμοι συμπολίται καταπατηταί πάσης μορφής και πάσης κοζανίτικης γης, ό,τι πήρατε πήρατε, κυρίως στους γύρωθεν της πόλεως λόφους (μέχρι και τον Αρίνταγα θα οικοπεδοποιήσουν επικαλούμενοι τα Χρυσόβουλα που φέραν οι πρόγονοί τους που ήρθαν από το Μπυθικούκιον και την Κόσδιανη της Β. Ηπείρου κάποτε). Από τούδε και στο εξής τελειώνουν τα ψέματα. Το αφύλακτο, δημοτικό αμπέλι αποκτά δραγάτη άγριο...Τρέμετε το λοιπόν.
Του δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δείξει πολιτική παλικαριά και να προστατεύσει τους πολίτες (που θα τους έχει όλους δίπλα του, ακόμα και πιο μπροστά του), από τους εισβολείς. Οτι δεν είναι μόνον για τα βλαχοδημαρχιακά χτυπήματα στις πλάτες των ψηφοφόρων πολιτών, χειραψίες, χαμόγελα -σαιξπηρικά λεπίδια- χορούς στις γιορτές της «αγάπης» και σ’ άλλες τέτοιες λαογραφικές τρίχες, στις οποίες ενδιατρίβουν όλοι τους με ιδιαίτερη επιμέλεια και προκαλούν αβάσταγη ναυτία στους χωρικούς. Να σύρει και μια φόρα το χορό της σύγκρουσης κι όχι μόνον των φανών και των πανηγυριών.


Υ.Γ. Επειδή ήδη σε νιάημερο βρισκόμαστε, να λείπουν οι τυχόν υποδείξεις με τους χαλβάδες της «νομιμότητας», πως τώρα που μας τη φόρεσαν να ...δούμε τι λέει ο νόμος ...πτώσεως των κεραιών!