Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

Γιαννης Ριτσος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο κάμπος των ηλιοτροπίων

Απέραντη πεδιάδα κατάφυτη ηλιοτρόπια. Φυσάει αγέρας.
Λαμποκοπάει ο ήλιος. Τα ηλιοτρόπια τρέχουν, χορεύουν,
χειρονομούν με κυκλικές πυρκαγιές. Αστράφτει το τοπίο.
Αρπάζει ο αγέρας τα μαλλιά της Βάννας. Τα μαλλιά της
σαν χέρια αρσενικά τριχωτά της τυλίγουνε τ’ όμορφο πρόσωπο. Βάννα,
φυλάξου, θα σε πάρει ο αγέρας κρατήσου
εδώ, απ’ τα κάγκελα της γέφυρας· φυλάξου, σου λέω· τα ηλιοτρόπια
έρχονται να σε πάρουν, να σε κρύψουν στη χρυσή τους φαμίλια,
να σε κάνουν και σένα ένα ψηλόλιγνο ηλιοτρόπιο γερμένο ελαφρά προς τον ήλιο.
Α, τα ηλιοτρόπια,
αυτά που φτιάχνουν το σπορέλαιο για το δείπνο των βοσκών και των ψαράδων
αυτά που φτιάχνουνε τους πασατέμπους να μασάνε τα κορίτσια στους υπαίθριους κινηματογράφους,
αυτά που φτιάχνουμε μυριάδες φάσματα μαλαματένια στον αέρα και στη μνήμη,
χωρίς ν’ αφήνουν πια καθόλου θέση για τη θλίψη. Κι η θλίψη
κάθεται καταμόναχη πλάι στο ποτάμι και κλαίει
εγκαταλελειμμένη κι από την ποίηση, την τελευταία της φίλη.


Καληνύχτισμα

Μητέρα νύχτα, νύχτα του παντός, με τα τριζόνια και τ’ αστέρια στα μαλλιά σου,
με τα πουλιά και τα τραγούδια κοιμισμένα στον κόρφο σου, Μητέρα νύχτα,
όλα είναι ήσυχα, ωραία, ευτυχή, σαν ένας έρωτας τυραννικός που έχει τελειώσει
και το κρεβάτι πια δε θυμίζει, παρ’ ότι τα ίχνη
φαίνονται ακόμη στο προσκέφαλο και στο κάτω σεντόνι· - δε θυμίζει.
Μένει μονάχα ο έρωτας απρόσωπος αναμενόμενος, ακέριος.

Το πλοίο φεύγει. Βγάζουμε τα μαύρα μας γυαλιά. Καληνύχτα σου νύχτα.


Το άγαλμα στη βροχή


Καλοκαιριάτικες βροχές. Το άγαλμα βρέχεται ολόσωμο. Χαμογελάει.
Μικρά ποτάμια κυλούν απ’ τα μαλλιά του, απ’ το πιγούνι του, απ’ τους ώμους,
απ’ την κοιλιά, απ’ τα σκέλη, απ’ τα γόνατα. Χαμογελάει
άτρωτο απ’ τη βροχή και το χρόνο. Τα μάτια του αγονάτιστα
στο εδώ και στο πέρα. Ποιός να το ‘φτιαξε τάχα;
πότε; και που; Μήπως εκείνοι; εσείς; εμείς; εγώ; Μήπως
είναι το σύνορο του ασύνορου κόσμου, η μήπως είναι
η ενότητα του κόσμου;
Σταμάτησε η βροχή. Λάμπει ο ήλιος.
Λάμπει βρεγμένο το άγαλμα ολόγυμνο. Το κοιτάζω κρυφά. Διακρίνω:
τα νύχια μεγαλώνουνε στ’ αριστερό του χέρι που κρατάει
ένα μεγάλο καταπόρφυρο σταφύλι.

Πλάι του περνάνε πολυθόρυβα δώδεκα φορτηγά κατάφορτα καρπούζια.

Στην Ασσίζη

Τοιχογραφίες του Τζιότο· σκάλες, τουρισμός· πλακόστρωτοι δρόμοι
Ο στάβλος που γεννήθηκε ο Αγιος Φραγκίσκος. Μπήκαμε
στο δωρικό ναό της Θεοτόκου. Μαύρες πανύψηλες κολώνες.
Μεγάλη, σκοτεινή σιωπή. Η μυρωδιά μιας ανθοδέσμης
από σαρκώδη ολόλευκα κρίνα ανακατεύονταν μ’ εκείνη την άλλη
μυρωδιά σάπιου ξύλου, κεριού και μεταχειρισμένων χάλκινων νομισμάτων.
Εξω, στη λιακάδα,
η βοή των τουριστών κι ο θόρυβος της κρήνης των λεόντων·
ύστερα ακούστηκε η τραγουδιστή φωνή μιας μικρής Ιταλιάνας που πουλούσε
τούλινα σακουλάκια, σαν τις μπομπονιέρες, με λεβάντα για το σκόρο·-
ίσως και να ‘ταν
κείνη η λεβάντα (ή μήπως δάφνη;) που τόσο συνηθίζουν
να χρησιμοποιούν οι ποιητές εναντίον του θανάτου. Εσύ που ξέρεις -ξανάπε-
τη σημάδια των ελάχιστων κινήσεων, ήχων, πράξεων, καταλαβαίνεις.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

H ώρα που αγνοώ

Τα μάτια μου αδύνατο
κάπου μονίμως να προσηλωθούν
τα χέρια μου αδύνατο
να μην αγγίξουν κι άλλα σώματα
το στόμα μου αδύνατο
να μείνει κλειστό σε λόγια και φιλιά
εγώ ολόκληρος αδύνατο να σταθώ
ακίνητος μπροστά στο ίδιο τοπίο
Λένε πως με τη σιωπή και την ακινησία
βαθαίνει η σκέψη, υπερβαίνει τα ευτελή
φτάνει κάποτε να συλλάβει
ως και το απόλυτο. Μπορεί.
Όμως με τις ρηχές και τετριμμένες
κουβέντες, κινήσεις, ηδονές
προσπαθώ να παρατείνω τα εφήμερα
κυρίως να καθυστερήσω όσο παίρνει
τον ερχομό της ώρας που ακόμα αγνοώ.


Τ΄αστέρια που ονειρευτήκαμε

Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ’ αστέρια που ονειρευτήκαμε-
το πολύ καύτρες μες στη νύχτα
απ’ τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι’ αργότερα.

Μια εποχή βεβαιοτήτων

Μέσα στα χρόνια τα πολλά που γράφω
για κάποιον καιρό ύμνησα κι εγώ,
πάντως με χαμηλότερη φωνή από άλλους,
φανταστικές κατακτήσεις του ανθρώπου
πραγματικότητες που αποδείχτηκαν πλαστές
εξουσίες που τις δέχτηκα για λυτρωτικές
ακόμα κι όταν σύνθλιβαν κοντινούς μου
νομίζοντας πως σ’ εμένα θα χαριστούν-
ύμνησα κι εγώ τον έρωτα και τη φιλία για όλους
την ευτυχία σ’ επαρκείς δόσεις για καθένα
τη νέα πίστη που απαντούσε σ’ όλες τις απορίες.
Ξανακοιτάζω ποιήματα τόσων ποιητών
γραμμένα μέσα σε δυο και τρεις γενιές
κελύφη τώρα μιας εποχής βεβαιοτήτων
που έφυγε πριν καν τελειώσει ο αιώνας.

Αναχωρήσεις τρένων

Ω αναχώρηση
με την κρυφή ελπίδα μιας παράτασης
με δηλωμένη την επιθυμία επιστροφής
με αποσκευές πολλές, ν’ αφήνεις σαν σημάδι
μια τσάντα, έναν σάκο, μια βαλίτσα
στον κάθε σταθμό που φτάνεις-
πιο εύκολα έτσι παίρνεις το άλλο τρένο
πιο ανάλαφρος συνεχίζεις το ταξίδι
μόνο που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις
πως όλο και πιο αχνά χαράζονται τα ίχνη σου
πως ίσως δεν μπορέσεις πια να τα ξαναβρείς
όπως καμιά φορά δε βρίσκεις την απόδειξη
από την αίθουσα φυλάξεως αποσκευών.

Ω αναχώρηση
μ’ επιθυμίες κι ελπίδες
παρά τις απρόβλεπτες μεταβολές
στα ωράρια των σιδηροδρόμων.

Σύντομες αναταράξεις

Καθώς το αεροπλάνο τραντάζονταν
η κοπέλα που καθόταν δίπλα
μου είπε ότι γράφει ποιήματα
μάλιστα όταν η πτήση ηρέμησε
μου απάγγειλε ένα από μνήμης.
Τηλεφώνησα μια δυο φορές
την ξαναείδα, μετά χαθήκαμε
έπειτα ξέχασα το όνομά της
αργότερα ξέχασα το πρόσωπό
πού τότε μου είχε φανεί ωραίο
όμως θυμάμαι τον τελευταίο στίχο
εκείνου του ποιήματος
«Το σώμα μου δεν συνδικαλίζεται»

ΔΗΜΟΥΛΑ

ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ


ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ

Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου

σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού

σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι

άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση

εκκενώστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις

και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

ακριβώς
δύο τρία σπίτια παρά κεί
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει

κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω

της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο

κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος

κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου

κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μία καινούργια

βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται.

***

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΜΕ

Όχι ο ύπνος. Ο ούριος άνεμος
φέρνει τα όνειρα

αυτός που έστειλαν οι θεοί
να βυθίσει την άπνοια
ν’ αλυσοδέσει τη φουρτούνα
ώστε ταχύς και ανεμπόδιστος
να πλεύσει ο χωρισμός του Οδυσσέα
από την Καλυψώ

σε κείνην δε αυστηρά διεμήνυσαν
«Φτάνει.
Έτη επτά τον κράτησες αιχμάλωτο
στου ερωτά σου τη σπηλιά.
Διάστημα μεγάλο που κουράζει
και το εφικτό και το ανέφικτο.»

Υπέκυψε η Καλυψώ
αλλά εντός της θρήνος.
Άκουγε κείνος ο φταίχτης
ο ούριος για τους χωρισμούς άνεμος
τον έζωσε μία θυελλώδης ενοχή

μη δέρνεσαι
θα ναυπηγήσω όνειρα της έταξε
για την παράνομη επιστροφή του Οδυσσέα κοντά σου
νύχτα θα σου τον φέρνουνε
αφώτηγο θα σου τονε στερούν.

Από τότε σιωπηρά καθιερώθηκε
με αυτό το μέσον
μέσω δηλαδή των τύψεων της πραγματικότητας
να εξυπηρετούνται πέρα δώθε
και τα δικά μας όνειρα.

Αληθεύει άραγε η επιστροφή;

Δευτερεύον πόθος.
Προέχει
αυτό το ονειρώδες πηγαινέλα
των ονείρων ν’ αληθεύει.

***

ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Η φαντασία
-απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας-

σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε

«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.

Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης

να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
γνωστή παγίδα για τη θήρα
ζωώδους αγριότητας».

Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με πιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύτηκα εγώ.

Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.

Να την ευγνωμονείς.

Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμία πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Κουβελης-Τσιπρας και οι γυναικες τους

Προς τους αξιοτίμους υποψηφίους προέδρους του ΣΥΝ
κ.κ. Φώτιον Κουβέλη και Αλέξιον Τσίπρα
(ή περί γυναικείας ποσοστώσεως)

Του Β.Π. Καραγιάννη

Θα ήθελα, αγαπητοί κύριοι (σύντροφοι είναι μόνον όσοι τρώνε από το αυτό πιάτο στο ίδιο τραπέζι ημείς δε κι υμείς δεν τύχαμε ποτέ σε κάτι παρόμοιο ευτυχώς ή δυστυχώς), να σας κάνω γνωστά τα εξής, μη περιμένοντας φυσικά απάντηση· δια της σιωπής σας θα καταλάβω.
Υμείς που ευαγγελίζεσθε, δε θα πω επαγγέλεσθε, με την ευαγγελικήν έννοια φυσικά, την ανανέωση της πολιτικής σκέψης και πράξης στην «Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά (ΠΕΑ), ο μεν ως ήρεμη δύναμη μεταρρύθμισης ο δε ως παιχνιδιάρης της ανατροπής, και τα δυό αποδεκτά, πως παρακαλώ θα με παρηγορήσετε, ήδη απαρηγόρητος διατελών, από τις προάλλες που πληροφορήθηκα πως στις εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη υποψηφίων ΣΥΝέδρων, ετέθην εκποδών των επιτυχόντων, λόγω ποσοστώσεως υπέρ των κυρίων γυναικών ΣΥΝυποψηφίων, έστω κι αν πόρρω απείχαμε σε ψήφους;
Διαπορών εξηγούμαι:
Τι σημαίνει ποσόστωση, ήγουν γυναίκες σώνει και καλά αποδοκιμαζόμενες από τους εκλογείς να προάγονται ελέω φύλου και να παίρνουν τη θέση ανδρών επιφανών, όπως είναι ο κ. Γραμματέας της Ν.Ε. Κοζάνης του ΣΥΝ ή και αφανών όπως η ημετέρα αναξιότης.
Σε ποιά μορφή δημοκρατικής διαδικασίας εμπίπτει αυτή η προνομιούχος ψήφος ή από την άλλη η υπέρ αδυνάτων χαρακτήρων ψηφο-αντιπαροχή.
Πως δέχονται οι ίδιες γυναίκες του ΣΥΝσας –«τα γύναια χαρά έπλησε», κατά τα στιχηρά της Αναστάσεως- τον εσωτερικό αυτό νόμο της (ΠΕΑ) που τις υποβιβάζει στο ρόλο του αναξιοπαθούντος όντος το οποίο οφείλει να προστατεύει ο άνδρας-κυνηγός (ψήφων) των σύγχρονων σπηλαίων.
Εχει προβλέψει ο ΣΥΝσας ευεργετικές ποσοστώσεις και για άλλες αναξιοπαθούσες κατηγορίες της κοινωνίας όπως τα ΑΜΕΑ, τους πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, τους εντελώς τυφλοί, τους πάσχοντες από χρόνιες ψυχικές παθήσεις, κι αν όχι, γιατί ξεχωρίζετε μόνον τις κύριες και κυρίες γυναίκες σας;
Που πάει η ισότητα των φύλων, των φυλών, των ψήφων, των ζόφων και των ψόφων. Μικροαστικές κατακτήσεις αυτά, ενώ η ΠΕΑ ανακάλυψε την τόσο ρηξικέλευθη ποσόστωση γυναικών. Το πασόκ δικαιολογείται για κάτι τέτοια ότι εκεί είναι όλα δυνατά ως κόμμα- σαμπρέλα ποδηλάτου, που είναι.
Με την ανωτέρω ρύθμιση μήπως μεταφέρετε κοινωνικά τις γυναίκες στα έλλογα, δίποδα μαστοφόρα, προσβάλλοντας βαθύτατα το Ωραίον και καθόλου ασθενικό είδος;
Εχει οριστικοποιηθεί, από την εν Μακόνη της Γαλλίας συνελθούσα σύνοδο το 585 μ.Χ. (Ροϊδης- Πάπισσα Ιωάννα) ότι οι γυναίκες ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Ετσι κάποιες επιτρέπεται να είναι ανώτερες του ανδρός οπότε εκλέγονται με το σπαθί τους ή να είναι κατώτερές του και τότε να χρειάζεται να βοηθηθούν υπό των κομματικών ανδρών τους για να παρατήσουν το «Ολο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» του Ντάριο Φο και Φράνκας Ράμα και να βγουν στο κλαρί της πολιτικής!
Ομως τοιουτοτρόπως, το γνωρίζουν άλλωστε κι οι ίδιες που το δέχονται, πως παρά το εξαιρετικά συμπαθές και περιπαθές φύλον τους, δεν θα γίνουν, δια της ποσοστώσεως, ποτέ ελεύθερες Πολίτισσες (Γαλλική Επανάσταση) αλλά απλά θα υπάρχουν ως συγκυριακά απελεύθερες ΣΥΝ(μ)πολίτισσες μειωμένης πολιτικής και γενικότερης αντιλήψεως (Καταστατικό ΣΥΝ). Αυτές τις γυναίκες θέλετε στον ανερχόμενο γκαλοπικά ΣΥΝασπασμό μας;
Οπως είδατε, κι αν δεν το καταλάβατε κύριοι, δυνάμει πρόεδροι, το απλό γυναικείο είδος του ΣΥΝ υπερασπίζω τώρα, το οποίον επι το πλείστον νιώθει ναυτία σ’ αυτή την υποτίμηση που το γίνεται, αλλά και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια κολλημένη λάσπη στα λαστιχένια υποδήματα της κομματικής ιδιοτέλειας κι ευτέλειας αλλά και της ερμηνείας σας, αφού σ’ αυτή χωρούν όχι μόνον δύο μέτρα και δύο σταθμά αλλά πολύ περισσότερα...
- Ωρέ για ποια Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά σιωπάς, εδώ σφάζονται σαν τα αρνιά, τα κριάρια, τα γίδια και τα γελάδια οι ...

«Σύντροφοι στον Αδη»

νήπιοι οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμο ήμαρ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια

που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο!

Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».

«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».
(Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)
«Ψηφιοποίηση!»


«Μα, τι σου είναι πια αυτή η ψηφιοποίηση; Χρυσωρυχείο, όπως απέδειξαν τα σκάνδαλα των ημερών.
Πιάνεις μια ψηφιοποίηση, σου λέει ο καλός ο μύλος (που όλα τα αλέθει) και ξενοιάζεις. Της φορτώνεις και κανένα εκατομμυριάκι ευρώ ως «κόστος» κι όξω απ΄ την πόρτα.
Ακούς φέρ΄ ειπείν, «ψηφιοποίηση της βιβλιοθήκης Κοζάνης»:
700.000 ευρώ. Ψηφιοποίηση του τάδε αρχείου (που εντελώς συμπτωματικώς κατέχει φίλος του χορηγούντος): 650.000 ευρώ. Έτσι φεύγουν τα εκατομμύρια (Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει...) από τα χέρια προέδρων εκ-πολιτιστικών οργανισμών που αναθέτουν την πανάκριβη «ψηφιοποίηση» στην εταιρειούλα τους και ουδενός «σεμνού και ταπεινού» άρχοντος το αυτί ιδρώνει.
Τι είναι η ψηφιοποίηση μαντάμ, για να μας κοστίζει τόσα εκατομμύρια; Μιζ-αν πλι της άνασσας; Συν μπότοξ; Πώς την παίρνει έτσι ο άνεμος- και η ανέμη;
Φοίβη

Με αυτόν τον λίαν αμφίσημο τίτλο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 16ης Ιανουαρίου 2008, το ανωτέρω σχόλιο που έρχεται σαν συμπλήρωμα εκείνου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 6ης Ιανουαρίου 2008 με τον υπέρτιτλο «Κακοδιαχείριση» και τίτλο «Στο μικροσκόπιο τα κονδύλια του Γ’ ΚΠΣ». Μεταξύ των κονδυλίων αναφέρει, άρα και υπονοεί, την κακοδιαχείριση, στα χρήματα που δόθηκαν για την «Κοινωνία της Πληροφορίας». Σ’ αυτό υπάρχει μεταξύ των άλλων και το κονδύλιο: «Ψηφιοποίηση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, 499.998 ευρώ» (τα γράφει αυτά η κ. Μαρία Θέρμου ή Θερμού). Ρώτησα κι έμαθα φυσικά πως «Μιζ- αν πλι» είναι τεχνική κομμώσεως γυναικών κάτι προς το σγουρό και «Συν Μπότοξ» τεχνική τσιτώσεως του δέρματος γυναικών επί το πλείστον.
Ερωτάται, χωρίς να περιμένουμε και απάντηση (στους δημόσιους και δημοτικούς χώρους έχουν μελετήσει καλά την «Τέχνη της σιωπής» του Αββά Ντινουάρ), έτσι για την ιστορία, ο νέος ισχυρός άνδρας των τοπικών γραμμάτων όπως τον προσδιόρισε το Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης, ως πρόεδρο των Δ.Σ., της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και του ΙΝΒΑ (αλήθεια σε ποιά νομική και λειτουργική αφασική κατάσταση διατελεί άραγε το εν λόγω καθίδρυμα): έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων αυτών ίσως κι άλλων και τι απάντησε;
Αν δεν έλαβε, τώρα που έλαβε τι έχει ν’ απαντήσει όχι στις διαφαινόμενες κι υπονοούμενες, λεκτικές, δημοσιογραφικές κακοήθειες, αλλά στην κοινωνία της πόλης; Τι έγινε με εκείνο το πρόγραμμα «ψηφιοποίησης»; Που βρίσκεται και πότε ο συμπολίτης στην Κοζάνη ή ο πολίτης στη χώρα της γνώσης, θα μπορεί, κι αν ποτέ μπορέσει, να ανοίξει από το σπίτι του τον Η/Υ και να επωφεληθεί των γνώσεων εκείνων των οποίων η πολύ-ευρη «Κοινωνία της Πληροφορίας» θα του προσφέρει. Κάτι τέτοια λέγαν άλλωστε στην έναρξη του προγράμματος.
Επειδή ήδη διοικεί ένα χρόνο τα τοπικά γράμματα, μήπως μπορεί να γίνει πιό σαφής, αναλυτικός και με λεπτομέρειες (άνθρωποι που εργάστηκαν, εταιρείες χρήματα, έργο που έγινε κ.λπ.), κι όχι με γενικότητες (που δηλώνουν εσκεμμένη άγνοια ή για να θολώνουν τα νερά), τι έγινε μ’ αυτή την ιστορία; Για να μην αφήνεται να αιωρείται ότι κάτι το σκανδαλώδες υπάρχει, κι είναι πολύ εύκολοι αυτοί οι επιθετικοί προσδιορισμοί την σήμερον. Για να φυλάξει και τα νώτα και τα ώτα του από τυχόν κακές λέξεις και μπλέξεις. Δεν ξέρω βέβαια αν κατανόησε πως διοικεί το πολυτιμότερο κομμάτι της πόλεως του παρελθόντος και του μέλλοντος· αλλά του παρόντος;
Ας αφήσει τις «Λέσχες ανάγνωσης» για τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία όπως και τα «κομμάτια» δράσεων που θέλει να μοιράσει δίκην ευμεγέθους τραχανόπιττας σε δικαίους κι αδίκους. Είναι μεγάλος και σοβαρός άνθρωπος κι έχει πολύ σημαντικό ρόλο, αν δεν κατάλαβε, να διακονήσει στη θέση που του εμπιστεύτηκαν.

Κοζάνη, Αγίου Αθανασίου 2008

Μεθ’ υπολήψεως

Β.Π.Καραγιάννης

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

Εορταστικά και αυτο-επικριτικά

ΕΟΡΤΙΟΣ ΑΦΗΓΗΣΗ


Ματαιοσπουδαρχίας, ματαιοπονίας, ματαιοδοξίας κι αδολεσχίας, υπότροπος κατ’ εξακολουθησιν

Του Β.Π. Καραγιάννη


-Καλά δεν έχεις άλλη δουλειά να κάμεις κι ασχολείσαι κατ’ εξακολούθησιν κι υποτροπήν “με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας», δηλονότι με το σχολιασμό των επώνυμων, σοβαρών αλλά πρωτίστως ασόβαρων, τοπικών προσώπων και διαπραγμάτων;
- Εχω!...
Να ξαναδιαβάσω λ.χ., μάλλον να πρωτοδιαβάσω ολοκληρωμένα κι ώριμα, το Δ. Σολωμό στην έκδοση της Στιγμής που επιμελείται ο ομ. καθ. φιλολογίας Ηρακλείου, κ. Στυλιανός Αλεξίου τον οποίο, προβλεπτικός και διορατικός, όπως σε όλα του, ο Δήμος Κοζανιτών, τον ετίμησε ζώντα, δια ονοματοθεσίας σε δρόμο του συνοικισμού Πλατάνια. (Που τον ήξεραν οι αθεόφοβοι;)
***
Ισως να το έλεγε, μήπως το είπε, δηλαδή το έγραψε στις επιστολές του, στον Αλεξ. Παπαδιαμάντη, ο πατήρ του Οικονόμος Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας δηλαδή σφιχτός στη διαχείριση των οικονομικών, οικογενειακών ζητημάτων, καλός καγαθός λευίτης στη διακονία της πίστης των κατοίκων της νήσου Σκιάθου. Αλλωστε, τα ‘βγαζε εκ των περιστάσεων δύσκολα, καθότι πολυφαμελίτης κι ήθελε τον μορφωμένο κανακάρη του κάπως εργαζόμενο εκεί στης Αθήνας, της νέας Βαβυλώνας, τα ιατρεία-διαφθορεία. Τουλάχιστον τον επιούσιόν του! Σίγουρα όμως το σκεφτόταν. Κι Αυτός έγραφε, έγραφε μετέφραζε, έψελνε, έπινε, εζούσε όπως όπως, καθώς οι περιθωριακοί, οι φοβισμένοι της ζωής, οι δειλοί, οι άτολμοι· αλλά εν τω μεταξύ δημιουργούσε, χωρίς να το γνωρίζει ο τάλας, για όλους μας, για τους τότε, τους σήμερα, τους αεί γνώστες κι αναγνώστες του. ‘Η μήπως αυτό το έγραφε, αυτοσαρκαζόμενος, ο ίδιος ο Ππδ., για την απελπιστική καθημερινότητα που περνούσε κοιταγμένη στο βιωμένο του χρόνο αλλά και στη συνέχειά του, μιας και καθόλου δεν ήταν βέβαιος για την αιωνιότητα του έργου του, που για αυτόν ήταν μόνο το μέσον για τον επιούσιο αγώνα ύπαρξης.
Δεν νιώθω προφανώς του αυτού διαμετρήματος ουδέ τα κορδόνια της λογοτεχνικής του αιωνιότητας μπορώ να λυνω-δένω.
Ηθελα να πω στην καθόλου υποθετική ερώτηση της αρχής του παρόντος, πως ναι έχω κι άλλες δουλειές αλλά και δουλείες να κάνω και να υποστώ. Αυτό όμως δεν με απαλλάσσει της αμαρτωλής έξεως να ενδιατρίβω σε φαινόμενα του καθημέρας βίου, που εγγίζουν στην σοβαρότητά τους, το πρώτο διαπίστευμα, αδοκίμως έστω. Νάτην κι η ηθελημένη σεμνοτυφία και ο αυτοοικτιρμός που ‘ναι μια συνθήκη όχι ασυνήθιστη στους κύκλους των περι-διαγραμμάτου όντων.
Η σχολιογραφική, ας μη την ονομάσουμε συγγραφική, εφήμερη ματαιοπονία, που δεν αφίσταται της ματαιοσπουδαρχίας αλλά και μιας κάποιας ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κατάντησε μια εθελούσια σύμβαση προσχώρησης προς το ανωφελές της ιστορίας. Αυτή συνήθως παραπέμπει, για να στηρίξει τα λεγόμενα της σε άλλους, σε τρίτους, σε τέταρτους. Ψάχνει, βέβαια και τώρα να βρει ένα δύο επιχειρήματα, να δικαιολογηθεί ενώπιον εαυτής κι αλλήλοις. Σ’ εκείνους δηλαδή που με καλή προαίρεση και διάθεση, ως οι καλόπιστοι τρίτοι σε ημινόμιμες συναλλαγές, τους μελετούν στις σελίδες του τοπικού τύπου. Τα κείμενα δημοσιεύονται σε όλες τις εφημερίδες, σαν κομματικές προκηρύξεις ή ανακοινώσεις της Ν. Αυτοδιοίκησης λ.χ. περί των επιλεξίμων ειδών στην αγελαδοτροφία, στην σπορά του μαλακού ή σκληρού σίτου, ή διαγκωνίζονται στα τοπικά σάιτ των ηλεκτρονικών κόμβων ποιο θα καταλάβει το διήμερον της διαδικτυακής δημοσιότητος. Διότι είμαστε δυο, είμαστε τρεις, τέσσερις οι οιονεί κήνσορες και κλητήρες του μάταιου λόγου, που πήραμε εργολαβικά αλλά με ζημία (το αζημίωτο ανήκει και μας περιμένει στη σφαίρα του απρόσιτου κόσμου των ιδεών και των ηθικών αμοιβών και της εξ αυτού υστεροφημίας) άλλος να σώσει και καλά τον κόσμο εν θρησκείες, προσευχές, μετάνοιες κι ελεημοσύνες, άλλος να συν-σαρκάσει αυτόν εν εξουσίες κυρίως κι άλλος να καταδιασκεδάσει αυτούς εν τοις ακατασχέτοις προσωπικές και ... λαογραφικές αδολεσχίες.
Ας γίνουμε πιο σαφής στην ήδη αοριστία μας.
Α. Οι άρχοντες κι οι συνάρχοντες κάθε υφής και αποχρώσεως είναι μια εύκολη σχολιογραφική υπόθεση για όποιον θέλει να περάσει την ώρα του σχολιο-διασκεδάζοντας. Αποτελούν εν ασκήσει και αθλήσει μια ακένωτη δεξαμενή έως και σπαρταριστών επεισοδίων στα οποία πρωταγωνιστούν. Για να μην τους αδικούμε τους ανθρώπους, δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί τους οποίους περνούμε από διάφορα κόσκινα, διυλίζοντάς τους- επί το πλείστον μας έχουν γραμμένους κανονικά- δεν αξίζουν σαν άτομα στη ζωή και στους ρόλους τους; Πιστεύω, όμως πως μόλις ντύνονται τη λεοντή της αρχής και της εξουσίας γίνονται άλλοι άνθρωποι, ευεπίφοροι σε κάθε ευτέλεια λόγου και πράξης. Μετέρχονται ή υπακούουν και σε ό,τι γελοίο μπορεί να σοφιστεί η εκδικητικότητα του ανήμπορου πολίτη, για να τιμωρήσει στο πρόσωπό τους την κατάσταση γενικώς.
Β. Οι μόλις παραπάνω επειδή για να παίξουν τους ρόλους τους πληρώνονται από τον κόσμο, το λαό, όλους μας, νομίζουμε πως έχουμε δικαίωμα να ασκούμε εναντίον τους λόγους κρίσης και κατάκρισης. Οφείλουν να τον δέχονται καλόπιστα όσον καιρό πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η εκλογή του (κι ακόμα χειρότερα η επιλογή του) τον δικαιώνει μόνιμα και τον απαλλάσσει κάθε ψόγου, πολύ δε περισσότερο εκείνοι οι «τα φαιά φορούντες και περί την ηθική λαλούντες», οι οποίοι ενώ ισχυρίζονται πως επιλέγονται ελέω Θεού και αγίου Πνεύματος (δικαίως αφού το εν εκ της Τρισυποστάτου θεότητος ασχολείται με τις αρχαιρεσίες τους), εν τούτοις τους πληρώνει όχι η τράπεζα του αγίου Πνεύματος των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά οι ασύδοτα κερδοφόρες ελληνικές τράπεζες, σε βάρος όλων, πιστών κι απίστων. Ολοι τους είναι άψογοι επαγγελματίες στο είδος τους και θέλουν να κάνουν, και καλά κάνουν, τη ζωή τους, όσο καλύτερη μπορούν κι όσον χρόνο περισσότερο, δύνανται. Δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο γήινο ή υπεργήινο. Εντελώς ανθρώπινα, εξηγημένα (κι ευλογημένα, απ’ αυτούς) πράγματα.
Αλιεύω πάραυτα κάποια συμβάντα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου τα οποία ανήκουν στην υπό εξέτασιν κατηγορία των «αχρήστων».
Τις προάλλες πήρε τ’ αυτί μου (μήπως από τον κ. Νομάρχη;) σε μια διασκεδαστική ομήγυρη εμπόρων και δημοσιογράφων πως: «ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός σχεδόν ξεκίνησε από την Κοζάνη και με τα καραβάνια πήγε στην κεντρική Ευρώπη μεγαλούργησε, διέπρεψε, διαδόθηκε και γύρισε πίσω». Κάτι τέτοιο. Κανείς από την «τοπική δημοσιογραφική, μόνιμα πειναλέα, κρίσιμη μάζα» (συνεχώς τραπεζώνεται από τους υπό ιδιοτελή αυλο-βλακο-κολακείαν χρήστες τους -διετέλεσα κι εγώ κάποτε πειναλέως συνδαιτήμων του αείποτε ευλαβούς βουλευτού, και δυστυχούς πολιτευτού κ. Ρούλη Κοκελίδου-) είπε τι, και τι να πει, αφού το πλείστον τους στην παχυλή μη γνώση πάντων κολυμπούν· κι είναι η συντεχνία που ενετάχθη ασφαλιστικά στην κατηγορία των επιστημόνων και συν-απεργεί κατά καιρούς μ’ αυτούς! Τι είναι αυτά που φορές ξεφεύγουν από το έρκος των οδόντων των επωνύμων; Δεν είναι η άγνοια αλλά η ευκολία με την οποία δίδεται στο κοινό το κενό της σκέψης. Η νοσογόνα αυτή κατάσταση ενδημεί στις «ανώτερες» δημόσιες τάξεις κι επιδεικνύεται με τόση έμφαση και συχνότητα ως σημαία και σήμα κατατεθέν της ημιμαθείας, μητέρας πάσης εν γράμμασι, παθήσεως.
-Μυστήριον ξένον!
Ακουσα εσχάτως, ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος Α πρ. «Προς της Ερήμου πολίτης»)
«Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης τω λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού. Δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα».
Τις ανακρίβείες στο ιστορικό και ...σωστικό πεδίο και την εξ αυτού τούτου ασχετοσύνη του συντάξαντος το τροπάριο, αποδείξαμε σε προηγούμενη επιφυλλίδα στο «Θάρρος» του νυν Δεκεμβρίου. Αλλο είναι τώρα το θέμα.
Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωήλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας.
Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα.
Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του.
«Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα».
Το έχουν ανάγει σε ναρκισσιστική φάμπρικα οι τοπικοί αρχιεπίσκοποι να εισάγουν νέα τροπάρια των αγίων που προστατεύουν την πόλη τους, κυρίως στις ημέρες της δόξης τους, λες και δεν τους έφτανε το ειδικό του αγίου, αναγνωρισμένο κι ευλογημένο πανταχόθεν. («Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος…»). Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούν να επιβεβαιώνουν, όμως, τη δική τους επικυριαρχία στους πιστούς στο Θεό αλλά εν εκκλησίες υπηκόους τους, ότι εδώ γίνεται κάτι το εντελώς θεοτικό και σπουδαίο σε και(ε)νοτομία κ.λπ.
Πριν από χρόνια η ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης, μετά την ενοποίηση του Ολυμπιακού και του Μακεδονικού το 1964, είχε πλέον κοινό ύμνο, όπως είθισται σ’ αυτά τα ομαδικά, θορυβώδη κι εξαιρετικώς υβριστικά προς τα θεία, σπορ.
Κοζάνη τηνέ λένε
την ομάδα του Βορρά
που θα φέρει στη Κοζάνη
πρωταθλήματα πολλά ...κλπ.
(Στον βίο της διέπρεψε όντως, αλλά στα πρωταθλήματα Γ’ ερασιτεχνικής και λίγο πιο κάτω Δ’ ας πούμε, εκεί που συν-αγωνίζονταν, αυτή η Δημοτική ΠΑΕομάδα στις μέρες μας, με τις ομάδες των κοινοτήτων με τις οποίες συνέπηξε στη συνέχεια τη Δημοτική Καποδιστριακή Ομάδα).
Κανείς τότε από την πόλη δεν διανοήθηκε να επιβάλει αυτόν στις ποδοσφαιρικές ομάδες των χωριών του νομού να «λέγετος» με όλη την τέχνη της κακοφωνίας που διαθέτουν οι συνήθως βραχνιασμένοι κι οξύθυμοι οπαδοί τους, και μόνο γιατί ήταν ο ύμνος της πρωτεύουσας ποδοσφαιρικής πόλης. Λ.χ. στον Κένταυρο Πρωτοχωρίου, στον Μέγα Αλέξανδρο Λευκοπηγής, ή την ...Δόξα Δράμας Αγίας Παρασκευής, μιλώ για τις ομάδες που γνωρίζω, καθότι σ’ αυτές ποδοσφαιρο-ανδρώθηκα, όπως καλή ώρα επιχειρείται να επιβληθή από την μητρόπολη εκκλησία στις εκκλησίες των κοινοτήτων και σε βάρος του τοπικών αγίων, οι οποίοι πιστεύω ότι θα ενοχλούνται σφόδρα απ’ αυτήν την ψαλτική εισπήδηση. Βέβαια οι πλείστοι εφημέριοι έχουν γραμμένη κανονικά αυτήν την οδηγία, στα παλιότερα των υποδημάτων τους, ίσως κι αλλού, καθότι φοβούνται και την οργή του άϋλου μεν, αλλά πραγματικού, πολιούχου αγίου τους, ο οποίος με το δίκιο του οργίζεται από αυτό τον αθεολόγητο κι αθέμιτο ανταγωνισμό.
Κάποια χωριά και κώμες έχουν μέχρι και δικό τους του ύμνο. Ακουσα το «Μαρς» του Βελβεντού, χαριέστατο, σε στίχους του εγχώριου ποιητού Ν. Φυλακτού. Η αρχαία πόλις της Αιανής, της οποίας δεν διασώθηκε ο εθνικός της ύμνος τότε, στα νεότερα χρόνια την τραγούδησε ο αείμνηστος Τ. Γκατζόφλιας (Εκτελούντε πάσε μεταφορέ με τρίκυκλο, ομοίως και λαϊκά λυπυτερά και μη άσματα), με την μονομελή, συνήθως μπουζουκική μουσική του ύπαρξη (κάποιες φορές είχε κι ένα τυμπανιστή κι άλλοτε μια ντιζέζ ξέχειλη στήθους), τα κυριακάτικα απογεύματα στις αυτοσχέδιες ταβέρνες στα χωριά της Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, ως: «Αιανή Αιανή έχεις καλό τυρί». Δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα αρχαία της γιατί τότε σίγουρα θα την τραγωδούσε ως «Αιανή, Αιανή με το αρχαίο το πολύ». Αλλά και το τυρί δεν ήταν λίγο για την αρχαία πόλη, αφού στον κτηνοτροφικό τομέα την συναγωνίζονταν η όμορος Ροδιανή (σήμερα είναι η συμπρωτεύουσα του ευρύτερου Δήμου Αιανής) και φυσικά στους καιρούς μας την ξεπέρασε αφού διατηρεί σύγχρονο τυροκομείο, ο Ντίντσκος, έχει δε περιπλέον και ναϋδριον στη μνήμη του αγίου Μόδεστου, προστάτη των μικρών και μεγάλων κατοικίδιων ζώων: βόδια, γελάδια, πρόβατα, γίδια, γομάρια κ.λπ. στις 15 Δεκεμβρίου προσέρχονται, έλλογα και άλογα, κι επιδίδονται σε πανύχιους εσπερινούς μετά γλυκυτάτων ψαλμών και τρυφερών ογκανημάτων.
Επίσης η Πρωτεύουσα πόλη Κοζάνη που δεν ηξιώθει του Δημαρχείου εισέτι, δεν επέβαλε στα χωριά να άδεται καλλίφωνα ο δικός της ύμνος: «Της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά...» που κάποτε τον άκουγα στην έναρξη του προγράμματος του Ρ/Σ της τοπικής ΥΕΝΕΔ και τώρα επιβιώνει μόνον στο οπισθόφυλλο του ετήσιου «Δυτικομακεδονικού Ημερολογίου» που εκδίδει η οικογένεια Αν. Μπέλλου.
Ούτε κι εδώ επιχειρήθηκε ακόμα κι όταν η πόλη αιχμαλώτισε δια του «Καποδίστρια» τα γύρωθεν χωριά της και τα ‘φερε στο δικό της δημοτικό μαντρί.
Παρ’ όλα αυτά.
«Καρδία του χειμώνος Χριστούγεννα, Αις Βασίλης, Φώτα...» (2)
Είμαστε μία πόλη με σπουδαίο εμπορικό και διασκεδαστικό παρελθόν και παρόν στην οποία ο νιάημερος και οι αποκριές, βρέξει χιονίσει (Πάσχα- Χριστούγεννα), μας συνέχουν και μας διαπερνούν σε όλες τις εκδηλώσεις. Φέτος οι δημοτικές κι εμπορικές αρχές έφεραν μια βάρκα-κούνια (η λεγόμενη κούνια που τους κούναγε), μεγάλη σαν γαλέρα (κι ως γνωστόν πρέπει να ‘σαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα), με πειρατές ζωγραφισμένους κι έτοιμους να διασπαράξουν τους καταναλωτές της πόλης, και ένα κύκλω περιφερόμενω καρουζέλ οχημάτων και το έστησαν στην πλατεία. Δεν μας φτάνουν οι μόνιμες ρυπαρές καταλήψεις του ελεύθερου χώρου, από τις κάθε είδους κινητικές ή ακίνητες αηδίες των περιπτέρων! Ετσι είπαν να μας διασκεδάσουν τις μέρες των εορτών. Τα παιδιά ανεβαίνουν, δωρεάν, στη μεγάλη βάρκα χωρίς κουπιά και πανιά και λάμνουν προς το πέρα δώθε του πουθενά. Οπως η πόλη κι η χώρα που λάμνει χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, δίχως έρμα και σε μια διαρκή, εορταστική, τριφηλή μακαριότητα κι αργία, παχαίνει.
Όμως την προπαραμονή των Χριστουγέννων η μεικτή χορωδία Ελίμεια (μαέστρος ο κ. Παφίλης κι ένας ακορδεονίστας τους συνόδευε), στον δημοτικό Αχυρώνα που χτίστηκε στην πλατεία για να θυμίζει Εκείνον («Είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό/αμελημένο, κι οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό» Τ. Παπατσώνης «Στο βουνό των ελάτων λίγο πριν από τα Χριστούγεννα»), μας θύμισε πως έχουμε εντελώς Χριστούγεννα και πνευματικά με ύμνους απ’ όλη την παγκόσμια μουσική φιλολογία κι όχι μόνον τη Βυζαντινή («Ευφραίνεσθε δίκαιοι ουρανοί αγαλλιάσθε…). Την παραμονή, την ωραιότερη μέρα του χρόνου («Είσαι ωραία σαν την παραμονή των Χριστουγέννων»), η Πανδώρα στα κόκκινα, μπροστά από μια Φάτνη κι ένα …έλκηθρο (τέλος πάντων) παιάνισε τα τραγούδια της μέρας, διαχέοντας παντού τόνους τους τόνους της νοσταλγίας. Το «Χιόνια στο καμπαναριό» με κάνει ακόμα και κλαίω. Τον πεζόδρομο δε διέρχονταν όμιλοι σοβαρών, μαυροντυμένων με τα λάβαρα τους, οι σύλλογοι ποντίων και μικρασιατών, οι μόνοι εκπαιδευμένοι στις παραδόσεις και την ιστορία τους, που έλεγαν τα τόσο ωραία τους κάλαντα.
***
Επειδή για μη ευρυχωρία των δημοσίων αισθημάτων διακρίνομαι, εκ τούτου χρησιμοποιώ ευχές και λόγια τρίτων για να ευχηθώ. Αντιγράφω την κάρτα που έλαβα από τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης που δείχνει να ξεχωρίζει από όλες τις άλλες για το μήκος της ευαισθησίας, το πλάτος του λυρισμού και το βάθος του νοήματος (άλλωστε τι Σύνδεσμος Γραμμάτων θα ήταν;).
«Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα και τα ελπιδοφόρα μηνύματα που θα διαλαλήσουν χαρμόσυνα οι χρυσόφωνες καμπάνες ας γεμίσουν την ψυχή μας με χαρά και αγαλλίαση, ελπίδα και αγάπη και ας ευχηθούμε να φθάσουν σε ολόκληρη την οικουμένη ώστε το Πανανθρώπινο αξίωμα της Αδελφότητας να κατακτήσει τις καρδιές μας, να γίνει το πύρωμα του νου και οδηγός των ανθρωπίνων πράξεων». Μήπως βέβαια ν’ αρκεστούμε σ’ ότι επισημαίνει ο Μπόρχες που το σκέφτηκαν κι οι Τσέστερτον και Ουίτμαν, «πως αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ότι υπάρχουμε είναι τόσο μεγαλειώδες, ώστε καμιά κακοτυχία δεν πρέπει να μας αποδεσμεύει από την οφειλή κάποιας εγκόσμιας ευγνωμοσύνης».
-Αμήν…


Σημειώσεις

1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Εξάντας, είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;
2. Αλ. Ππδ. «Ερωτας στα χιόνια»