Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

"Κρίκοι στ' αυτιά μου μπήκανε κ.λπ..."


Και επί των ευαγγελικών ωταρίων της (Πέτρε βάλε την μάχαιραν στο θηκάρι οτι μάχαιραν έδωσες μάχαιραν θα λάβεις), κρίκοι τεράστιοι επικρεμάνται, και κοντογουνικόν στους ώμους, καθώς αυτή ταύτη παραλαμβάνει, όχι φυσικά έπαινον επιχωρίων καλλιστείων, αλλά επιταγή που σχέση έχει σχέση με τα παιδιά που έχουν ειδικές ανάγκες, καθότι προίσταται της υπηρεσίας αυτής, η πάλε ποτέ αντινομάρχης εκπολιτισμού των κοζανιτών εν γένει, από τα χέρια του πολυχρόνιου Δημάρχου Τσοτυλίου και άλλων ξεχασμένων κοινοτήτων του Βοίου, προσφορά της οικείας ΤΕΔΚ και ποδοσφαιρικού συλλόγου. Διαπορών ο προέδρος της ΤΕΔΚοζάνης, ονόματι κ. Σάββας Ζαμανίδης, κοιτά.
Εύγε, σχεδόν δέκα!
"Ελσα σε φοβάμαι Ελα σ' αγαπώ..." που έλεγε κι ο κ. Δ. Σαββόπουλος
και επί το εντελώς λογιότερον ο Λ. Αραγκόν έγραφε για "Τα μάτια (όχι τους κρίκους) της Ελσας"
Τόσο βαθιά τα μάτια σου πόσκυψα να πιώ πάνω
Κι είδα τους όλους ήλιους σ' αυτά ν' αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω...
κ.λπ.

Τα πιτοθραυστικά των ημερών


Κόζιανη που θα πει και γιδοτόμαρον

Ο ημέτερος σκληρός πυρήν του κοζανιτισμού (ο ημέτερος κεντρικός πυρήν που έλεγε κι ο αοίδημος Δ. Γκατζόφλιας οδηγός γκοτζαμάνη, ηχολήπτης συγκεντρώσεων, άριστος διασκεδαστής χωρικών με το μπουζούκι του συνοδευόμενος υπό ντιζέζ του τότε καιρού και του αεί παλουκιού), όπως εκπροσωπείται από το λαογραφικό και χορο-επιδεικτικό σύλλογο «Η Κόζιανη». Τη μάχαιρα έσυραν ομού επί της αθώας πίτας οι κ.κ. Δήμαρχος Κοζάνης και ο πρώην Υπουργός ΥΜΑΘ, νυν βουλευτής Ν. Τσιαρτσιώνης (αλήθεια ο ημετερότατος άγιος δεσπότης που ήταν;). Η σκηνή θύμιζε κάπως την κοπή κορδέλας σε εγκαίνιον δημοσίου έργου όπου σε ευθεία γραμμή κατά τύπον, αραδιάζονται καμιά δεκαριά κατεστημένοι (φορές και καθυστερημένοι του χρόνου και της σκέψης) «επίσημοι» κι όλοι κρατούν την τρυφερά ως κόρη ανήλικον, κορδέλα, σημειολογούντες πως: εδώ είμαστε όλοι, αλλά πρωτίστως ένας έκαστος, προς κοινή θέα, τέρψη και χλεύη αλλά και για κάθε ζήτηση. Η ονομασία του συλλόγου τονιζόμενη στην προπαραλήγουσα μάλιστα, δείχνει μια σκληρά γνησιότητα του είδους, όπως τα νταμάρια της Σκ'ρκας (σλαβιστί = βραχώδης προεξοχή, αλβανιστί = ύψωμα). Ευκαιρίας δοθείσης: Ετυμολογικά η οριστική ερμηνεία για την ονομασία της πόλεως ακόμα ερευνάται. Ανοίγω την «Ιστορία της Κοζάνης» του Π. Λιούφη. Αθήνα 1924.
α. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής μιαν ημέραν ...αίγαν δια των δέντρων δραμούσαν ιδόντες Κόζανη ή Κόζιανη το χωρίον ωνόμασαν· διότι κόζα μεν αίγα, κόζια δε δέρμα δηλοί βουλγαριστί.
β. Ανωθεν της κώμεως Σελίτσης (Εράτυρα) υπάρχει περιοχή στο βουνό της με την ονομασία Κόζιανη, ή μάλλον Παλιοκόζιανη, όπου εγκαταστάθηκαν το πρώτον, οι κυνηγημένοι από την Β. Ηπειρο και τα εκεί χωριά Κόσδιανη και Μπιθικούκιον (υπάρχει ακόμα και σήμερα) και στη συνέχεια ήρθαν στην περιοχή των Παλιόσπιτων ένθα τώρα έχουν το καθίδρυμά τους ο Σύλλογος Κασμιρτζίδις και πολλοί άλλοι γνήσιοι και μη καταπατητές του χώρου.
γ. Οι Τούρκοι καλούσαν την πόλη Κόζανα από το Κοζ(κάρυον= το καρύδι ή η κάχτα, εντελώς κοζανιστί) και ανά (μήτηρ) δια το πλήθος των καρυών.
Επί των ανωτέρω τι έχουν να σιωπήσουν οι ευσταλείς χορευταί, αι θελκτικαί χορεύτριαι, καθώς και οι ασύδοτοι πιτοσφάχτες των ημερών;

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Πάνος Τζαβέλας. Αντάρτης μέχρι το τέλος


In memoriam Πάνου Τζαβέλα

Του Β.Π. Καραγιάννη

Επιτέλους μια παλικαρίσια αντιμετώπιση του μόνου βέβαιου κι αναπότρεπτου συμβάντος κάθε ζώντος οργανισμού, του θανάτου θέλω να πω. Εστω και στο επίπεδο της είδησης, αφού εκεί κι αν γίνεται ένας τέτοιος θλιμμένος εξωραϊσμός του, που αγγίζει τα όρια μιας αβάσταγης ελαφρότητας και γλυκεράδας. Συνήθως αναφερόμαστε με τα ρήματα: έφυγε, ανεχώρησε, πήρε το ταξίδι χωρίς επιστροφή· φορές για μια πιο λόγια αντιμετώπιση έγραφα (κούνια που με κούναγε δηλαδή) «πέρασε στο επέκεινα». Σιγά τα ωά. Εκεί που ο άλλος, ο όποιος άλλος, από αγαπητός έως κι εχθρός, με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις απλώς και εντελώς πέθαινε. «Βίωνε» δηλαδή την θνητότητά του στα όρια της κι από κει και ύστερα το μηδέν, δηλαδή τη μνήμη των άλλων, που είναι και η μόνη αθανασία.
Διαβάσαμε στο «Θάρρος» της 29ης Ιανουαρίου την “Δήλωση Θανάτου» του Πάνου Τζαβέλα από την εδώ εναπομείνασα συγγένεια του, τον Στέφανο, την Μαρία. Οπως κάνουμε τη δήλωση γεννήσεως, τη δήλωση γάμου ή τη δήλωση εξαφανίσεως στο Δημαρχείο. Αυτά τα οριακά γεγονότα λέγονται με το όνομα τους
Μια παλικαρίσια δήλωση που πήγαινε με τον Πάνο Τζαβέλα, παλικάρι σ’ όλο του το βίο του, με τα όλα του και με όλη τη σημασία του λόγου, αφού πέρασε μέσα από όλες τις μυλόπετρες της ζωής του επαναστάτη και σχεδόν σωματικά κουρελιασμένος άντεξε σ’ όλες τις φάσεις του βίου: στον ΕΛΑΣ, στο δημοκρατικό στρατό, στις φυλακές ήταν πάντα παρών, ακατάβλητος. Οπου τον καλούσε το καθήκον στον πόλεμο και σε ειρήνη ποτέ από το χρέος του μη παραμερίζοντας. Ακόμα και σ’ αυτές τις ασήμαντες περιστάσεις του βίου του, που τον είδα μια τελευταία φορά στην Αθήνα, σε κάποιες εκλογές. Σε ένα Δήμο του Πειραιά, όπου παρευρίσκονταν στο εκλογικό τμήμα ως εκλογικός αντιπρόσωπος των ιδεών του, από τις οποίες ποτέ δεν απομακρύνθηκε. Ναι, ακόμα και εκλογικός αντιπρόσωπος! Οταν με είδε και κάπως με γνώρισε ή και με παραγνώρισε, φώναξε με τη βροντώδη φωνή των τραγουδιών του που ξεσήκωναν:
- Γειά σου πατρίδα Κοζάνη...
***
Αντιγράφω εξ ολοκλήρου από την ΑΥΓΗ της 29ης Ιανουαρίου 2009 ένα κείμενο του Σταμάτη Μαυροειδή.

Αντάρτης μέχρι το τέλος...

Πάνος Τζαβέλας: Ένας ακέραιος άνθρωπος, ένας μαχητής της αριστεράς που βίωσε με απερίγραπτη γενναιότητα τη φρίκη των φυλακών, τα βασανιστήρια, και τις ατέλειωτες εξορίες, πέθανε το μεσημέρι της Τρίτης. Το αγγελτήριο του θανάτου του, έφθασε στα γραφεία μας λίγα μόλις λεπτά πριν αυτή η εφημερίδα πάρει τον "έκτακτο" δρόμο του πιεστηρίου. Προλάβαμε χθες μια μικρή μόνο φωτογραφική αναφορά στο πρόσωπό του. Ο Πάνος έφυγε όρθιος, μετά από μια εξαιρετικά σύντομη παραμονή στο νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός”. Ήταν 84 χρόνων. Υπήρξε θρέμμα μιας συγκλονιστικής γενιάς, μιας γενιάς θυσίας, προσφοράς και στερήσεων. Την άντεξε καρτερικά μέχρι τέλους, έχοντας αποκούμπι-μπάλσαμο για την ψυχή του, την ποίηση και το τραγούδι. Είναι αυτός που μπόλιασε τη γενιά της μεταπολίτευσης με τα αντάρτικα τραγούδια. Τραγούδια που ο ίδιος θεώρησε υποχρέωση να τα καταγράψει και να τα αποδώσει στον λαό, τον πραγματικό δημιουργό τους. Ο Πάνος Τζαβέλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Με την κήρυξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου εντάσσεται στην ΕΠΟΝ και τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με το Δημοκρατικό Στρατό, τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται το δεξί του πόδι. Ακολουθεί φυσικά η γνωστή καταδίωξη που επιφύλασσε σε όλους τους αριστερούς το τότε δεξιό καθεστώς. Έχοντας ήδη καταδικαστεί τρεις φορές σε θάνατο προβάλλεται από τη νόσο του Burgen και το 1959 αναγκάζεται να πάει στην τότε Σοβιετική Ένωση για να θεραπευτεί. Παρέμεινε όμως εκεί και μετά την αποθεραπεία του για να σπουδάσει μουσική και τότε ήταν που γνώρισε τον μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το ‘65 αλλά το '68 η χούντα τον συνέλαβε για «παράνομη δράση» εναντίον της και βρέθηκε και πάλι στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε το '71 λόγω «ανηκέστου βλάβης» της υγείας του και άρχισε να τραγουδά σε μπουάτ της Πλάκας μέσα σε ένα σχεδόν «συνωμοτικό» κλίμα. Έστω όμως και υπό αυτές τις συνθήκες καταφέρνει να μεταδώσει έναν αέρα και βέβαια την αγάπη του για την ελευθερία στο κοινό - κυρίως φοιτητές - που τον παρακολουθούσε φανατικά. Μετά τη μεταπολίτευση και δίχως φόβο πλέον συνεχίζει να ερμηνεύει τα αγαπημένα του αντάρτικα τραγούδια, τη μουσική επένδυση της Εθνικής Αντίστασης, μαζί με την τότε σύντροφο του Νατάσα Παπαδοπούλου. Στα «μαγαζιά» της Πλάκας όπου εμφανιζόταν γινόταν κυριολεκτικά «λαϊκό προσκύνημα» από ένα πλήθος το οποίο ανάπνεε επιτέλους ελεύθερα μετά από επτά χρόνια δικτατορίας και ήθελε να γνωρίσει αλλά και να επικοινωνήσει με τα τραγούδια μιας άλλης εποχής, ήδη μακρινής μεν αλλά όχι και ξεχασμένης, κατά την οποία ο αγώνας για αυτή την ελευθερία δεν ήταν μόνον ανάγκη αλλά και καθημερινή πραγματικότητα και πρακτική.
Ο Τζαβέλας υπήρξε πάντα συνεπής με τον εαυτό του, την ιδεολογία και τις απόψεις του και αυτό ήταν φανερό τόσο στις επιλογές του τραγουδιών άλλων τα οποία ερμήνευε με τον μοναδικό, «επαναστατικό» του τρόπο όσο και στα όχι και τόσα πολλά που έγραψε ο ίδιος. Πιο χαρακτηριστικό από τα τελευταία το «Καλέ Άνθρωπε Κυρ Παντελή», μια σαρκαστική σάτιρα αλλά και ανηλεή επίθεση στον μικροαστισμό και στα ατομικιστικά ιδεώδη του. Ήταν εκείνος που όχι μόνον έφερε ένα είδος τραγουδιού σχεδόν άγνωστο στους πολλούς στο προσκήνιο αλλά και έδειξε ότι περιείχε στοιχεία μα και διαχρονικές αξίες τα οποία το έκαναν επίκαιρο και σημαντικό και σε μία κατά πολύ μεταγενέστερη εποχή. Δυστυχώς όμως το μεταπρατικό σύστημα της μουσικής είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί και πάρα πολλοί άλλοι, άσχετοι ως και εχθρικοί απέναντι σε αυτό, άρχισαν να «πηδούν στο τρένο» του αντάρτικου τραγουδιού μετατρέποντας το σε μόδα. Έτσι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70 ο κόσμος είχε πια κορεστεί από αυτό με αποτέλεσμα να χάσει το ενδιαφέρον του. Η «χρυσή εποχή» για τον Πάνο Τζαβέλα είχε πλέον περάσει οριστικά...

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Οι τρισήλιοι παγκόσμιοι φωστήρες κι οι πολυγράμματοι επιχώριοι λαμπτήρες




Και εις την Σύρον (άγιος Νικόλαος) και εις την Κοζάνη (άγιος Νικόλαος) ανισοϋψώς εικονογραφούνται οι τρεις ιεράρχες. Στην νήσον να εξέχει ο Γρηγόριος (ποιητής) και στην στεριάν ο Χρυσόστομος (φιλόσοφος). Ο Βασίλειος (παντογράφος) στάσιμος. Ας μας πει κάποιος θεολόγος (ευλαβής) κι όχι αρχιερέας (κατά τεκμήριον ανευλαβής) γιατί αυτό;


Στο πνεύμα που επιβάλλει ο υγιής εμπορικός ανταγωνισμός, οι ανώτατοι θεσμοί πνεύματος της πόλεως (οι και τοπικοί φωστήρες, δηλαδή λαμπτήρες, καλούμενοι), συναγωνίζονται αλλήλοις με αφορμή την εορτή των τριών Ιεραρχών, που ονομάζουν και γιορτή των γραμμάτων κι εμείς την ακούμε ως γιορτή των κολλυβογραμμάτων, που τους μαθαίνουν και των άχρηστων πτυχίων που τους διανέμουν. Το Πανεπιστήμιον έχει ανήμερα της εορτής, 30 Ιανουαρίου, την τελετή του, ενώ το ΤΕΙ την παραμονή. Κι αυτό δια την ευταξία του πράγματος. Κοινός ας πούμε παρανομαστής των εκδηλώσεων, η κλασσική μουσική (αυτή τους μάρανε), με την οποία και οι δύο διανθίζουν τις επίσημες τελετές τους. Ετσι θα την ακούσουν και θα την απολαύσουν -ξύπνιοι εννοείται- οι ευαίσθητοι και τρυφεροί ακροατές της γραφειοκρατίας και του δημόσιου πρωτοκόλλου, τα μέλη των οποίων είναι λίαν ευαίσθητα σ’ αυτά τα ακούσματα, τα οποία έχουν στην αμέσως επόμενη κλίμακα μετά το αποκριάτικο βουητό και τους ήχους των κέντρων διασκεδάσεως, (βλέπε τα σκυλο-ξεφαντώματα πρώην Υπουργού παιδείας- αυτόν που προσφυώς εφημερίδες των Αθηνών ονόμαζαν και γουρνοκεφαλή, όστις σε εγκύκλιό του αποκαλούσε τον Ιωάννη Χρυσόστομο Ιωάννη Θεολόγο), ένθα γίνονται οι παντοειδείς χοροί στους οποίους και διαπρέπουν ατιμωρητί. Το Πανεπιστήμιον έχει σύμμαχο το Δημοτικό ωδείο και ιατρικού λόγου ομιλία, ενώ το ΤΕΙ το ωδείο Δ. Δημόπουλου και επί τεχνολογικών θεμάτων ειδικόν αγορητήν. Κανείς επί γεωργικών που σφύζουν από επικαιρότητα. Διαδηλωτές, καταληψίες, ήπιοι κουκουλοφόροι, μπαχαλάκηδες και λοιποί ταραξίες, που βόσκουν σ’ αυτήν την χλωρίδα των γραμμάτων, θα γίνουν δεκτοί μόνον αν έχουν τα όπλα τους παρά πόδα και αν κρεμάσουν τις κουκούλες και τ’ αμπεχόνια στις κρεμάστρες εισόδου ή στην άκρη των ευσταλών ροπάλων της αστυνομίας. Ενισχύσεις για την τήρηση της τάξεως διαθέτει, άμα χρειαστεί φυσικά, και η σιδηρά οργάνωση του ΚΚΕ –ΚΝΕ («Τα γενναία παιδιά της ΚΝΕ που λένε στη ζωή το μέγα ΝΑΙ» για να θυμηθούμε και τον Γ. Ρίτσο που έχει τα εκατοντάχρονά του φέτος) με τα άκαμπτα ρόπαλα και τα λυγερά καδρόνια, τα οποία τα έχουν, όπως είπε κι ο Μ. Γλέζος, για να φυλάνε τα τομάρια τους…

***
Παλιές γραφές, τέλος δεκαετίας του 1990, ήγουν απόσπασμα από ομιλία στο αμφιθέατρο του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, μια παρόμοια παραμονή, επί προεδρίας κ. Κ. Δελίδη με γενικό τίτλο: «Η μπαλάντα των παλιών, λυπημένων, αδιάβαστων βιβλίων». 1

***
…Eδώ ας σταθώ λίγο για μια θεμιτή παρέκβαση. Σ’ εκείνους τους χώρους της Δημοτικής Bιβλιοθήκης Κοζάνης οι πιο μεγάλοι σε διάσταση τόμοι αρχαίων βιβλίων, είναι τα άπαντα του Mεγάλου Bασιλείου και του Iωάννου Xρυσοστόμου (opera omnia). Tεράστια βιβλία στη λατινική και την ελληνική. Δεν ξέρω αν σημειολογικά δηλοί κάτι αυτό και έχει σχέση το μέγεθος της έκδοσης με την έκταση του πνεύματος των συγγραφέων.
Eίναι και η βραδιά απόψε παραμονή εκείνων των αγίων που θεωρήθηκαν φωστήρες της τρισήλιου θεότητος. Eίναι όμως γιορτή των γραμμάτων. Aς μας συγχωρέσουν οι από κοινού εορτάζοντες άγιοι που δεν θα διεξέλθουμε τους βίους τους, τα κοινά μηνύματα, την προσφορά τους. H σχέση μου μ’ αυτούς είναι εντελώς επιφανειακή και σχηματική, όμως και από τους τρεις κρατώ ένα μικρό ενθύμιον γνώσης ή προτροπής. Συγχωρέστε τη ρηχή αναφορά σε αυτούς τους φιλοσοφικούς και πατερικούς ογκόλιθους της εκκλησίας. Mικρός που μας πηγαίναν στην εκκλησιά, με το δημοτικό σχολείο κάθε Kυριακή, στεκόμουν μπροστά σε μια μεγαλη εικόνα των τριών ιεραρχών. Πάντα απορημένος ακόμα και σήμερα και κατά τι ενοχλημένος. O ζωγράφος είχε τον συνόματό μου άγιο πρώτο μεν εξ αριστερών αλλά ο μεσαίος I. Xρυσόστομος ήταν ψηλότερος. Aρα και ανώτερος. Hξερα ότι κι οι τρεις αγιολογικά είναι ισόβαθμοι. Γιατί άραγε ο M. Bασίλειος αλλά και ο Γρηγόριος ήταν χαμηλότεροι του Xρυσοστόμου. Bέβαια εγώ νοιαζόμουν, με σχεδόν φίλαθλο πνεύμα η δική μου συμπάθεια να υπερέχει των άλλων, αφού αυτός είχε τον τίτλο του Mέγα. Aρα... κ.λπ. Eλάχιστοι ναοί είναι αφιερωμένοι σ’ αυτόν γι αυτό και συγκινούμαι ιδιαίτερα με τον καθεδρικό ναό του Aγίου Bασιλείου της Mόσχας ή με εκείνον τον αγαθό μοναχό Bασίλειο στη μονή της μεγίστης Λαύρας στο Aγιο Oρος, οικονόμο των ταλαιπωρημένων ψυχών που καταφεύγουν σ’ αυτόν για εξομολόγηση. Kάθε Πρωτοχρονιά προσπαθώ να μη χάσω το τροπάριό του: “Εις πάσαν τη γην εξήλθεν ο φθόγγος του...”. Διαβάζω για το καλό δε του χρόνου μη και μας βρει ο νέος να κάνουμε άλλη δουλειά πλην αυτήν που καθημερινά βιώνουμε, ένα φιλοσοφικό του δοκίμιο μάλιστα σε κοσμικές εκδόσεις. Aπό φοιτητής έχω τους τόμους από τα άπαντά του. Aδιάβαστους φυσικά. Tους αγόρασα με ένα αίσθημα θρησκευτικό. Oπως αγοράζεις τις εικόνες στο σπίτι. Δεν τις δίνεις τη σημασία που έχουν στην εκκλησία. Στο σπίτι το διακοσμούν ή την επιφανειακή μας μεταφυσική αγωνία ή ουδετερότητα διαλαλούν. Eτσι και τα βιβλία του Mεγάλου Bασιλείου. Tα αντιμετώπιζα όπως τις εικόνες.
Aπο το Θεολόγο Γρηγόριο κρατούσα ως θραύσμα γνώσης από τον πολύπαθο βίο του, τη στάση που κράτησε προς τους πρώην διώκτες και υβριστές του. όταν έγινε Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως. Oταν τον ρώτησε ο κύκλος του τι θα κάνει, πως θα εκδικηθεί εκείνους που τον κυνήγησαν, ταλαιπώρησαν, εξόρισαν, απάντησε πως: H μόνη μου εκδίκηση ήταν ότι μπορούσα να τους εκδικηθώ κι αυτό αρκεί. Mια απάντηση που με κρατά από το βαθύ ανθρωπιστικό μήνυμα. Δεν λέω χριστιανικό απαραίτητα αφού είναι μια οικουμενική αλήθεια. Προσπαθώ να την τηρήσω στο βίο μου, αν και δεν μας έτυχαν τέτοιες οριακές ευκαιρίες για να δοκιμάσουμε την υποκρισία μας και πόσο αυτή αντέχει στη δοκιμασία, χωρίς την άσκηση της αυτογνωσίας και της απλότητας που είχαν ως κανόνα τους οι μεγάλοι αυτοί άνθρωποι και ιεράρχες. Aπό την άλλη προσπερνώντας το θεολογικό του έργο από αδυναμία, αφήνεσαι στο ποιητικό του κι είναι αυτός από τους πρώτους μεγάλους ποιητές της ελληνικής γλώσσας αμέσως μετά τους αρχαίους τραγικούς. Yπήρξε ο λογοτεχνικότερος των πατέρων της Eκκλησίας και ως εκ τούτου με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για να εκφράσει, όπως λέει τις σκέψεις με συντομία, να δώσει στους νέους φίλους του των γραμμάτων ένα τερπνό και ωφέλιμο ανάγνωσμα και τρίτο για ν’ αποδείξει ότι οι χριστιανοί δεν υστερούν των εθνικών ποιητών.
Tου Xρυσοστόμου με συναρπάζει ο «Kατηχητικός Λόγος» που με τόση θεατρικότητα διαβάζουν στο τέλος της αναστάσιμης λειτουργίας οι παπάδες κι επαναλαμβάνει το εκκλησίασμα “Eπικράνθη ο Aδης” και “Που σου Aδη το νίκος” κ.λπ. Aυτό το υπέροχο μήνυμα ελπίδας που συνοδεύει την Aνάσταση ή την προσδοκία της. Tην όποια ανάσταση ή επανάσταση ακόμα κι αυτή την ταπεινή αλλά συγκλονιστική, φυτών και λουλουδιών του Eλύτη, κάτ’ έτος. Tον είχα από την εποχή της στρατιωτικής μου θητείας δακτυλογραφημένο. Kαι τον έχω κάτω από κάθε ντοσιέ και σε κάθε γραφείο που κατασταλάζω. Στις επανειλλημένες εκκαθαρίσεις αυτών ο Λόγος παραμένει. Kιτρίνησε το χαρτί. Oμως δεν έχω σκοπό να τον στερηθώ. Eίναι ο λόγος της ελπίδας και της παρηγορίας. Kανείς ακόμα και οι πλέον αυτάρκεις που αδιαφορούν γι αυτήν δεν μπορούν να προσπεράσουν το μήνυμα του. Iσως και γιατί ως ένα σημείο μας συμφέρει. Aφού μας επαναπαύει στον καθημερινό μας υλισμό με την γαλαντομία και την ανοιχτόκαρδη αντιμετώπισή μας από τον κριτή Kύριο .... “Φιλόστοργος γαρ ων ο Πατήρ δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον, αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει· κι εκείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί”.
Aυτά δυστυχώς μάζεψα από την προσωπική μου συλλογική για τους τρεις Μεγίστους. Iσως επιλέγω από τους δασκάλους τα εύκολα που μπορώ να διεξέλθω χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

1. Ένα έτος διετέλεσα δάσκαλος στο οικείο ΤΕΙ, κάπου το 2004 με 2005, διδάσκων το μάθημα της «Νεότερης Ελληνικής Λογοτεχνίας». Ω, οι ωραίες μας μέρες! Εκεί είδα και τι γνώσεις έχουν και τι παρέχουν. Την επόμενη χρονιά ο κύριος Ηλεκτρονικός Υπολογιστής μου απέρριψε την αίτηση, γιατί λέει τι δουλειά και σχέση έχει ένας νομικός με την λογοτεχνία; Ελα ντε! Αυτά είναι δουλειές των φιλόλογων και των φιλολογίνων. Ξανά, έλα ντε…

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

“Γεννήθηκα στη Σαλονίκη…”



“Γεννήθηκα στη Σαλονίκη…
Οχι βέβαια! Αλλά εκεί είμαι συνεχώς.

ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Οι αγρότες απειλούσαν γενικώς αλλά δεν είχαν ακόμα κόψει ειδικώς την Εγνατία Κοζάνη-Θεσσαλονίκη. Οδός καθαρή μόνον ομίχλες, ακόμα και στα τούνελ.
Η βροχή πότε να αρχίζει και πότε να σταματά σε όλη τη διαδρομή· τα σύννεφα γεμάτα.
Λιμάνι…
Με κρατούν πάντα οι επιβατηγοί σταθμοί στα λιμάνια
άδειοι καθώς περιμένουν προς το πουθενά να φύγουν
με αξιοπρέπεια και του ξεχασμένου την υπερηφάνεια
κι οι αδιευκρίνιστες σιωπές με ομίχλες τους τυλίγουν

Στο ανακαινισμένο καφέ του Μουσείου Φωτογραφίας ο εσπρέσσο κατέβηκε στο 1,5 ευρώ. Σαίξπηρ “Κυμβελίνος”. Το νερό σε μια μεγάλη έκθεση φωτογραφίας από τη χημεία του έως τις καταστροφές. Στα ύδατα του λιμανιού πλοηγοί ράθυμοι.
Με τον Αντν. Κλφ (χείμαρρος ωραίων λόγων, πραγμάτων, καταστάσεων) ψάχνουμε για σκεπασμένα γκαράζ τα οποία βέβαια σε ρημάζουν στα τέλη. Τα ανοιχτά τα πιάνει η βροχή κι αν το παράθυρο δεν κλείνει…
Στο πατάρι του Βιβλιορυθμού -το τρίτο πατάρι σε 8 μέρες. Εκεί δυο φορές πριν με τον Ηλία Κτσκ. στις “Βραδιές ωραίων λέξεων”, απαγγελίες ποιημάτων· την πρώτη “Ο φύλακας των βιβλίων”, τη δεύτερη με “Το ελεγείο της ανέφικτης ανάμνησης του Χ. Λ. Μπόρχες.
Τεράστιος ο χώρος όπου κυριαρχούν τα σχολικά βοηθήματα. Λίγες καρέκλες στη αρχή κι ένα μοναχικό εν σιωπή πιάνο. Σε λίγο ο τόπος ανοίγει, μεγαλώνει σαν αρμόνικα («Κι οι νύχτες μεγαλώνουν, μεγαλώνουν σαν αρμόνικες…» Μ. Ανγνστκς). Οι καρέκλες πλήθυναν ραγδαία και στήθηκαν κατά τριάδες σαν λόχος παραταγμένος για συσσίτιο. Ο χώρος γεμίζει ασφυκτικά.
Ηρθαν όλοι αφού ήρθαν αυτοί που έπρεπε και ήταν τόσοι που ήταν και πολλοί.
Δ. Καψάλη “Ολα τα δειλινά του κόσμου», εκδ. Αγρα
Το ξέρω, μέσα μου βαθιά το ξέρω·
δεν ξέρω μόνο πως να σου το πω.
Την ίδια ώρα* στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο κάτι σαν γιορτή για τον Λ. Κύρκο. Θα ήμουν εκεί, αν δεν ήμουν εδώ, όπως παλαιά, πολύ παλαιά εκεί...

Ο ΛΟΓΟΣ και η αιτία

Δήλωση: Στην πόλη αυτή νιώθω εντός έδρας, ψυχικά.
Είμαι κάτοικός της σώματι τακτικά και πάντα ταξιδιώτης, στη μνήμη όμως και στην αναζήτησή της, δηλαδή στην άγρια και ιερή νοσταλγία της, μόνιμα περιφέρομαι σ’ αυτήν, η οποία συνθέτει με τον καιρό ένα σύνολο διαθέσεων που ξεκινούν από τον ασυλλόγιστο φοιτητικό χρόνο, φτάνουν στην ελεγχόμενη τρυφερότητά του και καταλήγουν στη χαρμολύπη της ενήλικης απωλείας του. Κάποτε έχουμε την ανάγκη μιας εξόδου είτε προς τ’ άστρα και τότε είμαστε κάτι σαν ποιητές ή τους ανίατα ονειρο-βαρεμένους, είτε στης γης τα χώματα και τα νερά επιμένουμε, άνθρωποι εντελώς και ευτυχώς. Θέλω να πω, για να το καταλάβω κι εγώ, πως ό,τι μας απογειώνει σαν επιθυμία και ό,τι μας προσγειώνει σαν πραγματικότητα κείται στο αυτό χρονικό διάστημα υλικής ύπαρξης και μη ύπαρξης. Το ενδιάμεσό της είναι μια διαυγής κατάσταση της ψυχής που παλινδρομεί μεταξύ αυτού που μπορεί κι αυτού για το οποίο καίγεται αλλά δεν το καταφέρνει, με αποτέλεσμα ν’ αφήνεται στο διαρκές του ανολοκλήρωτου. Τα εφικτά τα ζούμε για να ‘χουμε περιθώριο αργότερα να τα νοσταλγούμε. Τα ανέφικτα τα νοσταλγούμε για να ‘χουμε την ελπίδα πως θα τα ζήσουμε, όποτε, έστω.
Είμαι της πόλεως αυτής ένας μόνιμα επιστρέφων δια της νοσταλγίας και ταυτόχρονα απομακρυνόμενος από την πραγματικότητά της. Αυτή την αίσθηση διελκυστίνδα όσο μπορώ απλά την ζω κι ακόμα πιο αγαπητικά την καταγράφω.
Σ’ αυτή τη ζεστή ομήγυρη μέλος ενός άτυπου κουαρτέτου εγχόρδων λόγου, νιώθω την ανάγκη μιας μικρής απολογίας για ένα ψυχικό μου έγκαυμα, που έχει να κάνει με το πως συνέβη, να διαχειρίζομαι μια κοινότοπη ποσώς αλλά και τόσο θελκτική διάθεση της ψυχής, που άλλοι τη λένε νοσταλγία κι άλλοι της δίνουν αγαπημένα ονόματα, τα οποία διαφεύγουν προσώρας από την άμεση εμπειρία τους κι είτε ως όραμα απομακρύνονται κι είτε ως ψευδαίσθηση άπτονται.
Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως έχω μια ξεχωριστή σχέση με τη διάθεση αυτή, αφού το σύνηθες είναι η νοσταλγία να βιώνεται οικειοθελώς κι αυτοβούλως από τα έλλογα όντα (αλήθεια νοσταλγούν τα ζώα;). Σε μια φάση όμως του βίου μου έλαβα διαταγή να βιώσω αυτό το αίσθημα. Πως γίνεται αλήθεια αυτό; Δηλαδή να νοσταλγήσω κοιτώντας μάλιστα το πέλαγος, δηλαδή τον Κορινθιακό κόλπο, που για τη σκηνοθετική οικονομία παρίστανε τη θάλασσα της Ομηρικής Αυλίδας. Στον ελληνικό στρατό μου συνέβη αυτό, εκεί που σε διατάσσουν περιπλέον να πάρεις κάμψεις, να υποστείς τη δοκιμασία της αεροπορίας, να φυλάς σκοπός κ.λπ. Απ’ αυτό επεισόδια και ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων.
Ετσι η αγοραία διαπίστωση πως εκεί που σταματά η λογική αρχίζει ο στρατός, το να σε διατάζουν να νοσταλγήσεις ήγγιζε το ευλαβές παράλογο, αλλά και το εξαίσιο του πράγματος, στη φιλολογική του γενίκευση.
Θυμίζει στον παραλογισμό της, τηρουμένων των αναλογιών, δηλαδή της φάρσας και της τραγωδίας, εκείνη την ημερήσια διαταγή του στρατοπεδάρχου στη Μακρόνησο των πολιτικών εξορίστων, με την οποία απαγορεύονταν οι αυτοκτονίες, όπως το μνημόνευσε ο Αρης Αλεξάνδρου.
Αφού νοστάλγησα όπως όπως μαζί με άλλους 8 χιλ. στρατιώτες, κομπάρσοι στην ταινία του Μ. Κακογιάννη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» 1976, -πόσοι άραγε απ’ αυτούς σήμερα θυμούνται αυτό το λίαν λυρικό, κινηματογραφικό, και στρατιωτικό, ενσταντανέ του βίου τους – είδα ότι είναι εύκολο τελικά να ποδηγετείς ακόμα και τα πλέον απρόσιτα στην άμεση εμπειρία, συναισθήματά σου.
Διαπίστωσα πως μπορώ να επέμβω μηχανιστικά σ’ αυτά, να τα οικειοποιηθώ έως σφετερισμού. Ετσι αποφάσισα να μαζέψω εκτός από τις προσωπικές, τις οικείες και ξένες μνήμες -σπέρματα δηλαδή και θραύσματα από τις ζωές των άλλων, ένας εν επιγνώσει λαθρακουστής, στις ζωές των οποίων μπήκα, όπως ο κλέφτης και τις διεξήλθα σε τέτοιο σημείο, ώστε να νοσταλγώ τα ξένα συμβάντα σαν δικά μου και μάλιστα στο διπλάσιο. Μια του κυρίου και η άλλη του κατ’ επέκταση συγκυρίου κι αυτό εξ αφηγηματικής οικείωσης. Κι όλα αυτά χωμένα σε μια ενότητα αφηγήσεων πολλαπλών επιπέδων τόπων και χρόνων.
Ετσι προέκυψαν τα διηγήματα της συλλογής που ανέλυσε εν συνόψει με φιλολογική εμβρίθεια ο προστάτης και συν-παραστάτης μου μέγας Αντώνιος Κάλφας των εκδοτικών τραμογραμμάτων, των φλωμπερικών πειρασμών, των ποιητικών φαρμακειών του.
Τα πρόσωπα, οι τόποι, οι ιστορίες τα αισθήματα όσων περιφέρονται στα διηγήματα, διαπορεύονται σε μικρούς ορίζοντες, πλεούμενα μικρά κλειστής, αφηγηματικής θαλάσσης. Κινούνται χωρικά σε 3-4 τόπους και τοπία της μνήμης, δηλαδή της αδηφάγου νοσταλγίας, από την μεταπολεμική εποχή έως και την σήμερον. Η συνεχής συμβίωση με όλα αυτά μου προκάλεσε στην καθημερινή μου πράξη, κάτι σαν ψύχωση, (παράπλευρο κέρδος ή μήπως κι επώδυνο χάσιμο) σε σημείο ό,τι είχε σχέση με τη νοσταλγία γενικώς ένιωθα πως με αφορούσε λες κι ήμουν ο πλέον πρόσφατος πληρεξούσιός της επί των γραμμάτων, και την έψαχνα ακόμα και στις πιο αλλότριες καταστάσεις. Ομως τώρα διαπίστωσα, πως ο ωραίος ποιητής και πεζογράφος Γ. Βέης, κι αυτός σ’ αυτήν εντρυφεί με τα μόλις κυκλοφορήσαντα ποιήματά του με τίτλο «Ν, όπως Νοσταλγία».
Προσπαθώντας, τελειώνοντας, να προσδιορίσω το χρώμα της νοσταλγίας θα μπορούσα να πω πως είναι ίδιο με το χρώμα της αγάπης. Αυτό το αίσθημα ως μια εντελώς προσωπική κατάκτηση, είναι άχρουν αλλά ζείδωρο, όπως το νερό. Συνήθως παίρνει το χρώμα του φέροντος ψυχικού οργανισμού, όπως τα ρευστά το σχήμα του δοχείου που τα φιλοξενεί. Στην παραλία της Κορίνθου τότε ως κομπάρσοι όπου διετάχθημεν να νοσταλγήσουμε, όλοι μας είμασταν χωμένοι και χαμένοι ο καθένας στη δική του αγαπημένη αίσθηση προσμονής ή απώλειας. Τώρα καθώς είμαστε διαχυμένοι σε πολλαπλά επίπεδα αλλοτρίωσης στα τόσα διαφυγόντα κέρδη της ζωής μας, η νοσταλγία είναι το υπαρκτό κέρδος της ψυχής μας.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η Εγνατία της επιστροφής ανοιχτή. Οι γεωργικοί ελκυστήρες κοιμούνται ακόμη. Ομίχλη πυκνή στον Αξιό και το Λουδία. Στο Τρίτο ο Κ. Κνβρς διαβάζει ποιήματα της Αχμάτοβα από το αφιέρωμα του περιοδικού «Πλανόδιο» και παίζει τραγούδια του Τομ Γουέιτς από τα «Οrphans” του.
Αρα όλοι ήταν εκεί.

* Παρασκευή 23/1/2009 το βράδυ στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Βιβλιορυθμός στη Θεσσαλονίκη έγινε κοινή παρουσίαση δύο βιβλίων. «Το χρώμα της Νοσταλγίας» του Β. Π. Καραγιάννη από τον Αντώνη Κάλφα, και "Κάψα χιτ " του Παύλου Αυλίδη από τον Νίκο Βαρμάζη.
Β.Π.Κ.

Τώρα που αποφύγαμε το μπλόκο κι εμείς μαζί τους είμαστε


Οι εικονιζόμενοι, μάλλον χορτάτοι αλλά όχι κι ανίδεοι..., τοπικοί δημοσιογράφοι. ροδαλοί επί το πλείστον, δηλώνουν, μαζί με τον καθ' ύλην αντινομάρχη Κοζάνης επί γεωκτηνοτροφικών θεμάτων, τα ανωτέρω. Ηδη, όμως είναι κοντά στην αγροτική επί των ελκυστήρων τους τάξη αφού καταναλώνουν τα γνήσια προϊόντα των της γης των επί των επί γης των ζώων. Μήπως και θαλάσσης! Από την ευωχούμενη ομήγυρη απουσιάζει ο αξιότιμος κύριος Ρούλης Κοκελίδης, ο οποίος όπως διαβάζουμε είναι μέλος του Δ.Σ. του Μορφωτικού ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ , του πιο σκληρού δηλαδή και συντεχνιακού σωματείου εν Ελλάδι.

Εκτακτα...

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Κοπή και διανομή πίτας ειδικού περιοδικού λόγου


Αποβραδίς της 19ης Ιανουαρίου μνήμη Μακαρίου Αιγύπτου, Μάρκου Ευγενικού και Αρσενίου, σε ειδική τελετή και με όλους τους τύπους που καθορίζει η ανατολική ορθόδοξος ημών διαλεκτική του πράγματος, ήγουν: πίτα οικιακή, τύπου κέικ, μαχαίρι με λεπίδα μεγάλη, σπάτουλα διανομής της κανονική, εκόπη, σε περισσότερα των 35 τεμαχιδίων η πίτα του περιοδικού Παρέμβαση.
Στο πατάρι του Σντρστκ βιβλιοπωλείου περί την 11ην βραδινήν αφίχθη κι ο κύριος Νομάρχης Κοζάνης.

Κι εγώ το ίδιο εθλιβερώθην...


Τα γεγονότα της Γάζας προκάλεσαν σε τοπική, εμπορικού δικαίου, παράγουσαν – θηλυκό του παράγοντα- μεγίστη θλίψη, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία που συνόδευε το άρθρο της με το οποίο ετοποθετήθη επί των συμβάντων στις εφημερίδες. Εστάθη όμως καλά στα θέμα. Μια επωδός τοπικού αποκριάτικου τραγουδιού (ήδη ο Δήμος Κοζάνης έστησε την αποκριάτικη αχυρώνα του στην πλατεία) λέει: «Στας καλά μπρε, μπρε, μπρε» Οχι, το κωμικό δεν είναι η άλλη όψη του τραγικού, αλλά του γελοίου.

Επί των έργων τους κι αλληλούια


Με το που ο εκ δεξιών, όπως τους κοιτούμε, κ. Ανδρέας Λεούδης διεσώθη στη Δυτικομακεδονική Περιφερειαρχεία και ο εξ ευωνύμων, πάντα όπως τους κοιτούμε, κ. Μιχαήλ Παπαδόπουλος, βουλευτής της Ν.Δ., ανασχηματισθείς σε υφυπουργό γεωργίας, κτηνοτροφίας, εγγείων βελτιώσεων (πως μ’ αρέσει ο όρος αυτός) κ.λπ. ανέλαβαν έργο. ο πρώτος κάπως δυσκολεμένα ενώ ο δεύτερος άνετος. Πήραν δηλαδή στα χέρια τους τις υποθέσεις του τόπου και της χώρας. Ηραν, σε ευχαριστηριακή σύναξη, την εικόνα, θαυματουργή εννοείται του αγίου Αθανασίου (το όπισθεν αυτών καλυμαύχιον είναι αγνώστου ιερωμένου) και από 'δω παν κι οι άλλοι. Είναι όχι μόνον τοπικό πολιτικό έθος οι πολιτικοί να σηκώνουν τις εικόνες των αγίων και μ’ αυτό να ξεσηκώνουν τον εν γένει γέλωτα των πιστώς κραυγαζόντων τους:
Τάχυναν εις πρεσβεία τους
και σπεύσον εις βοηθεία τους:
«Ωσαννά να εκλεγούν ξανά
του κόσμου ετούτου περιούσιοι
Κι ένδον η χλεύη ν’ αρχινά
(Βλάκες, χαζοί ...ανούσιοι*)


* άνευ ουσίας

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Είδα τη θάλασσα της Κατερίνης...


Το πατάρι του Ηλιάτορα προ της ενάρξεως

Μια βραδιά στον «Ηλιάτορα» της πόλεως Κατερίνης
και ένα απόγευμα εντός της

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ηλιο τον Ηλιάτορα1
Οδ. Ελύτης

Του Β.Π.Καραγιάννη

Σκεφτόμουν αυτήν την κατάληξη του Ελύτη καθώς, ψάχνοντας τον «Ηλιάτορα» βιβλιοπωλείο Κατερίνης, βάδιζα στην καρίνα της πόλεως, τον πεζόδρομό της, λίαν εμπορικό αλλά και καφετεριακό δρόμο, που φέρει το όνομα του Μ. Αλεξάνδρου (αυτό έλειπε να μην ονομαζόταν έτσι). Εφθόνησα κανονικά αυτόν το δρόμο, ότι με της πόλεως μας (τον ονομάζουμε και βλακωδώς Ειρήνης, κατάλοιπο του αλήστου μνήμης «ειρηνοφιλίας» που έπληττε, σαν η γρίπη των πτηνών, τις πόλεις και τα χωριά), είναι απελπιστικά -δι ημάς- ασύγκριτος. Γιατί κάνουμε έτσι, όταν βρισκόμαστε εκτός των εδαφικών μας ορίων κι αρχίζουμε αμέσως τις συγκρίσεις. Είναι επί του πραγματικού αυτές οι ένδον συζητήσεις ή μήπως η έμφυτη έφεση (κι άφεσή μας) προς το ξένο, το αλλότριο, το άγνωστο, το διαφορετικό, ο,τιδήποτε τέλος πάντων, μεγεθύνει έως υπερβολής, τις κόρες των ματιών μας. Το πλατάνι τους, γυμνό λόγω χειμώνος, αλλά εδώ η σύγκριση αμέσως κι ευκολότατη: ο κορμός του μισός και μικρότερος από τον πλάτανο της Λευκοπηγής, τα κλαδιά του δε υποδεκαπλάσιας έκτασης και ρώμης. Αυτό το γνωρίζει και μπορεί να το βεβαιώσει ενόρκως ενώπιον πάσης αρχής, ο παλιός και νυν φίλος Ν. Βενιώτης εκ Λευκοπηγής, καθηγητής φυσικής, που ζει εκεί, και άριστος συν τοις άλλοις φωτογράφος. Αναζητώντας και ρωτώντας, βρέθηκα, φέρων και φορών καπαρντίνα, στο ομότιτλο παράρτημά του βιβλιοπωλείου που ‘ναι κάτι σαν χώρος απασχόλησης για μικρά παιδιά –έναντι του εκκλησιαστικού βιβλιοπωλείου Φάρος, (της Ορθοδοξίας ή της χριστιανοσύνης μάλλον), που δεν το έψαχνα. Η κυρία του που κατέβηκε από το πατάρι ίσως με πήρε για εφοριακό (καμπαρντίνα είπαμε) ή ΥΠΕΔΑ και εκ της αγνώστου όψης μου. Μετά τις εξηγήσεις μ’ έστειλε στον ορθό «Ηλιάτορα», που στην πρώτη έρευνα ούτε που τον είδα, κείμενο επί της αριστεράς όχθης του πεζοδρόμου, αλλά στη συνέχεια χωρίς καμιά επιφύλαξη, με τη γρήγορη, κεραυνοβόλα τρυφερότητα, που γίνεται οσονούπω αγάπη, τον λάτρεψα. Ιδίως το πατάρι του. Μιλώ για το βιβλιοπωλείο το οποίο στη βιτρίνα του είχε πλην των βιβλίων και άλλα τρυφερά δώρα για ανθρώπους και σκέψεις. Οπως τα προσομειώματα εργαλείων θαλάσσιων ταξιδιών: πυξίδες, εξάντες, κλεψύδρες. Εχω κι εγώ στον τοίχο του γραφείου μου, τέτοια πράγματα για να ταξιδεύω στο πουθενά των τόπων αλλά στο παν των ανθρώπων. Είδη δηλαδή φιλολογούσας ναυτοσύνης· «Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλη/ με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα/σκαλώνει μες στα σύννεφα πατάει τα φύκια τ’ ουρανού»2. Το ισόγειό του ήδη το ξέχασα πως ήταν, αφού με παράσυρε το πατάρι στο οποίο σε φέρνει ξύλινη σκάλα, και ήταν μια μικρή ανακάλυψη τώρα για πάντα. Το μικρό που είναι όμορφο, αυτή η γλυκιά πλέον κοινοτοπία καθώς λεν, εδώ ξεπερνούσε κάπως τα όριά της. (Ας συγκρατηθώ λίγο). Μου το έλεγε ο Αντνς αλλά δεν πίστευα. Ξύλινες καρέκλες ωραίες με τάξη όπως οι καρέγλες στον Καβάφη («Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε/κι η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες»), απ’ αυτές που με θέλγουν και μου θυμίζουν εκείνες τις ίδιες, που κάποτε αγοράσαμε για την αίθουσα του Μητροπολίτη Διονυσίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (τέως αισθαντικός τόπος) και τα διαλαμβανόμενα εκεί «φιλολογικά βραδινά της βιβλιοθήκης»). Οι τοίχοι γεμάτοι βιβλία, αλλά για την περίσταση σκεπασμένοι με πάνινα στορ, αφού πάνω τους εφημέρευε έκθεση με έργα ζωγραφικής του Γ. Κόρδη, εμπνευσμένα από την ποίηση του Μποντλέρ. Ολα με μια καλαισθησία, που ίσως και να σε κούραζε κάπως, αφού το καθημερινό μάτι κουράζεται από τη διαρκή ομορφιά και ψάχνει φορές το ανόσιο κι τ’ ανισόρροπο. Οταν οι άνθρωποι είναι βαρεμένοι με την τρέλα του ωραίου, αυτή που θα πάει; Εκεί γύρω τους θα ξεσπά, θα γυρίζει και θα διαμοιράζεται, στους τυχερούς που την βιώνουν ευκαίρως ακαίρως. Λίγοι, πολλοί, αδιάφορον τελικά. Αρκεί που συνυπάρχεις με τρόπους σε τόπους και μ’ ανθρώπους τόσον καταδεκτικούς, σεμνούς, ευαίσθητους, φιλόξενους έως παρεξηγήσεως. Οπως δηλαδή οι ιδιοκτήτες του κ. Γιώργος, καθηγητής γης κατά τα άλλα, και η γλυκυτάτη διευθύντρια του οίκου τούτου, κ. Αλέκα, που φιλοξένησε εκεί, παραμονή εορτής του αγίου Αντωνίου, την ταυτόχρονη παρουσίαση δύο βιβλίων: του Παύλου Αυλίδη «Κάψα Χιτ» συγγραφέα, ψυχίατρου και ταξιδευτή (υπάρχει τέτοιο επάγγελμα;) από Θεσσαλονίκη που έγινε από τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα κ. Νίκο Βαρμάζη (παρούσα και η κυρία σύζυγος του Βασιλική Νεράντζη-Βαρμάζη καθηγήτρια στη Φιλοσοφική του ΑΠΦ) και το ημέτερον «Το χρώμα της Νοσταλγίας» που διεξήλθε ο κυρ’ Αντώνης Κάλφας (οι τίτλοι και τα διάσημά του, αμέσως παρακάτω). Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Ετσι εξηγείται, θα πει κάποιος μερικά καλοπροαίρετος, ο ενθουσιασμός μας. Οχι, δεν είναι μόνον από αυτό. Αλλά προκύπτει αβίαστος και είναι αμερόληπτη η κρίση από το όλον του ωραίου που υπέστημεν. Ενας υπερήλιξ κοζανίτης (κ. Μακρής) που ήρθε, μου δήλωσε ότι είναι μακρινός απόγονος του Νάννου Τσόντζα (στην εδώ οδό του έχει τα γραφεία το «Θάρρος»), ο οποίος μετείχε, από τους ελάχιστους κοζανίτες, στην Επανάσταση του 1821 και χάθηκε στα Ψαρά. Παρόντες επίσης ο Γ. Τεκίδης συγγραφέας, που στέλνει διηγήματα του στην «Παρέμβαση», ο Γ. Μεγαλόπουλος παθιασμένος των χαρτών άρα και των ταξιδιών στην ιστορία, ο Τ. Φώτας μηχανικός, έκπαλαι γνωστός από τους χώρους της ανανεωτικής και πολιτισμένης αριστεροσύνης.
Μεσημέρι, μόλις φτάσαμε μέσω Αιγινίου (ο άλλος Αντώνης Νταγλιούδης ...ελησμόνησε να έρθει) με την Τ., κι οδηγώντας πεζή το μηχανάκι του, μας στρίμωξε σε παρακείμενο πεζόδρομο στο «Στενό», ο μέγας Αντώνιος (Κάλφας γενική του Κάλφαντος), των γραμμάτων εν γένει, των ποιημάτων εν είδει, των μελετών, των Πειρασμών, των Φαρμακειών του κ.λπ., μέχρι και «τραμάκια» διαθέτει η χάρη του στα οποία επιβιβάζονται (νταν) νέοι και ημινέοι πλέον ποιητές και πεζογράφοι, για ένα ταξίδι στο εφήμερο της συγγραφικής δόξας και της ομότιμης λόξας· καθηγητής της φιλολογίας όπως ο προστάτης άγιός του, που διετέλεσε καθηγητής της ερήμου κατά τον Συναξαριστή και ψαλμωδό. Εκεί έγινε της προεόρτιας εορτής η γιορτή! Παρούσα κι η μεγαλοεκδότρια Κατερίνης («Ολύμπιον Βήμα» με τον υπέρλαμπρο εκδοτικό της οίκο) και Κοζάνης («Θάρρος»), κ. Μάρω Κορομήλη, λίαν καλή κυρία κι ωραία επιπλέον φίλη.
Περί την εσπερινή ώρα στο ξενοδοχείο μας χαιρέτησε ουδέτερα, μεγαλεπώνυμος πολιτικός εξ Αθηνών, οιονεί ανταγωνιστής της βραδιάς. Μια σκέψη φευγαλέα: ήρθαν τα πάνω κάτω στην Αθήνα και την Ελλάδα για να ‘χουμε και πάλι αυτούς υπουργούς κι επί της εξουσίας! Αλίμονο μας...
Βράδυ, μετά τη λήξη των εις τον Ηλιάτορα συμβάντων, έγινε της απόλαυσης στην ομώνυμη «Απόλαυση», δίπλα από το πάρκο –μνήμες από μαθητικές εκδρομές και τώρα εντελώς διαφορετικό για τους ξένους επισκέπτες-, το καλοκαίρι εκεί κατεβάζει τη θερμοκρασία της πόλεως κατά δυο βαθμούς, παρακαλώ. Ενώπιον μιας λιθογραφίας του Μποστ: «Μπουζουκτσής ψάλων: Αστράκια πούχη η θάλασσα κι άσπρα μαργατητάρια/ δάκρια για ναφτόπουλα που τάφαγαν τα πσάργεια» και μίας γοργόνας, τρώμε ατιμωρητί. Τι άλλο και πάλι να κάνουμε. Στον αισθαντικό χώρο, ας μην κάνω πάλι συγκρίσεις χώρων- πίσω μας κάτι νεανικές και μη φωνές, κόβουν κάτι σαν πίτα, αφηνόμαστε σε μια νυχτερινή, αμαρτωλή χαλάρωση πιάτων. Εν τω μεταξύ συνεχώς κοιτώ τη λιθογραφία και γελώ μόνος μου, ανεξήγητα για τους άλλους.
Οταν σχολάσαμε η νύχτα είχε ήδη γείρει προς την κανονική εορτή και ήδη το «Θάρρος» όδευε σελιδοποιημένο, προς το τυπογραφείο για την εκτύπωσή του και την αποστολή στην Κοζάνη. Θα ακολουθούσε το «Ολύμπιον Βήμα» αδελφοποιητή εφημερίδα με το Θ. Αλλες βραδιές το ταχυπιεστήριο τυπώνει μέχρι και δέκα (πολλές είπα;) εφημερίδες Πιερίας και περιφερείας.
Ψάχνω τον ορισμό της φιλοξενίας σε κάπως αρχαιοπρεπή δόση αλλά βρήκα μόνο το βιβλικό όρο «Αβραμιαίος». Ναι, κάπως έτσι ήταν η ξενία μας στην Κατερίνη.
Περνούν από δίπλα μας οι ομορφιές, συνήθως λιτές, απέριττες, μετρημένες και δεν τις βλέπουμε· δεν τις παρατηρούμε, όσο χρειάζεται. Επιμένουν να μας προσκαλούν. Εκ νέου τις προσπερνούμε. Ξανάρχονται και πάλι ώσπου κάποτε θα αναγκαστούν και θα μας χτυπήσουν κατακέφαλα· και τότε θα σερνόμαστε πίσω τους επαίτες ενοχλητικοί, κλοσάρ αξιοπρεπείς ή υπερήλικες παραλυμένοι. Εως εστί, λοιπόν, καιρός επιληφθείτε (ή επωφεληθείτε) τοιούτων πραγμάτων!
Παραμονή αγίου Αντωνίου σαν τους πειρασμούς που βίωνε εν οράματι και δεν υπέκυπτε ο άγιος, εμείς ζήσαμε τον πειρασμό της ομορφιάς και υποκύψαμε
Καλά κάναμε!


Σημειώσεις

1. Ας λέω εγώ: «Σ’ όλους τους τόπους, κι αν γυρνώ/ μόνον ετούτον αγαπώ»
αυτό δηλαδή που κάθε μέρα ζω, άλλο ποιόν νοσταλγώ. Από τον «Ηλιο τον Ηλιάτορα» του Οδ. Ελύτη
2. Οδ. Ελύτη από τον «Ηλιο τον πρώτο», τώρα.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Περί εναέριας ...αεροπορίας


Υπηρέτησα ως αεροπόρος στην τρίτη του δημοτικού

Υπηρέτησα ως αεροπόρος στην τρίτη δημοτικού σε σκετς με θέμα τα «Ελληνικά στρατά». Που βρήκα εκείνη τη στολή με το μπλε δίκοχο! Ξαναφόρεσα αυτό, χρώματος χακί, το οποίο μόλις είχε αντικαταστήσει το μπερέ, Νοέμβριο του 1978 όταν απολύθηκα. Λίγο πριν, αγίας Αικατερίνης του 1976, υποψήφιος βαθμοφόρος του ελληνικού στρατού φύλαγα με άλλους παγωμένους από το κρύο και το φόβο τα συντρίμμια αεροπλάνου της Ωνάσειας Ολυμπιακής, και τους 45 τόσους χαμένους σε μια κορυφή των Καμβουνίων· τότε είδα τι μπορεί να σου συμβεί όταν ταξιδεύεις αεροπορικώς. Ενήλιξ εντελώς ταξίδεψα για πρώτη φορά με αεροπλάνο στο Στρασβούργο μέλος πολυπληθούς αντιπροσωπείας τζαμπατζήδων επισκεπτών του Ευρωκοινοβουλίου, καλεσμένος του αξιοτίμου ευρωβουλευτού κ. Κ. Φιλίνη, του τότε ωραίου κόμματος της ΕΑΡ. Στην επιστροφή έχασα το εισιτήριο και δοκίμασα το μεγαλύτερο της ζωής μου σύγκρυο στον έλεγχο. Επαρχιώτης, δεν ήξερα ότι έπρεπε να το κρατήσω. Με βρήκαν στην κατάσταση και εγώ με τη σειρά μου το βρήκα, μετά από μήνες, στις σελίδες με τα άπαντα του όπου το είχα χώσει να το έχω ενθύμιο, να ξεραίνεται όπως τα “Φύλλα χλόης”, ή τα άνθη του Επιταφίου που έχουν αποξηραμένα και ιαματικές ιδιότητες. Το ίδιο συμβάν έζησα θεατής σε άλλο ταξίδι στις Βρυξέλλες καλεσμένος τώρα του κ. Μ. Παπαγιαννάκη στην κομματική κατηγορία του ΣΥΝ. Απολάμβανα σύντροφό μου, εκτός ελεγκτικής γραμμής, κάθιδρο κι υβρίζοντα εαυτόν, θεούς κι αλλήλους, να αδειάζει τη βαλίτσα και να ψάχνει το εισιτήριό του! Οπως εγώ, αλλά δεν ήμουν εγώ. Τι ευτυχία! Στο “Σαρλ ντε Γκωλ” λίαν πρωί άκουσα από τα μεγάφωνα το όνομα μου. Περιδεής πληροφορήθηκα, η γυναίκα μου δηλαδή που είναι της Γαλλικής, ότι το αεροπλάνο προς Ανόβερο έφευγε ερήμην μας κι έπρεπε να τρέξουμε…
Τώρα στη μνήμη ανατρέχω.
‘Εκανα έκτοτε πολλά, κανονικά ταξίδια, με αεροπλάνο αλλά στην διάβαση των ‘Αλπεων με τις αναταράξεις, πάντα προσευχόμουν, δεν το κρύβω· ως γνωστόν στις αναταράξεις ουδείς άθεος. Εμαθα όλα τα διαδικαστικά των ταξιδιών. Ομως πάντα είχα την απορία γι’ αυτούς που άκουγα, δεν ήξερα τι σήμαιναν “Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας” (Ε.Ε.Κ.), που απεργούσαν κατά καιρούς ή τους θεωρούσαν “αίτιους” κάποτε σε ατυχήματα. Οταν γνώρισα τον εξαίρετο πολίτη της ευρύτερης χώρας των Γραμμάτων και των ειδικών τρόπων της Οικολογίας, κ. Γ. Σχίζα στις “περιοδικές μας συναντήσεις” ανά τη χώρα (τζαμπατζήδες αλλά συν-εισηγητές- πόσο μ’ άρεσε ο ρηξικέλευθος λόγος του, και πάντα εντός θέματος) μου είπε πως το επάγγελμά του δεν ήταν επίγειο αλλά κάτι “Μεταξύ ουρανού και γης”. Ετσι έμαθα τι είναι αυτό το ανθρώπινο εργασιακό είδος, οι τροχονόμοι τ’ ουρανού δηλονότι, που δεν επιτρέπουν στα αεροπλάνα να πετάνε όπως τους καπνίσει, και να συγκρούονται στον αέρα, στη γη δεν τους πολυαφορούσε. Με το προκείμενο ολιγοσέλιδο μνημόνιο ενθυμήσεών του πληροφορήθηκα πως οι Ε.Ε.Κ. είναι άνθρωποι κανονικοί σαν όλους μας και όλοι μεταξύ τους είναι ίδιοι· αλλά κάποιοι επιμένουν, ως εκ της φύσεώς τους, να διαφέρουν, όπως ο φίλος Γιάννης Σχίζας.
-Αμήν.

Β. Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
Σημείωση
Το ανωτέρο αποτελεί τον έναν από τους δύο προλόγους στο εικονιζόμενο άνωθεν βιβλίο του κ. Γ. Σχίζα που τώρα εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό ΟΙΚΟΛΟΓΕΙΝ



Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Για να ξαναβρούν οι λέξεις το νόημα τους


Δεν είναι «Αριστερά» η εξιδανίκευση της κοινωνικής πρόκλησης, η λατρεία του περιθωρίου, η αποθέωση της εξτρεμιστικής επιθετικότητας. Αριστερά είναι η από-περιθωριοποίηση της κοινωνίας, η συγκρότηση ευρύτατων λαϊκών συμμαχιών που αρθρώνουν πολιτικό λόγο, εκφράζουν το δημόσιο συμφέρον, διαχέουν ευκαιρίες σε όλους και δημιουργούν προοπτική για όλους.
Δεν είναι «Αριστερά» ο αγώνας για τη διατήρηση «κεκτημένων» προνομιούχων ομάδων. Αριστερά είναι η κατάργηση των αδικιών - μαζί και των σκανδαλωδών «κεκτημένων», που λίγοι απολαμβάνουν κι όλοι οι υπόλοιποι πληρώνουν.
Δεν είναι «Αριστερά» η επανάληψη των κλισέ της «πολιτικής ορθότητας». Αριστερά είναι η ανατροπή των κλισέ, η καταγγελία της δημαγωγίας, ο δημόσιος στιγματισμός του λαϊκισμού.
Δεν είναι «Αριστερά» η ισοπεδωτική καταγγελία που εκτονώνει στιγμιαία την οργή. Αριστερά είναι η πολιτική ανατροπή που μετατρέπει την οργή σε Ελευθερία, Δημιουργία, Λύτρωση, Ελπίδα για όλους.
Δεν είναι «Πρόοδος» η ανάδειξη των μειονοτήτων που κατακερματίζουν κάθε συλλογικότητα και καταδυναστεύουν την κοινωνική πλειοψηφία. Πρόοδος είναι η συλλογικότητα που αναδεικνύει τα ευρύτερα λαϊκά συμφέροντα σε κυρίαρχη πηγή νομιμότητας.
Δεν είναι «Δημοκρατία» η επιβολή των προστατευόμενων μειοψηφιών στην πλειοψηφία. Δημοκρατία είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας, η κυριαρχία της πλειοψηφίας και η επιβολή της νομιμότητας σε όλους.
Δεν είναι «Δημοκρατία» η ασυδοσία των «νταβατζήδων» και των λοιπών εξω-θεσμικών κέντρων να χρησιμοποιούν τα ιδιόκτητα ΜΜΕ για να ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις ή να συκοφαντούν, όποιον τους πάει κόντρα. Δημοκρατία είναι το δικαίωμα των προσώπων στην έκφραση, το δικαίωμα της κοινωνίας στην ενημέρωση, το δικαίωμα των πολιτών στην κριτική. Αλλά με κανόνες κοινωνικής ευθύνης και σε πλαίσια σεβασμού στην προσωπικότητας όλων.
Δεν είναι «Δημοκρατία» η κομματοκρατία των μεγάλων «τζακιών», των γιων, των θυγατέρων και των «ημετέρων». Δημοκρατία είναι το δικαίωμα όλων να αναδειχθούν, να φανούν, να διακριθούν, να εκλεγούν και να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους.
Ν. Ζ.

Από το antinews.gr

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Προδρομικά και αγαπητικά



O πτερωτός Ιωάννης Πρόδρομος
και τα έπεα πτερόεντα μιας «Ημέρας αγάπης» του


Του Β.Π. Καραγιάννη

Εισερχόμενος στο ναό του Τιμίου Προδρόμου Λευκοπηγής (1848 η θεμελίωσή του από τον Χαμίτ Μπέη ο οποίος ανακαινίστηκε σχεδόν εκ βάθρων μετά το σεισμό του 1995, νομαρχούντος και βοηθούντος του κ. Πασχάλη Μητλιάγκα) και στο μόλις μετατραπέντα πρόναον (νάρθηκα) σε παρεκκλήσιο του οσίου Νικάνορος του θαυματουργού, προστάτου και περιφερειάρχου αγίου, Δυτικής Μακεδονίας, υπό του ρέκτου, λίαν αισθητή περί την εν γένει καλαισθησίαν, παπα-Γιάννη, πριν έμβης στον κυρίως ναό, σε σταματά το βλέμμα Του εταστικόν. Τι λέω, σε διατρυπά σχεδόν! Πας να το αποφύγεις εις μάτην. Προσκυνάς εκών άκων την εικόνα. Οχι φωνή βοόντως αλλά βλέμμα που χώνεται στην έρημη χώρα της ψυχής σου, τελικά, είναι αυτό το δήθεν απλανές κοίταγμα.
-Εδώ μηδείς εισείτω για …πλάκα υπενθυμίζει.
Είναι μια εικόνα του Προδρόμου μεταβυζαντινού, ζωγραφικού τρόπου, με φτερά αγγέλου Κυρίου, με λιπόσαρκον την όψιν και σουβλερήν, που σε ευλογεί αρχιερατικά και στο άλλο χέρι να κράτα την κομμένη κεφαλή του, μέσα σε σουπιέρα, όπως υπό της μαινομένης Σαλώμης απαιτήθηκε κι έγινε. Φέρει κατάσαρκα μηλωτήν εκ δέρματος καμήλου κ.λπ.
Σύνηθες το φαινόμενο να φύονται εικαστικές πτέρυγες στον Πρόδρομο. Επικαιρικώ τω λόγω φυλλομετρώ τη λιγνή αλλά λίαν περιεκτική μελέτη του διευθυντού της «Νέας Εστίας» κ. Σταύρου Ζουμπουλάκη με τίτλο «Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως άγγελος» και υπότιτλο «Οι θεολογικές προϋποθέσεις της φτερωτής απεικόνισης» εκδ. Δόμος 1992. Το θέμα της τοιουτοτρόπως απεικονίσεως του πρώτου τη τάξει αγίου μετά την Κυρία Παναγία, έχει τις θεολογικές του μικροέριδες με οπαδούς αλλά και πολέμιους, κυρίως ως προς την ερμηνεία του εικαστικού πράγματος. Ο Φ. Κόντογλου στο έργο του «Εκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», Αθήνα 1960 τ. Α, καταλήγει στη περιγραφή του Π.: «…Εις τους ώμους του είναι φυτρωμένες άγριες πτέρυγες αετού…Αι πτέρυγες αύται συνεργούν εις το να φαίνεται το ιερόν τούτο πτηνόν πλέον υπερφυές». Και συνεχίζει αλλαχού: «Αυτό το παράξενο φτερωτό πλάσμα σε καρφώνει στον τόπο. Κατά την ιδέαν μου, σπάνια ο άνθρωπος φτιάνει δημιουργήματα με τέτοιο βάθος…». Ο Στ. Ζ. στο ζήτημα αυτό αρχικά συνοψίζει και στη συνέχεια μελετά την αγγελοείδεια του Πρ. που οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους: Ι) Οτι εκόμισε την αγγελίαν της ένσαρκης επιδημίας του Χριστού στην γην (και τα υπό γην). ΙΙ) Εζησε ως άυλος και ασώματος, όπως οι άγγελοι. ΙΙΙ) Σε στενή με τη δεύτερη βρίσκεται και η τρίτη όψη της προδρομικής αγγελοειδείας συνδεμένη με την αγγελική πολιτεία, δηλονότι τον μοναχισμόν, που θέλησε να δει στο πρόσωπο του Ιωάννη το πρότυπο αυτής της βιοτής, τον πατέρα του αγγελικού σχήματος.
Ως εκ τούτου η εικαστική πτέρωσης άρα και αγγελοείδεια του Πρδρμ. έχει σοβαρά θεολογικά ερείσματα, τα οποία αναλυτικά διεξέρχεται ο σ. Βέβαια το γεγονός αυτό δεν περνά χωρίς αντιρρήσεις. Στη Δυτική εικονογραφία είναι εντελώς άγνωστο το φαινόμενο των αγγελικών πτερύγων στον Πρ. Αλλά και στην Ανατολική παράδοση «Της καθ’ ημάς ανατολής» έχουν αντιρρήσεις. Ως κι ο Αλεξ. Παπαδιαμάντης, αυστηρά μάλιστα, εναντιούται. «Τινές εικονογράφοι ζωγραφούσι τον Ιωάννην με πτέρυγας υλικωτάτη και άτοπος εξαντικειμένισις του παρά τοις προφήταις ρητού «ιδού αποστέλλω τον άγγελόν μου (πρόδρομον) προ προσώπου σου του κατασκευάσαι την οδόν σου». «Τα Αγια Θεοφάνεια» Απαντα 5,81.
Τι μας έπιασε τώρα ν’ ασχοληθούμε με τα φτερά του Προδρόμου;
Είναι μια πρόφαση θα έλεγα για να σχολιάσουμε κάποια διαδρώμενα θρησκευτικο-λαογραφικά, μικρώς κι επιπολαίως, ότι για μεν τα ιερά δεν έχουμε τις θεολογικές γνώσεις, αντίθετα πλειστάκις θεολογούμε μετ’ ευτελείας (ούτε δεσπότες να είμασταν). Για τα επίλοιπα στερούμαστε τον απαιτούμενο λαογραφισμό που μαστίζει τη λόγια επικράτεια της περιοχής και τον επί των γονάτων ιστορισμό. Είναι ένα θέμα που εδώ και χρόνια μας προκαλεί (πληθυντικός ευγενείας και όχι ενικός εγωιστικός της πολύξερης απολυτότητος) στην εξέλιξή του κάτι σαν ναυτία. Πάει το είπα! Την εορτή της Συνάξεως του Προδρόμου που πανηγυρίζει ο περί ο λόγος ναός τελείται περί την μεσημβρίαν μια γιορτή ενώπιον της αυστηράς εικόνας του που έρχεται σε κατάφορη αντίθεσιν με το λιτοδίαιτον και αυστηρόν ήθος του αγίου. Μετατρέπεται ο ναός σε διασκεδαστήριο οίκο, ότι λέει, αναβιώνει το βλακώδες στην τιτλοφορία του έθιμον της «Ημέρας Αγάπης». Το χειμώνα μετά τις γιορτές της γουρνοχαράς, της τσιγαρίδας, των γιαπρακιών της σουγλιμάδος (τι λυρικά απαίσιον άκουσμα), όλα έχουν πίσω τους έναν άγιο και δίπλα ένα δήμαρχο, έρχεται και η γιορτή της «Αγάπης». Δε λέω είναι κάπως πιο εκλεπτυσμένη ηχητικά από τις προηγούμενες. Όμως είναι γελοιοδέστερο το έθος, ως όρος με το οποίο το ετιτλοφόρησαν ανοήμονες κι απελπιστικά ημιμαθείς του χωριού, τα νέα μας χρόνια, από τότε που ήρθε για βόλτα ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα. Αν ακούσεις τις δηλώσεις των αρχοντοχωριατών σε όλους τους καιρούς, ενώπιον των ακόμα πιο γελοίων τηλεοπτικών μικροφώνων, σου δίνεται η εντύπωση πως προεκτείνεται και συνορεύει το έθιμο με τις πρώτες χριστιανικές αγάπες, μήπως και πάει και π.Χ! Οσο δηλαδή κρατάει η ιστορική σκούφια της Λευκοπηγής από τους αρχαίους Μιλήσιους της Μ. Ασίας, όπως αναπόδεικτα κι ανιστόρητα εδογμάτισε, λίαν ελαφρώς, («οι ελαφροί ας με λένε ελαφρόν») ο αείμνηστος Κ. Σιαμπανόπουλος, άλλο τόσο και το έθιμον αυτό έχει τοιούτον βάθος χρόνου και αιτιολογίας. Βαρύτατες ελαφρότητες, γενικώς. Από τότε που ανέλαβαν σύλλογοι, κοινότητες, δήμοι την εκποίηση των πατροπαράδοτων εθών αυτά κατά κανόνα, θύουν ή εξ ανάγκης θύονται, στο βωμό και στην αγωνία της διαιώνισης του είδους τους, καθώς είναι αγκιστρωμένοι εκεί στις θέσεις τους μονίμως μέχρι να βγάλουν ρίζες. «Ημέρα της αγάπης» λένε και γεμίζει στο στόμα σου από έννοια και τρυφερότητα, η οποία στην πράξη μετουσιώνεται σε φαγητό επί της κοινής τραπέζης. Πως τρων έτσι στο νάρθηκα της εκκλησίας οι καλεσμένοι παρατρεχάμενοι κάθε γιορτής από του βουκουλικού γιδοκουρέματος και γαλομέτρου έως της τρυφεράς και λυγεράς τσιγαρίδος; Πεινασμένοι μόνιμα. Υστερα χορεύουν. Χορεύουν συνεχώς κι αδιαλείπτως παντού όπου βρεθούν και σε ό,τι σκοπό τους λαλήσουν. Καλά κάνουν δηλαδή, όπως καλύτερα κάνουν και ναυτιώντες οι πολίτες που απέχουν. Μένουν μόνον να συγκαθούν, με την γελοία αμφίεση κάθε παραδοσιακού καιρού, αυτή των αρχαίων νεοελλήνων και χωρικών νεοελληνίδων, όμιλοι οι οποίοι περιφέρουν, χοροπηδώντας σαν ξωτικά και καλικάντζαροι, τη δυστυχία του να είσαι το ενιαύσιον θύμα μιας Ημέρας αγάπης.
Αλλά για ποια αγάπη πρόκειται δηλονότι και δηλαδή για να ‘χουμε καλό ρητορικό ερώτημα αλλά και καμιά απάντηση. Την ευαγγελική «αγαπάτε αλλήλους» και σφαγείτε στα επιμέρους, την εκκλησιαστική αυτή που ανακοινώνουν στα διαγγέλματά τους οι ελέω, αλίμονο, θεού δέσποτες που μας αγαπούν (σε τι τους φταίξαμε) όλους φύρδην μείγδην, άρα και κανένα, την αγάπη μεθ’ έρωτος ψυχικού, αυτού που λεν πλατωνικού δηλαδή νερόβραστου, την αγάπη μεθ’ έρωτος σαρκικού λίαν ευλογημένην και η πλέον επιδιωκόμενη εν παντί καιρώ και τόπο, την αγάπη που έγινε δίκοπο μαχαίρι του Μ. Χατζηδάκι υπό της Μελίνας Μερκούρη εκτελεσμένη, την αγάπη που κόβει τον καιρό στα δυο του Γ. Σεφέρη, την Αγάπη, κοινότητα Γρεβενών που ανήκει στο Δήμο Βεντζίων, την αγάπη του αποστόλου Παύλου η οποία ουδέποτε εκπίπτει κ.λπ.
Ποιάς τέλος πάντων αγάπης είμεθα ετήσια θύματα;
……..
Περί την 2αν και 30 μεταμεσημεριανη χτυπά η καμπάνα. Αι κυρίαι γυναίκαι του χωριού σαν έτοιμες από ώρα ξεκινούν με τα χέρια γεμάτα πιάτα με γιαπράκια, κότες ψημένες, πίτες, τυριά, κανάτες κρασί, ό,τι έχει εύκαιρον κάθε μια. Όχι όλες αλλά κατεξοχήν οι μητέρες και πενθερές των νέων ζευγαριών που παντρεύτηκαν την προηγούμενη χρονιά. Τα εναποθέτουν σαν τα άγια των αγίων στην κοινή τράπεζα στο νάρθηκα. Ηδη έχουν λάβει θέση οι αρσενικοί και οι επίσημοι του κρατικού και δημοτικού πρωτοκόλλου, καμαρωτοί κι ελαφρώς αγχωμένοι για την ώρα. Εχουν κι αλλού να πάνε. ΄Ο παπαΓιάνης βάζει το ευλογητός με το «Εν Ιορδάνη» και το «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων» συνεπικουρούμενος εδώ και …εκατοντάδες χρόνια (αλλά όχι και τα τελευταία πέντε έξη που ανεχώρησε των εγκοσμίων) από τον μπαρμπα Μήτρο, ψάλτην θεσπέσιον στην αδεξιοσύνην του. Μικρά λιτή και άρχεται το φαγητό, τς ανακατωτές. Πριν προλάβουν να αποσώσουν το παραδοσιακό τραγούδι «Κάτω στον άγιο Πρόδρομο στον άγιο Κωνσταντίνο πανηγυράκι γίνονταν κ.λπ.» οι αρχαίοι άντρες της Λευκοπηγής, συνοδεία των ευρυπεριφέρειων γυναικών, ορμούν στο νάρθηκα τα μισθωμένα με τη μέρα, άργανα, που λιανοπατούσαν στον αύλειο χώρο, κι αρχίζουν να παίζουν τα καθιστικά τους, γυρίζοντας εννοείται το δίσκο της επαιτείας. Τότε ένας έκαστος ξηλώνεται κανονικά σε ένα ήπιο πλειστηριασμό επιφανειακής επιδείξεως και καθυβρίσεως ένδον. Αρχιζε ήδη το λιανεμπόριον της αγάπης. Σε λίγο θα βγούν στην αυλή κι ώσπου να ξαραδιαστούν οι επίσημοι προσκεκλημένοι από το σύρσιμο του χορού νυχτώνει ο άγιος θεός τη μέρα, ότι αυτές ακόμα δεν πήραν πάνω τους. Αλλά οι χωρικοί έχουν ήδη φύγει από ώρα ή δεν προσέγγισαν στο πανηγύρι που έγινε πλέον θέσμιον για τους ξένους, ξένοι αυτοί μιας παλιάς, γνήσιας και πάτριας αγάπης για τα χωριό τους, που τους προέκυψε τώρα με γεύση πλαστικού.
Εμεινε ο σύννους Πρόδρομος μετά των πτερύγων του και βλοσυρότερος κατά τι και κατ’ έτος, για το μπαίγνιον που υφίσταται η αγία μνήμη του και αυτό που διαπράττεται ενώπιόν του από τις κοινοτικές, δημοτικές, πολιτιστικές, εκκλησιαστικές και Καπη-λειολογικές δυνάμεις, που μας αγαπούν με το ζόρι κι ατιμωρητί.
Ενας απόηχος έρχεται μόνον από τις μνήμες. Ο μέγας χορός των απλών ανθρώπων, γερόντων και λοιπών στη χιονισμένη αυλή του Προδρόμου, που κατηφόριζε από τα Καραγάτσια κι έφτανε μέχρι την πλατεία. Σ’ αυτόν προεξήρχε και προεξείχε ο μπαρμπα Χρήστος Ντ., ο επωνομαζόμενος και «Ηρώδης» λόγω της βροντώδους φωνής (έλεγε στις λειτουργίες πάντα το απολυτίκιο του Προδρόμου «Μνήμη δικαίου…», αναπληρωτής στο αριστερό ψαλτήρι) και του σημαντικού σωματοτύπου του, προσωνύμιον σε ευθεία αναντιστοιχία με την καλοσύνη, την καταδεκτικότητα και την φιλευσπλαχνία που τον έδερνε. Και αρχινούσε φωνή γεγονυία το τραγούδι: «Παίρνω το ντουφεκάκι μου, με έβρεχε με χιόνιζε/ και πάω να κυνηγήσω κι ας έβρεχε κι ας χιόνιζε…». Επαιρναν τούμπες στο χιόνι, γλιστρήματα κανονικά με τα γουρνοτσάρουχά τους επενδυμένα με πατούσες από γιδότριχα, στο ατόφιο γλέντι του δικού τους αγίου, διατελούντες σε μια πανηγυρική και νηφάλια, θεία μέθη, αλλά με κρασί παραγωγής τους πάντα.
- Για ποιές γιορτές αγάπης και τρίχες μας μιλάνε τώρα…

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Φώτα ολόβροχα τότε, ολόχιονα τώρα


Εικών της Βαπτίσεως αγνώστου ποιήσαντος και χρόνου. Ο Ιησούς (μαυριδερός κάπως ως Παλαιστίνιος) και γονυπετής ενώπιον του Βαπτιστού Προδρόμου πράγμα που δεν επιτρέπει η βυζαντινή αγιογραφία, αλλά αυτό δεν πτοά το λαϊκό καλλιτέχνη. Μεγαλόσοφος αγιορείτης (και ποιητής) που την είδε απεφάνθη: Μυστήριον ξένον! (Εκκλησία Τιμίου Προδρόμου Λευκοπηγής, εννοείται)
Φώτα ολόβροχα τότε, ολόχιονα τώρα
Του Β. Π. Καραγιάννη

Είχε τριημερήσει ο νέος χρόνος και μαζί με τον κ. Ν. τον επισκεύτηκαν στην κλινική ένθα συνήθιζε, αρχή κάθε ενιαυτού (όχι για την πρόληψη –αυτή είναι συνήθειες των περίφοβων υλιστών- αλλά από την υπενθύμιση του σωματικού πόνου που ποτέ δεν παύει μόνον κατά καιρούς εξαγριώνεται) να υποβάλλει το σαρκίον του, ένα λειψό δεμάτι με ανθρώπινα συστατικά, στη φροντίδα των ιατρών σωμάτων, ότι για την ψυχή είχε εξασφαλισμένη περίθαλψη στο «σανατόριον», στη Μονή της μετανοίας κι αγωνίας του, κοντά 45 χρόνια τώρα.
Χιόνιζε στη γη των πλουσίων ανθρώπων της οικουμένης και γάζες από αυτό το άπεφθο υλικό επικάθονταν παντού σ’ όλο το σώμα της γης, ενώ στη έρημη γη της Γάζας γάζωναν τις γάζες της θνήσκουσας ανθρωπιάς και της υπερτίμου και προ-εξάρχου διεθνούς αναλγησίας.
Είπε, πως τη Δευτέρα, παραμονή Επιφανείων, βγαίνει.
- Λόγω χιόνος φέτος δεν θα πάω εκεί λόγω ολισθηρότητας των οδών, όπως πριν δύο χρόνια, αλλά τότε έβρεχε κανονική βροχή εξ ουρανού κι όχι φωτιές.
(Τώρα)

***
Σύννους από το πρωί της παραμονής των Φώτων.
Αυστηρά η νηστεία· απαγορεύεται πάσα κατάλυσις στους μοναχούς, ενώ στους κοσμικούς και το λάδι, εκτός κι αν η μέρα πέφτει Σάββατο οπότε καταλύεται το έλαιον, λένε οι επιτραπέζιοι ημεροδείκτες. Το αν βρέχει, χιονίζει ή κάνει καλό καιρό δεν έχει σημασία.
Αρχή νέου ενιαυτού. Αλλά τέλειωσεν ο καιρός της γνώσης, ήρθε ο καιρός της απόλαυσης. Κάπως έτσι δεν το έλεγε ο Γάλλος σοφός ποιητής Κλωντέλ. Αφορά κάποιες φάσεις της ηλικίας που διανύονται ανεπιστρεπτί με την έννοια ότι ο χρόνος δεν πρόκειται να φέρει ξανά γύρα γύρω τους· ό,τι παρέρχεται πλέον μετράει οριστικά άπαξ στον κύκλο της κατά χρονική συνθήκη ζωής. Ως εκ τούτου, παραμονή που αγιάζονται τα νερά στην παρά τον ποταμό Μονή υπό συνεχή βροχή· άνοιξαν όλη τη μέρα οι ουρανοί τα καρδάρια τους, κάπως πρόωρα, για το συμβάν που ακολουθεί κάθε χρόνο.
-«Γέροντα ήλθα το ποτάμι να δω και να σε δω· αν και δεν έχει εσπερινό, να βοηθήσω εν αναγνώσει και μόνον, όλα χύμα φυσικά και τσουβαλάτα αφύσικα».
Επιτέλους είδα το πραγματικό ποτάμι. Με θλίψη το έβλεπα να μαραίνεται συνεχώς, να μικραίνει, να το στενεύουν, να παραλλάσσεται, να το εκτρέπουν, να το κάνουν γενικά όπως κι ό,τι θέλουν, καθώς το είχαν πετύχει σε υδάτινη αδυναμία. Μετά τον Δούναβη στην πλήρη του ακμή, που είδα ένα κοντινό καλοκαίρι, ο θολός κατεβασμένος τώρα Αλιάκμων είχε ένα παρόμοιο μεγαλείο. Μια θυμωμένη ορμή για ό,τι του επιφυλάσσει η ανθρώπινη επιχειρηματική πλεονεξία σε όλο του το μήκος. Τον βρήκαν και μακρύτερο και συνέχεια τον φράζουν, με φράγματα να βγάλουν από το νερό του ρεύμα, απ’ τη θολάδα του φως, από την ορμή του δύναμη, ιπποδύναμη, ηλεκτροκίνηση! Κατέβαινε, κυμάτιζε, αντιλαλούσε κι άπεφθα θολό κυλούσε, βοούσε, με μια περιφρονητική παλικαριά.
Ενα κούτσουρο επίμηκες κατεβαίνει ορμητικά κι αυτό, λες κι είναι πτώμα πνιγμένου, για το πουθενά, σχεδία α-σωσίβια του εαυτού της· ο Νεκρός ταξιδιώτης του Αλ. Ππδ. ταξιδεύων προς τα Ρόδινα ακρογιάλια να βρει εις τον θαλάσσιον τόπον του το εγγύτερον κοιμητήριον: «ο θαλασσοπόρος νεκρός, ως να είχε ακόμη πυξίδα και πηδάλιον εις αυτό το σκέλεθρόν του, δεν έχασε ποτέ την κατεύθυνσίν του» (1). Προς στιγμή, σαν ν’ ανασήκωσε το κεφάλι του να δει τους παρόχθιους- τι λέω, μπήκαν μέσα οι αθεόφοβοι- μηχανόσαυρους της εταιρείας που σκάβουν την άμμο, την παίρνουν ή τη φέρνουν ποιος ξέρει πού, μεγαλώνουν την κοίτη του με τα γεωπροωθητικά κήτη τους.
Αλλά πάλι το κούτσουρο αυτό απελέκητο από τον άνθρωπο, γλειμμένο, άρα πελεκημένο από το νερό, το έφερνε και προς το τελικό σωσίβιο- φέρετρο του ναύτη Ισμαήλ στο «Μόμπι Ντικ» με το οποίο διεσώθη (ο μόνος) από κείνη τη θηριομαχία του Χ. Μέλβιλ με τη μοίρα του στο πρόσωπο του καπετάνιου Αχαάβ. «Ανεβασμένος πάνω στο φέρετρο εκείνο έμεινα στον αφρό, πλέοντας μια ολόκληρη μέρα και μια ολόκληρη νύχτα σχεδόν σε μια ήσυχη θάλασσα που έμοιαζε σα να μοιρολογούσε. Οι άβλαβοι καρχαρίες γλιστρούσαν δίπλα μου σαν να ‘χαν λουκέτα στο στόμα τους· οι άγριοι θαλασσαετοί πετούσαν με θήκες στα ράμφη. Τη δεύτερη μέρα ένα καράβι πλησίασε, ήρθε κοντά μου και με μάζεψε τελικά. Ηταν η Ραχήλ που αρμένιζε με κείνα τα ζιγκ-ζάγκ- παλινωδώντας καθώς έψαχνε για τα χαμένα παιδιά της· το μόνο που βρήκε ήταν ένα άλλο ορφανό. FINIS.» (2)
Δεν είδα και το Σταυρό στον παραδίπλα υψούμενο Αη-λια· πηχτή, υγρή, σκέτη βροχή, η ομίχλη· 25 μέτρα το ύψος του, από τσιμέντο. Τον δώρισε, τον έχτισε, τον έστησε, ο ευλαβέστατος χριστιανός, κυρ’ Γιάννης Πλλς, όστις επιτροπεύει με την αράγιστη εντιμότητά του και την αδιάσειστον ανιδιοτέλεια –πρωτοφανή για εκκλησιαστική διαχείριση- και της Μονής κι έτσι όλα της πηγαίνουν κατά νόμον Θεού. Στη ρίζα του φυσικά η υπόμνηση: «μητροπολιτεύοντος του τάδε» υψώθηκε εις δόξαν Θεού, φόβο ανθρώπων και για να φυλάγει τα έρμα γήινα σύνορα της μητροπόλεώς μας με την όμορη μητρόπολη των Γρεβενών. Εδώ είναι νοητά αλλά κανονικά σύνορα· καμιά εισπήδηξη δεν επιτρέπεται κι ούτε συγχωρούνται άλλα καμώματα και παραλείψεις. Ούτε τα αγαθά αλλά παιχνιδιάρικα, καφεκόκκινα γίδια από τη Μονή τ’ Αη- Νικάνορα της Ζάβορδας, δικαιούνται να έλθουν και να βοσκήσουν στα χορτολίβαδα της επικράτειας άλλης μητροπόλεως. Οτι θα τα κόψει γενναία ζημία πάραυτα ο δραγάτης. Οι νόμοι της ιδιοκτησίας είναι απαράβατοι.
Τρεις οι σταυροί τώρα, που ορίζουν σαν σκιάχτρα θαρρείς, τα όρια των μητροπολιτικών κτημάτων με κτήνη, ανθρώπους και γαίες στην επικράτεια του νομού. Το νομό ως ενιαία διοικητική και γεωγραφική ενότητα ...λυμαίνονται τρεις ιερές μητροπόλεις. Δαγκώνεται άγρια στη βόρεια περιοχή του από την επισκοπή Φλωρίνης Πρεσπών και Εορδαίας στο πιο ενεργοβόρο κομμάτι του· ροκανίζεται στα Δυτικά από την πτωχική Σισανίου και Σιατίστης και στο υπόλοιπό του συνευωχείται και συνευλογείται με τα «Παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά» από τη ...θεόσωστη Σερβίων και Κοζάνης.
«Ολα αυτά, γέροντα, μυρίζουν κάπως ειδωλολατρία. Τι χρειάζονται τέτοιοι θεόρατοι σταυροί, σκιάχτρα που νοθεύουν της φύσης τη συμμετρία και τη Θεία ρύθμιση», ψέλλισα κάπως ημιαθώα.
«Τι είπες αχρείε για το Σταυρό» ξέσπασε αυτό το σωματικά λειψανάβατο καλογερικό ον και μου τίναξε αλλόφρον, γροθιά ντιρέκτ, το εξαποστειλάριον του όρθρου χύμα και εν θριάμβω:
«Σταυρός, ο φύλαξ πάσης της οικουμένης· Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός, Βασιλέων το κραταίωμα· Σταυρός, πιστών το στήριγμα· Σταυρός, Αγγέλων η δόξα, και των δαιμόνων το τραύμα.» Χαμένε...
Κι ησύχασε· όμως, εγώ λιώμα.
«Θες ένα τσίπουρο. Εγώ δεν το μπορώ το άτιμο και το θέλω· με σφάζει στο στομάχι· μ’ αρέσει, αλλά με τρυπάει σαν τσαγκαρσούλι. Μια κυρία εκεί πέρα στα γραφεία -τι είναι αυτή, νοσοκόμα- μ’ είπε να το βράσω με μέλι. Το ‘βρασα, ήπια, με ρήμαξε». Χώθηκε στο κουζινίδιον όθεν εξήλθε εν θριάμβω κρατώντας πέντε μπουκάλια αλλά με κρασί, όλα αρχινημένα: Ροδίτη, Αιανής, Κήπου, Καισαρειάς, αλλά και από τη Χαραυγή. Δοκιμάζω εν έκαστον με κουταλάκι μεταλαβιάς. Καταλήγω στης Χαραυγής κι ας είναι και πόντιον. Συν καφές, με το κρασί. Οίνος αλλ’ όχι άρτος. Στον κοιμιστικό του χώρο, σ’ ένα αναλόγιο, ανοιχτή η Παρακλητική στις Ωρες της παραμονής.
«Γέροντα, αν είναι ευλογημένο, ν’ ακούσω από την αγάπη σας «Την χείρα σου την αψαμένην». Είναι ένα φιλολογικά απωθημένο τροπάριο που δεν τ’ άκουσα ποτέ, μόνον ίσως το διάβασα. Μ’ αυτό τελευτούσε «Ο Κοσμοκαλόγερος» του Μιχ. Περάνθη, (βίος του Αλξ. Ππδ.) όστις κατ’ αυτόν, ψάλλων το τροπάριο των Ωρών της παραμονής των Φώτων, άφησε την τελευταία του ανάσα ο άγιος (άγιος;) της Σκιάθου και το χιόνι έφτανε μέχρι τα μισά στο φτωχικό του! Φαντασίες βέβαια κι υπερβολές για το ευσυγκίνητο κοινό του μυθιστοριο-βιογράφου. Παιδιόθεν πάντα κατέληγα σε ελεγχόμενους λυγμούς. Ενα καλοκαίρι που βρέθηκα στο σπίτι Του, τουρίστας στην νήσον Του, κάποια φύλακας, ίσως κι η τελευταία απόγονός Του, μας μιλούσε για τις γλυκερές αυτές ψευτιές του Μ. Πρνθ. ... ότι πέθανε φτωχός και μόνος κι έρημος. Απεναντίας. Φτωχός ναι, αλλ’ όχι και μόνος κι έρημος. Ενιωθε βαθύτατα ενοχλημένη η απόγονος. Οπως κι ο ανωτέρω μοναχός με τον Σταυρό. Το ίδιο φυσικά μαρτυρεί κι ο πλέον επίσημος βιογράφος του Αλ. Ππδ., ο Γ. Βαλέτας. Αλλά και άγιος των ελληνικών γραμμάτων «μια από τις μονότονες ξεθωριασμένες ετικέτες που κολλά πάνω του η φιλολογία των κοινών τόπων» όπως σημειώνει ο Π. Μουλάς. (3) Αγιος, της εκκλησίας εννοείται, γιατί αυτό δηλώνεται με την παρασημείωση στο περιθώριο του βίου του, που τον ακολουθεί σαν μια ουρά από τρίχες γουρουνιού, υλικό από το οποίο αποτελείται η αγιαστούρα με την οποία δίνεται η ευλογία στους Ρωμαιοκαθολικούς! Αγιος της ζωής, ίσως, όπως χιλιάδες άλλοι· αλλά με τους κανόνες και τα διατάγματα του Πηδαλίου, ποτέ. Ετσι δίκαια οι επιχώριοι ψάλτες του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» αρνήθηκαν να εκτελέσουν, σε φιλολογικό πρωινό υπέρ του συγγραφέως Π.Β.Π., τροπάρια που συνέθεσε ο ελλόγιμος εν όψει αγιοποίησης του Αλ. Ππδ., από κάποιους κύκλους κάποτε. Εσωσαν την τιμή και την αξιοπρέπεια όλων των ψαλτών του Θεού. Προσοχή, μόνον των ψαλτών κι όχι των Δεσποτάδων. Αφού δεν είναι άγιος ο Ππδ., γιατί να του ψάλλουμε αγιοτικά τροπάρια. Καραγκιόζηδες του εαυτού μας δε γινόμαστε πολύ δε περισσότερο Χατζηαβάτηδες άλλων. Εμείς φοράμε ράσα, ψέλνουμε τα τραγούδια του Θεού και έξω από τις εκκλησιές ανιδιοτελώς και εντός των κατά την τάξιν και τα θέσμια και σεβόμαστε το ρόλο μας. Μην κοιτάς που ο κάθε δέσποτας –ελέω ή ξεελέω του Θεού του, σκασίλα μας- δεν σέβεται τίποτε και μπορεί να αποφασίζει αλλιώς στο πλαίσιο των κοσμικών παρεδώσε, συναλλαγών και αλληλογλειψιμάτων, που ποδοπατούν κάθε ιερό και όσιο· εμείς, που αναφορά δε δίνουμε και σε κανέναν, ει μη μόνον στο Θεό, υπηρέτες του οποίου και μόνον είμαστε, δεν επιτρέπουμε, κατά το λόγο που μας αφορά, τέτοιες ασέβειες.
Ετσι το λοιπόν, του ζήτησα κι εγώ ο ατάλαντος το απωθημένο μου τροπάριο.
«Παράτα με, δεν το ξέρω», προφασίστηκε προφάσεις εν αδιαφορία ο μοναχός. «Τι είμαι εγώ, μήπως ξέρω μουσικά· ό,τι έμαθα τόσα χρόνια μόνος. Πλάγιος α’ λέει η Παρακλητική· και λοιπόν, καλά κάνει. Τι είμαι εγώ, σάματις σπούδαξα στις σχολές της Μητρόπολης πα και βου και γα και δη και άλλα τέτοια· ό,τι μαθαίνω μοναχός.”
Το παραθέτω τώρα για να εκτονωθώ έστω γραπτά: “Την χείραν σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου μεθ’ ης και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας. Επαρον υπέρ υμών προς αυτόν βαπτιστά ως παρησίαν έχων πολύν. Και γαρ μείζων των προφητών απάντων υπ’ αυτού μεμαρτύρηκε. Τους οφθαλμούς Σου πάλιν δε τους το πανάγιον Πνεύμα κατιδόντας ως εν είδει περιστεράς κατελθών. Αναπέτασον προς αυτόν Βαπτιστά ίλεον υμίν απεργασάμενος. Και δεύρο στήθι μεθ’ υμών (τρις) επισφραγίζων τον ύμνον και προεξάρχων της πανηγύρεως.” (4)
Τον ένιωθα κάπως ενοχλημένο κι από τις παρατηρήσεις μου για το μεγαθήριο Σταυρό. Δεν είχα τώρα τρόπο να τον καλμάρω. Μέσα στη φιλολογική αντιμετώπιση όλων εκείνων των πραγμάτων που οι άλλοι πιστεύουν άδολα, ανόθευτα, υγιεινά και σταθερά, τραβούσαν στο παρεξηγήσιμο οι ακραίες φορές επισημάνσεις μου, κατάλοιπα ενός τυπικού χριστιανισμού, μιας θολής επιστημοσύνης, ενός ανάπηρου ορθολογισμού, μιας ένθεης φοβίας, ανάμεικτης με δόσεις χλεύης προς τα καθημερινά εκκλησιαστικά και παραεκκλησιαστικά διαδραματιζόμενα κ.λπ. Η εκκλησία είναι πάντα μια εύκολη σατιρική λεία. Έχουμε χάρη, φυσικά, που ως μεγαλόθυμη μας προσπερνά φυλάγοντας όμως και τα νώτα της. Μπορεί βέβαια να ζητούσα εύκολα συγχώρεση – υποκριτική θα έλεγε όποιος δεν ήθελε να δώσει αυτήν αλλά αυτός είχε την αμαρτία πλέον –· ο λόγος όμως που έφευγε από τα χείλη δεν επέστρεφε, αλλά ούτε όσο κι αν τον παράλλαζες έχανε τον αρχικό του αιθέρα. Εκοβε άγαρμπα, πλήγωνε πάρωρα, μάτωνε διαρκώς κι άντε μετά να κλείσεις την πληγή ρίχνοντας καπνό τριμμένο πάνω της κι άλλα φούμαρα λόγου.
Αλλά ανήμερα των Φώτων ήταν μέρα ολόφωτα. Φωτεινή.
Ετσι στην εξόδιο ακολουθία που λάβαινε χώρα στον Τίμιο Πρόδρομο -που ετοιμαζόταν για την αυριανή του -για τον μπάρμπα Μανώλη Μάντολα, παραπλήρη ημερών αναχωρήσαντα (άρα κι η συγκίνηση ήταν απλά μια θλίψη-ανάμνηση) μπήκε στο ναό να τον αποχαιρετήσει κι ο Ε. Τσαραφλέντζας – αποστεωμένη γραφική τωόντι οντότητα- ντυμένος με τη στολή της αυριανής γιορτής, ήγουν ως αρχαίος αποκριάτικος νεοέλλην. Είχε αρχίσει ο τάλας το πανηγύρι τ’ Αη Γιαννιού από των Φώτων κι είχε παρασυρθεί στο ρυθμό του «μια έβρεχε, μια χιόνιζε» ή δεν το θεώρησε και βλαβερό να εισέρχεσαι μασκαρεμένος -ήπια - σε μια εντελώς σοβαρή και την πιο σιωπηλή όλων τελετή της ανατολικής, ορθοδόξου ημών πίστεως. Κι έτσι όλοι οι σύννοες συγχωριανοί, που άκουγαν τον Παπαγιάννη να φέρνει βόλτα εν εξάρσει τη συναρπαστική ακολουθία του ύστερου αποχωρισμού, ένιωσαν μια αυθόρμητη ευθυμία εκεί που αθυμία κατέσχε αυτούς. Κάποιοι γέλασαν μάλιστα κάπως πιο διακριτά.
Παραφράζω ατιμωρητί τον Ι. Κονδυλάκη στον ξεκαρδιστικό του «Επικήδειο»: (5)
Ιδού εν ακόμα λειψανάβατον
άθυρμα του νέου αιώνα
όπου σε χώρο ιερόν κι άβατον
του χάχανου τη λεπίδα ακόνα.

Σημειώσεις

1. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: «Ο νεκρός ταξιδιώτης»
2. Χέρμαν Μέλβιλ: «Μόμπι Ντικ» εκδ. Gutenberg, μτφ. Α. Χριστοδούλου
3. Π. Μουλάς: Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος
4. Αλλά εις πλάγιον α’ τον άκουσα σε ιδιωτική εξωεκκλησιαστική εκτέλεσιν κατόπιν παραγγελίας από τον συν-αδελφόν (αλλά όχι και στην ψαλτική) Αναστάσιον Κτνδ., δεινόν περί τα ψαλτικοθρησκευτικά προς δόξαν υμών και ημών, αφήνων τον καλόγηρον της Ιλαριονο-μονής στη λόξα της δυστροπίας του.
5. Το αυθεντικόν του Ι. Κνδλκ έχει ως εξής:
Ιδού εν ακόμα λείψανο
του ιερού αγώνα
όπου εις Τούρκων καύκαλα
το ξίφος του ακόνα.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009