Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Ευχή για τον νέον ενιαυτόν

Ετούτο το φετινό κερί που ανάβει τις γιορτές κι είν' από κανέλα
έχει μια μυρωδιά που το φέρνει προς το ατελέσφορο ταξίδι.
Στου χρόνου τα γυρίσματα στης καθημερινότητας το πηγαινέλα
εις την ανωτέρω οδό ας ξαναπερπατήσουμε εν γένει και εν είδει

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Συγγραφές και μη Αναγνώσεις...

Βιβλία

1. Eric Karpeles Η ζωγραφική στο έργο του Προύστ, Εστία
2. CHARLES DICKENS Ο ζοφερός οίκος, GUTENBERG- ORBIS LITERA
3. JOHN FELSTINER paul celan ποιητής, επιζών, εβραίος, Νεφέλη
4. Ανρί Τρουαγιά Πάστερνακ, Ολκός
5. Νίκος Γαβριήλ Πενζίκης Γραφή Κατοχής, Αγρα
6. Κωστής Παπαγιώργης Περί μνήμης, Καστανιώτης
7. Δ.Ν. Μαρωνίτης Γιώργος Σεφέρης Μελετήματα, Πατάκης
8. Χένρυ Νταίηβιντ Θορώ Πολιτική ανυπακοή, Ερατώ
9. Θεοδόσης Πελεγρίνης Εγχειρίδιον παθών, Ελληνικά γράμματα
10. Γιάννης Κοντός Ηλεκτρισμένη πόλη (ποίηση), Κέδρος

Περιοδικά


1. Σημειώσεις τχ. 68
2. Πλανόδιον τχ. 45 αφιέρωμα στην Αννα Αχμάτοβα
3. Οδός Πανός τχ. 143 αφιέρωμα στον άγγλο ποιητή Τζων Κήτς
4. Πάροδος τχ. 23-24 Λαμία
5. Οικολογείν τχ. 1 (εκδότης Γιάννης Σχίζας)
6. Ποιητική τχ. 2

Μουσική

1. MESSIAEN Quatuor pour la fin du temps
2. Θ. Μικρούτσικος Πάμε ξανά απ’ την αρχή
3. Δ. Γαύρος –Δήμητρα Καραγιάννη Τέλος καλοκαιριού myspace.com/karayiannis3

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Χιόνια στη Λευκοπηγή...


ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

10 ΧΑΙΚΟΥ

1
Φωτεινή δροσιά.
Ξεχασμένο φεγγάρι.
Δευτέρα είναι;
2
Σιωπές των νερών
φαρμακώνουν τα δέντρα.
Νύχτες των άλλων.

3
Τάχα ποια νύχτα
γνωρίζουμε απ’ όλες;
Την τελευταία.

4
Γράφω και πάλι
τα πλην της απουσίας
στο μαύρο τζάμι.

5
Θλίψη στη βροχή.
Παράπονα στο χιόνι.
Βάσανα παντού.

6
Γιατί διστάζεις;
Ας βρέξει κι ας χιονίσει
ξεκίνα πάλι.

7
«Αν φύγουν όλοι,
τότε με ποιον θα πάω;»
σκέφθηκε η λεύκα.

8
Νυχτωμένη γη.
Ρυάκι με βατράχια.
Τίποτες άλλο.

9
Να μου διδάξεις
ξανά σοφή ακρίδα
την υπομονή.

10
Βγήκα στον δρόμο
με τη σπασμένη ομπρέλα
και σε γυρεύω.


Από τη συλλογή "Σιωπητήριο χιονιού,134 ΧΑΙΚΟΥ"
εκδ. Γαβριηλίδης

Πόλη παλιών βιβλίων και πόλη νέων γιαπρακιών


ΕΠΙΚΑΙΡΟΝ ΑΦΗΓΗΜΑ

«Μάνα, βαστούν τα γιαπράκια σαράντα μέρες…»


Του Β.Π.Καραγιάννη

Αυτή η βορειοελληνική εν φαρδεία και δυτικομακεδονική εν στενή εννοία, πόλη κρατά τη σκούφια της από την τουρκοκρατία, άσχετα αν την σκαιά περίοδό της την πέρασε αβρόχοις ποσί, που λεν οι καθαρολόγοι· μόνον με μια δυο, λεηλασίες την έβγαλε, που αν δεν προσέγγισαν στον ολικό της αφανισμό εν τούτοις τον κόντεψαν. Σε μια απ’ αυτές χάθηκαν και τα γενεσιουργά και ληξιαρχικά, ιστορικά της έγγραφα όπως το Χρυσόβουλλον του Ρουδόλφου Κατακουζηνού (1730) , που την έφερε καταγόμενη από τους βυζαντινούς και ακόμα παραπίσω, και το κιτάπιον με το οποίο ο μεγαλέμπορος Χαρίσιος Τράντας, το 166…τόσο, κατέταξε αυτήν στις αμόλυντες περιοχές από τούρκους στο έδαφός της. Είδε κι έπαθε δηλαδή προς τούτο, να πάρει από τη σουλτανομήτορα το Μαλικανέ της, που σήμαινε απαγόρευση διέλευσης και παραμονής τούρκων στρατιωτών στην πόλη, για να τη θέσει στην ευεργετική προστασία της, δωροδοκών αυτήν, αν μη και άλλο τι διαπράττων της!
Στην πόλη έχουν ως πατροπαράδοτη τοπική, εθνική εορτή την κάθε Αποκριά. «Και σαν έρθουν οι αποκρηές των εορτών η εορτή…». Εσχάτως όμως απέκτησε και την τοπική, εθνική επέτειο. Και οι δύο είναι κινηταί εορταί η πρώτη εξαρτώμενη από το εκάστοτε πασχάλιον, δηλονότι το δεκαήμερον προ της ενάρξεως της αγρίας πασχαλινής σαρακοστής, η δεύτερη αμέσως μετά τη λήξη της ήπιας σαρακοστής των Χριστουγέννων, στο εναπομείναν, λειψό διάστημα μέχρι την αλλαγή του χρόνου. Η επέτειος αυτή είναι η εορτή του γιαπρακιού, αυτού το σήματος πολύ-καταφαγωθέντος της πόλεως, μετά τον ήρωά της Γ. Λασσάνη.
Ο Διονύσιος Μανέντης περιγράφοντας την πόλη που ήσκησε την ιατρική προπολεμικά και την πολιτική του μεταπολεμικά, ως ποιητής τώρα έγραφε μεταξύ άλλων, πολύ πριν την καθιέρωση της επετείου πως:
«Στο τζάκι καίνε σιγανά στραβές οι ρίζες τ’ αμπελιού
Και με την ίδια τη φωτιά βράζουνε τα σαρμάδια…»
Τελείται σχεδόν παράλληλα με την εορτή της «τσιγαρίδας». Εστιν ουν τσιγαρίδα κατάλοιπο του χοιρείου μέρους, που απομένει μετά το διαχωρισμό λίπους και κρέατος. Στα ιχνοστοιχεία κρέατος στο λίπος δύσκολα διαχωρίζονται οπότε τσιγαριζόμενα τρώγονται ομού είτε ευχαρίστως είτε αηδιαστικώς. Απ’ αυτές παρήγοντο οι ντάρες, το πλέον ευτελές παράγωγον του χοίριου είδους, τις οποίες διατηρούσαν σε τενεκέδες με λίγδα για τις φτωχότερες μέρες της ζωής, στα παλιά χωριά. Εκεί, δεν ήταν και ασύνηθες να πνίγονται ποντίκια, τα οποία όμως στην πορεία της ανέχειας τρώγονταν αδιακρίτως λόγω δυσαναγνώστου του πράγματος. Από εδώ προέκυψε και ο όρος «ντάρα» στις πόλεις για κάποιες γυναίκες -τώρα πως να πω ευτελούς είδους, δε μου έρχεται, ας πω καλύτερα πως: «ντάρα είναι αναγκαία κατάσταση και κατάληξη γυναικών που είναι ή ήταν σε κοινή, χρήσιμη, ερωτική χρήση». Η τσιγαριδογιορτή διεξάγεται σε χωριά του δισηχούς Τσιαρτσιαμπά! ΄Επίσης ανακοινώθηκε και εορτή «σουγλιμάδος» που λαμβάνει τρόπο, κάπου στις Βόιες περιοχές και χωριά. Σ’ αυτήν μάλλον κάτι σαν κρέατα, μήπως και μαντάρες, σουβλίζουν και τα ψήνουν πανηγυρικά, ορχούν δε και ορχούνται ατιμωρητί κι αδιακρίτως. Τα ανωτέρω λαογραφικά παίγνια διεξάγονται αμέσως μετά τις προχριστουγεννιάτικες «γουρνοχαρές» στις οποίες το γιορτάζουν κανονικά τα σφαγμένα γουρούνια και οι γύρωθέν τους ανδρο-μαιναδο-βακχεύοντες, που εσθίουν το κρέας τους σχεδόν ωμό. Η γιορτή είναι ευρέως διαδεδομένη έχει μάλιστα και πολυεθνικούς χορηγούς. Τηλεφωνίες, ποιους άλλους; Εγκριτος, κι όπως έλεγε ο Γκράμσι οργανικός διανοούμενος, αφού έχει πτυχίον πανεπιστημίου, πολίτης της πόλεως, δήλωνε επωνύμως, σε μεγάλες αφίσες, πως φέτος για πέμπτη(!) φορά θα πήγαινε σε γουρνοχαρά, για να γίνει κι αυτός διαφημιστικόν γουρνοσφάγιον, χάριν ας πούμε μιας δωρεάν συνδρομής στο ίντερνετ της τηλεφωνίας που είναι γουρνοχορηγός!
Λήξις προλόγου.
Στο θέμα μας.
Παραμονή των Χριστουγέννων, απόγευμα προχωρημένο, με το ξυραφιστικόν κρύο κι ενώ η αγορά καταπονημένη από των μεγαλείων τα οψώνια, έγερνε προς την δύσιν της, αυτός ούτος κατέβαινε την παραδοσιακή εμπορική οδό και την πλατεία των πρώην κρεοσφαγείων, νυν σταθμό αστικών λεωφορείων και Χαρτοθήκης που έχει χάρτες κι όχι χαρτιά.
Σχεδόν σκόνταψε στο παντοπωλείο, δηλαδή εκεί που μπορείς να βρεις τα πάντα και τα εφήμερα, πλην από εκείνα τα είδη εσθιάσεως, του κυρ’ Γιάν’ τς Λένκους, δεινού αφηγηματαλόγου και άρχοντα διασκεδαστή, σκαρκάζων κι αυτοσαρκαζόμενος εν τω άμα, των συμπατριωτών του κατά την εθνική εορτή της πόλεως. Ο χώρος του είναι το καθημέρας, στα γρήγορα, σχολιαστήριον πραγμάτων και προσώπων, καθώς φίλοι εγκάρδιοι ή επιφάνιοι, περαστικοί ολιγοψωνιστές, κι ολιγοψώνια, οι κυρίες πελάτισσες επί το πλείστον, αισθάνονται εκεί μια ζέστη κι άνεση -είναι και το Ανετον ξενοδοχείον έναντι- όπως τα ημισεβάσμια γύναια στα στασίδια της εκκλησίας τους. Ετοιμολόγος κι αστείρευτος στο λέγειν μετά χιούμορ, ως παραδοσιακός αρβανίκος μηδέποτε ξηρανθείς, συνεχώς αντλεί από τη μνήμη του κοινότοπα συμβάντα, που η αφήγησή του τα μετατρέπει σε θραύσματα ακατέργαστου αδάμαντος.
Στον πάγκο γεμάτο με αμφιλόγιες, τοπικές εφημερίδες, αποδείξεις, τιμολόγια, και πίσω του βιβλία, ήδη υπήρχε σεμνό κατά «Μπακαλίτικον» τρόπο (τα αρχαία μπακάλικα λειτουργούσαν και ως αυτοσχέδια καφενεία), στρωμένο τραπέζι, τσίπουρο με γλυκάνισο (η παραγωγή αυτού του προϊόντος δίπλα σε σακιά) και φυστίκια εφάλμυρα. Λιτόν και επί του ορθίως. Ελιές, τυρί, σαρδέλες έλειπον, είπαμε ήτο παντοπωλείον μόνον αποικιακών και ουχί και εδωδίμων. Το έφερε κάπως στο παπαδιαμαντικόν η εικόνα κι αυτό τον έθελξε στιγμιαίως και παρέμεινε. Η ελαφριά συζήτηση έφερε στην αφήγηση περιστατικά του βίου του, σαν χιονόπτωση, ανύπαρκτη επί του φυσικού για τις μέρες -αλίμονο το χιόνι το πήραν οριστικά οι νότιοι, αφού το θεωρούν πλέον ως απαραίτητον κι αυτό παρακολούθημα της εθνικής λοβιτούρας των, και τα νησιά, σ’ αυτά χάρισμά τους.
(Σημ.:Την β’ ημέρα των Χριστουγέννων άρχισε να χιονίζει του παλιού καιρού)
- Εις υγείαν!
Αυτές οι μέρες πάντα του το έφερναν προς το ανάποδο. Πότε κάποιοι τύποι της εφορίας θα τον επισκεφτόταν δια ευνοήτους λόγους, αλλά έφευγαν άπρακτοι ως μηδέποτε φιλοδωρηματο-δωροδοκηθέντες, κατά τα ειωθότα της υπηρεσίες, πότε η αγορανομία θα περνούσε σε επίσκεψη αβροφροσύνης και προστιμοσύνης, πότε θα χτυπούσε το αμάξι. Άλλοτε θλιβερόν συμβάν στην ευρεία οικογένεια τον διέλυε. Παιδί κάποτε, μέρα τέτοια, θα χάσει όλα τα ψιλά της εργασίας στην καθ’ οδόν «κορώνα γράμματα» τυχηρόν παίγνιον αυτοστιγμούς αποτελέσματος, με συνέπεια στη συνέχεια να κτυπηθή εν χορώ από τους οικείους.
Την εφέτος και μέχρι την 4ην απογευματινή όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Αλλά είχε ακόμα ώρα μπροστά.
Την ωραία αυτή μέρα άλλοι είναι κατάκοποι από την ένταση της εμπορικής κερδοφορίας κι άλλοι από την έξαψη της καλανδολογίας κυρίως οι μικροί. Μήπως επειδή όσο παν και λιγοστεύουν οι εξερχόμενοι ν’ αναγγείλουν, επί φιλοδωρήματι, την γέννησιν του Χριστού, σε λίγα χρόνια ο δήμος θα αναγκαστεί να αναβιώνει, επί μισθώ, και τα κάλαντα με τις ομάδες παίδων που συμμετέχουν στα σιουρδ γκέημς και στις τελευταίες μαθητικές διαδηλώσεις («μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» κ.λπ.) ή και με τους μικρομεσαίους, λαογραφικούς και μαγειρικούς συλλόγους κατατμηθέντας σε ομάδες ελάχιστων πολιτών, κοινώς και χωρικώς μπλίκια. ΄Ολοι, όμως, με την έμφαση της διαφυγούσης νοσταλγίας στα διεσταλμένα τους μάτια, περιφέρονται στης παραμονής το προσδοκόμενο, αφού το αυριανό συντελεσμένο, γέμει λιπών και κατά-πλήξεων. Η μουσική Πανδώρα πήγαινε, τα λιανοπηδηχτά Κοτσαμάνια από τις Μαγούλες και οι Μωμόγεροι Σκήτης ερχότανε, στους δρόμους και τις πλατείες, ο καθείς στους ήχους του, ευλογούσε κι ευλογούνταν φιλοκερδώς, δια το καλόν του χρόνου. Οι αρχές αυτή τη μέρα καμαρώνουν κάτι περισσότερο από τα λεγόμενα γύφτικα σκεπάρνια, αφού ενώπιόν τους γονατίζουν και θύουν (κι αυτοί μεθύουν εκ του λιβανωτού) όλοι οι συλλογικοί καλανδοτέτοιοι, που τους τα ψέλνουν δηλονότι, κι αυτοί τους ευλογούν είτε με τα πυκνοβριθή γένια τους είτε με τα αραιόδοντα χτένια τους.
***
Επιλογος.
-Το λοιπόν αγαπητοί…
Στη Λάρισα υπηρετούσε στην αεροπορία.
Ηρθαν τα Χριστούγεννα παραμονή, προπαραμονή κάτι τέτοιο, αλλά ελλείψει προσωπικού, άδειες δεν δινόταν άνευ μέσου.
Ως εκ τούτου το έσκασε από τα διάτρητα σύρματα, τις διόδους ελευθερίας των στρατιωτών, όταν εκ της πολυχρησίας τους μετασχηματίζονται σε φαντάροι. Η μάνα στο σπίτι τον περίμενε είχε ετοιμάσει τα γιαπράκια των εορτών και το όλον κλίμα ήταν για οικογενειακές τρυφερότητες απ’ αυτές που δεν χρειαζόταν δημόσια δαπάνη.
Προσπέρασε το πάρκο Αλκαζάρ και το εκεί πρακτορείο των ΚΤΕΛ, ότι ήταν εντελώς ανάργυρος στη τσέπη με τα πολιτικά ρούχα, και σήκωσε τα διεθνές δάκτυλο του ώτο στοπ. Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ, ταρατάμ ταρατατάμ, τα Ι.Χ, τα δημόσια μέσα, ώσπου χριστιανός τις, με ένα σεμνό όχημα κατέβασε το τζάμι.
-Για πού πατριώτη;
- Για της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά, θέλησε να του δείξει κάτι το διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν, ανθυπολόγιος ας πούμε, όπως υποσμηνίας εισέτι. Το είχε φαίνεται η κλήρα του να το φέρνει και προς την ποίηση εκτός της μπαχαρικής, ελαιοχρωματιστικής, κηροπωλητικής κ.λπ.
-Εγώ για Φλώρινα. Εμπα.
-Κυρ’ κύριε, άρχισε χωρίς να ερωτηθεί, είμαι ένας φτωχός και τίμιος στρατιώτης, χωρίς δραχμή στη τσέπη, σκαστός από τη μονάδα χρονιάρες μέρες, άφησα όμως αντικαταστάτη μου· η μάνα μου με περιμένει καιρό τώρα, έφτιαξε και τα γιαπράκια -τα ξέρεις τα γιαπράκια μας κύριε ευγενικέ, είναι το απόλυτο φετίχ μας, που θα το λέει κι αργοτερότερα η κυρία αντιδημαρχίνα μας, μ’ αυτά φτιαχνόμαστε γενικώς και ειδικώς –γιαπρακούλι μου καλό, λεν οι ερωτευμένοι ένας τον άλλον όταν αρχίζουν ν’ αλληλοτρώγονται που λεν δηλαδή και δηλονότι- δεν γίνεται χωρίς αυτά Χριστούγεννα, δεν νοείται Χριστούγεννα χωρίς γιαπράκια, εκεί σ’ εμάς κι η μάνα μου ας με μάλωνε μικρόν: «Δεν θα γέντς προκοπή εσύ». Και τι να κάνω έφυγα σκαστός, αλλά άφησα σας το λέω αντικαταστάτη στη σκοπιά να μη κινδυνεύσει κι η πατρίδα από το σκασμό μου, κύριε…
Ελεγε, ξανάλεγε, επανερχόταν ένοιωθε κάπως κατηγορούμενος ενώπιον μιας πράξης που κάπως τον βάραινε.
Τον άκουγε ανέκφραστος, και το αζήτητο παραλήρημά του να μοιάζει με απολογία.
- Λοιπόν, είμαι αξιωματικός του Ελληνικό στρατού, τον άκουσε σαν να του έριχναν στην πλάτη νερό καυτό και στη συνέχεια κρύο. Ακουσε νεαρέ μου. Εγώ που τώρα κάθομαι και σ’ ακούω, σ’ έβαλα και στ’ αμάξι (πρώτο γοερό ένδον ωχ), να σε πάω στη μάνα σου που σου έφτιαξε και γιαπράκια, ορκίστηκα πίστη στην πατρίδα μέχρι θάνατου (διπλό ωχ ωχ). Θα την υπακούω ως την τελευταία ρανίδα της ζωής μου. Ουδεπόποτε θα έκανα κάτι εναντίον της ούτε μεγάλο πολύ δε περισσότερο ούτε μικρό. Γιατί τα μικρά και συνεχόμενα είναι αυτά που υπονομεύουν το έθνος. Είσαι ένας λιποτάκτης του ελληνικού στρατού (τριπλό ωχ, ωχ, ωχ) και ως εκ τούτου στρατοδικείο σε περιμένει κανονικό. Αν όλοι οι φρουροί της πατρίδος την κάνουν το ίδιο όπως η γιαπρακο-αναξιότης σου, τότε από τα προς Βορράν σύνορά μας θα ορμούσαν οι κομμουνιστέοι πεινάλες και οι κατσαπλιάδες οι οποίοι δεν φτάνει που έτρωγαν τις ρωσικές κονσέρβες, με τα κουτιά τους έσφαζαν και τους λαιμούς των Ελλήνων. Από δε την Ανατολή έτοιμη είναι κι η τουρκιά να μυρμηγκιάσει στους κάμπους της Θράκης, να πάρει πίσω ό,τι έχασε στους νικηφόρους μας βαλκανικούς πολέμους κ.λπ.
Τον άκουγε ζεματισμένος…
«Ολα αυτά εγώ τα έκανα», συλλογιζότανε. «Τότε θέλω σκότωμα»
Στον Τύρναβο πήρε στροφή για Λάρισα. Πίσω.
Αιχμάλωτος και θύμα της Χριστουγεννιάτικης ειρήνης θρηνούσε τη μοίρα, τη μάνα, τα γιαπράκια.
Τον παρέδωσε στην ΕΣΑ κι από κει κατευθείαν στο κρατητήριο. Πέσαν πάνω του κατά δεκάδες οι φυλακίσεις. Σύνολο μέρες σαράντα.
Στο τηλέφωνο η μάνα τον αναζητούσε.
-Αντε μπρε πιδί μ’ δεν θα ‘ναρθς;
- Αχ, μάνα βαστούν σαράντα μέρες τα γιαπράκια;
Είπε βαρυαλγών. Αυτή δεν πολυκατάλαβε αλλά επανήλθε στην από μακρού διαπίστωσή της.
-Δεν είπα ιγώ πως δεν θα γέντς προκοπή εσύ…

Κοζάνη, λίγο πριν το νέον έτος

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Παραμονή


Παραμονή Χριστούγεννα, την λένε η ωραιότερη του χρόνου
και ακούω στην πόρτα ανόρεχτα, λιγοστά κάλαντα ημέρας
χαμένος στην ανάλωση του τρόπου μου μ’ άφεση αφρόνου.
Κι εκεί με πήρε και με σήκωσε της νοσταλγίας σου ο αέρας!

«Στο Χριστό στο Κάστρο» δηλαδή στους αγίους της ενορίας
να θέσω την ενιαύσια διαίσθηση εις περιορισμόν κατ’ οίκον
αποσυνάγωγος του άδολου πελταστής της ηδονοθεωρίας
-Της προσφιλούς ζητεί η ψυχή μου αλύσεως τον κοπέντα κρίκον

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Περί της εξεταστικής των πραγμάτων και των πορισμάτων της


Τέσσερεις βουλευτές κατουράνε πάνω σε μια ταξιδιωτική άμαξα, η άμαξα φεύγει και κατουράνε ο ένας τον αλλον (Λιχτενμπεργκ)

Άπό το νέο τεύχος της Παρέμβασης

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Καράβι εποχής


Καράβι που το σύραν στης πλατείας την καλοσύνη
διάτρυτο στον άνεμο κατάφοτρο, κατάφωτο ευχών.
Με θέλγει αυτή η Δύση στη Δεκεμβριανή απαλοσύνη
με θλίβει όμως η εναλλαγή χρόνου και εποχών

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

"Επί διαταράξει" στην Κοζάνη



«Μας πήγανε πλημμέλημα επί διαταράξει
και όμως τα μητρώα μας τα βρήκανε εντάξει...»1

Του Β. Π. Καραγιάννη

Κάπως έτσι δηλαδή...
Αλλα εμείς είμασταν στην Αίθουσα Τέχνης εκείνη την ώρα κι ακούγαμε την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης! Δε λέω, σοβαροί κύριοι είμαστε, μιας όποιας ηλικίας και δεν χάνουμε τέτοια επεισόδια πολιτισμού, τα οποία σχεδόν τακτικά μας ενσκήπτουν. Μάλιστα την ακριβώς προηγούμενη της Δευτέρας, και πάλι στην ίδια θέση, ακούγαμε κάτι σαν πότ-πουρί- πως σιχαίνομαι τη λέξη- να πω απάνθισμα, κομμάτια από όπερες, εκ του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και περιχώρων, του Ωδείου Δ. Δημόπουλου και μιας Fameli Boys μουσικής ιστορίας, αποδιδόμενα.
Δεν χάνουμε κανένα από τα συμβάντα της τοπικής ιστορίας ανεξάρτητα αν με το παραπάνω, αλλά όχι κι εξ αιτίας του αποκλειστικά, μας διέφυγεν (;) η στιγμιαία, μ’ αποχρώσεις ενδείξεις έως κι αποδείξεις, νεανική εξέγερση.
Επιστρέφοντες στα τηλεοπτικά μας σπίτια ακούγαμε, βλέπαμε, νιώθαμε, απόμακροι όντες κι ασφαλείς, έγχορτοι εγχόρδων. Το βράδυ συνήθως αποφεύγουμε τροφές ψυγείου ή ημέρας, όχι εκ της ανέχειας αλλά για λόγους αισθητικής τάξεως κι υγιεινής ευταξίας. Είμαστε δηλαδή και φαινόμαστε μικροαστοί.
Εγώ, το λοιπόν, είμαι η υγιής κοινωνία.
Τι φρίκη!
Μόλις το διαπίστωσα· τίποτε εν τω μεταξύ δεν κάνω να ξεράσω από μέσα μου αυτήν την συν-κοινωνία με τους άλλους. Απεναντίας. Σάββατο βράδυ έτρωγα λουκάνικα σε τζάκι εψημμένα.
Ηδη είχε ξεκινήσει μια ιστορία να κινείται επί του νεανικού πεδίου εκ δολοφονικού συμβάντος, στο κοινωνικό στρώμα και στο οδόστρωμα των προσπαθειών.
« Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω»2
Πως αν δεν το κατάλαβες εσύ είσαι εντελώς νεκρός στο νυν και το αεί κι όλα τα άλλα είναι τρίχες.
Ο Υπουργός επί των θεμάτων μορφώσεως και παιδείας (τι καλαίσθητος θεέ μου κι «αισθητής» «κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένος»), ήταν στα μπουζούκια το βράδυ, λέει, είπαν και δεν ξείπαν, σ’ αυτούς τους εκάστοτε ναούς του εκπολιτισμού, κάθε κωμικής και γελοίας εξουσίας, όπως άλλωστε το γνωμοδότησαν.
Εξω, όμως, από τα μπουζούκια, είχε καταλυθεί το κράτος (πότε θα γίνει αλήθεια αυτό στο παρα-βαλτο-κράτος που βιώνουμε), κι ο νόμος αδυνατούσε να το φέρει στα συγκαλά του.
Ξέρεις τι σημαίνει νόμος, λοιπόν; Νόμος είναι αυτό το σκληρό σαν βρασμένο μακαρόνι πράγμα, που όταν δεν θέλεις να κάνεις το καλό το βάζεις μπροστά: Θέλω να σε βοηθήσω αλλά αυτό δυστυχώς το απαγορεύει ο νόμος!. Οταν κάνεις το κακό έρχεται αυτός με τις αδυσώπητες λεπτομέρειές του και σε βραχυκυκλώνει. Λ.χ. ποιά είναι η βλητολογική ισχύ του βλήματος, αλλά και η νοητή γραμμή της σφαίρας που εξήλθε από το έρκος της κάννης, («Σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα σε πετυχαίνει στο ψαχνό»3) και πήγε μια βόλτα προς ουρανού μεριά, χαριεντίστηκε με τη σελήνη που ήταν στην πιο κοντινή της απόσταση με τη Γη, την έφταναν μέχρι κι οι σφαίρες μας, και νάτος ο εξοστρακισμός. Πιθανόν -πιθανά θα έλεγε η τρέχουσα εγχώρια σοσιαλιστική ορολογία η οποία με τα κεριά του επιταφίου της περιμένει την ανάστασή της- όχι ως θεσμός απομάκρυνσης του Αριστείδη στην αρχαιότητα, αλλά ως φονική αντανάκλαση του βλήματος, όταν αυτό χτυπά κατάστηθα και χώνεται στα βάθη, αρπάζει την ψυχή (μια πεταλούδα είναι) και βουρ για το επέκεινα· αλλά αυτή την εκδοχή τη γράφουν στα παλιότερα κατάστιχα της κοινής νοημοσύνης, αυτοί οι νόμοι που λέγαμε, που τους πήραν σβάρνα, κι ευτυχώς, οι νέοι και οι δρόμοι.
«Δεκέμβρης του ‘44
με μια μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ...» 4
Δεκέμβρης του 2004 συν 4
σε μια διμοιρία της ΕΛΑΣ...
Μέρες τώρα τους βλέπω οχυρωμένους και κρυωμένους να κόβουν επιτόπιες βόλτες μπροστά στο τμήμα τους φυλάγοντας το άδειο. Κάπως τους σκέφτομαι. Με τις γυάλινες ασπίδες (θέλω να φωτογραφηθώ κάποτε με μια τέτοια μπροστά μου και πίσω της) στα ρείθρα του πεζοδρομίου, αναμασούν την ανία τους. Αλλά εκείνη τη μέρα που τους ρίχτηκε η ειρηνική, μαθητική, παλίρροια κι άμπωτη, αυτοί κοιτούσαν μέσα από την κρανο-θωρακική τους κοιλότητα με οδύνη. Γιατί αυτοί; Και τί είναι αυτοί και τους λεν: «Μπάτσους, γουρούνια δολοφόνους»! Κοιτιόντουσαν σε καθρέφτες και μεταξύ τους, σε τίποτα δεν έμοιαζαν με τα επίθετα και τα ουσιαστικά. Τότε γιατί η συλλογική βάψα τους έβαφε ανεξίτηλα! Αυτό τους απέλπιζε. Το σώμα τους, ο κορμός τους, ήταν ιστορικά πάντα εχθρικός στο λαό, ιδίως προς τον άοπλο, το φτωχό τον ανήμπορο· αλλά κι αυτοί φτωχοί πλην ένοπλοι· κι από εδώ ξεκινάει, πάει κι έρχεται το δράμα.
Δευτέρα δε βράδυ έδωσαν και τον αγώνα, κι ενώ εμείς οι φιλήσυχοι είμασταν στην Αίθουσα Τέχνης, στη συναυλία παρακαλώ- αυτοί κομμάτια και θρύψαλα του λαού, δίναν μάχη εκ του συστάδην στην πλατεία και στον κεντρικό πεζόδρομο. Εχθροί τους οι νέοι της κοινωνίας των απόντων, που παρακολουθούσε ελαφρώς κατουρημένη μέσα από τις καφετέριες, το θεατρικό που λάβαινε τρόπο. Δακρυγόνα· πως άραγε ένα δακρυγόνο χτυπά το διάστημα μεταξύ μύτης και ματιού, λίγο αστόχησε για να πάψει αυτό να βγάζει δάκρυα δια παντός-θα έκλαιγε μόνον ένδον- σ’ έναν νεαρό που συνελήφθη στο νοσοκομείο όπου πήγε για περίθαλψη, χτυπημένο πουλί απ’ αυτά που δεν περιθάλπουν οι Οικολογοι. Επιασαν τραυματία τελαλούν οι του νόμου μας και της αναταράξεως των σωθικών μας, καθώς και την κυρία φίλη του, που πήγε να δει τον αγαπημένο- οι ανάξιοι της αγάπης· ασφαλο-φαλλοκράτες με τα κλομπς τους σε διαρκή στύση Τρομοκρατημένοι από την ισχύ τους έριξαν χημικά (εντελώς υγιεινά κι ακίνδυνα λέει ο νόμος τους), δεν μας έφταναν οι ρύποι των εργοστασίων, τα οποία εν τη αγαρμποσύνη τους, παιδιά λαού, κατάπιναν κι οι ίδιοι ρίπτες. Χα. Ενα γκροτέσκο σκηνικό.
Ηδη είχε τελειώσει η συναυλία κι εμείς γυρίζαμε σπίτι και δεν ακούσαμε τη χλαλοή της ιστορίας που πλησίαζε κι απομακρύνονταν ως ήχος έκκλησης: Λαέ, -ποιός λαός- θυμήσου το Νοέμβρη! Ποιό Νοέμβρη, Δεκέμβρη έχουμε και το μήνα αυτό τα αίματα στην ιστορία των απανταχού Δεκεμβριστών βράζουν. Είτε πάλι ως ηχώ παράκλησης: Νοικοκυραίοι όλων των τηλεοπτικών καναλιών απάνω τους (κι απάνω μας), να τους λιανίσουμε ό,τι μας λιάνισαν την οικοσκευή της αμεριμνησίας μας. Τώρα θα τους δείξουμε εμείς στα γκάλοπ! Εμείς αυτοί ακριβώς, που εναλλάσσουμε τα κόμματα εξουσίας στο πετσί μας, κι άργασε απ’ την ξευτίλα, όπως αλλάζουμε τα κύματα της απελπισίας μας, τώρα, χωμένοι από το φόβο κάτω απ’ τις κουβέρτες κι επιποθούντες επιστροφή στη μήτρα. Και που το πάνε, εν τω μεταξύ, όλα αυτά τα αλάνια που τα λέγανε τσογλάνια (ακαθοδήγητα, αμάντρωτα από το κόμμα του λαού, των κεριών, των φουσκωτών και από την γαυριούσα υποδιαστολή των), με πέτρες, νταούλια, κρόταλα, καραμούζες, σερπαντίνες λόγων που συναντιούνταν στον αέρα και περιπλέκονταν θερμουργά, χτυπιούνταν τα σύμφωνα με τα φωνήεντα, τα άφωνα με το έμφωνα, οι μεγάλες κουβέντες με τα χημιογόνα, μπρος, πίσω, πλάγια γυρίσματα, μαρκαρίσματα, τάκλιν, γιουρούσια. Χτυπήθηκαν και κάποια πέναλτι εκατέρωθεν. Πότε χορός αρχαίας τραγωδίας και πότε όμιλος σύγχρονης κωμωδίας με κορυφαίους το καμπαναριό, τις πικροκαστανιές, το γέρικο ξενοδοχείο, απ’ όπου κοιτούσαν με τις κόρες τους διεσταλμένες-απόπληκτες- μικρομεσαίοι αστοί κι ώριμοι έως θλίψεως, μαστοί.
«Ο,τι και να κάνετε εγώ θα είμαι απών» ακούγονταν από το βάθος της ψυχής τους μια μουσική.
Τα παιδιά παίζαν στην πλατεία με τους κλέφτες και τους αστυνόμους. Το διασκέδαζαν ποσώς. Εγώ σπίτι και διάβαζα τη βιογραφία του Πωλ Τσελάν. Τι σπούδαιο!
«Τη νύχτα αυτή η αστυνομία μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο
πλάκωσε το εκατό κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα.4
Προσαγωγές στους κυρίους ανακριτές. Ονομα: Νεότης. Επάγγελμα: Κάτι σαν εξέγερση! Ηγουν; Ηγουν, τουτέστιν, δηλαδή, εν άλλοις λόγοις, ήτοι: Είμαι δεκαεξάρης γ... τα μορμολύκεια. Τους εχθρούς του λαού σαν σε λιτανεία τους πηγαίνουν στους χώρους και τρόπους «που δεν έχει καθημερινές και σχόλες». «Τα παιδιά που τους έλεγαν αλήτες» να παραφράζουν την καθημερινότητα. Ανακατεύω, παραφράζω ό,τι θέλω κάνω· είμαι κι εγώ οργισμένος· με έμενα. Ακουγα τη μουσική της ησυχίας, της ωραιότητας, της αγαθοσύνης και της λυρικής μαλθακοσύνης μου. Αλλοι φρόντιζαν, όπως όπως, δε λέω, και για μένα, να μου βγάλουν πρωτίστως τη λάσπη που είχα μέσα μου. - Σιγά μη βγάλω εγώ το φίδι μου από την τρύπα μου, ή πως το άρχιζε ο ποιητής μου, που τον έχω καταφύγιο κι άλλοθι στην ασημαντοσύνη μου:
«Ο πατέρας του του ‘λεγε : «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το Ρωμέικο...»5
Ούτως εχόντων των πραγμάτων:
Προεισαγωγικόν άλμα, μεσολαβή, στον τρίτο χρόνο κάθισμα βαθύ. Διαστάσεις εκτάσεις, διαστάσεις ανατάσεις, διαστάσεις προτάσεις. Κρούση των παλαμών άνω. Ατενώς!
«Τους πήγανε πλημμέλημα επί διαταράξει» και τους προέκυψε κακούργημα επί συνάξει προς σύμπραξιν συμμορίας τρόμου. Κακούργοι δηλαδή όπως ο Βαραβάς που μαθαίνανε πως είναι κακούργος! Τυχεράκηδες όμως! Οπως στο νόμο για τη ζωοκλοπή οι δικαστές δεν τολμούν να εφαρμόσουν αφού προβλέπει για κλοπή εριφίου ή κότας εκτόπιση σώματος του κλέπτου, έτσι θα την πάθουν κι αυτοί ότι τους μέλλεται ισόβια να πάθουν).
«Η ασημαντοσύνη στα έθνη μετριέται με το στρέμμα
με της ψυχής το μούδιασμα επί πλέον και το ψέμα...»
(Κατ’ εξακολούθησιν παραφραστής και του Παλαμά)
Δεν θα γίνει κάτι επιτέλους σ’ αυτή τη λάσπη βουτηγμένοι καθώς κόβουμε τα πλιθιά της κατάντιας μας!
Εγινε. Που ήμουνα;
Αρχισε. Κοιτώ.
Τι θα γίνει; Ποιος ξέρει;
Αλλά η νυχτωδία της Κροστάνδης εν Ελλάδι είχε αρχίσει· το έργο παίζονταν σε όλη την επικράτεια του αφόβου.
Λήξις. Εξεγερση κι ασπίδες παρά πόδας.
«(Να δούμε αν η Ανοιξη θα συνδράμει τα όνειρα μας)»6


Σημειώσεις επί των ανωτέρω

1. Ασμα του αείμνηστου Γεωργίου Ζαμπέτα
2. Δ. Σαββόπουλου, ποίημα
3. Π. Τσέλαν, από το ποίημα «Φούγκα του θανάτου»
4. Δ. Σαββόπουλου από το τραγούδι «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη»
5. Μ. Αναγνωστάκη, από το ποίημα «Αισθηματικό διήγημα»
6. Νίκου Καρούζου, από την «Νυχτωδία της Κροστάνδης»

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Βράχο, βράχο το φακό μου


Ο "Βροχοποιός" και ο "Βραχοποιός"


Ξαφνικά, εκεί που αμέριμνα, εποχούμενος τη βιοτική σου μέριμνα, οδηγείσαι προς τα καθημερινά σχολεία του σώματος, σε πιάνει κάτι από τη νοσταλγία της βροχής. Ο «Βροχοποιός» του Ρίτσαρντ Νας τότε σε νοτίζει κάπως με τις δημιουργίες του λόγου του και τις αλχημείες του τρόπου του. «Κι έπεφτε μια σιγανή βροχή...» κι αυτή ερχόταν όμως από άλλα δελτία ποιητικού καιρού.
Οι ηλικιωμένοι βράχοι που προσπερνάς κάθε μέρα ουδέτερα σχεδόν, αφημένοι κι αμετακίνητοι στην αιώνια μοναξιά τους, υφιστάμενοι μόνον τις διαστολές και συστολές του χρόνου και των καιρών, σε σταματούν τώρα ως εξ ενστίκτου. Νομίζεις πως γυαλίζουν από την συγκίνηση της βροχής και τη λάμπουσα θαμπάδα των νερών της πέτρας, που ενηλικιώθηκε σε χρόνους φωτός και στους τρόπους των άφρονων γεωλογικών εκρήξεων.
Προσεγγίζεις προς τη δημιουργία τους όπως σου φανερώθηκε σε πρώτη κι οριστική (οριστική;) φάση από τον φυσικό Δημιουργό. Ρυθμίζεις και καδράρεις τα εσταντανέ με την μικρή σου μηχανή παντός καιρού.
Για να ακολουθήσει η Αποκάλυψη.
Η σχάση του ατόμου δημιουργεί την κοσμική έκρηξη· ο διπλασιασμός των μονοκύτταρων στη βιολογία των όντων το νέο είδος. Εκεί ακριβώς που χωρίζονται ή και που ενώνονται τα δύο όμοια των βράχων, στην εμφάνιση ή στην δοκιμή επί της οθόνης, με τη νοητή φωτογραφική γραμμή, το νέο είδωλο που προκύπτει είναι από την απόσταξη του αρχικού ασύμμετρου αλλά έντεχνα φωτογραφικά συμμετρικού.
Την ψυχή τους νομίζεις πως βγάζουν οι βράχοι αυτοί στις μορφές που σου αποκαλύπτονται εύγλωττα ή περίτεχνα συγκαλυμμένα, με μια ολοφάνερη ποιητική προέκταση.
Ποιές και πόσες άλλες άραγε πολυδιάστατες διαστάσεις του τυχαίου υπάρχουν δίπλα μας εγκλωβισμένες να ζητούν τη λύτρωσή τους, καθώς διατελούν φυλακισμένες στους βράχους της προμηθεϊκής τους, συμπαντικής νομοτέλειας;
Ποιος αυτός που αποκάλυψε τις μορφές, κρυμμένες στο απόρθητο κέλυφος των βράχων, να ξεπηδούν, μήπως κι αναβλύζουν, όπως το βιβλικό νερό καθώς χτυπούσε τις πέτρες της ερήμου με τη ράβδο του ο Μωυσής ή οι ασκητές στα αυχμηρά τοπία της θείας τρέλας τους βαρούσαν τις βακτηρίες και ξεπηδούσαν πηγές και αγιάσματα. Τώρα ο φωτογράφος πατά το κουμπί της μηχανής και λύνεται το μυστήριο. Οι βράχοι κρύβουν υπάρξεις που φωνάζουν μέσα από τη θαμπή τους ορατότητα. Αλλά αυτόν του προκύπτει Δημιουργία.
Καθώς τους κοιτάς νιώθεις να σε παρατηρούν απλανώς μεν αλλά και με ένα αδιόρατο, υπαρξιακό ερωτηματικό.
Πάσχουν από την άχρονη, ασάλευτη ύπαρξη τους, («Είμαι άρρωστος, πάσχω από ύπαρξη», Ν. Καρούζος), την οποία όμως θα ‘ρθει να διακόψει, όπως ο έρωτας διακόπτει την παραγραφή των σωμάτων, η ματιά του καλλιτέχνη που τους ανακάλυψε σ’ αυτό το πολύτιμο, λατομείο του πρωτοφανούς, εικαστικού, φωτογραφικού πράγματος, όπου εγκαρτέρευαν μορφές μιας ενσυνείδητης πραγματικότητας αλλά και ουτοπίας εκ του ασυνείδητου, αναδυόμενης.
Ετσι θα δώσει κίνηση και ζωή στους βράχους ο «Βραχοποιός» Αλέκος Βρεττάκος, εντελώς φωτογ(β)ράφ(χ)ος στην νυν και αεί ζωή του.

Β.Π.Καραγιάννης

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Γ. Σουρή παραφράσεις


Της Ελλάδος το νυν κοτέτσι
με μαντρί ερείπιο μοιάζει
με εύγλωττους κουκουλοφόρους
και λεβέντες μπατσαδόρους
(με το θέλω και το έτσι)
κι ειδικά το "τι με νοιάζει
ας τα πιάσουν τα φίδια άλλοι
οι μικροί, όχι οι μεγάλοι..."

Αντιγραφές επίκαιρες

...Οι δέκα (μέχρι στιγμής) μέρες που συγκλόνισαν την Αθήνα, αλλά και όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, και πολλές μικρές, αποτελούν μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το παγκόσμιο κοινωνικό κίνημα, είμαι σίγουρος ότι θα μελετώνται –ή πάντως ότι θα πρέπει να μελετηθούν- επί πολλά χρόνια σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, και θα καρποφορήσουν ίσως αλλού, αλλιώς, άλλοτε, με τρόπους και σε συνδυασμούς που δεν φανταζόμαστε. Και, για να κλείσω με μια προσωπική νότα, δεν σας κρύβω ότι είμαι πολύ περήφανος που κάπως είχα διαισθανθεί ότι έρχεται αυτή η καταιγίδα, θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν μπορούσα να πω ότι συνέβαλα κάπως στο μέτρο των δυνάμεών μου στην έλευσή της. Και πάντως είμαι σίγουρος ότι είμαι –είμαστε- σε πολύ καλύτερη θέση να αντιληφθούμε τι ήταν και να δουλέψουμε με αυτή, απ' ό,τι τα απολιθώματα της θεσμικής πολιτικής, των κρατικών διανοουμένων και του τύπου, οι οποίοι ούτε είχαν πάρει μυρωδιά τι τους ερχόταν στο κεφάλι, και ακόμα και τώρα που τους έπεσε στο κεφάλι πάλι δεν έχουν ακόμα καταλάβει τι τους συνέβη. Αλλά νομίζω ότι ακόμα και αυτοί δεν μπορεί να είναι τόσο βλάκες. Νομίζω ότι απλώς κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, αλλά κατά βάθος έχουν ψυλλιαστεί κάτι, και εκεί ακριβώς οφείλεται το μίσος και η μνησικακία τους γι’ αυτό το κίνημα. Αν ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, η Παπαρήγα, ο Καρατζαφέρης, έχουν λυσσάξει και ζητάνε από τους πάντες δηλώσεις νομιμοφροσύνης και μετανοίας, αυτό κατά βάθος το κάνουν επειδή τους απασχολούν όχι τόσο τα μαγαζιά των πτωχών και αθώων κοσμηματοπωλών της Μητροπόλεως, αλλά κυρίως τα δικά τους μαγαζιά.
Αυτοί είναι που τα είχαν στολίσει με τόση φροντίδα, τόσα «οράματα», τόσες «μεταρρυθμίσεις», τόσους «ταξικούς αγώνες», τόση «αδιαπραγμάτευτη Ελλάδα», τέλος πάντων ο καθένας με τη δική του πραμάτεια, είχαν βάλει τα καλά τους και περίμεναν τους καταναλωτές πολιτικής· και ξαφνικά είδαν να εισβάλλει στην πιάτσα ένας απρόσκλητος ανταγωνιστής και να τους κλέβει την πελατεία (και την απόλαυση), να δείχνει πόσο άνευ νοήματος, πόσο αέρας κοπανιστός, πόσο κενά από οποιαδήποτε αξία χρήσης ήταν αυτά τα εμπορεύματα. Και μάλιστα ένας ανταγωνιστής που δεν έχει κανένα μαγαζί πουθενά, αλλά είναι διάχυτος, διάσπαρτος, πλανόδιος, όπως οι Νιγηριανοί που πουλάνε CD και οι Κινέζοι που πουλάνε ρούχα.
Με άλλα λόγια, αυτό που εισέβαλε ξαφνικά στη σκηνή δεν είναι απλώς ένας ανταγωνιστής μεταξύ άλλων, αλλά είναι ο ίδιος ο ανταγωνισμός.
Τέλος πάντων, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα· δεν είναι δική μας δουλειά να λύσουμε τις απορίες των χρεοκοπημένων εμπόρων της πολιτικής. Το πολύ πολύ μπορούμε να τους ευχηθούμε: Welcome to the desert of the Real, και να τους αφήσουμε να βρουν μόνοι τους –εάν βρουν- πώς θα αναμετρηθούν με την απώλεια. Αυτές τις μέρες που τα πράγματα τρέχουν με χιλιαπλάσια ταχύτητα, και προς χίλιες διαφορετικές κατευθύνσεις, απ’ ό,τι κατά την λεγόμενη «ομαλότητα», εμείς έχουμε σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε. Και το πρώτο απ’ αυτά είναι να βρούμε πώς μπορούμε να ενσαρκώσουμε καλύτερα τους φόβους τους, να ταυτιστούμε με το σύμπτωμα, να γίνουμε εμείς όσο μπορούμε καλύτερα ο ανταγωνιστής που κάνει τα μαγαζιά τους να αδειάζουν από πελατεία –χωρίς καν να χρειάζεται να σπάσουν. Και να βρούμε πώς θα παραγάγουμε από κοινού τις δικές μας αξίες χρήσης.

Άκης Γαβριηλίδης
11/12/2008

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Κύματι θαλάσσης


Η θάλασσα φόρεσε τα κύματα
κι έπαιζε με μια βάρκα μόνη.
Ετσι γράφονται στη φύση ποιήματα
και ό,τι άλλο μας "πληγώνει"
ή μήπως και λυτρώνει...

Ου τόπος γι αυτήν πλέον


Εδώ ήταν η κεραία της κινητής, τηλεφωνικής αυθαιρεσίας.
Τώρα ανενόχλητος ορίζοντας και σύννεφα
Από τις σπάνιες νίκες της οργής των απλών ανθρώπων της Λευκοπηγής και όπου αλλού.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Ράγες με χιόνια χωρίς λόγια


Σε ράγες με χιόνια χωρίς λόγια
στάθηκα τη στροφή να πάρω
αλλ΄ο χρόνος γύρισε ανάποδα τα ρολόγια
της μνήμης κ.λπ.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Οι ενιαύσιοι Πολυτεχνίτες

«Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» του Κάρλ Μάρξ
και η αθλιότητα του νυν και αεί «Πολυτεχνείου»


Του Β. Π. Καραγιάννη

Εβλεπα στην οθόνη του υπολογιστού και στην ακόμα πιο μικρή οθόνη ενός βίντεο της ελεύθερης τηλεόρασης (tvxs.gr), που έχει ξεκινήσει τον πλουν της εδώ και λίγο καιρό στον ωκεανό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων κι εμπειριών ο Στέλιος Κούλογλου, ένα αφιέρωμα στο Πολυτεχνείο με αναδρομές εφ’ όλης της αντιδικτατορικής ύλης κ.λπ.

Μεταξύ άλλων αναφέρονταν και στην κηδεία του Γ. Σεφέρη το Σεπτέμβριο
του 1971 και στην τότε διαδήλωση κατά των συνταγματαρχών, στην οποία
μετεξελίχτηκε.Αφηγούνταν ο ηθοποιός Γ. Κοτανίδης , από τους
πρωταγωνιστές εκείνου του καιρού, ο οποίος έκανε και ιδιαίτερη μνεία
στη διήμερη κατάληψη της Νομικής, 21 Φεβρουαρίου 1973, ένα πρώτο και
κρίσιμο γεγονός στη μαζική αντιδικτατορική κίνηση των φοιτητών, το
οποίο παραγνωρίζεται στο τρέχον και ήδη θλιβερό, όπως το κατάντησαν,
αντιδικτατορικό εορτολόγιο. Μας ξαναθύμισε τη σκηνή την ώρα που έβγαινε
το φέρετρο από την εκκλησία στην οδόΚυδαθηναίων , όταν σ’ όλων τα
στόματα σαν αύρα περνούσε το τραγούδι του Θεοδωράκη κι ο στίχος του Γ.
Σεφέρη «Πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή”, και μέσα στο πλήθος
ξεχώρισε μια φιγούρα, ένας εντελώς ψηλός άνθρωπος που σηκώνοντας το
χέρι- γροθιά φώναξε: «Δημοκρατία!». («Αν μες στις φωνές που τα βράδιατρυπούνε ανελέητα τα τείχη/ Ξεχωρίσεις μια: Είν
’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές/ Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που
πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας».1) Κι ήταν αυτός ο ποιητής Μανόλης
Αναγνωστάκης· κι ήταν αυτό το έναυσμα της αντιδικτατορικής φόρτισης στη
συνέχεια της πορείας προς την αιωνιότητα της ψυχής του ποιητή και προς
το χώμα του σώματός του.
Σάββατο πρωί, 15 Νοεμβρίου, στην Αθήνα στο
δρόμο για το Πολυτεχνείο. Πρώτη φορά πήγαινα προς αυτό το μέρος να δω
κάτι από την ενιαύσιαθλιβεροσύνη του πλέον. Ηδη, μια πορεία βρισκόταν σε εξέλιξη. Ηταν
αλιείς –ψαράδες δηλαδή- που διαδήλωναν τα δίκαια της συντεχνίας τους·
προπορεύονταν ένας με ένα καπάκι από φέρετρο και πίσω του το κυρίως
σώμα αυτού, που το κρατούσαν τέσσερις, μέσα του δε δίχτυα κι άλλα
σύνεργα ψαρικής! Μια εκατοντάδα συγγενών- διαδηλωτών κήδευαν τα
κεκτημένα τους δικαιώματα από τα θανατηφόρα για την τάξη τους, μέτρα
του Υπουργείου Γεωργίας. Φώναζαν “Κάτω ο Κοντός», υφυπουργός Γεωργίας,
ο οποίος εκείνη την ώρα ήταν στα πάνω του,δηλονότι πάνω στο Ν. Κοζάνης,
συνοδός του κ. Πρωθυπουργού στην πορεία του για την επίλυση των εδώ
γεωργικών και κτηνοτροφικών ζητημάτων,όστις εκείνες τις μέρες, του κανονικού Πολυτεχνείου, ήταν μειράκιο μαθητικό, κάπως.
Το νυν «Πολυτεχνείον» στην Πατησίων ήταν απ’ άκρου εις άκρον κατειλημμένος από το ΚΚΕ και τα γενναία παιδιά της ΚΝΕ (90+40=130) χρόνια αγώνα, και παρά πίσω κάτι άλλες ομάδες που μόλις ξεμύτιζαν Πήγα, είδα, έφυγα. Ολη η αθλιότητα της καπηλείας στο μεγαλείο του. Ενιωσα μια ηθική ναυτία. Τι ήθελα εκεί; Καλά δεν πήγαινα ποτέ, σ’ αυτά τα σκυλευθέντα αμετάκλητα, μνημεία της νεότερής μας ιστορίας αλλά πρωτίστως και της μνήμης μας. Μου ‘ρθε στη σκέψη, ιδανικό στην παράφραση και μόνο του τίτλου του, το βιβλίο του Κ. Μάρξ:
«Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» (1846-47), που διαπραγματεύεται και την
αθλιότητα της κανονικής ιδιοκτησίας, έτσι σε μια χοντρή χοντρή
γενίκευση). Συνειρμοί επίκαιροι επί το θλιβερόν πάντα, για όλες τις
φιλοσοφίες, πρακτικές και «ιδιοκτησίες» κυρίως των «αγώνων», αλλά λίγο
με νοιάζει πια, ακόμα κι αυτή η ούτω πως «Αθλιότητα του νυν και αεί
Πολυτεχνείου».
Στην “Αυγή” της Κυριακής ξεφύλλισα ένα μικρό
αφιέρωμα για το Πολυτεχνείο, με ποιήματα που γράφτηκαν μερικά χρόνια
ύστερα, όταν η ενθύμηση εκείνης της μέρας είχε ήδη πάρει την κατηφόρα
για να φτάσει στη σημερινή εξαθλίωση και την εντελώςαπαξίωσής της. Ενας
μαθητής στην τηλεόραση που το ρώτησαν τι έγινε τότε απάντησε: Έπεσε η
πόρτα του Πολυτεχνείου και σκότωσε χιλιάδες φοιτητές... Αυτός κι άλλοι
παρόμοιοιχαβαλέδες συμμετέχουν φυσικά στην ενιαύσια, σχολική εορτή των
καταλήψεων των σχολείων για μέρες· καλά κάνουν υπακούοντας στο κλίμα
της γενικευμένης πολιτικής, πνευματικής και κοινωνικής εξαθλίωσης.
Αλλά γιατί με εκφράζει αλήθεια η πίκρα κι η ελεγχόμενη ποιητική οργή του Μανόλη Αναγνωστάκη στο αφιέρωμα την οποία παραθέτω:

ΦΟΒΑΜΑΙ

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μία ωραία πρωία-μεσούντος κάποιου Ιουλίου-
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ’σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο
(το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983
και δημοσιεύτηκε στην Αυγή)

Δια του λόγου το ασφαλές κάθε χρόνο, 35 τώρα χρόνια, και τρεις χειρότερα, εννοείται.

1. Μ. Αναγνωστάκη «Χάρης 1944» Ποιήματα εκδ. 1971 Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείο... λέει, και κάπως κλαίει

"Eίμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε
ακούραστα τις ώρες μας..."

Tου B. Π. Kαραγιάννη


Ηταν πέντε και ένας, εκείνο το βράδυ μετά από 30 χρόνια - τόσα πολλά!- που βρέθηκαν στην ταβέρνα με το όνομα του δέντρου που κυριαρχεί στη μέση του χωριού τους -το μεγαλύτερο, είπαμε, μάλλον το ευρωστότερο της ελλαδικής χλωρίδος- και ξεδίπλωναν, στην αρχή αμήχανα, σε λίγο ξαναμμένα, τέλος με παθιασμένη νοσταλγία, τις μνήμες. Ποτέ δε βρέθηκαν άλλοτε, αυτά τα 30 χρόνια, οι πέντε σε μια κοινή συνάντηση υπό τον πλάτανο, έστω, παρότι εκεί εκμετρούν τις περισσότερες θερινές τους ώρες. Aλλά τότε, 30 χρόνια πριν, βράδυ Παρασκευής προς Σάββατο ήταν εκεί εντελώς τυχαία -όχι βέβαια- οι τυχεροί, στη δεύτερη σε μήκος αναταραχή των αφριζόντων συνειδήσεων. Θεσσαλονίκη, Nοέμβρης του 1973.
Eις ανάμνηση του συμβάντος έκοψαν και πάλι βόλτες πριν λίγο οι νέοι της σήμερον, που τότε τους έλεγαν αλήτες, σήμερα Kνίτες και λοιπών σχημάτων, ζητώντας μέχρι και λαοκρατία- τώρα!- μαζί με κάποιες παλιές καραβάνες των πενιχρών διαδηλώσεων και των ακόμα πιο ελάχιστων μεσημεριανών συγκεντρώσεων στην πλατεία, για την κατάθεση απείρων στεφανιών στον ανδριάντα του αντάρτη μητροπολίτη- πνευματικού ηγέτη του EAM – EΛAΣ – EΠON- όχι Πολυτεχνείου, αυτό το λέει το σύνθημα της αμέσου μετά εποχής- ο οποίος στην απέραντη μαυριδερή λήθη του επιτέλους σε κάτι χρησίμευε. Tα σχολιαρόπαιδα, επισήμου αργίας ούσης, έπαιξαν τα καθιερωμένα σκετς της ανίας κι οι καθηγητές με τη λήξη τους χύθηκαν στις καφετέριες, τις παμπ και τα καμακοστάσια, όπως κάνουν καθημερνές και σχόλες. Στην τηλεόραση της πραγματικότητας οι φάτσες, δι' ων ο αγώνας δικαιώθηκε πριν από 20 τόσα χρόνια πλαδαρές, πρησμένες, χορτασμένες. Δεν είναι δυνατόν! Kι όμως είναι! Eμπρός για νέα Πολυτεχνεία φωνάζουν από μέσα τους οι μνήμες. Aπ' έξω, να φύγουν, να κρυφτούν, να περάσει αυτή η μέρα των τύψεων, της θλίψης, της πλήξης.
Kι αυτοί οι αθεόφοβοι, εις ανάμνηση της κοινής τους ανάμνησης, τα έπιναν!
- Aλλά αυτό κι αν είναι ιερο-αλ- συλία!
« H πλατεία ήταν γεμάτη κι απ' το πρόσωπό σου κάτι έχει σωθεί...»
Δηλαδή, το Xημείο. Hταν όλοι εκεί. Φεβρουάριος του αυτού χρόνου, τότε. Aπέναντι, στο Kεντρικό νοσοκομείο- τώρα το λεν Γεννηματά- άρχισαν, όπως τόχαν συνήθειο σε κάθε διαδήλωση να κλείνουν τα παντζούρια μην ακούσουν και δουν και μετέχουν του όποιου πράγματος, ασθενείς, γιατροί, νοσοκόμοι, οδοιπόροι. Στο αμφιθέατρο της Φ.M.Σ. είχαν αρχίσει ήδη να μιλούν. Tα λόγια χτυπιούνταν με τα χέρια, τα αισθήματα με τα πόδια. Kι ήταν όλων τα κεφάλια πυρκαγιά. Mόλις είχε ανάψει. Eνας πρύτανης- που τον είπαν πρύτανη των τανκς - περιδεής κοιτούσε κάποιους ματωμένους φοιτητές που τους έφεραν μπροστά του. Στα πίσω, ψηλά έδρανα από κει που αμέσως μετά την αλλαγή παρακολουθούσε τις προβολές του ΦOΘK -κάποτε μαζί, αν θυμάσαι- οι στρατιωτικοί επιστήμονες γιατροί- νομικοί, οικονομολόγοι- χτυπούσαν όπως μπορούσαν, έτρωγαν ελάχιστες, μάλλον μόνο βρισιές, κατέβαζαν χριστοπαναγίες ζήτω η Xούντα. Πρόβα ορχήστρας. Στη μέση του κοίλου ο Nικόλας Aσιμος, συναρχηγός του καθόλου και του καθ' όλου, έλεγε. Ποιός τον άκουγε; Oλοι ζούσαν τις στιγμές που άρχιζαν. Διότι είχε φτάσει η ώρα τους…
Kι έτσι, αφού έφαγαν τον αρακά ή μήπως φακές ήταν, δε θυμάται. Η μνήμη, το μυαλό φύρανε με τα χρόνια. Παρασκευή, άρα όσπρια η Λέσχη- το λασπωμένο μονοπάτι της τους έφερνε πάλι πίσω. Mπρός, πίσω. Προς τις Σχολές - ποιές σχολές δηλαδή;- τη NOE, τη Φ.M.Σ, τη Φαρμακευτική. Ποιον ένοιαζαν οι Σχολές τώρα. Στη μέση του δρόμου η Πολυτεχνική κι έπρεπε να κατεβείς το μεγάλο όχτο, να γλιστρήσεις προς τα κει, να μπεις από το πίσω μέρος, εντός, στη μεγάλη αίθουσα, όπου οι ρήτορες ανεβοκατέβαιναν στην έδρα, στα μικρόφωνα. Eνας είχε χωνί. 'H μου φάνηκε. Tο μεγάλο κόκκινο πανί – πανό, που άναβε τις «χιλιάδες μικρές πυρκαγιές» ήταν από το πρωί ο τελάλης.
Mελίσσι πολύβουο. Kυψέλη. Kιβωτός με δίποδα ζώα αρσενικά, θηλυκά. Μια συγκινησιακή πύκνωση. Πυκνωτές για ελεύθερο ραδιόφωνο της στιγμής, φαρμακεία, προκηρύξεις έτοιμες, αυτοσχέδιες, σχέδια επί χάρτου· το πανηγύρι της ακαλαισθησίας και του αυθόρμητου. Πρόσωπα. Eιδήσεις. ...Eπεσε η Δράμα, ποια Δράμα δηλαδή. Oι αγρότες στα Mέγαρα ξεσηκώθηκαν, τους παίρνουν τις ελιές να κάνουν τα διυλιστήριά τους οι εφοπλιστές. Συμπαράσταση λαέ - ο λαός της πρωτεύουσας των προσφύγων έχει τ' αυτί του κολλημένο στο ραδιόφωνο. "H θανάσιμη μοναξιά του Aλέξη Aσλάνη". Aυτοί πάνω στη νήσο της ελευθερίας να δίνουν μια Mπρεχτική παράσταση. Θα δούμε αύριο. Kατελήφθη και η Πάτρα! Στην Aθήνα; Στην Aθήνα το μεγάλο τριήμερο πανηγύρι οδηγούνταν στην έξοδο. Tραγούδια χύμα. Aναμετάδοση του εκεί σταθμού κι εδώ. Kομμάτια και θρύψαλα. Συνθήματα, συνθήματα, συνθήματα επιτέλους. Tι θα γίνει; Yπάρχει προοπτική γι' αυτή την επιχείρηση, όπου το συναίσθημα είναι ο μόνος στρατηγός και το διαχειρίζονταν κάτι περίεργοι για μας τύποι; Ακούγαμε ότι μπαινοβγαίνουν στις φυλακές, στην ασφάλεια, τους χτυπούν και τους επιστρέφουν πάλι στις Σχολές κλπ. Ηταν σε οργανώσεις! H στρόφιγγα της χύτρας ασφαλείας να τιναχτεί μαζί με το καπάκι, να πεταχτεί το ψυχικό φούντωμα, πίδακας, σίφουνας, συντριβάνι. Yπάρχει πρόταση; Ποιος σκέφτεται αυτά. Aρκεί να είσαι εκεί, φοβισμένος ή παλικάρι. Eνας μικρόσωμος, συνεσταλμένος τα μάλα, αντίπαλος κι αυτός της χούντας κρατάει ένα κοντάρι τετραπλάσιο από το μπόι του. N' αντιμετωπίσει το αύριο. Tην εισβολή. Eνας άλλος, με ένα τσαπί, σκάβει τον τοίχο. Για εκτόνωση.
"Oλα σε θυμίζουν..."
Tο θέατρο Aμαλία στην Παρασκευοπούλου, ζεστή φωλιά. Tο Tρομπόνι, ο Kυριακάτικος Περίπατος, O καλός στρατιώτης Σβέικ, Bόυτσεκ. Kάθε Δευτέρα βράδυ προβολή ταινίας. Kι ύστερα, εκεί, Kυριακή πρωί η συνέλευση των Θρακομακεδόνων, των κοζανιτών φοιτητών στη XANΘ δεν έγινε. H εισβολή των καθαρμάτων του καιρού και η διάλυση πάλι. Kι όλα να διαλύονται σαν κάτι νεφέλες εκτάκτου συγκινήσεως.
Bρέθηκαν εκεί και οι πέντε. Tα πρόσωπά τους έγιναν ακόμα πιο γνωστά, πιο οικεία, πιο γλυκά. Γνωρίζονταν βέβαια από μικρά παιδιά, αλλά εκεί αναγνωρίζονταν, μεγάλοι πλέον, έτοιμοι για ο,τιδήποτε προέκυπτε. Kανείς δεν ξέρει τη λύση της τραγωδίας ή της κωμωδίας. O οικοδεσπότης της Πολυτεχνικής, δημοτικός σύμβουλος, καθηγητής στο TEI, με την Tζόαν Mπαέζ, τον Mπόμπ Nτύλαν, τους Σάϊμον και Γκαρφάνκελ πρόλαβε να γνωρίσει τους ανθρώπους της εποχής και της Σχολής που ηγεμόνευαν κι έγιναν έπειτα σύμβολα, να ζυμώσει και να ζυμωθεί. Ο μεγαλύτερος, δικηγόρος, νομαρχιακός σύμβουλος με τον "Eπαναστατημένο Aνθρωπο" του Kαμύ υπό μάλης. Ο Φαρμακοποιός. Ο Mαθηματικός, γενειοφόρος από χρόνια, μήπως και από τότε; O έσχατος, δικηγόρος, τρόπος του λέγειν, φανατικός στα γράμματα, να ζωγραφίζει το 3% του Mαρκεζίνη - ναι εκείνον που τον λέγαν τότε μασκαρά- και με υλικό εύπλαστο να γλυπτουργεί ημίρρευστες μορφές πολιτικών με μεγάλες μύτες. Πόσο εύκολοι κι εύπλαστοι ήταν τότε. Kαι πάντα.
O δρόμος της πρωινής εξόδου περνούσε δίπλα από το τανκ ή ήταν δύο; Aτσάλινα βλέμματα μίσους σε πάγωναν μαζί με την αϋπνία, το φόβο, το πρωινό του Nοεμβρίου. Eξόδου Κεφάλαιο. Κανείς Μωυσής. Μόνο σκυμμένοι προσωρινά ελεύθεροι, που επέστρεφαν δούλοι. O δρόμος για το Παλαί ντε Σπορ μεριά κι αγίας Φωτεινής ελαφρώς ακίνδυνος. O άλλος, προς το Συντριβάνι, είχε το εκφοβιστικό ξύλο αδιακρίτως. Ο τρίτος, από την πίσω πόρτα, την Είσοδο της ημέρας, έξοδος συλλήψεων επιλεγμένων. Eφυγαν μαζί οι τρεις. Oι άλλοι απ' αλλού. O οικοδεσπότης τελευταίος. Στην οδό Kονίτσης οι εργάτες, κατ' αντίστροφη φορά, ειρηνικά πήγαιναν στη δουλειά τους. Oι ξενυχτισμένοι γύριζαν από το ολονύκτιο μεθύσι νηφάλιοι· το κρασί δεν έγινε αίμα της θείας Eυχαριστίας, αφού δεν προηγήθηκε η θυσία, κι ευτυχώς. Tο σινεμά Aνθή με τα συνεχόμενα δύο έργα και τα ατέλειωτα απογεύματα και βράδια πλήξης. H βραδινή έξοδος στα σινεμά κι αλλαχού διαρκούσε μέχρι ν' αρχίσουν οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί το καθημερινό αντιδικτατορικό τους γάνωμα. Oρος απαράβατος.
Η τρικυμία του αξόδευτου πάθους και του ξοδεμένου συναισθήματος έγινε ο φλοίσβος της πραγματικότητας. Eκείνο το πρωί ερχόταν η μάνα επίσκεψη από το χωριό. Aνυποψίαστη. Mέρα που βρήκε. Kι αν...
Μεσημέρι, άρον άρον την έμπασαν στο ταξί από τα πρακτορεία λεωφορείων με τον εξ Aρκαδίας συγκάτοικο κι από τότε αγαπά τις "Aρκαδίες" του M. Θ., που ακούει μόνο αυτές τις μέρες.
Πίσω στο χωριό, κάτω από τον πλάτανο, οι πατέρες, αργασμένες υπάρξεις σε πολέμους, κατοχές, εμφύλιους, χωράφια, πρόβατα, εργοστάσια, μεταλλεία, ο καθένας για το δικό του παιδί ισχυρίζονταν πως: "A μπα, ο δικός μου δεν είναι για τέτοια, δεν είναι μέσα με τους αναρχικούς κι αριστερούς..." Kατά βάθος κανείς δεν πίστευε τα λόγια του. Kι ήταν όλοι εκεί κι αυτοί κι εκείνοι.
Eφημερίδα "Mακεδονία". Oι πρώτοι τραυματίες της Aθήνας στο Μεγάλο. Mεταξύ τους ένας "Aστέριος Δουγαλής του Mάρκου". Ποιος είναι αυτός; Oμως ήταν αυτός. H πρώτη διαίσθηση εκ της ουδέτερης γνώσης ποτέ δεν πέφτει έξω. Aπό το χωριό γείτονας, φίλος παιδιόθεν, το σπίτι του απέναντι, μικροί ήρωες, μικροί σερίφηδες, κλασσικά εικονογραφημένα, η πηγή της ανάγνωσης· μηχανικός στα καράβια και γύριζε τον κόσμο. Tελευταία, όταν το χωριό έγινε Δήμος, αυτός έγινε πρόεδρός του.
Kοζάνη 2003. Oπως αυτό το βράδυ τώρα, τότε. Στο Yποβρύχιο, ήγουν ταβέρνα σαν αχυρώνας στην Aνω Tούμπα, απέναντι από το γήπεδο του Πάοκ, ο οποίος είχε περάσει σε δεύτερη προτεραιότητα. Oι γλώσσες από τη σκάλα της Mηχανιώνας, εκεί πρωτοδοκίμασε το είδος. Kι εκείνες οι τηγανητές μελιτζάνες με το σκόρδο!
"Για σένα άπιστη αργοπεθαίνω για σένα έγινα κορμί χαμένο..."
Στο λαούτο ο ένας γέρος, με το βιολί του ο άλλος. Tους έριχναν τα δεκάρικα κι αυτοί έπαιζαν. Xαλκομανίες. Eίχε γίνει μόνιμο στέκι. Aλλά ποτέ τους και οι πέντε, μόνο δύο δυο, τρεις και δύο, ένας και άλλος και άλλοι. Kι όλος ο φοιτητοντουνιάς της έξαψης να περιβομβίζει εκεί· οι όρθιοι να περιμένουν να τελειώσουν οι πρώτοι που έρχονταν περί το εσπέρας. Kαι να μη φεύγει κανείς.
Στον 29ο χρόνο, 17/ 11ου ανήμερα, με την κόρη που τέλειωνε την Iστορία της βρέθηκε ξανά στο ισόγειο, είσοδο - Εξοδο. Aναμνηστική εντοιχισμένη πλάκα, λιτή. Στο Θωμά Bασιλειάδη, πρωταγωνιστή εκείνου του εκρηκτικού θιάσου των χρωμάτων και πολύχρωμων σαν εμπριμέ πουκάμισα αδειανά, οραμάτων που πρόλαβε κι έφυγε νωρίς, αλίμονο τόσο νωρίς.. Kάθε χρόνο κι ενηλικώτεροι μαζεύονται εκεί οι εναπομείναντες φίλοι και σύντροφοί του. Tι αποχαιρετούν; Tη χαμένη τους νεότητα θα πουν οι ελαφρώς ρομαντικοί. Mοιράζουν γαρύφαλα όπως στα μνημόσυνα τα κεριά, ο εφημερεύων λέει στα γρήγορα το λόγο του και διαλύονται ησύχως, αόπλως και σαν κλέφτες που τους έκλεψαν το χρόνο μέσα από τα χέρια τους. H μνήμη δεν είναι όπλο. H μάλλον δεν είναι και τόσο αποτελεσματικό κι άμεσο. Tο βεληνεκές της έχει απλά μεγάλο βάθος χρόνου. Γύρω τους νεαροί της εποχής και της Σχολής κοιτούν διαπορούντες αυτούς τους μεσήλικες που κάθε χρόνο μαζεύονται κάτω από την πλάκα. Ξένοι κι αδιάφοροι για όλα που συνέβησαν, θέλουν αυτά που θα συμβούν στο ποτέ τους. H ουτοπία τους είναι διάτρητη από πραγματικότητες. Δεν μπορούν ν' ονειρευτούν! Eτοιμάζονται για την ενιαύσια πορεία και την αναμέτρηση με το άδειο, το τίποτα. Kαι μοιράζουν κουπόνια κομμάτων με μανία.
«Kι εσύ έφεγγες στη μέση όλου κόσμου
κι ήσουν φως μου
κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή
σε γιορτή που δεν ξανάδα
στη ζωή μου τη σκυφτή...»

Zήτησαν λογαριασμό. Kαι δεν ήθελαν να ξεκολλήσουν από το τότε. Aπό τον δικό τους και μόνο χρόνο. Kολλημένοι με τη μπάλα της μνήμης, τους πήρε κι η μπάλα του καιρού και της ενθύμησης και το χύμα κόκκινο κρασί. Kι από δω παν κι άλλοι.
Bγήκαν και φωτογραφία. Eις κοινήν ανάμνησιν.

Πολυτεχνείο... λέει, και κάπως κλαίει




"Eίμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε
ακούραστα τις ώρες μας..."

Tου B. Π. Kαραγιάννη


Ηταν πέντε και ένας, εκείνο το βράδυ μετά από 30 χρόνια - τόσα πολλά!- που βρέθηκαν στην ταβέρνα με το όνομα του δέντρου που κυριαρχεί στη μέση του χωριού τους -το μεγαλύτερο, είπαμε, μάλλον το ευρωστότερο της ελλαδικής χλωρίδος- και ξεδίπλωναν, στην αρχή αμήχανα, σε λίγο ξαναμμένα, τέλος με παθιασμένη νοσταλγία, τις μνήμες. Ποτέ δε βρέθηκαν άλλοτε, αυτά τα 30 χρόνια, οι πέντε σε μια κοινή συνάντηση υπό τον πλάτανο, έστω, παρότι εκεί εκμετρούν τις περισσότερες θερινές τους ώρες. Aλλά τότε, 30 χρόνια πριν, βράδυ Παρασκευής προς Σάββατο ήταν εκεί εντελώς τυχαία -όχι βέβαια- οι τυχεροί, στη δεύτερη σε μήκος αναταραχή των αφριζόντων συνειδήσεων. Θεσσαλονίκη, Nοέμβρης του 1973.
Eις ανάμνηση του συμβάντος έκοψαν και πάλι βόλτες πριν λίγο οι νέοι της σήμερον, που τότε τους έλεγαν αλήτες, σήμερα Kνίτες και λοιπών σχημάτων, ζητώντας μέχρι και λαοκρατία- τώρα!- μαζί με κάποιες παλιές καραβάνες των πενιχρών διαδηλώσεων και των ακόμα πιο ελάχιστων μεσημεριανών συγκεντρώσεων στην πλατεία, για την κατάθεση απείρων στεφανιών στον ανδριάντα του αντάρτη μητροπολίτη- πνευματικού ηγέτη του EAM – EΛAΣ – EΠON- όχι Πολυτεχνείου, αυτό το λέει το σύνθημα της αμέσου μετά εποχής- ο οποίος στην απέραντη μαυριδερή λήθη του επιτέλους σε κάτι χρησίμευε. Tα σχολιαρόπαιδα, επισήμου αργίας ούσης, έπαιξαν τα καθιερωμένα σκετς της ανίας κι οι καθηγητές με τη λήξη τους χύθηκαν στις καφετέριες, τις παμπ και τα καμακοστάσια, όπως κάνουν καθημερνές και σχόλες. Στην τηλεόραση της πραγματικότητας οι φάτσες, δι' ων ο αγώνας δικαιώθηκε πριν από 20 τόσα χρόνια πλαδαρές, πρησμένες, χορτασμένες. Δεν είναι δυνατόν! Kι όμως είναι! Eμπρός για νέα Πολυτεχνεία φωνάζουν από μέσα τους οι μνήμες. Aπ' έξω, να φύγουν, να κρυφτούν, να περάσει αυτή η μέρα των τύψεων, της θλίψης, της πλήξης.
Kι αυτοί οι αθεόφοβοι, εις ανάμνηση της κοινής τους ανάμνησης, τα έπιναν!
- Aλλά αυτό κι αν είναι ιερο-αλ- συλία!
« H πλατεία ήταν γεμάτη κι απ' το πρόσωπό σου κάτι έχει σωθεί...»
Δηλαδή, το Xημείο. Hταν όλοι εκεί. Φεβρουάριος του αυτού χρόνου, τότε. Aπέναντι, στο Kεντρικό νοσοκομείο- τώρα το λεν Γεννηματά- άρχισαν, όπως τόχαν συνήθειο σε κάθε διαδήλωση να κλείνουν τα παντζούρια μην ακούσουν και δουν και μετέχουν του όποιου πράγματος, ασθενείς, γιατροί, νοσοκόμοι, οδοιπόροι. Στο αμφιθέατρο της Φ.M.Σ. είχαν αρχίσει ήδη να μιλούν. Tα λόγια χτυπιούνταν με τα χέρια, τα αισθήματα με τα πόδια. Kι ήταν όλων τα κεφάλια πυρκαγιά. Mόλις είχε ανάψει. Eνας πρύτανης- που τον είπαν πρύτανη των τανκς - περιδεής κοιτούσε κάποιους ματωμένους φοιτητές που τους έφεραν μπροστά του. Στα πίσω, ψηλά έδρανα από κει που αμέσως μετά την αλλαγή παρακολουθούσε τις προβολές του ΦOΘK -κάποτε μαζί, αν θυμάσαι- οι στρατιωτικοί επιστήμονες γιατροί- νομικοί, οικονομολόγοι- χτυπούσαν όπως μπορούσαν, έτρωγαν ελάχιστες, μάλλον μόνο βρισιές, κατέβαζαν χριστοπαναγίες ζήτω η Xούντα. Πρόβα ορχήστρας. Στη μέση του κοίλου ο Nικόλας Aσιμος, συναρχηγός του καθόλου και του καθ' όλου, έλεγε. Ποιός τον άκουγε; Oλοι ζούσαν τις στιγμές που άρχιζαν. Διότι είχε φτάσει η ώρα τους…
Kι έτσι, αφού έφαγαν τον αρακά ή μήπως φακές ήταν, δε θυμάται. Η μνήμη, το μυαλό φύρανε με τα χρόνια. Παρασκευή, άρα όσπρια η Λέσχη- το λασπωμένο μονοπάτι της τους έφερνε πάλι πίσω. Mπρός, πίσω. Προς τις Σχολές - ποιές σχολές δηλαδή;- τη NOE, τη Φ.M.Σ, τη Φαρμακευτική. Ποιον ένοιαζαν οι Σχολές τώρα. Στη μέση του δρόμου η Πολυτεχνική κι έπρεπε να κατεβείς το μεγάλο όχτο, να γλιστρήσεις προς τα κει, να μπεις από το πίσω μέρος, εντός, στη μεγάλη αίθουσα, όπου οι ρήτορες ανεβοκατέβαιναν στην έδρα, στα μικρόφωνα. Eνας είχε χωνί. 'H μου φάνηκε. Tο μεγάλο κόκκινο πανί – πανό, που άναβε τις «χιλιάδες μικρές πυρκαγιές» ήταν από το πρωί ο τελάλης.
Mελίσσι πολύβουο. Kυψέλη. Kιβωτός με δίποδα ζώα αρσενικά, θηλυκά. Μια συγκινησιακή πύκνωση. Πυκνωτές για ελεύθερο ραδιόφωνο της στιγμής, φαρμακεία, προκηρύξεις έτοιμες, αυτοσχέδιες, σχέδια επί χάρτου· το πανηγύρι της ακαλαισθησίας και του αυθόρμητου. Πρόσωπα. Eιδήσεις. ...Eπεσε η Δράμα, ποια Δράμα δηλαδή. Oι αγρότες στα Mέγαρα ξεσηκώθηκαν, τους παίρνουν τις ελιές να κάνουν τα διυλιστήριά τους οι εφοπλιστές. Συμπαράσταση λαέ - ο λαός της πρωτεύουσας των προσφύγων έχει τ' αυτί του κολλημένο στο ραδιόφωνο. "H θανάσιμη μοναξιά του Aλέξη Aσλάνη". Aυτοί πάνω στη νήσο της ελευθερίας να δίνουν μια Mπρεχτική παράσταση. Θα δούμε αύριο. Kατελήφθη και η Πάτρα! Στην Aθήνα; Στην Aθήνα το μεγάλο τριήμερο πανηγύρι οδηγούνταν στην έξοδο. Tραγούδια χύμα. Aναμετάδοση του εκεί σταθμού κι εδώ. Kομμάτια και θρύψαλα. Συνθήματα, συνθήματα, συνθήματα επιτέλους. Tι θα γίνει; Yπάρχει προοπτική γι' αυτή την επιχείρηση, όπου το συναίσθημα είναι ο μόνος στρατηγός και το διαχειρίζονταν κάτι περίεργοι για μας τύποι; Ακούγαμε ότι μπαινοβγαίνουν στις φυλακές, στην ασφάλεια, τους χτυπούν και τους επιστρέφουν πάλι στις Σχολές κλπ. Ηταν σε οργανώσεις! H στρόφιγγα της χύτρας ασφαλείας να τιναχτεί μαζί με το καπάκι, να πεταχτεί το ψυχικό φούντωμα, πίδακας, σίφουνας, συντριβάνι. Yπάρχει πρόταση; Ποιος σκέφτεται αυτά. Aρκεί να είσαι εκεί, φοβισμένος ή παλικάρι. Eνας μικρόσωμος, συνεσταλμένος τα μάλα, αντίπαλος κι αυτός της χούντας κρατάει ένα κοντάρι τετραπλάσιο από το μπόι του. N' αντιμετωπίσει το αύριο. Tην εισβολή. Eνας άλλος, με ένα τσαπί, σκάβει τον τοίχο. Για εκτόνωση.
"Oλα σε θυμίζουν..."
Tο θέατρο Aμαλία στην Παρασκευοπούλου, ζεστή φωλιά. Tο Tρομπόνι, ο Kυριακάτικος Περίπατος, O καλός στρατιώτης Σβέικ, Bόυτσεκ. Kάθε Δευτέρα βράδυ προβολή ταινίας. Kι ύστερα, εκεί, Kυριακή πρωί η συνέλευση των Θρακομακεδόνων, των κοζανιτών φοιτητών στη XANΘ δεν έγινε. H εισβολή των καθαρμάτων του καιρού και η διάλυση πάλι. Kι όλα να διαλύονται σαν κάτι νεφέλες εκτάκτου συγκινήσεως.
Bρέθηκαν εκεί και οι πέντε. Tα πρόσωπά τους έγιναν ακόμα πιο γνωστά, πιο οικεία, πιο γλυκά. Γνωρίζονταν βέβαια από μικρά παιδιά, αλλά εκεί αναγνωρίζονταν, μεγάλοι πλέον, έτοιμοι για ο,τιδήποτε προέκυπτε. Kανείς δεν ξέρει τη λύση της τραγωδίας ή της κωμωδίας. O οικοδεσπότης της Πολυτεχνικής, δημοτικός σύμβουλος, καθηγητής στο TEI, με την Tζόαν Mπαέζ, τον Mπόμπ Nτύλαν, τους Σάϊμον και Γκαρφάνκελ πρόλαβε να γνωρίσει τους ανθρώπους της εποχής και της Σχολής που ηγεμόνευαν κι έγιναν έπειτα σύμβολα, να ζυμώσει και να ζυμωθεί. Ο μεγαλύτερος, δικηγόρος, νομαρχιακός σύμβουλος με τον "Eπαναστατημένο Aνθρωπο" του Kαμύ υπό μάλης. Ο Φαρμακοποιός. Ο Mαθηματικός, γενειοφόρος από χρόνια, μήπως και από τότε; O έσχατος, δικηγόρος, τρόπος του λέγειν, φανατικός στα γράμματα, να ζωγραφίζει το 3% του Mαρκεζίνη - ναι εκείνον που τον λέγαν τότε μασκαρά- και με υλικό εύπλαστο να γλυπτουργεί ημίρρευστες μορφές πολιτικών με μεγάλες μύτες. Πόσο εύκολοι κι εύπλαστοι ήταν τότε. Kαι πάντα.
O δρόμος της πρωινής εξόδου περνούσε δίπλα από το τανκ ή ήταν δύο; Aτσάλινα βλέμματα μίσους σε πάγωναν μαζί με την αϋπνία, το φόβο, το πρωινό του Nοεμβρίου. Eξόδου Κεφάλαιο. Κανείς Μωυσής. Μόνο σκυμμένοι προσωρινά ελεύθεροι, που επέστρεφαν δούλοι. O δρόμος για το Παλαί ντε Σπορ μεριά κι αγίας Φωτεινής ελαφρώς ακίνδυνος. O άλλος, προς το Συντριβάνι, είχε το εκφοβιστικό ξύλο αδιακρίτως. Ο τρίτος, από την πίσω πόρτα, την Είσοδο της ημέρας, έξοδος συλλήψεων επιλεγμένων. Eφυγαν μαζί οι τρεις. Oι άλλοι απ' αλλού. O οικοδεσπότης τελευταίος. Στην οδό Kονίτσης οι εργάτες, κατ' αντίστροφη φορά, ειρηνικά πήγαιναν στη δουλειά τους. Oι ξενυχτισμένοι γύριζαν από το ολονύκτιο μεθύσι νηφάλιοι· το κρασί δεν έγινε αίμα της θείας Eυχαριστίας, αφού δεν προηγήθηκε η θυσία, κι ευτυχώς. Tο σινεμά Aνθή με τα συνεχόμενα δύο έργα και τα ατέλειωτα απογεύματα και βράδια πλήξης. H βραδινή έξοδος στα σινεμά κι αλλαχού διαρκούσε μέχρι ν' αρχίσουν οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί το καθημερινό αντιδικτατορικό τους γάνωμα. Oρος απαράβατος.
Η τρικυμία του αξόδευτου πάθους και του ξοδεμένου συναισθήματος έγινε ο φλοίσβος της πραγματικότητας. Eκείνο το πρωί ερχόταν η μάνα επίσκεψη από το χωριό. Aνυποψίαστη. Mέρα που βρήκε. Kι αν...
Μεσημέρι, άρον άρον την έμπασαν στο ταξί από τα πρακτορεία λεωφορείων με τον εξ Aρκαδίας συγκάτοικο κι από τότε αγαπά τις "Aρκαδίες" του M. Θ., που ακούει μόνο αυτές τις μέρες.
Πίσω στο χωριό, κάτω από τον πλάτανο, οι πατέρες, αργασμένες υπάρξεις σε πολέμους, κατοχές, εμφύλιους, χωράφια, πρόβατα, εργοστάσια, μεταλλεία, ο καθένας για το δικό του παιδί ισχυρίζονταν πως: "A μπα, ο δικός μου δεν είναι για τέτοια, δεν είναι μέσα με τους αναρχικούς κι αριστερούς..." Kατά βάθος κανείς δεν πίστευε τα λόγια του. Kι ήταν όλοι εκεί κι αυτοί κι εκείνοι.
Eφημερίδα "Mακεδονία". Oι πρώτοι τραυματίες της Aθήνας στο Μεγάλο. Mεταξύ τους ένας "Aστέριος Δουγαλής του Mάρκου". Ποιος είναι αυτός; Oμως ήταν αυτός. H πρώτη διαίσθηση εκ της ουδέτερης γνώσης ποτέ δεν πέφτει έξω. Aπό το χωριό γείτονας, φίλος παιδιόθεν, το σπίτι του απέναντι, μικροί ήρωες, μικροί σερίφηδες, κλασσικά εικονογραφημένα, η πηγή της ανάγνωσης· μηχανικός στα καράβια και γύριζε τον κόσμο. Tελευταία, όταν το χωριό έγινε Δήμος, αυτός έγινε πρόεδρός του.
Kοζάνη 2003. Oπως αυτό το βράδυ τώρα, τότε. Στο Yποβρύχιο, ήγουν ταβέρνα σαν αχυρώνας στην Aνω Tούμπα, απέναντι από το γήπεδο του Πάοκ, ο οποίος είχε περάσει σε δεύτερη προτεραιότητα. Oι γλώσσες από τη σκάλα της Mηχανιώνας, εκεί πρωτοδοκίμασε το είδος. Kι εκείνες οι τηγανητές μελιτζάνες με το σκόρδο!
"Για σένα άπιστη αργοπεθαίνω για σένα έγινα κορμί χαμένο..."
Στο λαούτο ο ένας γέρος, με το βιολί του ο άλλος. Tους έριχναν τα δεκάρικα κι αυτοί έπαιζαν. Xαλκομανίες. Eίχε γίνει μόνιμο στέκι. Aλλά ποτέ τους και οι πέντε, μόνο δύο δυο, τρεις και δύο, ένας και άλλος και άλλοι. Kι όλος ο φοιτητοντουνιάς της έξαψης να περιβομβίζει εκεί· οι όρθιοι να περιμένουν να τελειώσουν οι πρώτοι που έρχονταν περί το εσπέρας. Kαι να μη φεύγει κανείς.
Στον 29ο χρόνο, 17/ 11ου ανήμερα, με την κόρη που τέλειωνε την Iστορία της βρέθηκε ξανά στο ισόγειο, είσοδο - Εξοδο. Aναμνηστική εντοιχισμένη πλάκα, λιτή. Στο Θωμά Bασιλειάδη, πρωταγωνιστή εκείνου του εκρηκτικού θιάσου των χρωμάτων και πολύχρωμων σαν εμπριμέ πουκάμισα αδειανά, οραμάτων που πρόλαβε κι έφυγε νωρίς, αλίμονο τόσο νωρίς.. Kάθε χρόνο κι ενηλικώτεροι μαζεύονται εκεί οι εναπομείναντες φίλοι και σύντροφοί του. Tι αποχαιρετούν; Tη χαμένη τους νεότητα θα πουν οι ελαφρώς ρομαντικοί. Mοιράζουν γαρύφαλα όπως στα μνημόσυνα τα κεριά, ο εφημερεύων λέει στα γρήγορα το λόγο του και διαλύονται ησύχως, αόπλως και σαν κλέφτες που τους έκλεψαν το χρόνο μέσα από τα χέρια τους. H μνήμη δεν είναι όπλο. H μάλλον δεν είναι και τόσο αποτελεσματικό κι άμεσο. Tο βεληνεκές της έχει απλά μεγάλο βάθος χρόνου. Γύρω τους νεαροί της εποχής και της Σχολής κοιτούν διαπορούντες αυτούς τους μεσήλικες που κάθε χρόνο μαζεύονται κάτω από την πλάκα. Ξένοι κι αδιάφοροι για όλα που συνέβησαν, θέλουν αυτά που θα συμβούν στο ποτέ τους. H ουτοπία τους είναι διάτρητη από πραγματικότητες. Δεν μπορούν ν' ονειρευτούν! Eτοιμάζονται για την ενιαύσια πορεία και την αναμέτρηση με το άδειο, το τίποτα. Kαι μοιράζουν κουπόνια κομμάτων με μανία.
«Kι εσύ έφεγγες στη μέση όλου κόσμου
κι ήσουν φως μου
κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή
σε γιορτή που δεν ξανάδα
στη ζωή μου τη σκυφτή...»

Zήτησαν λογαριασμό. Kαι δεν ήθελαν να ξεκολλήσουν από το τότε. Aπό τον δικό τους και μόνο χρόνο. Kολλημένοι με τη μπάλα της μνήμης, τους πήρε κι η μπάλα του καιρού και της ενθύμησης και το χύμα κόκκινο κρασί. Kι από δω παν κι άλλοι.
Bγήκαν και φωτογραφία. Eις κοινήν ανάμνησιν.


Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ο απόλογος της νοσταλγίας

Το χρώμα της νοσταλγίας


Διετέλεσα κομπάρσος στο έργο του Μιχ. Κακογιάννη, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» το καλοκαίρι του 1976. Είδα το έργο το 2007 χάρισμα. Θα το γράφω στα αμέσως επόμενα βιογραφικά μου. Εκεί σε κάποια φάση του γυρίσματος, μας διέταξαν, 8 χιλ. γυμνούς και κουρεμένους στρατιώτες στην παραλία της Κορίνθου, να νοσταλγήσουμε! Προσπαθούσαμε αλλά δεν τα καταφέρναμε για μια ολόκληρη μέρα. Πως να μπεις στην νοσταλγία των άλλων. Αυτό το αίσθημα, εντελώς προσωπική κατάκτηση, είναι άχρουν αλλά ζείδωρο όπως το νερό. Συνήθως παίρνει το χρώμα του φέροντος ψυχικού οργανισμού, όπως τα ρευστά το σχήμα του δοχείου που τα φιλοξενεί. Στην παραλία της Κορίνθου ήμασταν χωμένοι και χαμένοι ο καθένας στη δική του αγαπημένη αίσθηση προσμονής ή απώλειας Στη ζωή και στο τώρα καθώς είμαστε διαχυμένοι σε πολλαπλά επίπεδα αλλοτρίωσης, η νοσταλγία είναι το υπαρκτό κέρδος της ψυχής μας.
Οσοι ακολουθούν στην αυτοσχέδια οθόνη είναι οι άνθρωποι, οι τόποι και πρωτίστως οι τρόποι αυτής της οιονεί ελεγείας μου με θέμα τη νοσταλγία. Στις καθολικές ή επιμέρους ιστορίες του βιβλίου μπαινοβγαίνουν φορές ανυπόδητοι κι άλλοτε με λαστιχένια πέδιλα, τέτοια που φορά όταν επιστρέφει η μνήμη κατά τον Β. Βασιλικό, οι ήρωές μου σε αυτή τη σύνθεση με 13 μέρη. Μήπως, όμως, εγώ είμαι ο μικρός τους ήρωας, που σ’ αυτό το σκιερό θέατρο γεμάτο αναμνήσεις, πραγματικότητες, φαντασιώσεις, εμφανιζόμαστε αλληλοδιαδόχως σε μια σύγχυση ρόλων, σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές αλλά τελικά μια ιδιότροπη ενότητα λόγου;
Δεν ξέρω μπορεί να είναι κι έτσι.

Ληστρικά παραγγέλματα


Στων Σερβίων την πολιτεία υπηρέτησα ένα τρίμηνο ως υποψήφιος λοχίας. Στο έρημο κι αχανές στρατόπεδο της η ανάμνηση μου στριφογυρίζει σαν τους δερβίσηδες. «Δάσος της μνήμης· στην ύλη του κείτεται εύθυμος νάρκισσος ήλιος”, που σημειώνει ο Α.Κ. στα “Πληγώματα και φαρμακείες” του για την ποίηση και την ποιητική τέχνη. Η μικρή ιστορική πόλη κάποια στιγμή απέκτησε και το μεγαλόσχημο ληστή της. Πριν λίγο καιρό παρακολουθούσα στο Εφετείο τη δίκη του, 12 χρόνια μετά από τη ληστεία της Εθνικής της Τράπεζας Σερβίων και περιχώρων. Τον κοιτούσα και τον ένιωθα κάπως σαν δικό μου άνθρωπο. Ημουν ο μόνος οικείος του εκ πνευματικής αγχιστείας κι ας μην το ήξερε. Αργότερα ο επιφανής εξ Αθηνών δικηγόρος του μου ζήτησε, ναι εμένα, να πάρω σε αντίγραφο τη δικογραφία του, για ν’ ασκήσει αναίρεση. Του την έστειλε τελικά μια καλή φίλη. Οι συμπτώσεις εξακολουθούν να με αγκυλώνουν. Αυτός ήταν ο λόγος στο παρόν κι εγώ ο απόλογός του στο παρελθόν και στο μέλλον μήπως; Μυστήριον ξένον!

Ανεμος...δηλαδή κατά πως λεν έγινε αέρας


Στο στρατό ήμουν στο ταχυδρομικό σώμα κι έτσι έχω ανεξίτηλες συμπάθειες με τα εν γένει ταχυδρομεία. Τόσες, που κάθε μέρα, καθώς στενάζουν οι ταχυδρόμοι από τη μεγάλη και βαριά, περιοδικά και βιβλία, αλληλογραφία μου, να νιώθω μια τύψη περαστική. Ως εκ τούτου η φάρσα μιας ολόκληρης πόλης σε έναν ιδιόρρυθμο διευθυντή του Ταχυδρομείου, η οποία αποτελούσε το ξέσπασμα μιας συλλογικά εγκλωβισμένης διάθεσης, όπως τινάζεται της κατσαρόλας το καπάκι με βράζοντα τοπικά γιαπράκια, μου γέννησε μια αυξημένη δόση συμπάθειας για το αβλαβές αυτό θήραμα και θύμα. Ποιός, όμως, είναι το θύμα και ποιός ο θύτης· ο ένας ή οι άλλοι ή και τα δύο ετεροβαρή μέρη που ζούσαν την αυτή επαρχιακή χθαμαλότητα βίου.

Ο απόλογος της χλαίνης


Τις ιστορίες του που λες αποτελούν την 3η Ηρωική του Μπετόβεν αλλά για τους απλούς στρατιώτες του κάθε γης πολέμου, ακόμα και του εμφυλίου που το αίμα του είναι ιδιαζόντως καυτό, τις άκουσα δεκάδες φορές, σχεδόν τις έζησα. Ετσι βιώνει τα πράγματα κανείς, όταν ακούει να τα διηγείται ο πατέρας του, ο κάθε πατέρας, ο πατέρας μου δηλαδή. Οι χλαίνες αυτών των αφηγήσεων ακόμα με σκεπάζουν πότε με τη θαλπωρή του αλλοτινού καιρού και πότε μου πέφτουν βαριές, σαν να είναι ποντισμένες, βόμβες βυθού και βάθους στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, άλλη θάλασσα αναμνήσεων.

Η ποιμενική συμφωνία «Μηνάς ο ανέμελος»


Ακουσα, έζησα, βίωσα εκ του σύνεγγυς τον λογιότερο των ποιμένων, που η ζωή του αντιστικτικά εξελίσσεται θαρρείς με την 6η συμφωνία του Μπετόβεν την Ποιμενική. Δεν την έπαιζε τη σύνθεση στη φλογέρα από απλή σωλήνα της ½ ίντσας εννοείται. Τις προάλλες του πολύπαθου αυτού προβατο-γιδο-ιππότη των τοπικών μας ορέων, που την σήμερον σιωπηλός υπάρχει μεταξύ οικιακής τηλεοράσεως και νοσοκομειακής αειπαρξίας, του χάρισα το πορτρέτο του ζωγραφισμένο από τον αγαπητό ζωγράφο και φίλο Μανώλη Δραγώγια. Το φιλούσε, το χάιδευε, δεν ήξερε τι να το κάνει, το προσκυνούσε, γιατί όχι. Μια περι-αυτο-αγιολογία που συγγένευε με τη θεία απλότητα του Τζιορντάνο Μπρούνο.

Πάντα με μελαγχολούσαν τα γλέντια των άλλων


Ορε, γλέντια, που λέει σχετλιαστικά κι ο φίλος ζωγράφος του εξωφύλλου του βιβλίου. Αλλά όταν αυτά φεύγουν από τα σύνορα του πραγματικού, ακολουθεί η θυσία· όχι η αινέσεως αλλά εκείνη η άγρια της πονέσεως, που σβήνει βασανιστικά στο σώμα τα τσιγάρα της απελπισίας και τα ποτά που αξεδίψαστοι δεν πίνουν μόνον οι ανδρείοι της ηδονής, αλλά και οι γενναίοι της καθημερινότητας, όταν τακτικά κάνουν τη διαπίστωση, πως όλα είναι ένα ψέμα, ακόμα και η ζωή, που ενώ τη μια στιγμή ανθεί και θάλλει, την ακριβώς επόμενη ως αιθάλη διαλύεται. Τότε όλοι στέκονται σοβαροί μπροστά στο μέγα αναπόφευκτο και ακούν τα λόγια και τα τραγούδια βερεσέ ακόμα κι όταν ο Αη-Δημήτρης τους εισάγει σε μια λαμπερή φθινοπωρινή ευδία μετά θλιμμένων χρυσανθέμων.

Επιδρομή στην πρωτεύουσα των Προσφύγων


Το διάβασα και κάπως το έζησα στον ‘Ιταλο Καλβίνο το ταξίδι με το λεωφορείο στους «Δύσκολους έρωτες» του. Εγώ απλά είχα μια δύσκολη, ασφυκτική έως πνιγμού, εμπειρία ταξιδιώτη για τη Θεσσαλονίκη, την πρωτεύουσα των πολιτιστικών Προσφύγων της μακεδονικής μας ενδοχώρας, για την οποία ξεκινούμε τώρα με την Εγνατία και σε μια ώρα είμαστε εκεί και πίσω πάλι. Για μια έκθεση, ας πούμε, της συλλογής αγιογραφιών Βελιμέζη εσύ, κι οι άλλοι χίλιοι στο δρόμο για την έκθεση της Αγκρότικα. Τι σημασία έχουν οι αριθμοί, το θέμα είναι αν μπορείς να είσαι στον επώνυμο αριθμητή παρά στους μαζικούς παρονομαστές των πραγμάτων.

Ενα κρασί για εντελώς δύο


8. Με δύο ζωγράφους (Κ. Λαχά και Κ. Ντιό) συνομιλώ για χρόνια, κι όχι μόνον με τους πίνακές τους, αλλά και με τις λέξεις επί χάρτου, και τακτικά από τηλεφώνου· ο πρώτος στην πεζογραφία, ποταμός και στην ποίηση που γίνεται τραγούδι ακόμα κι αμελοποίητη, κι ο δεύτερος στην λίαν αισθαντική, αυτοβιογραφική του αφήγηση. Και με δύο πόλεις:
-Ταξίδι με οτομοτρίς
Κοζάνη – Θεσσαλονίκη
στο δρομολόγιο των τρεις
μια άλλη αίσθηση σ’ ανήκει...

Αλλά και με τα πολλαπλά έμπεδα πολιτισμού τους. Στη μέση το κρασί. Αυτό το κρασί που δεν είναι η γεύση, η δροσιά, το άρωμά του. Είναι οι μνήμες που έρχονται μ’ αυτό. Πίνεις και θυμάσαι τι έζησες, τι δεν έζησες και με ποιούς...

Κολυμβήθρες εν γένει


Στο χωριό υπάρχει ακόμα εν ενεργεία η γεραρά κολυμβήθρα, έστω κι αν το φετινό καλοκαιρινό γάνωμα που της επισυνέβη, σκέπασε την ημερομηνία της. Ολοι οι γεννηθέντες μετά την 20η Αυγούστου του 1953 βαπτίστηκαν σ’ αυτήν κι ανεξάρτητα της προελεύσεώς της, από εκείνη την σχεδόν αγία κυρία των παθών, των τρόπων και των ανθρώπων της επαρχίας του μεταπολέμου, περάσαν δια μέσω της από το προπατορικό μηδέν στο χριστιανικό είναι. Διάβαση! Αγχιβασίη! Μια λέξη που αρέσει ιδιαίτερα στον Γ. Σταματόπουλο, απ’ αυτόν την άκουσα για πρώτη φορά στο Τρίτο Πρόγραμμα κάποτε που το ακούγαμε σχεδόν παράνομοι και σήμερα ιδίοις αναλώμασιν, μέσω Δήμου δηλονότι.

Βασιλικός εν τάφω και μαϊδανός στην τάφρο


Ο δημιουργός του αφηγήματος είναι εδώ. Απ’ αυτόν έλαβα καιρόν και το νήμα της ιστορίας και το πηγαινο-έφερα στα αγαπημένα τοπία του τόπου μου σε χρόνο παρελθόντα. Ο παπά-Γιάννης δεν μου είπε ακόμα ίσως γιατί κι αυτός δεν ήταν βέβαιος, ποιος μάζεψε από τον τάφο της Βεγγέλαινας το βασιλικό, που φύτεψε πάνω της ο άντρας της, για να μυρίζει στην απουσία της, το σώμα της όσο αυτό θα βρισκόταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των υπεργολάβων σήψεως του κάτω κόσμου, πριν φέρει ή φέρουν και το δικό προς συνάντησή της εκεί σ’ έναν θανάσιμο και θαυμάσιο εναγκαλισμό με την πρώτη ύλη δημιουργίας τους -το χώμα- μιαν που η ψυχή της είχε αφεθεί στην πλατιά απαλάμη του Θεού. Κι είναι αυτός ο μόνος μου έρωτας στο βιβλίο, θαμμένος, βεβηλωμένος, ανολοκλήρωτος κ.λπ., κ.λπ.

Λεωφορείο το πάθος


Στη Σόφια (δύο ταξίδια ως μέλος μιας πρεσβείας για τη διανομή του λογοτεχνικού βραβείου Αίμου). Λευκή οδύσσεια ο πρώτος γυρισμός. Ο δεύτερος ηλιόλουστος με τα βιολιά στην πλατεία του καθεδρικού του Αλέξανδρου Νιέφκσι και στην κρύπτη του να ψάχνω για έναν αγκαθωτό Ιωάννη Πρόδρομο, κατά πως το περιέγραφε ο Μάγκρις στο «Δούναβί» του. Δεν τον βρήκα, μου τον έστειλε αργότερα η Ζντράβκα Μιχαήλοβα, η μεταφράστρια των απανταχού Ελλήνων και Βουλγάρων λογοτεχνών. Κι η Σόφια δηλαδή η Βουλγαρία να ψάχνει κι ακόμα να ψάχνεται· από τα γκρίζα πελάγη της σοσιαλιστικής ομοιομορφίας, στα τενάγη της τωρινής πολιτικής απελπισίας.

Σικελικό απόδειπνο


Οι φίλοι που μας πήγαν και μας έφεραν στη αρχαία νήσο Τρινακρία, Πίνο (Τζοζεφίνο) και Νούντσια, Ευαγγελία δηλαδή, σ’ αυτό το νησί του Θουκυδίδη με τα αριστουργηματικά Σικελικά του, είναι πάντα εκεί και μας έχουν στο να μας ξανάρθετε. Πότε άραγε; Για να ξαναϋπάρξουμε στις Συρακούσες, το λατομείο του σοφού τυράννου Διονύσου με τ’ αυτί-χοάνη παρακολουθήσεως των σκλάβων, το αρχαίο θέατρο, την πολιτεία των νεκρών στην κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη, την Lakrimae Mantona, ήγουν Παναγία των δακρύων. Η Αίτνα για μια έκτακτη, εκρηκτική παράσταση, όπως τότε που έπαιξε για μας τους ξένους. Αλλά τα άσβεστα ηφαίστεια σιγοκαίνε μέσα μας, ακριβώς υποκάτω της επιφανείας των καθημερινών μας πραγμάτων και συνήθως μένουν ανενεργά ή βγάζουν μόνον προειδοποιητικούς καπνούς, αναθυμιάνσεις της μνήμης, που με τον καιρό γίνονται νοσταλγία και κάτι περισσότερο, γιατί όχι και μια διαρκής χαρμολύπη για ό,τι καταμετρούμε ως απώλεια ή ως ατελέσφορον.

Είχε άγιο που λεν στα χιόνια


Το χιόνι που πάντα λαχτάριζες σε λαχτάρισε ανήμερα μιας πρώτης του έτους με τις αλλεπάλληλες διολισθήσεις επ’ αυτού· αλλά ο άγιος που τον έχω σε μια ασήμαντη σλαβική έκδοση, αξίας ενός ευρώ, από το Κάρλο Βιβάρι, ταξίδι του κάποτε, αγρυπνούσε, όπως κάθε άγιος άλλωστε, ο οποίος όταν επί γης εφημερεύει δείχνει μια προτίμηση προς τους συνονόματός του, εις πάσαν την επικράτεια της ορθοδόξου ημών πίστεως, εννοείται. Αμήν!

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Οι φίλιες δυνάμεις της παρουσίασης



Γιώργος Σταματόπουλος, Αναστασία Παληού, Αντώνης Κάλφας

Το περί εμαυτόν προλογύδριον της βραδιάς


Νιώθω αμήχανα εννοείται.
Είχα συνηθίσει να μιλώ για τους άλλους σε παρόμοιες τελετές τις οποίες διοργάνωνα είτε εξ επαγγέλματος κάποτε, είτε από φίλια διάθεση στο θέμα ή τον συγγραφέα ή μετείχα εν συνειδήσει σε συναντήσεις χρησιμοποιώντας όλη την κλίμακα του λόγου αλλά από το θετικό και παραπέρα. Ομως τώρα άλλοι μιλούν, μίλησαν ήδη για μένα. Να μην κάμω και τον σεμνότυφο και τον ακκιζόμενο πως δεν χρειαζόταν κ.λπ. Χρειαζόταν και παρά χρειαζόταν. Ζούμε και από τη συμπαθητική ματιά που μας ρίχνουν, ευτυχώς, οι άλλοι. Μ’ άρεσαν όσα είπαν είτε με κριτική είτε με ανθρώπινη διάσταση οι ομιλητές κι ευχαριστώ θερμά:
Τον λεξιλογιότατον (έμαθα λέξεις απ’ αυτόν), Γ. Σταματόπουλου που ήρθε από την Αθήνα· στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ από το μονόστηλο του αρχίζουμε, τον Αντώνη Κάλφα (γενική του Κάλφαντος) που αφίχθη από την Κατερίνη ακολουθώντας το δρόμο των ελληνικών στρατευμάτων του 1912 και τα στενά της Πόρτας, μέσω Σερβίων δηλαδή και Πλατανορεύματος από το οποίο έλκει τη πατρική του καταγωγή, απαρηγόρητος ότι μόλις επέστρεψε από τη γερμανική υπερορία, όπου ήταν εκούσια εξοστρακισμένος, έτοιμος κι ορμητικός και πάλι για συμπράξεις περι-δια-γραμμάτων· την κυρία Αναστασία Παληού που ήρθε από την οδό Φον Καραγιάννη 9 γειτόνισσα ενσώματη για χρόνια και εν ψυχή ακόμα πιο πολλά. Τους φίλους από τις γύρωθεν πόλεις, από το χωριό κι από αυτή την πόλη που τελικά αφού την κατοικούμε εντελώς, την αγαπούμε όλοι.
Τα έχουν αυτά οι αγαπητικές, παρόμοιες συνυπάρξεις που εκ προϊμίου σε αντιμετωπίζουν σαν αντικείμενο εν μέρει έρευνας και εν μέρει, αλλά περισσότερο, ανθρώπινης εκτίμησης. Αν πω πως η σημερινή μου δημόσια εμφάνιση είναι η χιλιοστή αυτού του τρόπου θα φανεί φυσικά υπερβολή, αλλά ποιός θα το ελέγξει στο ανύπαρκτο δικαστήριο της ιστορίας, αφού μόνος μου φέρω το βάρος της αποδείξεως. Με την ίδια έπαρση κι αστήρικτη βεβαιότητα ισχυριζόμουν, πως μέχρι το δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο που κράτησε η ποδοσφαιρική μου σταδιοδρομία, είχα σημειώσει 1000 τέρματα στα αντίπαλα γκολπόστ, αποτελούμενα συνήθως από δυο πέτρες τέτοιες που βάζουν στα μνήματά τους οι φτωχοί μουσουλμάνοι. Από αυτές τις δύο, σε εισαγωγικά, «χιλιάδες», ποιά είναι αυτή που η μυρωδιά της με κάνει ένδον να κλαίω, κατά τον Μένη Κουμανταρέα; Τώρα την ποδοσφαιρική μου χρονο-μαθητεία νοσταλγώ σχεδόν αιματηρά, δηλαδή το χρόνο που έφυγε, δηλαδή τον τρόπο που δεν ξανάρχεται, δηλαδή το οριστικά απωλεσθέν είναι μιας φάσης του βίου μου που καλύπτει χρονικά μια γενιά και κάτι. Δεν ξέρω αν πότε μπορέσω να διατυπώσω και για την άλλη μου «χιλιάδα» παρόμοια νοσταλγία. Δεν είναι και απαραίτητο άλλωστε.
Κάτω απ’ αυτές τις αναπόδεικτες υπερβολές υπάρχει η αλήθεια του χρόνου που πέρασε και περνά εν βίω τέχνης και πράξης.
Ομως ένα ποίημα του Γαίητς από τότε που το διάβασα με προσγειώνει, αλλά όχι πάντα, με την αμείλικτη πραγματικότητα που περιέχει και που δεν θέλω να την αγγίζω. Μια στροφή του λέει:
Ολα τα έργα του διαβάστηκαν
και ύστερ’ από χρόνια κέρδισε
χρήματα αρκετά για τις ανάγκες του
και φίλους κέρδισε που ήταν φίλοι.
«Και τι μ’ αυτό» τραγούδησε το φάντασμα του Πλάτωνα
«και τι μ’ αυτό;»
Από τη στροφή κρατώ ως μόνη βεβαιότητα σήμερα το: «και φίλους κέρδισε που ήταν φίλοι», τ’ άλλα τα προσπερνώ ως ανυπόστατα. Απόψε νιώθω περισσότερο όχι αντικείμενο λογοτεχνικής διερεύνησης αλλά υποκείμενο φιλίας. Γι αυτό και σας ευχαριστώ.
Β.Π.Κ.

Από τη δημόσια παρουσίαση της "Νοσταλγίας"



Η άδεια επίσημη καρέγλα για όποιον χάριν θείας ή ανθρωπίνης οικονομίας απουσίασε

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ στη μονή Αναλήψεως περί την εσπέραν



Την παραμονή της εορτής των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (μεγάλη η χάρη τους)
δηλαδή 7 Νοεμβρίου, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου (εκδ. Γαβριηλίδη παρακαλώ) που αναφέρεται παρακάτω

Παρουσίαση βιβλίου

Β. Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
Το χρώμα της Νοσταλγίας

για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Αντώνης Κάλφας, φιλόλογος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
Γιώργος Σταματόπουλος συγγραφέας και δημοσιογράφος (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)

Συντονίζει η Αναστασία Παλιού
συγγραφέας και νομικός

Διοργάνωση
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΎΛΛΟΓΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ

Αρωγός της εκδήλωσης
Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΖΑΝΗΣ
7 Νοεμβρίου στις 8 το βράδυ

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Επειδή έβαλε τα πράγματα της "Προανακριτικής" στη θέση τους κάπως



...Τιθέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Οχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι' είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν...

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ
του Γ.Σεφέρη, δηλαδή

Πανσέληνος στη Λευκοπηγή



Του Αποστόλη Τσιολάκη

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

H σιδηρογλυπτική του Κ. Χιωτίδη


Η γλυπτική εν τω γίγνεσθαι
Η περίπτωση του Κώστα Χιωτίδη

Του Β.Π.Καραγιάννη

Η 9η Ιουνίου ενεστώτος έτους και παρελθόντος καλοκαιριού, ήταν η πλέον καταρρακτώδης μέρα του μέχρι τότε θέρους. Τότε ήταν, που άνοιξαν όλα τ’ αυλάκια τ’ ουρανού στη μεγαλύτερη διάστασή τους, και πλημμύρισαν τα επίγεια, δηλαδή αυτής της κατηφορικής πόλεως τους δρόμους, τα στενά και από τα ισόγεια και κάτω, τα σπίτια. Το θολό πανηγύρι της νερο-κατεβασιάς ήταν από τα πρωτοφανή καιρικά συμβάντα. Τρομαλέες οι ψυχές και τα καταβρεγμένα σώματα ανήμπορα παρατηρούσαν την μήνιν του Θεού, διότι ποιος άλλος μπορούσε να ξεθυμαίνει τοιουτοτρόπως επί των κτισμάτων του στη γη αν όχι ο αποκλειστικός κύριος και δημιουργός τους; Ποιός τέτοια ώρα, θυμάται τη γλυκιά βροχή, στην οποία ο άγιος Δίας μεταμφιέστηκε, όπως το ‘χε συνήθειο στα δύσκολα ερωτοπλησιάσματά του, και χύθηκε, περιτυλίχτηκε κ.λπ. στη Δανάη, κόρη φυλακισμένη υπό του πατρός της σε σιδερόφραχτα υπόγεια, από τον φόβο των ανθρωπο-επιβητόρων, (ο γιός της άρα κι εγγονός του πατέρα Βασιλιά, θα τον σκότωνε εντελώς του είπαν στο μαντείον). Αγνοούσε πως και οι θεοί των πνευμάτων κι ιδίως πάσης σαρκός στη φάση της δωδεκάθεης εκδοχής τους, ήταν ασυγκράτητοι παθών και ανεξάντλητοι εφευρέσεων ως προς την ικανοποίησή τους.
Εμειναν από την ξεχασμένη μυθική ιστορία εκείνη τη μέρα, μόνον οι κεραυνοί, που έπεφταν επί δικαίων και αδίκων, μέρα σε πλήρες μεσημέρι, λες κι έσπερνε ο Ιάσων στην Κολχική δόντια και φύτρωναν δράκοι.
Αυτές οι άτακτες κι ασύντακτες μπόρες αποτελούν ένα υψηλό αισθητικό και καλλιτεχνικό, θα λέγαμε, της φύσης, υπερφυσικό συμβάν. Μια δημιουργία με την άγρια ωραιότητα αλλά και τη δύναμη που τις χαρακτηρίζει και τις διέπει στην πράξη και δείχνει για μια εισέτι φορά την ασημαντότητα του ανθρώπινου είδους, μπροστά στης φύσης τα καμώματα θεία ή φυσιολογικά.
Προσπαθώ να βρω μια αναλογία σ’ αυτά που γράφω με την περίπτωση του συν-πολίτη Κώστα Χιωτίδη του Θεοδώρου, μηχανουργού, κατοίκου Κοζάνης, το σπίτι του είναι δίπλα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Κοζάνης, νοσταλγικά ενεργού ακόμα, λίγο πριν τον κλείσει η σιδηροδρομική ευτέλεια εργοδοσίας και εργαζομένων γενικώς. Ας τον ονομάσουμε καλλιτέχνη επί της ζωγραφικής αλλά και της σιδηρο-ατσαλο-γλυπτικής τέχνης. Εκείνη ακριβώς την ώρα και μέρα, στο μέσον της κοσμικής καταιγίδας, άφησε το μηχανουργείο του, τα σχέδια επί χάρτου κι υπολογιστού, την ογκώδη μηχανή αναπαραγωγής μηχανημάτων, που πριν λίγα χρόνια αγόρασε από την Κορέα, τα αδιαμόρφωτα ή διαμορφωμένα σίδερα, τα γρέζια, τα εργαλεία και όρμησε σίφουνας δημιουργίας, επί της οικίας του, μάλιστα επί του ανασφαλίστου από τους καιρούς, ημιδιαμπερές ανώγειο. Η βροχή –ποιά βροχή, ο κατακλυσμός θέλω να πω- να του χτυπά τα μπατζάκια-αυτός αδιάφορος- οι κεραυνοί κι οι αστραπές να τον ακουμπούν σχεδόν, ότι ήταν δίπλα –άφοβος- στο ρυπαρό αλσύλιο πεύκων του Σ.Σ., κι όλα ήταν ευνοϊκά προς τη σμίξη ανθρώπου και φύσης και να αλληλογλείφονται με τις σπίθες που έβγαζε το οικιακό μικρό φλογοβόλο εργαλείο του, ένα και το αυτό, θείος δημιουργός κι άνθρωπος τεχνουργός.
Διότι μ’ αυτό, αυτός διαμόρφωνε, έλιωνε, κολλούσε, συγκολλούσε τα φύλλα χαλκού και έχτιζε το μικρό του, λίγο πάνω από μισό μέτρο, «Αγνωστο αριστούργημα» που σε πρώτη βάπτιση το ένιωσε ως «Ηλέκτρα μαινόμενη»! Αλλά η Ηλέκτρα δεν υπήρξε ποτέ σε παρόμοια έξαψη και τραγωδιακή φάση –ολοφυρόμενη ναι- εν τούτοις η στάση της ίσως κάτι να του θύμιζε κάπως απ’ αυτήν.
Στη λεπτομέρεια του άνω μέρους το γλυπτό θυμίζει στην εύγλωττη αοριστία του, έναν εσταυρωμένο θηλυκής υφής, που είναι καρφωμένος σ’ ένα επίγειο δράμα με μια υπέργεια εγκαρτέρηση. Αυτή η λεπτομέρεια είναι η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που σταυρωμένη στα πάθη της εκδίκησης και της απελπισίας της, λίγο πριν την άφιξη του Ορέστη και την τελική έξοδο δια της μητροφονίας και της εραστοφονίας.

‘Οχι όχι, ποτέ του ποτέ
δε θα πάψω τους θρήνους εγώ
και τα ολόπικρ’ αυτά μοιρολόγια,
όσο που θενά βλέπω ταστερια τα ολόφεγγα
και το φως της ημερας αυτό·
και σαν μιας αηδόνας, που τάβουλα
έχει χάση παιδιά της, οι βόγγοι μου
μπρος στις πόρτες αυτές του πατέρα μου
θαντηχούν και θα κράζουν σ’ όλους…
(Σοφοκλή “Ηλέκτρα”, μετ.: Ι. Ν. Γρυπάρη)

Στη γλυπτική του κίνηση στο χώρο, θυμίζει χορό –πράξη, αλλά και σε παραπέμπει και στο χορό της τραγωδίας, που παρακολουθεί, κρίνει, συμβουλεύει, κατακρίνει. Η μονομελής αυτή σύνθεση είναι μια συνολική, σφιχτή, γλυπτική αφήγηση η οποία στις λεπτεμέρειές της, όμως χαλαρώνει σε ερμηνείες συμβατές με της τέχνης τα φαινόμενα και τα επιφαινόμενα.
Ηταν μια δημιουργική βακχεία διεμβολισμένη με οίστρο ευπλασίας, ας πούμε ερωτικό, αφού δεν είναι απαραίτητα έρωτας να υπάρχει μόνον επί σωμάτων δύο, αλλά να διαδηλώνεται και επί σώματος τέχνης -πολλά τα παραδείγματα- αψύχου κατ’ αρχήν αλλά ευψύχου κατά την τελεολογία του πνεύματος και του πολιτισμού.
Αυτό είναι μια συμπεριφορά-παραφορά θα έλεγα, του δημιουργού, ο οποίος ανάβει ερωτικά από την αγριότητα της φύσης και πέφτει με μανία στο δικό του μικρό έργο, και επ’ αυτού ενηδονίζεται και ως εκ τούτου, όλα πλέον γύρω του είναι ξένα, απόκοσμα ή απλά αποτελούν το λυσιτελές φόντο μιας σκηνής λυσιμελούς και παραληρηματικής επί ζωής και τέχνης.
Γι’ αυτό κι οι κεραυνοί περνούσαν αδιάφοροι, ξεχασμένοι από τον άνθρωπο του ανωγείου.
Επί του δημιουργικού πεδίου του κάτι λίγα.
Περισσότερο τον τραβούσε η ζωγραφική και επ’ αυτής θέλησε να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί το πρώτον. Πλήθος πολύχρωμα τελάρα του, στολίζουν ξένους, επί το πλείστον, αλλά κι οικείους τοίχους. Δεν υπάρχει ίχνος επαγγελματικότητας στο πράγμα, για αυτό έχει την άνεση και την πολυτέλεια να χαρίζει έργα, άρα και ταυτοχρόνως να χαρίζεται από τους λήπτες του σε μια τρυφερή εκτίμηση. Γιατί αυτό που δίνει είναι κομμάτι της ψυχής του –και μόνο τα έργα ψυχής μοιράζονται κι όχι τα έργα των χεριών- που δεν έγιναν για τον επιούσιο αλλά για τον περιούσιο λόγο ύπαρξης εν τω βίω τέχνης. Αυτό συμβαίνει μόνο με τους δημιουργούς που βιώνουν στην κατηγορία: 1ον του αυτοδίδακτου και 2ον του αδιάφορου περί της ανταλλακτικής αξίας του έργου τους. Ετσι λυτρωμένος από δεσμεύσεις ένυλες, στέκεται ψηλά στα νεφελώματα του τρόπου του και από κει, κατά Ελύτην, «μοιράζει δωρεάν την ψυχή του».
Μια υπερρεαλιστική απόπειρα φυγής προς τον ρεαλισμό, όσο κι αν ακούγεται αυτό αντιφατικό, εν τούτοις ο Κ.Χ. ξεκίνησε στη γλυπτική του εκδοχή από το αφηρημένο και το βαθύτατα υπαινικτικό και επιστρέφει σε μια πιο εύγλωττη ενατένιση του υλικού, που μετατρέπει σε οντότητα καλλιτεχνική.
Για χρόνια ένα πτερύγιο ανεμογεννήτριας από τους ΑΗΣ της ΔΕΗ, στηριγμένο σε έναν πωρόλιθο μ’ ακολουθούσε σε όλα τα γραφεία της περιπλάνησής μου. Ηταν μια τεχνική λιτοδίαιτη και ευθυτενής, περισσότερο έμοιαζε με τεχνική προσαρμογή των άψυχων μετάλλων επί του προσωπικού του φευγαλέου οράματος. Το ονόμασα «Απουσία», έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο ή μήπως επειδή αυτό το αίσθημα σε διασχίζει, όταν το υφίστασαι, ευθυτενώς και δίχως διασπάσεις στο φλοιό του.
Είδε κάποτε, μήπως κι άκουσε, το Μέμο Μακρή, να αφηγείται για το «πως έδενε τ’ ατσάλι» του και στέριωνε τις μορφές της όρασης και ιδίως της ενόρασής του. Και του χάραξε σε βάθος η αφηγηματική του εμπειρία Αυτή η παγερή και δύσκολη ύλη που μοιάζει αδάμαστη στον τρίτο, σ’ εκείνον που θα την πλησιάσει μ’ απόφαση να τη δοκιμάσει και να την ακολουθήσει γίνεται πάθος λίαν εύπλαστο, αφού τον συνεπαίρνει η σκληράδα που μαλακώνει και πάλι ατσαλώνει στην ολοκλήρωση.
Βελβεντό. Μπροστά από το Πνευματικό του κέντρο μια μεταλλική κάπως κεκλιμένη σύνθεσή του, που το φέρνει από τον αρχαία λυράρη και τον πάει στον σύγχρονο αναγνώστη, εδώ και χρόνια προϊδεάζει τον επισκέπτη, μήπως και δυσανάλογα, πως εκεί μέσα κάτι γίνεται το διαφορετικό.
-Παίρνουμε πηλό κι ανάμικτο με σχοινί καννάβεως, θα έλεγα για να πιάνει αυτός, «ντύνουμε» με αυτά τις πρωταρχικές σιδερένιες βέργες του σκελετού. Στα γρήγορα γιατί πήζει το υλικό και να το πρώτο, κρίσιμο σχέδιο. Στη συνέχεια με ψαλίδι κόβουμε τη φέτα χαλκού, μαλακός σαν την εύπλαστη ύλη του ανθρωπίνου και θελκτικού σώματος -αυτό δεν το κόβουμε, μόνον το ψαύουμε περιφλεγείς στην πράξη και ποικιλοαφθόνως στη σκέψη, εννοείται.
Κομμάτι κομμάτι χτίζει το γλυπτό του.
Ενδύει το πρόπλασμα με μικρές και μεγάλες φέτες χαλκού. «Με τι να ντύσω το Θεό» αναρωτιώταν ο Ροντέν μπροστά στη σύνθεσή του για τον Ουγκώ, και τον ...έντυσε γυμνό! Ηδη τις έχει λιώσει, τις κάνει εύπλαστες και με το κοπίδι δίνει σ’ αυτές το σχήμα που τον ενδιαφέρει.
Φωτογράφισα το γλυπτό με το κινητό, εμφάνισα τις φωτογραφίες και τώρα τις παρατηρώ ήσυχα. Η αυτοψία λίγα απέδωσε, σαν άμεση αίσθηση και γνώση. Ηθελα να σκεφτώ, να φανταστώ ίσως και να διαπιστώσω τι χώρο κρατά, αν κρατά, στην σκέψη μου μετά την πρωτη επαφή. Προφανώς δεν είναι και το έργο ζωής του Κ.Χ. Ομως είναι αυτός ο θαμπός εισέτι μεταλλικός κορμός, με τον οποίο νιώθει πως πρέπει να διαδηλώσει την όποια ιδιαιτερότητα διαθέτει, και να καταθέσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα με τα οποία προηγείται των άλλων, στον αγώνα «της μνήμης κατά της λήθης». Οι δημιουργοί, κάθε λόγου και αιτίας διαθέτουν ένα προβάδισμα στην αντιμετώπιση του καιρού που περνά, από τους άλλους, στον κόσμο της εφήμερης διάβασης και του τρέχοντος εντυπωσιασμού. Αυτή του η διάβαση (αγχιβασίη) από το τεχνολογικό στο ανθρωπολογικό στοιχείο της γλυπτικής του οντότητας, τον κάνει να θέλει να φέρει πιο κοντά τις δημιουργίες του και στους άλλους· «και δεν μπορείς χωρίς αυτούς». Οι μέχρι τώρα γλυπτικές συνθέσεις του ήταν ένας μοντέρνος, τεχνολογικός διάκοσμος στα σπίτια και στις θέσεις που τα όριζαν, σιωπηλούς μάρτυρες της αγίας οικιακής ρουτίνας, οι δωρεοδόχοι, αποδίδοντας τα διάσημα σ’ αυτόν ο καθένας με τον τρόπο της γνώσης και της κρίσης του. Τώρα επιζητεί τον λελογισμένο «έπαινο» του δήμου, δηλαδή την από τους τρίτους, τυπικά ξένους, συγκατάθεση και συγκατάβαση.
Ολοι ο δημιουργοί κυνηγούν το κοινό τους. Φορές και στο κενό του εαυτού τους· αλλά αυτή είναι μια ασίγαστη αναζήτηση, αφού έχει ως συνέπεια τη συνεχή ύπαρξη στο έργο, μια αέναη επανάληψή τους στις παραλογές του ίδιου, άρα έχει και την ολοκληρωτική κι ακόρεστη διάθεση της συνύπαρξης.
Ο άλλος, στον οποίο θα καρφωθούν ανθρώπινες σφήνες για να του χαράξουν τον κορμό της καθημερινότητας, ρωγμές μήπως μπουν και τους κοιτάξουν έστω κάποιες από τις ανταύγειες του ονείρου. Άλλοτε πάλι να αναπεταθούν μικρές σημαίες, αέρινες και κυματιστές στα ποδήλατα, με τα οποία στίλβουν στο διαρκές και στο στιγμιαίο της ζωής, της κάθε ζωής, που ενώ νομίζεις πως περνά –ακινητεί- εσύ περνάς απ’ αυτήν δρομαίως και συνήθως εν απογνώσει δια το ταχύτατον.
Τα έργα της τέχνης μας σταματούν, ας κοινοτοπήσουμε, ποσώς.
Τα έργα της αγάπης χωρίζουν τον καιρό σε πριν και σε μετά, ας παραφράσουμε τον ποιητή.
Οταν τα έργα της τέχνης είναι και έργα αγάπης τότε έχουμε ένα συγκερασμό αχτύπητης αισθητικής συγκυρίας.
Τώρα που κάθομαι και συλλογίζομαι εδώ, με τις φωτογραφίες του έργου, με τις αίσθησες του ανθρώπου που γνωρίζω πολυετώς και πολυεπίπεδα, αυτή η μοναχική, γλυπτική εξιστόρηση, λέω πως ίσως αποτελεί μια ιδιαιτερότητα όχι μόνον στη συνέχεια της γλυπτικής πρακτικής του, αλλά και στην προσωπική του οντότητα, καθώς κάνει την υπέρβαση από το τεχνολογικό σύμπαν στο ανθρωπολογικό είναι. Και είναι, έγινε από τεχνίτης άνθρωπος της τέχνης. Κι αυτό κι αν είναι συναρπαστικό!
Αλλά μπορεί να οδηγεί και στη σιωπή του ή στο ατελέσφορο κι ανολοκλήρωτο. Του ημιτελούς που θέλει πάντα συμπληρώσεις, κυρίως από ανθρώπινες επιστρώσεις, μάτια φιλικά και νεύματα αγαπητικά, σε ένα πάρε δώσε με το διαρκές του ανθρώπινου ωραίου.
Τέλειωσα!
Το θέμα δεν είναι απαραίτητα πως δημιουργεί ο καλλιτέχνης, αλλά πως και τι βλέπει, τι είδε ο επισκέπτης του εργαστηρίου του, δηλαδή της ανοιχτής σοφίτας του Κ.Χ., μια άγριαν κι υπέροχη μέρα του φετινού καλοκαιριού.
Αυτό έκανα κι εγώ και θέλω να το πω, δηλαδή το έγραψα.