Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
«Ανένδοτοι Ηλιοι»
εκδ. Καστανιώτη


ΚΩΜΟΣ

Ας ανοίξουμε το παράθυρο
Οι μνήμες της θάλασσας περιφέρονται με τον άνεμο
Τρίζουν τα πλεούμενα.
Προσαράζουν στη στεριά, γέρνουν στο πλάι
κι αποκοιμιούνται.
Ας ανοίξουμε το παράθυρο.
Ρινίσματα στο πρόσωπο του καραβιού
δεισιδαίμονες ήχοι,
δεν είναι τ’ αγκομαχητά των σκαριών,
δεν είναι το σ’ αγαπώ του νερού στα βότσαλα,
δεν είναι ο κόμπος στο λαιμό του φεγγαριού.
Ας ανοίξουμε το παράθυρο.
Οι μνήμες της θάλασσας περιφέρονται με τον άνεμο.
Σκιρτά το δελφίνι, τανύζεται, στρέφει το κορμάκι του κρώζουν οι φώκιες,
κρώζει κι ο γλάρος παραστάτης·
το στήθος του πόντου πονά
σα μπουμπούκι κομποδεμένο πριν σκάσει,
τρέμουν τ’ άνθη στο βυθό, λικνίζονται,
ξεπλέκουν τα μαλλιά τους, χουρχουρίζουν στην άμμο.
Ας ανοίξουμε το παράθυρο.
Οι μνήμες της θάλασσας περιφέρονται με τον άνεμο.
Περιφέρονται σαν ωραίες γυναίκες που χήρεψαν
και κάτω απ’ τα μαύρα ρούχα τους βουίζει η ζωή.
Βρυχάται. Σα τίγρης.

Ο μαϊστρος λαγγεύει
Ο φλόκος θροϊζει άγνωστες λέξεις
Ορτσα το πανάκι συλλέγει ψιθύρους
Ποια αρμύρα μαραίνει το αμάραντο της αγάπης.

Ας ανοίξουμε το παράθυρο.
Οι μνήμες της θάλασσας περιφέρονται
με τη μνήμη σου.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ημουν λυπημένος σαν τα μάτια του σκύλου ή
καμιά φορά ξυπνάς τόσο άδειος
που σε καταλαμβάνουν μαύρες σκέψεις
όπως ν’ ανακαλύψεις το εμβόλιο της μοναξιάς
κοιτώντας αφηρημένα στην προκυμαία,
ή χαζεύοντας σε μια αποβάθρα
περιμένεις μια απάντηση
αν θα σε δεχθούν στον Παράδεισο ή τι να βλέπουν τα ψάρια
-έστω μια ιστορία με συναρπαστικές εκκρεμότητες-
Αφηνα λοιπόν τον χαρταετό μου στο εικονοστάσι
για να πάψει να ‘ναι τόσο σκυθρωπό ή
για να ‘χουν οι άγιοι μιαν οδό προς τον ουρανό και
την Καθαρή τους Δευτέρα.
Θυμάμαι, μικρός, ρωτούσαμε πότε θα γυρίσουν τα χελιδόνια
τόσο αγαπούσαμε την άνοιξη,
μάλλον περιμέναμε απίθανες διηγήσεις.
Δίναμε στα χελιδόνια ονόματα,
φυλάγαμε σκιές στις φωλιές τους
κι αυτά μας χαιρετούσαν
καθισμένα στα σύρμα ου ηλεκτρικού
σα νότες στο πεντάγραμμο
μιας μουσικής που μόνο τα παιδιά μπορούν
να διαβάσουν.




ΕΞΟΔΟΣ

Μυριάδες ετοιμοθάνατα διότι
για ένα
εφτάψυχο
γιατί

ΤΟΠΙΟ ΤΕΛΟΥΣ

Κι όπως έλεγε η μικρούλα Νεφέλη
στο γιαλό της Ανάφης
-δαίμων αποκαλυπτικός της αειπαρθένου ενοράσεως
ότι εκεί μόνον Μεγάλη Ιέρεια η θλίψη
οργιάζει χρησμοδοτώντας-
“οι βάρκες αποχαιρετούν το πλοίο.
η νύχτα έπεσε”
«Η παρέα του Τσιτσάνη» και η παρέα με τον ποιητή
Ντ. Χριστιανόπουλο στην Κοζάνη

Του Β. Π. Καραγιάννη

Πρωί του Σαββάτου της 18ης Αυγούστου, μνήμη μιας ποικιλίας οσίων και μαρτύρων όπως: Φλώρου, Λαύρου, Ερμού, Λέοντος, Δημητρίου, Αρσενίου, και μόλις που είχαν προκηρυχτεί οι εκλογές του «νωπού», εθνικού, πολιτικού λόγου, δηλονότι της καταρτίσεως του εθνικού προϋπολογισμού· κι ήταν τόσο σοβαρός που ο ακόμα πιο σοβαρός πρόεδρος της κανονικής μας νεο-Δημοκρατίας δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί σ’ αυτήν την αδήριτη πολιτική καθημερινότητα! Ετσι πήγαμε σε βιαστικές εκλογές κι ήρθαμε ήδη απ’ αυτές και στα ίσια μας, με νέα κυβέρνηση επί τω αυτώ αλλά συρρικνομένω, με δια-τρανταγμένη τη μεγάλη αντιπολίτευση· την δε αμέσως επόμενη με την αναπεπταμένη σε δύο ανισοϋψή ιστία, αριστερή διάθεση τρόπου και λόγου, και με άδηλο το αύριο, αν θα είναι όσο το θέρος που πέρασε καυτό.
Ομως τούτη τη φορά κάπως:

«Τα πρόβατα απήργησαν
ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής». (Ντ. Χριστιανόπουλος)

Μεσημέρι της αυτής ημέρας. Τους βρήκα όλους, τα μέλη δηλαδή της ολιγομελούς «Παρέας του Τσιτσάνη» να μη βολεύονται εξωτερικά με τη γνωστή ανθρώπινη πανίδα του χώρου· φαίνονταν από μακριά ότι είναι από αλλού· έχουν στα πρόσωπα και στα σώματα εκείνη την αίσθηση που δεν ισορροπεί με το συνηθισμένο περιβάλλον. Περίμεναν μπροστά στην εμπορική τράπεζα, έναρξη του πεζόδρομου επί της κεντρικής οδού Ειρήνης, που τη λέμε κι εμείς αυτά τα χρόνια, μετά από τις τόσες ονοματοθεσίες της.

«στην οδό Ειρήνης
ήταν μπαγιάτικο το ραβανί

«εδώ μονάχα τ’ αγγουράκια είναι φρέσκα»
είπε ο Τέρης-άλλωστε
γι αυτό τριγυρνούσαμε εκεί».
(Ντ.Χρστν.)

Παρατηρούσαν ουδέτερα μια πόλη η οποία στην αυγουστιάτικη ημιαργία της, ετοιμάζονταν να υποστεί την έλξη των «μερομηνιών» –με το παλιό, δηλαδή τον φυσιολογικό καιρό, ήταν ημέρα Ιανουάριος- επομένως η καιρική πρόληψη για την ενιαύσια πρόβλεψη, το έδειχνε πως ο καιρός το βράδυ θα χαλάσει, αλλά η ακηδία μας, φυσικά, να μη το παίρνει υπόψιν.
Τα παρακείμενα της πλατείας καφενεία στη σκιά όλων των τρόπων είτε στη φυσική εκδοχή από τις φλαμουριές του «ΒΟ» είτε από τις τέντες του ανακαινισθέντος ξενοδοχείου «Ερμιόνιον» (τα τραπεζάκια τους σαν την έρημο εισχωρούν και καταλαμβάνουν τον ελεύθερο χώρο της πλατείας), συμμαζεύουν όλη την άρχουσα, μόνιμη αργοσχολία της πόλης, αλλά και την ημερήσια, πεινασμένη για έξοδο, ύπαρξη και συναλλαγή λόγω και έργω, μερίδα και μαρίδα της. Πίνουν καφέδες κι αναψυκτικά επί το πλείστον. Η πόλη αυτή που έχει παλιό όνομα, έχει εμφανώς βελτιώσει το πρόσωπό της, με τις νεοφανείς κτιριακές ανακαινίσεις, αλλά και τις βελτιώσεις στους δρόμους και τα πεζοδρόμιά της. Κυρίως όμως με τις επί αυτών, καθημερινές ανθρώπινες συνυπάρξεις, που καθώς αναζητά ο ένας τον άλλο, διατελούν σε μια αγαπητική, φιλική ή ερωτική, ένδον αμηχανία, ενώπιος ενώπιο μέσα στο πλήθος, ή χάνονται στις αναπολήσεις· και τότε το σκηνικό εμφανώς ερωτικο-ωραιοποιείται. Ακόμα κι η μοναξιά του ενός και οι αδιέξοδες αναζητήσεις του στα άδεια κελύφη του νου, έχει μια δόση αξιοπρεπούς μελαγχολίας.

«Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»
(Ντ. Χριστιανόπουλου, «Οταν σε περιμένω»)

Ετσι «Η παρέα του Τσιτσάνη», πλην των άλλων, έφερε και την παράπλευρη ωφέλεια την ολιγόωρη παρέα με τον ποιητή τώρα κι άνθρωπο πάντα, Ντ. Χριστιανόπουλο. Η ακατάσχετη μη σιωπή του, που τη διακρίνει η ευθύβολη, αδέσμευτη κι αφανάτιστη (κι ας ακούγεται περίεργο) κρίση του, και την χαρακτηρίζει αδιάσπαστη κι αλάνθαστη ενότητα λόγου και σκέψης, αφήνει στη μικρή ή μεγάλη ομήγυρή του, διαθέσεις του επωφελώς ξοδεμένου χρόνου και δημιουργεί αγαπητικά συναισθήματα.
Η πρώτη εγκόσμια παρέα από άλλες διαφορετικές φωνές, αφετηρίες κι ενδιαφέροντα τον περιβάλλει και προσπαθούν με τις σκέψεις του και τις παρατηρήσεις του να κατανοήσουν τη φύση της λαϊκής μουσικής, του στίχου, των ποιητών εν γένει, αποσπασματικά ή σε πρόχειρες διατυπώσεις. Ολοι ακούν και μαθαίνουν. Κανοναρχεί σ’ αυτό τον τρόπο της παρέας, που τόσο καλά κατέχει χωρίς και καλά να το επιδιώκει, από τη φύση του έρχεται το πράγμα μόνο του, κι αυτός το διεξέρχεται χωρίς τσιριμόνιες κι επιδείξεις.
Προς το απόγευμα ο καιρός αγριεύει. Εκτακτο μπουρίνι, αλλά δύστοκο ως προς τη βροχή, που τη ζητάει η γης κι οι άνθρωποί της. Ας βρέξει επιτέλους κι ας καταστρέψει ότι μπορεί! Η πόλη που τριγυρνάμε εποχούμενοι, παίρνει κάτι από την καιρική αγριάδα που το φέρνει προς μια γλυκιά ημερότητα. Μήπως είναι κι η παρέα που σ’ υποβάλλει; Η εκδήλωση είχε προγραμματιστεί να γίνει σε χώρο εξωτερικό. Ομως η συνεχιζόμενη αταξία νεφών κι αέρα το κάνει ήδη απαγορευτικό. Να περιμένουμε ακόμα λίγο. Γυρίζουμε στης Κοζάνης τα όποια αξιοπερίεργα κι αξιοπρόσεχτα σοκάκια. Θέλω να του δείξω πως κάτι επιτέλους έχουμε σ’ αυτήν, που αξίζει να θυμάται ο περαστικός. Νέον δημοτικόν κήπον μετ’ ανθέων, καλοκαιρινόν θέατρον! Τι άλλο; Μια αθυμία, όμως, με συνοδεύει σ’ αυτή την κάπως λυμφατική περιήγηση. Είναι δεινός γνώστης του πνευματικού παρελθόντος της και διατυπώνει τις σκέψεις του γι’ αυτό αλλά και για το σήμερά της, που το διακρίνει σε πτώση, μη πω εγώ, άλλο που δεν θέλω, κατάπτωση. Αυτός μου πρωτομίλησε για την προτομή του Παύλου Μελά, που ήταν στημένη στη αρχή της ομώνυμης οδού, στο κέντρο της πόλεως και στη σκιά ωραίου πλάτανου. Αποτελεί μια μοναδική, γλυπτική οντότητα εξαιρετικού κάλλους. Εργο προπολεμικό του γλύπτη Δημητριάδη, τώρα ήρθε το πήρε και το σήκωσε από εκεί η ανακαίνιση των δρόμων, των πεζόδρόμων και των πλατειών· να το ξεγράψει από τα καθημερινά και πολλά μάτια των πολιτών· να το ευνουχίσει ως αίσθηση και ως ιστορία. Τον θλίβει -εμάς περισσότερο- η ακαλαισθησία, το ανιστόρητο, το επιπόλαιο, το ασυνάρτητο και πολιτιστικά άδειο, βλέμμα των δημοτικά επικρατούντων. ‘Οτι γενικώς και παντού άλλωστε:

...Κατατρέχουν τη γραφικότητα
τη διώχνουν διαρκώς στην πάνω πόλη
εκπνέει σαν προδομένη επανάσταση,
σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε στις καρτ-ποστάλ,
ούτε στη μνήμη και την ψυχή των παιδιών μας.
(Ντ. Χρστ. «Κατατρέχουν τη γραφικότητα»).

Το εσπέρας ο καιρός συνεχίζει στην άγρια αποστροφή του. Βάζουμε τα χινωποριάτικα. Ομως, υποχρέωσε το κοινό να μετακομίσει από τον αναψυκτήριο τόπο του αγίου Δημητρίου στην παρακείμενη αίθουσα Τέχνης. Μια ίσως σημειολογική επέμβαση της φύσης επί των λογίων και καλλιτεχνικών ζητημάτων. Είχε εμβόλιμα προγραμματιστεί στα τοπικά εν άστει κι εν υπαίθρω χώρα, κοζανίτικα Λασσάνεια η εμφάνιση της «Παρέας του Τσιτσάνη», δηλονότι ενός μουσικού σχήματος από τη Θεσσαλονίκη, το οποίο αποτελείται από τους: Νίκο Στρουθόπουλο μπουζούκι-τραγούδι, Νίκο Ζυγούρα, κιθάρα- τραγούδι, Δώρα Στρουθοπούλου, εξαίσιο τραγούδι, στο οποίο συμμετέχει ο κ. Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος εισηγείται και προσφωνεί κάθε τραγούδι αλλά και συνοδεύει, δεύτερη φωνή, η καλύτερη δευτεράντζα, κατά τους μουσικούς.
Η συνολική ποιητική δημιουργία του Ντ. Χρ. είναι σε μια μικρόσχημη αλλά πολυσέλιδη, τούβλο την ονομάζει, συλλογή 422 σελίδων. Δεν περιλαμβάνει μόνο τα ποιήματα με τα οποία διατύπωσε τον ξεχωριστό, ποιητικό του κόσμο, μοναδικό και μοναχικό στα ελληνικά γράμματα, με τη λιτότητα της έκφρασης αλλά και με το γυμνό σαν λεπίδι φορές κι απέριττο, θέλω και είναι του. Εχει σ’ αυτό και μια σειρά τραγούδια που έγραψε και σε μιας μορφής ρεμπέτικης απόδοσης, ο ίδιος τραγούδησε.

Σάββατο βράδυ

Σάββατο βράδυ μόνος μου
στους δρόμους τριγυρνάω.
Χωρίς εκείνον π’ αγαπώ,
δεν ξέρω που να πάω.

Πολλούς τους δέρνει η μοναξιά
μα μένα μ’ έχει κάψει
και μες στα φυλλοκάρδια μου
καημός έχει ανάψει.

Τα νιάτα μου κατρακυλάν
χωρίς φιλί και χάδι,
και ο μεγάλος μου έρωτας
εγίνηκεν ρημάδι.

Η νύχτα και η μοναξιά
στα σκοτεινά με σέρνουν,
μου τάζουν χίλια-δυο κορμιά
και στο γκρεμό με φέρνουν.

«Η παρέα» αποδίδει μόνον τραγούδια του Β. Τσιτσάνη· με ένα λόγο είναι μια «ταγμένη» λες μουσική άποψη, που θέλει να δίνει σ’ όσους την ακούν τη λαϊκή έκφραση αυτού του μεγάλου δημιουργού σε μια μη ενοχλητική, μουσική μονοκαλλιέργεια. Σχήμα μουσικού λόγου θαυμαστό για τις τσιτσάνειες γνώσεις αλλά και τις αφιλοκερδείς και ανιδιοτελείς τους πεποιθήσεις, καθότι, όπου εμφανίζονται δεν παίρνουν ούτε ευρω-λεπτό. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους που διανέμουν το θερινό πολιτισμό και ρημάζουν τα δημαρχιακά, κοινοτικά και ιδίως τα νομαρχιακά ταμεία, τα οποία φαίνεται πως αυτούς τους καιρούς είναι τα πλέον εύρωστα. Βρίσκουν θύματα και τα κάνουν. Αυτό είναι το πρόβλημα στο οποίο ίσως θα μπορούσε, επειδή δεν υπάρχει κι άλλος τρόπος με πολιτικές λύσεις και σκέψεις να προλάβουν την κραιπάλη, να επεμβαίνει η δικαιοσύνη σ’ αυτό το ακένωτο πηγάδι διαρπαγής του δημοσίου χρήματος. Αλλά αυτά είναι άγνωστα γράμματα για δικαιοσύνες και εισαγγελείς, οι οποίοι ομολογουμένως έχουν πολύ περισσότερα να διαπράξουν και πρώτα απ’ όλα να διαρπάξουν παχυλές αυξήσεις.
Εικοσιπέντε τραγούδια είπαν ενώπιον του εκλεκτού, άρα ευάριθμου, κοινού κι η βραδιά, η οποία όταν προγραμματίστηκε είχε χαρακτήρα ψυχαγωγικό, του καιρού επεμβαίνοντος μετεξελίχτηκε σε βραδιά μουσικού πολιτισμού. Κι ευτυχώς. Οι εκτελεστές ήταν εξαίσιοι κι όπως πάντα δεν δέχτηκαν παραγγελιές και γνησίως ρεμπέτικα μ’ απάντησαν, όταν τους ζήτησα μία, πως «ό,τι έχει ο σάκος»· και δεν είχε δυστυχώς το τραγούδι «Κάνε λιγάκι υπομονή», του οποίου για ημιεκτόνωση και μιας κι έχει και μια ισχύ τον καιρό αυτό, την πρώτη στροφή παραθέτω.

«Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει
κοντά σου να ‘ρθει μια χαραυγή
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει
κάνε λιγάκι υπομονή».

Κάνουμε, κάνουμε! Τι άλλο να κάνουμε;
ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Α. Οι γκλίτσες του κυρίου Νίκου Κούρτη

Του Β.Π.Καραγιάννη


Tη γκλίτσα που λαχτάριζες…Αλλοι τις λέγαν βακτηρίες (επιμήκες κυλινδρικόν στέλεχος ξύλου), άλλοι μπαστούνια, (γερόντων) αλλά κι αυτά που τα βρίσκουμε στη ζωή μπροστά μας, σκήπτρον (χωλών με υπομασχάλιον έρεισμα) άρα δεκανίκι, πατερίτσα που παραλίγο θα έφερνα αν ήταν επιτυχής η απόπειρα διαστρέμματος αριστερού του ποδιού μου, άλλοι τις είπανε ραβδιά: ράβδος του Ααρών, του Μωυσή, και ράβδος καλογερική (ως και το τεμπελόξυλο της αγιονορείτικης αδιαλείπτου βάδισης, προσευχής, νήψεως και νηφάλιας μέθης), δεσποτική σε δύο εκδοχές, γιορταστική, μεταλλική και καθημερινή ξύλινη κι εύλαλα κυλιόμενη στα πλακάκια των ναών, στραταρχική κοντή, χοντρή αλλά μ’ ευθύνες σε καιρούς ήττας, ειρήνης, παρελάσεων -ποτέ μάχης- ράβδος μαέστρου εκλεπτισμένη, ρυθμική αυτή που δεν κρατούσε ο εν Πάτμω Αρβανίτης αρχι-χορωδός του συλλόγου ιεροψαλτών «Ιάκωβος Ναυπλιώτης», μαγική ράβδος ταχυδακτυλουργού στον νιάημερο, η ράβδος του ραβδοσκόπου που όλο εύρισκε νερό και δεν αντλούνταν, «ράβδος δε εν γωνία, άρα βρέχει». Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά, εμείς τη γκλίτσα την ποιμενική και καθημερινή εν ύμνοις τώρα τιμώντες μεγαλύνωμεν, ξυλογλύπτοντας συν-εκθέτουμε σε όλες τις παραλλαγές σχήματα, τρόπους, ξύλο υλικό ψυχής τελικά, που εκλεπτύνεται με το λείασμα εκ του χρόνου κυρίως στην κεφαλή της φέρει σχήματα εκ του εμβίου κόσμου ου μην αλλά και ψυχικές καταστάσεις ευγλωττεί κι οι περισσότερες να φέρνουν ρήσεις προσρήσεις, προτροπές, περικοπές του ψαλμωδού «ότι με υποβάσταξεν αυτήν κι η προσευχή εν ώρες θλίψεων», «νεφίδιον αι θλίψεις και παρέρχονται», κ.λπ. ενώ στο χωριό ο Μηνάς τσοπάνος μια ζωή, έφτιαχνε αριστουργήματα κουτάλια, πιάτα μέχρι και δόντι πρόσθιο έκανε για άμεση χρήση, αλλά οι γκλίτσες του με περίτεχνες κορυφές και κορυφώσεις κάτι σαν φίδια που τα ‘πιανε με τα χέρια και το ξύλο με το οποίο διοικούσε τα πρόβατα λαό του στην προβατική στάνη του Μπαράκου, και καθοδηγούσε τα σκυλιά ήταν από κρανιά και τι οδυνηρά που έπεφταν στις ράχες των αλόγων όντων. Αργοτερότερον μπήκαν στον τόρνο κατά τουριστικές χιλιάδες που δεν μπορώ ούτε να δω, ούτε ν’ αγγίξω, μακρύ χέρι μιας θλιβερής εφ’ όλης της ύλης τυποποίησης και συμμόρφωσης εν βίω και εν γκλίτσα, η οποία όμως όταν χειροποιηθεί ποίημα είναι, έργον μυστικό εκ θεϊκού τάλαντου (σιγά τον πολυέλαιο, τέλος πάντων) δόθηκε σ’ ετούτον εδώ τον μυστήριο χριστιανό, που δεν άφησε εσπερινό απαρακολούθητο, δασικό κι ορεινό μονοπάτι αβάδιστο, ανηφόρα της ζωής απερπάτητη, δεν τις κατασκευάζει το λοιπόν αλλά διασκευάζει επί του ξύλου της φύσεως τα καμώματα, δίνει σχήματα, γράμματα, πρόσωπα, ναι πρόσωπα, σε μια αφαιρετική έμφαση και με μια υπερρεαλιστική κίνηση, φορές, και με μια επιτυχημένη ταύτιση με του πραγματικού μας κόσμου τα ορόμενα και συνεχώς ο κυρ’ Νίκος κι εν τέλει Κούρτης απ’ τ’ Αγραφα της Θεσσαλίας ορμώμενος και στην Ν. Χαλκιά 3 γκλιτσογλυπτών, χρόνια πολλά στης πόλεως και στους τρόπους της, εκ της διαρκούς ακουρασίας πάσχων περιπατητής, στο πηγαινέλα του με τον τόπο της γήινης αφετηρίας του να φέρει από κει σακιά ριγάνεως που σπέρνει στις ορεινές λακιές το χέρι εύγευστου Θεού, και δεκάδες ξύλα κρανιάς, φτελιάς, αχλαδιάς, ένα αράδιασμα θαρρείς απ’ το «Αξιον Εστί» του Ελύτη, αλλά και εκ των καιομένων Πιερίων, προς θλίψιν του ανεκλάλητη, ότι των δέντρων του δάσους και της επιστήμης των τεχνικός θεράπων διετέλεσε, δεν ήταν όμως εξ αυτού μόνον ο πόνος αλλά από τις αμέτρητες ανεβοκατεβάσεις του στο Καταφύγι, που του ‘γινε η διαδρομή αυτή, δρόμος ζωής ανεμπόδιστος, ειρηνικός, στα πεζοδρόμια και την άσφαλτο είναι τα δύσκολα, ξύλα υγρά, ξύλα νωπά, ευλύγιστα ξύλα που θα υποστούν εν χλωροίς την πρώτη και την τελική μορφή από τον ανωτέρω πλάστη τους έτοιμα να παραδοθούν στην καθημερινή αιωνιότητα κατά δεμάτια, αλλά και κατά μόνας χάρισμα, μια δέσμη έχω τέτοιες που ανιούν στο κελί της εγκoσμιότητάς μου προς εντυπωσιασμόν όμως του κάθε προσκυνητού που κεχηναίος υφίσταται τους ραβδισμούς της ωραιότητας σε πλάτες σώματα, χέρια, μαλλιά και φυσικά αγκαλιές· εκατοντάδες γκλίτσες, βακτηρίες, βακτηρίδια ακόμα σε παραπέμπουν σε μια εκ νέου διανάγνωση του άλλου μας ένδον είναι που συνεχώς γλιστρά και διαφεύγει προς την καθημερινή ενατένιση και του φαγωμένου από τον πανικό ύπαρξης προσώπου μας «ότι η ράβδος Σου κι η βακτηρία Σου αυτές με παρεκάλεσαν» και ημάς μας συνεκίνησαν τοσαύτως, Αμήν.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΘΕΗ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΔΕΠΑΚ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΚΔΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΜΕΝΟΥ (!) ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΥ

******

Β. Ο ερωτικός λόγος του Κώστα Ντιό

Παραλήρημα ζωής η τζοϊκή αφήγηση της Μόλλυ α-τελείωτη κι α-κομμάτιστη ύστερο ξέσπασμα κορύφωση ζωής ερωτομανέστατης δηλαδή και τι σημαίνει ερωτικός λόγος κάτι σαν τον ευλαβέστατο σεφερικό Ρόδο της μοίρας γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις ή τον εκκωφαντικό του Κ. Ντιό ζωγράφου εφ’ όλης της εικαστικής ύλης της αισθησιακής μη απολειπόμενης απεναντίας ο,τι είναι της φύσεως κατάπλασμα γίνεται και πλάσμα της φαντασίας κι από κει κατευθείαν σύμπλεγμα χρωμάτων και σωμάτων, έτσι αόριστα χύμα ριγμένα σ’ ένα τελάρο ή σ’ ένα καναβάτσο ίμερου και κλινοπάλης διαρκούς με τα πρόσωπα της κάθε μέρας και νύχτας αδιευκρίνιστα σ’ ένα γεμάτο υποσύνολο επιθυμιών που αποτελούν την οριστική έκφραση του μοναδικού και μοναχικού λόγου ύπαρξης των όντων που εδώ πάνω υπάρχουν σώματα διαλυμένα από την ένταση και το ευλογημένο έργο πράξη που διακονούν τη μια και συνηθισμένη ουσία της ενότητας μιας αρχέγονα καθορισμένης και διασπασμένης ένα συν ένα κάποτε που κόπηκαν και χώρισαν και έκτοτε αλαλιασμένα ψάχνονται να συναντηθούν στο όπου και στο όπως κι εν ταυτώ και τότε να υπάρχουν σαν ένα ανεκλάλητο ξεφωνητό υπέρ της ζωής που ζούμε εδώ και τώρα κι όλα είναι πράξη δρόμος προς αυτήν και στην πράξη δηλονότι αποδεικνύεται ο λόγος η πρόθεση ο τρόπος της πολιτικής της κοινωνίας της τέχνης της ιατρικής του έρωτα δηλαδή της ζωής στις λεπτομέρειες γκρίζες αναγκαίες γλυκο-ωραίες κι όλες αυτές εδώ είναι καρφωμένες στο τοίχο σταυρωμένες η και σε χιαστεί ενότητες μη αναστηθείσες εισέτι συνυπάρξεις που δεν θα επιθυμούσαν άλλωστε και πολύ ν’ αναστηθούν ξεκάρφωτες σε όλους τους αρμούς και τα δεσίματα των καραβιών που ελεύθερα μας ταξιδεύουν στα τυφλά πανόλβιοι και μεθυσμένοι ανεβοκατεβαίνοντας τις σκάλες της ζωής γλιστρώντας στους πάτους της εικόνας στην ασφυξία της κορνίζας πατώματα καναπέδες καρέκλες αναποδογυρισμένες στο αέρα να πηδαλιοχούν στο πουθενά της πραγματικότητας και στο άπαν του ονείρου στο άδειο και το γεμάτο του χώρου σκέψης στο απέραντο της επιθυμίας που χύνεται κυματισμός ήχος κι ηχώ καμπάνας που διαλαλεί εσπερινούς εντελώς κόκκινους και όρθρους κάπως προς το ρόδινο κι όλο μαζί τα πρωινά του κόσμου τα μεσημέρια της αγάπης τα δειλινά του χωρισμού να φεύγουν και να έρχονται τραίνα που φύγαν κι αγάπες πήραν κ.λπ. και τα λεωφορεία να σταματούν στα διόδια του κόσμου κι αφού καταβάλουν τον αντίτιμο διέλευσης στον βαρκάρη κατεβάζουν τις φευγαλέες σκέψεις παραλαμβάνουν κάτι απ’ το θάνατο να τον μεταφέρουν στη μνήμη κι άλλοτε πάλι να διαχυθούν στη εθνική που σχίζει την πεδιάδα θάλασσα που δέχεται τους Αξιούς και τους άξιους κι ορμούν σε επισκέψεις στα δωμάτια της ανωκάτω πόλης και μέσης αωματο-χώρας κι ο έρωτας είναι αυτό που φεύγει με το πρωινό δρομολόγιο κι αγάπη ό,τι έρχεται με το βραδινό και πως να ‘ρθείς να γυμνωθείς μπροστά στα μάτια μας τόσο ευπροσήγορη θελκτική τόσον αγαπημένη σα τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα εδώ θα παρακολουθούν τις θάλασσες των στεναγμών το κόκκινο της αδημονίας ετοιμοπαράδοτο για κάθε χρήση, το μαύρο του μοναστηριού με το φιλί που λείπει το πράσινο που χύθηκε μισό ημισφαίριο στην περιπεπλεγμένη ιδιαιτερότητα που της πέφτουνε τα φτερά σαν ροδοπέταλα καθώς ξεφτίζει ο πόθος για ν’ αφεθεί γυμνός και τετραχιλισμένος στον Κριτή των πάντων κι ορατών ελπίζω τα μαύρα ρινίσματα της ακουστής διερμηνείας των ονείρων, οι υπογάλανες εκκλήσεις κι όλα αυτά είκοσι στον αριθμό ανταύγειες του έρωτα της πράξης και του ονείρου χωρίς ίχνος στεναγμού μόνο στοναχές να εκπέμπουν κατευόδια σε πουλιά που αναχωρούν για άλλους καιρούς και μας αφήνουν σε μια ευθεία θέση νοσταλγίας ατέλειωτης να περιμένουμε την επιστροφή του καιρού που δεν θα ‘ρθεί ξανά κι ό,τι μας προέκυψε ήταν καλό ό,τι μας έλαχε καλώς μας κληρώθηκε κι ό,τι μας μέλλεται αν είναι να ‘ρθεί θε ‘ρθεί αλλιώς παρακαλώ ας προσπεράσει και δε μιλώ τώρα για το φευγάτο αίσθημα της πλησμονής του άλλου με όλη την αρματωσιά της διαμάχης αλλά για τον χωρισμό μιλώ τον εντέλη που είναι ακριβώς τ’ αντίθετο απ’ αυτό που διαπράττει ενώπιον μας ο κύριος των ήχων του χρώματος Κώστας Ντιός κι είναι αυτά όλα αντίδοτα ζωής και ελιξίρια πάθους ατελεύτητου που δεν μας χορταίνουν κι όλο να θέλουμε συνεχώς να καταπίνουμε ό,τι μας προτείνει να τρώμε μόνιμα πεινασμένοι μιας αγάπης που δεν μας αρκεί αφού δεν μας φτάνει τελικά εις τον αιώνα των αιώνων αμήν και πότε δηλαδή και επειδής...
Β.Π.Κ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΕΘΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΝΤΙΟ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΤΑΡΙ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Στην Πάτμο με τον «Ιάκωβο Ναυπλιώτη» και τους νεοφανέντες αγίους ψάλτες Νικόλαο και Ραφαήλ,
έλειπε η Ειρήνη


Του Β. Π. Καραγιάννη


«Ομως γύρω απ’ τις πύλες της Ασίας θροϊζουν
καθώς απλώνονται εδώ κι εκεί
Επάνω στην αβέβαιη της θάλασσας πεδιάδα
Πλήθος από τις δίχως ίσκιωμα οδούς,
Κι ωστόσο ο ναύτης γνωρίζει τα νησιά.
Κι όταν άκουσα
Πως ένα απ’ τα κοντινά
Ηταν η Πάτμος,
Πολύ πόθησα
Εκεί να κατεβώ και
να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά...» ( «Πάτμος» FRIEDRICH HΟLDERLIN - Φ.Χ.)

Νύχτα της 28ης/8ου, πλέοντες σε μια παγερή, ασημένια θάλασσα, φτάσαμε στο νησί, και έτσι δεν είδαμε την είσοδο μας σ’ αυτό. Οταν μπαίνεις σε ένα άγνωστο τοπίο κι είναι ένα λιμάνι, (μια αγκαλιά ή ένα καταφύγιο), μετά από 12 ώρες ταξίδι- κάποτε άρχισε να κουνάει η θάλασσα του Αιγαίου κι έσφιξε κάπως η άμαθη συνήθεια μας- («Οταν απ’ της Ασίας τα βουνά κατέρχεται το άγιο σεληνόφως» Φ.Χ.), νιώθεις μια λύτρωση ξαναπατώντας στην ελαφράδα της στέρεας σχέσης με τη γη σου, με το σώμα και το χώμα σου. Ετσι, η πρώτη εντύπωση ήταν απροσδιόριστη. Ενας μικρός ωραίος κόλπος, Γροίκος (νιώθω εκεί στεριανός αγροίκος) μας κοιμήθηκε. Το πρωί, πριν την ανατολή του ηλίου, ένιωσα στο σβέρκο την πρώτη ακτίνα του, από την αντανάκλαση στον πίσω μου λόφο, είδαμε, είδα δηλαδή για να μη γενικεύω στις εντυπώσεις, αυτή τη γλυκιά ηρεμία κι ωραιότητα της νήσου, που την φανταζόμουν σαν κάτι που βυθίζεται κάτω από την ιστορία του, τη θρησκευτικότητα, το μυστήριο της «Αποκαλύψεως» και μη. Ευτυχώς τίποτε απ’ αυτά δεν μου συνέβη στη συνέχεια περπατώντας επί της γης της.
Η πρώτη βραδιά του διεθνούς φεστιβάλ θρησκευτικής μουσικής, που γίνεται εδώ και 7 χρόνια στην Πάτμο, μια σπουδαία, υψηλής, μουσικής αισθητικής εκδήλωση εκτός κέντρου, είναι αφιερωμένη στη βυζαντινή μουσική. Του φεστιβάλ («Η θεία Αποκάλυψη της Μουσικής») καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν και είναι ο εξαίρετος μουσικός κ. Αλκης Μπαλτάς. Τον άκουγα, πριν δυο τρία χρόνια, στο «Τρίτο Πρόγραμμα», να συνομιλεί με τον κ. Χρ. Παπαγεωργίου στην επίσης εξαίρετη εκπομπή του «Η κυρία με τη Στριχνίνη» μετέδιδαν δε και μουσικά στιγμιότυπα απ’ αυτό. Μου είχε μείνει ως απωθημένο αυτή η εκδήλωση και η επίσκεψη στην Πάτμο. Εγένετο. Είχα μαζί μου το βιβλίο «Ελεγείες, Υμνοι και άλλα ποιήματα» μεταξύ των οποίων και η «Πάτμος» του Φρ, Χαίλντερλιν σε μετάφραση της Στέλλας Γ. Νικολούδη, εκδ. Αγρα, όπως επίσης και το «Δεύτερο βιβλίο με τις Αντιστίξεις» του ποιητή και μουσικού Γ. Ευσταθιάδη, εκδ. Λέσχη του Δίσκου, με τα υπέροχα, μικρά κομμάτια για τη μουσική και τους μουσικούς. («Πάνε εκατό φθινόπωρα και τα χείλη μου ποτέ δεν ήταν πιο σιωπηλά»). Τις επόμενες μέρες στο φεστιβάλ, ακολουθεί επί το πλείστον η δυτική, θρησκευτική μουσική Εκεί βρέθηκε η Βυζαντινή χορωδία της πόλεως, αλλά όχι τόσο και της ...μητροπόλεως, Σερβίων και Κοζάνης, «Ιάκωβος Ναυπλιώτης», με 28 μέλη και μερικούς άλλους ως προστεθημένη ημι-αξία, όπως η ημετέρα αναξιότης, αλλά κι η φιλόλογος η επί το ποντιακότερο αδόκιμα τραβηγμένα, συνεπίθετη, κ. Χρυσάνθη. Διευθυντής στη χορωδία (χοράρχης) ο άρχοντας πρωτοψάλτης Σωτήριος Αρβανίτης· συναρχηγοί αποστολής εναλλασσόμενοι οι: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Νικόλαος Βαντσιώτης και Δημήτρης Δημητρίου από το Δ.Σ. του Συλλόγου. Πρώτος της χορωδιακής ομηγύρεως ο μεγαλοψάλτης Νικόλαος (Αμοιρίδης) και νεότερος ο μαθητής Ραφαήλ (Τζήκας). Μου θύμιζαν τους νεοαναφανέντες άγιοι της Λέσβου («Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχή» το διήγημα του Θανάση Βαλτινού το έφερναν συνεχώς στη σκέψη κι ας έλειπε της τριάδας αυτής, η Ειρήνη).
Οι άλλοι ψάλτες που αποτελούσαν το έκτακτο πλήρωμα της χορωδιακής, ευλογημένης νηός, που είναι χορωδιο-νηολογημένη «Στης Κοζάνης τα σοκάκια με τα (ανύπαρκτα) σπίτια τα ψηλά (και τα παλιά)» ήταν οι: Αρβανίτης Κων., Γκάτος Νικ., Καραγιαννίδης Ανδρ., Μαραμής Νικ., Κονταξής Στεφ., (άριστος και στον εγκόσμιο λυρικό λόγο· τον άκουγα γοητευμένος το βράδυ της επιστροφής μας στο λιμάνι της Πάτμου, να τραγουδά, μόνον γι’ αυτόν πηγαίνω στον Αη-Δημήτρη, χρόνια τώρα)· Κτενίδης Αν. (22 χρόνια γείτων στο δικηγορικό γραφείο αλλά δυό βραδιές ομόκλινος στην Πάτμο), Κυριαζόπουλος Κων., Λαμπαδάς, Γ. Ζαρκάδας Γ., Μεταξιώτης Ελευθ., Ματιάκης Εμ., Δάλλας Χρ., Σταμάτογλου Β., Ορτουλίδης Απ., Αθανασιάδης Αθ., Ισπόγλου Κων., Καρανάνος Αθ., Λιόγκας Ιων., Μαρκόπουλος Γ., Τζανίδης Στ., Τσέκος Αντ., Χασιώτης Δημ.
Για να νιώσεις αυτό το τοπίο της μυστικής έξαψης πρέπει, μόλις σε αδειάσει το μεγάλο καράβι, μέρα, να πάρεις με τα πόδια τον ανήφορο, άσφαλτος ελικοειδής, αλλά και την προς τα άνω της ψυχής σου πορεία. Το λιμάνι είναι ο πολύβουος κόσμος της καθημερινότητας, το πηγαινέλα κυρίως των σωμάτων επί των εγκόσμιων αναγκών· η συναλλαγή, η απόλαυση, αυτό που γνωρίζεις. Ισως κάπως πιο ήρεμο από τα άλλα νησιά. Φαίνεται πως ή είχαν κοπάσει οι τουριστικές αγέλες ή ότι η Πάτμος αποτρέπει εξ ορισμού τη θορυβώδη προσέλευση και επιβάλλει μια συστολή κι ένα σέβας στους ανέμελους ενοχλητικά, όπως οι πετεινοί της Ιερουσαλήμ, συμμετέχοντες στο πένθος της ημέρας δεν λαλούν τη Μ. Παρασκευή, κατά τον Εμ. Ροϊδην. Ανέρχεσαι και στη μέση του λόφου είναι η επικράτεια του ιερού Σπηλαίου, των σημείων κι αφηγηματικών τεράτων, του Ιωάννου Θεολόγου («Ποταμοί θεολογίας εκ του στόματός σου»). Ετσι η κορυφαία θέση της νήσου είναι στη μέση. Θα κατέβεις αρκετά σκαλιά και θα μπεις σε χώρο, μισή βραχοσπηλιά και μισή εκκλησιά, κάτι το διφυές με το αφύσικο θείον και το φυσικό εγκόσμιο! Η γεωλογική διάρθρωση και το θεολογικό υπέρλογο συμφύρονται και συνυπάρχουν με το σημερινό, συνήθως κακόγουστο, του εκκλησιαστικού, ναοδομικού όντος του Σπηλαίου. Ο μοναχός ή ιερέας, αδιευκρίνιστο, στην άπταιστη καλοκουρδισμένη γλώσσα των ξεναγών, αφηγείται διάφορα και εσύ όλα θα τα πιστέψεις, γιατί δεν έχεις και τίποτε καλύτερο να κάνεις. Εδώ κάθονταν ο Θεολόγος, εκεί έγερνε το κεφάλι του, απ’ εδώ πέρασε η φωνή του Θεού, έσχισε σε ρίγα το βράχο (και δώστου τα χέρια των πιστών να χαϊδεύουν τη θεϊκή αυλακιά...) η οποία κι εχωρίσθη τρίχα, διαδηλώνοντας έτσι επί βράχοις, το τριαδικόν ασύλλυπτον· εδώ έλαβε χώρα μία από τις ενσώματες εμφανίσεις του Κυρίου στη γη μετά την Ανάσταση κ.λπ.. Ο Απόστολος τότε, έκοβε βόλτες στο νησί διδάσκων κι έγραψε, αν την έγραψε, την «Αποκάλυψη», ευρισκόμενος σε μεγάλα συγγραφικά κι υπερρεαλιστικά κέφια και θεία οράματα. Ομως, δεν πέθανε εκεί αλλά «Μετέστη εν σώματι στους ουρανούς» κάπου κοντά στην ‘Εφεσο όπου διατηρούσε κι εκεί σπήλαιον κι έγραψε εκεί το Ευαγγέλιο. Τ’ ακούς όλα αυτά μ’ αυτί ευήκοον, λίγο περίφοβο και κάποτε ελαφρώς νυσταλέος, αλλά πότε και με αυτί κουφού που γράφει ο Σαίξπηρ. Η χορωδία των ψαλτών («η εμμελής αυτή θεολογία») απέδωσε, του Θεολόγου κυρίως, την παγκόσμια φήμη.
Η επιφάνεια του αγρού, οι ήχοι
Τον ακούν και μια ηχώ αγάπης
Αντιλαλεί τους θρήνους του ανδρός. Ετσι εφρόντισε
Κάποτε τον αγαπημένο του Θεού
Τον οραματιστή που στην ευτυχισμένη νιότη του
Βάδισε με
Τον υιό του Υψίστου, αχώριστος, γιατί
Ο κύριος της θυέλλης αγαπούσε την απλότητα
Του μαθητή και ο προσεκτικός άνδρας
Είδε με ακρίβεια την όψη του Θεού... (Φ.Χ.)
Η Χώρα της Πάτμου, είναι μια ήσυχη κορυφή, μόνο κοντά στο καστρο-μοναστήρι τις ώρες και μέρες λειτουργίας του, ανάλογα με τις καταπλεύσεις των μεγάλων καραβιών με τους προσκυνητές, μαυρίζουν και παρδαλοντύνονται τα σοκάκια της. Στην άλλη πόλη μικρά στενά, πλακόστρωτα, εκκλησίδια, σιωπές εύλαλες, η κεντρική πλατεία με τον Φιλικό Εμμ. Ξάνθο σε προτομή, και τον αέρα συνεχώς να μη σ’ αφήνει, κυρίως προς το βράδυ, να νιώσεις το καλοκαίρι που φεύγει αλλά και το πύρωμα της λοιπής καιομένης χώρας. Από το παράθυρο της ταβέρνας «Αλώνι» κοιτούσε το τετρακτύς (Αναστάσιος, Δημήτριος, Αθανάσιος) πίνοντας λευκό κρασί, όλη την έκταση του νησιού και πολιτικολογούσε μετ’ ευτελείας. Στο καράβι του πηγαιμού, κάτι σαν «Ανθή–Μαρίνα», μια μεγάλη ομάδα χριστιανικών γυναικών από την Ορεστιάδα, προσκυνήτριες, μου θύμισαν τις μαθητικές, φλογερές, χριστιανικές μου τροπές με το περιοδικό «Προς τη Νίκη» τχ. 691, που ξεφύλλισα μετά από τόσα χρόνια και με γέμισαν νοσταλγία οι ποιητές Στ. Μπολέτσης και ειδικά ο Γ. Βερίτης του οποίου είχε στίχο στο οπισθόφυλλο: «Αγρυπνα μάτια για να βλέπω δος μου/τον κόσμο γύρω και τον κόσμο εντός μου».
Αλλά ο Φρ.Χαίλντερλιν υπερίσχυε: «Οπως κι άλλοτε, απαλά οι άνεμοι της νιότης με χαϊδεύουν».
Μέσα στον μοναστηριακό περίβολο οι αυλές, οι δαιδαλώδεις διάδρομοι, στο καθολικό του, μια τυπική, παλιά εκκλησία οι κοζανίτες χορωδοί απένειμαν τους καθιερωμένους, χαιρετιστήριους ύμνους. Μια συνήθεια που δεν την ήξερα αυτή των ψαλτάδων εν σώματι, όταν βρίσκονται σε ναό για προσκύνηση, να αφήνουν ως διαπιστευτήρια της ψυχής τους την ηχώ και τον κοσμικό τους απόηχο. Το εντυπωσιακότερο οίκημα είναι το μουσείο με τις εικόνες, τα χειρόγραφα, τα βιβλία και τα λοιπά σκεύη λατρείας. Ενας μικρός τόπος αλλά με τόση επιμέλεια να έχει φροντισμένα τα μοναδικά μνημεία γραπτού λόγου και βυζαντινής τέχνης. Ανθρωποι που αγαπούν τον πολιτισμό τους και σκίζονται για ό,τι το ωραίο και όπως μπορούν τον διατηρούν και τον αναπαράγουν. Τη βραδιά της έναρξης με τους κενότοπους και κενόδοξους χαιρετισμούς (είμασταν ήδη σε προεκλογική φάση), άκουσα, ευτυχώς, την πρόεδρο του Πνευματικού Κέντρου Πάτμου κ. Νομική (εορτάζει μου ‘παν κάπου στην Μεσοπεντηκοστή) Μαύρου-Στράτα με όλη τη φλόγα της ανιδιοτέλειας και την αποφασιστικότητα που προκύπτει από την επίγνωση του έργου που γίνεται εκεί, παρότι το Υπουργείο του Πολιτισμού αγνοεί όλα αυτά (οι δια-περι-πεπλεγμένοι ερίφηδες που διαχειρίζονται τη χαβούζα της Αθήνας, δηλαδή), κι ήταν μια απόχρωση πολιτιστικής υγείας και καθαρού αέρα, πελαγίσιου.
Η Πάτμος το νιώθεις και το βλέπεις, έχει κάτι το ευλαβικό και στη γεωγραφία της. Μια ηρεμία στη γεοδιαμόρφωσή της, λόφοι, λιμάνια, λιμανάκια, ορμίσκοι που δεν συνορεύει καθόλου τον τουριστικό συρφετό που κατακλύζει τα λοιπά νησιά του Αιγαίου, με τις ξεσκολισμένες διαθέσεις να κυριαρχούν σ’ όλη την κλίμακα της ύπαρξης κάθε τουριστο-τόπου.
Δεν πήγαμε στους γειτονικούς Λειψούς, παρά τη δίκαιη επιμονή του Ν. Βαντσιώτη (ενός εκ των κυλιόμενων συναρχηγών, ο οποίος το βράδυ του πηγαιμού μας στην κοινή καμπίνα με εμψύχωνε, ως έφεδρος ναυτικός που διετέλεσε, την ώρα που «κουνούσε»). Το μικρό νησί έχει δύο προσκυνήματα. Μια από τις αξιόλογες και παλαιές εκκλησίες του είναι η "Παναγιά του Χάρου ", που χτίστηκε γύρω στα 1600 μ.Χ. από Μοναχούς της Μονής της Πάτμου. Η Εκκλησία ονομάστηκε έτσι από την πρωτότυπη εικόνα της Παναγιάς. Η Θεοτόκος κρατά τον Εσταυρωμένο Χριστό στην αγκαλιά της κι επειδή ο νεκρός έχει σχέση με το Χάρο, η εικόνα ονομάστηκε "Η Παναγιά του Χάρου ". Γιορτάζει στις 23 Αυγούστου (τα εννιάμερα της κοίμησης της Θεοτόκου). Την Άνοιξη, τοποθετούνται από τους πιστούς, κρίνοι πάνω στην εικόνα και αφήνονται εκεί μέχρι να ξεραθούν. Με ανεξήγητο τρόπο, τα ξερά κλαδιά αρχίζουν να βγάζουν μπουμπούκια και ανήμερα της γιορτής ανοίγουν.
Το άλλο αξιοθέατο είναι το κόκκινο σπίτι του κ. Γιωτόπουλου, που δικάστηκε οριστικά σε άπειρα ισόβια ως ηθικός κι ιδεολογικός υπεύθυνος (όπως λέμε αγορανομικός υπεύθυνος) της 17ης / 11ου αλλ’ επιπλέον και γιατί δεν πλήρωσε τους σοβατζήδες του σπιτιού του.
Παραμονή ολικής πανσελήνου στην εκκλησία της Σκάλας του Προδρόμου. Χοροστατεί ο πατριαρχικός έξαρχος, αρχιμανδρίτης κ. Αντίπας με χέρια τρυφηλά όπως άλλωστε κάθε αρχιμανδρίτη, του οποίου τη φήμη ερήμην του έψαλαν στην έναρξη του φεστιβάλ οι ντόπιοι ψάλτες. Ο κοζανίτης χοράρχης παίρνει τιμητική πάσα, ψαλτική (με τον Ραφαήλ πάντα κολλητό του) και δίνει μαθήματα στιβαράς μουσικής βεβαιότητας, που δηλώνει το γήινο, το στεριανό, το καθαρό, το γνήσιο. Μετά το «Φως ιλαρόν» αναχωρούμε. Αυτοί συνεχίζουν επί μακρόν.
Την νύχτα της πανσελήνου 29/8 στην παραλία ο Σ. Καρανάνος (βαθύλαλος στη χορωδία) ενσταντανέ έπιασε τη σελήνη λιωμένη, με λιγωμένη διάθεση, λίγο πριν πάρει το απόλυτα κοσμικό στρογγύλον της, μόλις ανέτειλε από ένα λόφο, ακριβώς μπροστά μας. Ηταν τόσο κοντά, που νόμιζες πως αν πηδούσες θα την έφτανες (άλμα επί σελήνης). Απότμιση κεφαλής Ιωάννου Προδρόμου. Εν τω μεταξύ:
«Ο χρόνος σου κυλάει μέσα στη νύχτα καράβι μοναχό
που ξεκίνησε σαν σήμερα το μακρινό επί γης ταξίδι
η ζωή μας στη ζωή των άλλων χάνεται σαν του ανέμου ηχώ
και εσύ μου είσαι πάντα πολύτιμο στασίδι».
Οι εκδηλώσεις ανά το θλιμμένο και φοβισμένο πανελλήνιο ακυρώνονταν αλλά οι της Πάτμου, λόγω του ότι δεν είχαν ψυχαγωγικό χαρακτήρα, ήταν κατά κάποιον τρόπο εντελώς πνευματικές με τόνο μάλιστα θεολογικό και θεωρήθηκε πως δεν ενέπιπταν στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής και των ειδικών και ηθικών απαγορεύσεων της φωτιάς και της ανείπωτης καταστροφής που σκόρπιζε. Ως εκ τούτου συμμετείχαμε στο πένθος τηλεοπτικά και μόνο, δυσθυμούντες εννοείται εκ του ασφαλούς. Ενα ψαλτοτράγουδο που το είπαν υπέροχα πολλές φορές στο καράβι, στην πρόβα, και στην κανονική εκδήλωση καταχειροκροτήθηκε, έλεγε πως: «Κάψαν τη Σμύρνη πήραν τ’ Αϊβαλί» και πήγαινε τόσο τραγικά κι επίκαιρα με το κάψαν την Πελοποννήσου την Εύβοια κ.λπ. Κι ενώ όλη η νότια Ελλάδα καιγότανε άγρια και στην τηλεόραση ακόμα πιο άγρια, εμάς τυπικά δεν μας καιγόταν καρφί!
Η χορωδία Κοζάνης άνοιξε την πρώτη βραδιά και το διεθνές φεστιβάλ, αλλά προηγήθηκε για λίγο μια εξαμελής ομάδα επιχώριων ψαλτών, φιλότιμων αλλά κάπως αμήχανα για τα διεθνή μέτρα, με τη διεύθυνση του, και ποιητού εν τω άμα, Ιάκωβου Γιαμμαίου («Βορειοδυτικά της Αποκάλυψης» η ποιητική του συλλογή που μας χάρισε). Το υπόλοιπο πρόγραμμα των άλλων ημερών περιλάμβανε: Λουδοβίκου των Ανωγείων: «Δάκρυσι Μυρωμένοις»· «Σαν προσευχή» με το φωνητικό σύνολο FAMILY VOICES· το οργανικό σύνολο CAMMER- και ο τραγουδιστής Δημήτρης Δημόπουλος σε σπιρίτσουαλς· Μίκη Θεοδωράκη «Ακολουθία εις Κεκοιμημένους»· η ορχήστρα της Πάτρας σε έργα θρησκευτικής μουσικής, με την ορχήστρα MODERN STRINGS.
Ο «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» της Κοζάνης εκείνη την κάπως αέρινη βραδιά, όταν άρχισε το πρόγραμμα, στη διάρκειά του, και στο τέλος, έδειξε κάτι το εντυπωσιακό που μετράτε με πανελλήνια αισθητικά μέτρα κι όχι με αυτά της επαρχίας. Τα μέλη της που τους έζησα στην καθημερινότητα του ταξιδιού, όπως και σ’ αυτήν της πόλεως, μόνιμα, αλλάκαι της νήσου εύκαιρα, είναι φυσικό να μην τους διακρίνεις απαραίτητα με τον καλλιτεχνικό τους λόγο. Συνηθισμένοι άνθρωποι, όπως είναι όλοι τους, και όλοι μας, αυτό που κρύβουν μέσα τους και διαθέτουν χάρισμα ή ταλέντο δεν θα το πουν και δεν το δείχνουν, ούτε το ξοδεύουν άσκοπα κι αναιτιολόγητα. Οταν, όμως έρθει ο καιρός τους, παίρνουν τις διαστάσεις του ρόλου τους, φεύγουν από τα γήινα κι έρχονται στην ουσία αυτού που διακονούν: να λένε τα τραγούδα του Θεού και κατά το τροπάριο της Υπαπαντής εμείς να βιώνουμε μυστηριακά το: «Ακατάλυπτον εστί το τελούμενον εν Συ»· και σ’ αυτούς δηλονότι. Υπερβολές! Αίφνης τους βλέπεις σε μια ωραία διάταξη με την αμφίεση του ρόλου τους, να χάνουν την ατομικότητά τους και να γίνονται ένα και όλον με ό,τι παρουσιάζουν. Οι βυζαντινοί ύμνοι χωρίς καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία ως προς το θέμα τους, παίρνουν άλλη διάσταση σε σχέση με τον τόπο αλλά και τον χρόνο που ακούγονται. Στην Πάτμο ο υπαίθριος χώρος, θεατρικά διαμορφωμένος, η ιερότητά του δίπλα στο Σπήλαιον που έζησε και έγραψε τόσο θαυμαστά γράμματα ο Θεολόγος, μάζεψε κόσμο εκείνο το βράδυ και πολλούς ξένους επισκέπτες επί τούτου ακροατές. Το χειροκρότημα που ακολούθησε ήταν μια γνήσια επικύρωση του μουσικού τους τρόπου. Τόσες μέρες πυκνές, έμαθα την ψαλτική διαλεκτική στην δημιουργία και στην καθημερινότητά της. Στην τελική πρόβα ορχήστρας μετά μικροφώνων, λίγο πριν την έναρξη, ο Ραφαήλ στο κοντάκιον του αγίου Νικολάου ασυναίσθητα σταυροκοπήθηκε από την τοπική του συνήθεια αλλά και την έμφυτη ευλάβεια. Τρυφερή σκηνή μιας άδολης συνείδησης κι άφθορης παθών, ηλικίας.
Δεν βλέπω στη βραδιά αυτή ασύμμετρες γυναίκες ξένες
μόνο για ασύμμετρες φωτιές ακούν και βλέπουν τα μάτια
πέντε έξη μοναχές στο μαύρο της νύχτας κουρνιασμένες
στις κερκίδες της αναμονής και της υπομονής τα μονοπάτια.
Αυτός ο Σύλλογος αποτελεί ένα πολιτιστικό υπερ-θετικό αντίβαρο στη χθαμαλότητα που διακρίνει τον συλλογικά οργανωμένο, αλλά και κρατικά και δημοτικά διευθυνόμενο και κατευθυνόμενο πολιτισμό του τόπου μας. Οταν οι ξένοι που παρακολουθούσαν δίπλα μου χειροκροτούσαν με πολιτισμένο ενθουσιασμό τη χορωδία, ένιωσα την ανάγκη να τους πω, πως κι εγώ είμαι από αυτόν τον τόπο που είναι κι αυτοί· ότι τους γνωρίζω, με γνωρίζουν, έχω φίλους αγαπημένους και γνωστούς. Ηθελα να τσιμπολογήσω κι εγώ ήχους ή ηχώ από το χειροκρότημά τους, και την όποια εφήμερη δόξα τους, που μας είναι όμως τόσο ζωτικής ανάγκης, επιβεβαίωση· να λάβω μερίδιο από τη φήμη τους, ως εκ της εντοπιότητος και της συνοδείας μου σ’ αυτό το ιερό καραβάνι, ένας άτυπος μορφωτικός ακόλουθος χωρίς όμως κανένα ρόλο ει μη μόνον του ακροατή τους τελικά. Δεν τους είπα, δεν ήξερα τη γλώσσα τους εκτός από αυτήν την παγκόσμια κοινή του ανυπόκριτου ενθουσιασμού· έτσι σιωπούσα συγκινημένος.
Ξημερώνοντας η 30η Αυγούστου πήραμε το καράβι της επιστροφής που έρχονταν με καθυστέρηση από τη Ρόδο, γεμάτο τουριστο- ντουνιά, σε μια κατάσταση ελαφράς παραλυσίας. Πέσαμε να κοιμηθούμε όπου να ‘ναι στο κατάστρωμα με θέσεις, λέει, αεροπλάνου... Εις μάτην!
«Να επιστρέψω στην πατρίδα, εκεί όπου μου είναι γνωστοί οι ανθισμένοι δρόμοι» (Φ.Χ.)
*
Επέστρεψαν τώρα κι όλες οι αγαπημένες μου φωτιές
σβηστές, λανθάνουσες κι όσες ακόμα καίνε πυρκαγιές

***
Δευτέρα, 27 Αυγούστου ξεκινήσαμε με λεωφορείο από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Κοζάνης με το «Ευλογητός σε Χριστέ ο Θεός ο πανσόφους τους αλιείς κ.λπ.», που έλαβε καιρόν ο χοράρχης με το μικρόφωνο, μόλις έβαλε μπροστά ο οδηγός.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογικα Σεπτεμβριος 2007

«Oλοι τους ίδιοι είναι»
Ομως κάποιοι επιμένουν να διαφέρουν...

Του Β.Π.Καραγιάννη

«Όλα θα ξεχαστούν και τίποτα δεν θα επανορθωθεί. Το θέμα της επανόρθωσης (εκδίκηση και συγχώρεση) θα το διαδεχθεί η λήθη. Κανείς δεν θα επανορθώσει τις αδικίες που έγιναν, αλλά όλες θα ξεχαστούν»
(Μ. Κούντερα Το Αστείο)


Η παραδοχή με την εν πολλοίς αφοπλιστική φράση: «Ολοι τους ίδιοι είναι», που διαπερνά κάθε απλή και τίμια συνείδηση, η οποία αυτές τις μέρες αποκαλείται και εκλογικό σώμα, έχει γίνει μια καθοριστική συνθήκη στη νεοελληνική καθημερινότητα.
Μέσα σ’ ένα πυρίκαυστο καλοκαίρι, σκέφτηκαν οι κρατούντες τα εφήμερα χαλινάρια της εξουσίας πως πρέπει να πιάσουν στον ύπνο αυτήν τη διάθεση, καθώς και τους ομοιότυπους κι ομότροπους συνδιαχειριστές και δήθεν αντιπάλους τους, και, μέσα στη γενικευμένη χαλάρωση, τους πολίτες υπηκόους τους, και να τους τ’ αρπάξουν, για μια ακόμη φορά, κανονικά και με τον εκλογικό νόμο.
Τους πρόλαβε όμως, Νέμεση, η φωτιά που ήρθε και έκαψε όχι μόνο χώρα κι ανθρώπους αλλά πρωτίστως κάθε ψευδαίσθηση περί της ύπαρξης κράτους δικαίου, κράτους πρόληψης, κράτους συνεκτικού, κράτους στοιχειωδώς εκπολιτισμένου.
Κατέρρευσαν στη φλόγινη, καθαρτήρια δίνη όλες οι μεταπολιτευτικές (μήπως και μεταπολεμικές;) αυταπάτες, ότι μπορούμε να υπάρχουμε και να λειτουργούμε έστω και με το ελάχιστο που απαιτούν οι κοινωνίες. Ηταν μια αποκάλυψη οδυνηρή, αποτέλεσμα ενός πολυχρόνιου πολιτικού, ηθικού ξεπεσμού, οικονομικής διαρπαγής κι αβάσταχτης ελαφρότητας και μετριότητας του πολιτικού μας είναι. Εκτός από την ατομική ευθύνη και το συλλογικό μας ασυνείδητο, που δεν μπορεί να αγνοηθούν, και οι διαχειριστές της υπόστασής μας φανερώθηκαν εντελώς γυμνοί.
Επάνω στις στάχτες των σπιτιών, στα αποκαϊδια των δέντρων, με την μυρωδιά της ανθρώπινης απώλειας διάχυτη σαν τις ατιμώρητες τύψεις, τρέχουν και δεν φτάνουν, για μια ακόμα φορά, τα ρετάλια του αφασιακού πολιτικού λόγου· για να διαιωνίσουν οι μεν την άδεια τους ουσία, οι δε να σαλτάρουν εκ νέου στην εξουσία με όλα τα πανιά τού κενού τους αναπεπταμένα, κι ας μόλις διώχτηκαν σαν εξειδικευμένοι βουτηχτές των δημοσίων ερμαρίων και βουλιαχτές της χώρας.

«Ολοι τους ίδιοι είναι».
Ομως κάποιοι επιμένουν να διαφέρουν εδώ και τώρα κι από πάντα.

Είναι εκείνοι οι πολίτες που δεν φυλάγουν τις μεγάλες Θερμοπύλες του γένους, αλλά αγρυπνούν στις μικρές, καθημερινές πύλες της πόλης, του χωριού, της γειτονιάς και της ανθρωπιάς που περικλείεται σ’ αυτά.
Είναι εκείνοι που δεν φλέγονται για του «έθνους» τις φωτιές αλλά καίγονται μαζί με το τελευταίο δέντρο από τη λύπη για το χαμένο μας αύριο που δεν θα ‘ρθει, γιατί το σήμερα και το χτες του τόπου υποθηκεύτηκε, ρημάχτηκε, δηώθηκε.
Είναι αυτοί που αισιοδοξούν κι ελπίζουν πως -ακόμα και μέσα στο ανερυθρίαστο της πολιτικής αλλοτρίωσης, της ασύμμετρης κομματικοκρατίας, του εκμαυλισμού της κοινωνίας, της αποπτώχευσης των ιδεών- υπάρχει η δυνατότητα έκρηξης κι αντίστασης του ενεργού, στην πράξη κι όχι στους τίτλους, πολίτη.
Είναι εκείνη η πολιτική πρακτική, σκέψη και συνείδηση, που δεν αναπαύεται στην ασφάλεια του ασάλευτου ιδεολογήματος που όμως κατέρρευσε ούτε και στο μεταφυσικό κι ανύπαρκτο αύριο της νομοτελειακής, άρα εφησυχαστικής, απάτης.
Εκείνοι που έκαναν το μεγάλο σάλτο πάνω από την προσωπική τους ιστορία και τις χαμένες ψευδαισθήσεις της ιδεολογίας, άνοιξαν διαφορετικούς δρόμους στα οράματα και την πολιτική πρακτική. Είναι αυτοί που επιδιώκουν τώρα την επαναστατική οικολογική συνείδηση κι όχι την απλή περιβαλλοντική καθημερινότητα· που θέλουν να έρθει στο κέντρο της συζήτησης ο άνθρωπος στον ιστορικό του, επί αυτής της γης κι αυτής της ζωής, ρόλο.
Είναι οι πολίτες της Συνασπισμένης Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς στη χώρα μας, όπως αυτοί συσπειρώνονται, σε κόμματα, ομάδες, κοινωνικά κινήματα, αναζητήσεις στον πολιτισμό, παλεύουν κι υπάρχουν με άλλες δυνάμεις κοινής πορείας και δράσης στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Και θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν καθοριστικά ν’ αλλάξει το θλιβερό τοπίο στον τόπο μας από το γκρίζο της απελπισίας στο ανοιχτό κόκκινο της δημιουργίας.

Κάτι σαν σημείωση

Στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση αναζητούν το πρόσωπό τους στην προσωπική μας επιλογή, κοντά μια εκατοντάδα συμπολίτες αμφοτέρων των φύλων. Ολων οι προθέσεις είναι καλές κι αφού έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία και πρέπει να εκλεγούν βουλευτές, άρα αυτοί μας χρειάζονται, όπως κι εμείς τις διαθέσεις τους αυτές. Απλά δεν ξεκινούν όλοι από τις ίδιες αφετηρίες κι αυτό κατάντησε σχεδόν φυσιολογικό.
Θα ήθελα να δώσω όνομα στην προσωπική μου συμπάθεια, έτσι για τον ανιδιοτελή, θυσιαστικό λόγο ορισμένων. Μάλλον δεν προσδοκούν εκλογή, αν και ο εκλογικός νόμος -ρουλέτα ρωσική- και ο εκλογικός κόσμος, κύματα οι αναποφάσιστοι αποφασισμένοι για να κινηθεί κάτι επιτέλους στα τενάγη του πολιτικού μας κομφορμισμού, δεν ξέρεις τι επιφυλάσσει. Είναι οι επτά υποψήφιοι του τοπικού συνδυασμού της πολιτισμένης αριστεράς, έτσι μ’ αρέσει να αισθάνομαι αυτόν το χώρο που τώρα ΣΥΡΙΖΑ τον ονομάζουν για τις εκλογικές ανάγκες. Δεν είναι φυσικά οι μόνοι που προσπαθούν με αυτό τον τρόπο, είναι κι άλλοι σε άλλους σχηματισμούς κομμάτων. Όμως στις εκλογές έγκυρα συμπαθούμε μόνον ένα κόμμα, τα άλλα που βρίσκονται στην περιφέρεια της εκτίμησής μας, τα ξεχνούμε προσωρινά. Ετσι οι αξιότιμοι φίλοι και φίλες: Κ. Δεσποτίδης, αρχιτέκτονας μηχανικός, Κ. Ζαγάρας νεαρός φοιτητής με μεταπτυχιακή εργασία,, δεν τη διάβασα ακόμα, αλλά είναι λίαν ενδιαφέρουσα με θέμα: Κάποιοι μίλησαν για διάσπαση…Ο ρόλος των «κομματικών στηριγμάτων- ομάδων» του ΚΚΕ μέσα στην ΕΔΑ και μια παράλληλη ματιά του αριστερού τύπου στην προσπάθεια εύρεσης ψηγμάτων διαφωνίας» ο Θεοδόσης Καδόγλου εργαζόμενος στη ΔΕΗ, η Ευγενία Ουζουνίδου μηχανικός, Δώρα Τσικαρδάνη δικηγόρος, ο Γιώργος Χιωτίδης καθηγητής στο ΤΕΙ στα οικονομικά και ένας νεαρός γεωπόνος Αλέκος Φουρκιώτης, εκπροσωπούν τον παραπάνω πολιτικό λόγο με τον ήμερο, ήρεμο αλλά κι υγιεινά πείσμονα τρόπο, που έχει συνηθίσει αυτός ο πολιτισμένος, πολιτικός χώρος.
Είπα, ότι δεν είναι οι μόνοι, αλλά αυτοί μ’ έκαναν να θυμηθώ, το κάπως παράταιρο για τα εκλογικά μας μέτρα και σταθμά, ποίημα του Χ. Λ. Μπόρχες.

«ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ»

Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα το ‘θελε ο Βολταίρος
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει μουσική.
Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.
Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.
Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.
Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.
Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος
Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.
Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του ‘γινε
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτό τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον
Κάποιος που προτιμά να ‘χουν δίκαιο οι άλλοι.
Οι άνθρωποι αυτοί που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο