Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Γ. Σεφέρη μνήμη

Σεφερικό παλίμψηστο μηνός Σεπτεμβρίου

Του Β. Π. Καραγιάννη

Τ’ αληθινά βιβλία δεν πρέπει να ‘ναι γεννήματα της μέρας και των ομιλιών, αλλά του σκοταδιού και της σιωπής (Μ. Προύστ)

Τα βιβλία που αγαπούμε ιδιαίτερα, μάλλον πολύ, δηλαδή μέχρι έρωτος, είναι πια σώματα χαρτιού, ύλη γραφική, μελάνη, χρόνος, ενθύμηση. Δεν είναι πλέον περιεχόμενο. Γίναν αντικείμενα χειροπιαστής, στην κυριολεξία, αγάπης. Με σπασμένα τα περιγράμματα του εξωφύλλου που εξείχαν του κυρίου σώματος, με τη ράχη ξασπρισμένη από τη σωματική επαφή, η ανθρώπινη πολυχρησία είναι ευεργετική λένε οι συντηρητές χαρτιού, τ’ αποτυπώματα του ιδρώτα πάνω τους, μολυβιές από λάθος κι όχι εν επιγνώσει υπογραμμίσεις· αυτές ως διάθεση ήρθαν πολύ αργότερα, όταν ένιωσες την ανάγκη να υπογραμμίζεις παρουσίες κι απουσίες ανθρώπων και καταστάσεις ψυχής πολυκύμαντες. Εχουν πάνω τους τη γοητευτική πατίνα του προσωπικού σου χρόνου κι όχι του άξενου πλήθους. Δεν είναι οι συγγραφείς και τα πρόσωπά τους, τώρα είσαι εσύ ο ίδιος μέσα τους, ύλη και περιεχόμενο, από τα οποία πέρασες τόσες φορές έφυγες και ξαναγύρισες.
Ξύνω το φαγωμένο από την αλμύρα του χρόνου σανίδι της εικόνας με τις αναμνήσεις, να βρω τα προηγούμενα στρώματά τους, να τις φέρω μπροστά μου σε μια βιαστική σύναξη, για τη σύναψη μακροπρόθεσμων δανείων μνήμης. Μας χρειάζονται ποσώς στον καιρό μας.
...Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας
-σαράντα χρόνια αναβροχιά-
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια…
(Γ. Σεφέρη, από το ποίημα “ Οι γάτες τ’ αϊ-Νικόλα”)
Ξαναξεφυλλίζοντας την έβδομη (στην ίδια λεκτική αντήχηση μόνον, η «Εβδόμη» επιστολή του Πλάτωνα είναι μια ξεχωριστή άσκηση ανάγνωσης και κατατριβής απ’ όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τχ.109 το 1986 ή τότε εγώ την είδα), έκδοση «Ποιήματα» του Γ. Σεφέρη, Ικαρος 1966, (τυπώθηκε σε 5000 αντίτυπα, κόστιζε 70 δραχμές τότε, όπως ξαναδιαβάζουμε στο «ακριβό» «Πάνω νερά» του Γ. Π. Σαββίδη, 1973) η μόνη κι η πρώτη ποιητική συλλογή «ού με εθέσπισεν», Σεπτεμβριανές μνήμες ξεθάπτει. Διαβάζω στην πρώτη, λευκή σελίδα, σ’ εκείνη που συνήθως οι συγγραφείς αποφεύγουν να γράφουν τις ιδιόχειρες αφιερώσεις τους (φορές αυτές αξίζουν περισσότερο από το περιεχόμενο του βιβλίου), αφού μπορεί, χωρίς να γίνει αντιληπτό, να κοπεί και το βιβλίο να ...μεταπωληθεί ή πιο καλά να ξαναχαριστεί, γραμμένο με μαθητική πένα κονδυλοφόρου: «Τρίτην γεννήθη ο Διγενής και Τρίτην θα αποθάνην. 21 Σεπτεμβρίου του 1971». Μέρα θανάτου του Γ. Σεφέρη κι εκείνος ο Σεπτέμβριος μας είχε εύρει, να έχουμε ήδη βρει βιβλιοσώματι τους ποιητές, που στη συνέχεια θα αποτελούσαν αγκωνάρια πάνω στα οποία θα πελεκούσαμε τους τρόπους της λογοτεχνικής ευαισθησίας και στην κατηγορία της ποίησης. Μόλις που μας είχαν τελειώσει με τις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, γράφαμε τα μαθήματα στη Θεσσαλονίκη, κατά τη μεριά Σταυρουπόλεως και Ξηροκρήνης, και επιστρέφοντας στο χωριό γυαλίζαμε την αγωνία, σφιγμένο αμύγδαλο της τύχης και της προσμονής, στα δάχτυλα. Είχα αγοράσει από τη Θ. τις «Μαρτυρίες» σειρά πρώτη και δεύτερη σε δεύτερες εκδόσεις στον Κέδρο, του Γ. Ρίτσου άγνωστού μου στις πολλές, λοιπές, λεπτομέρειες του, ποιητή.
ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ
Μέρα με την ημέρα αφοπλιζόταν. Πρώτα γδύθηκε τα ρούχα του,
αργότερα τα εσώρρουχά του, αργότερα το δέρμα του,
αργότερα τη σάρκα και τα οστά του, ώσπου στο τέλος
έμεινε αυτή η απλή, ζεστή, καθάρια ουσία,
που μόνος του, αφανής και χωρίς χέρια, την έπλαθε
μικρά λαγήνια, ποιήματα κι ανθρώπους
Και πιθανόν, ένας ανάμεσα σ’ αυτούς, νάταν κ’ εκείνος.
(Γ. Ρίτσος «Μαρτυρίες» σειρά πρώτη)
Είχα ακούσει εκ ραδιοφωνικής τύχης αγαθής, χωρίς και να το επιδιώκω, το όνομα και ποιήματά του, κάτι το μυστήριο, που δέος και φόβο μου έφερναν τις νύχτες εκείνες· όχι φυσικά γιατί ο σταθμός που άκουγα αθέλητα ήταν «Η Φωνή της αλήθειας» άρα και το κάτι παράνομο, εν αγνοία μου, διέπραττα, αλλά από το πρωτόγνωρο αίσθημα του διαφορετικού. Επρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να κατανοήσω και ν’ εξηγήσω αναδρομικά, μερικά πράγματα κι ιδίως να απομυθοποιήσω έως κατα-καταρρεύσεως «αλήθειες» παγκόσμιες ή κι επιχώριες δοξασίες. Αλλά τότε ακόμη «Γνώσιν άγνωστον γνώναι». Μήπως εκεί δεν άκουσα κι ακόμα το έχω σαν απωθημένο άγνωστο, μια μουσική σύνθεση, κάτι τέτοιο ή μέρος ενός συμφωνικού λόγου, του Μ. Θεοδωράκη, με τον τίτλο «Γρεβενιώτικο παζάρι». Τ’ άκουσα όμως; Ακόμα δεν ξέρω σίγουρα αν ήταν μια πραγματικότητα ή μέρος φευγαλέου, παιδικού ονείρου; Τότε πήρα και το βιβλίο «Ηλιος ο πρώτος» του Οδ. Ελύτη, για τον οποίο είχα ακούσει τους πρώτους ήχους από τη συμπαντική του ηχώ –σιωπές είμαστε στο σύμπαν και μόνον τα ποιήματα καταχωρούνται σ’ αυτό- από τον Χρ. Μπμπκ., μεγαλύτερο και εμβριθέστερον σε όλα του για τα χρόνια εκείνα, συμμαθητής κάπως, που γνώριζε για το καθεστώς της δικτατορίας αφού ήταν έμπρακτα εχθρός του, αργότερα συμφοιτητής, συνδικηγόρος και τώρα συνάγνωστος κ.λπ., να διαβάζει, άκουσον άκουσον, σε εκείνο το ευλογημένο φροντιστήριο του Γ. Δαβιδόπουλου το «Αξιον Εστί». Την 23η Σεπτεμβρίου 1971, μέρες που ο πλάτανος άρχιζε να βρέχει σποραδικά τα κίτρινα φύλλα του, οι εποχές ήταν κανονικές κι όχι υβρίδια σημερινά, είδα στο «Βήμα», (πως βρέθηκε στο χωριό;), μαζί με την είδηση του θανάτου δημοσιευμένο το τελευταίο ποίημα του Γ. Σεφέρη «Επί ασπαλάθων...» ύστερη υπόδειξη κι έκκληση του ποιητή προς τους επίορκους του πολιτεύματος και σε λίγο προδότες της πατρίδας.
Ηταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού πάλι με την άνοιξη
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη...

Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αριδαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη του μυαλού τ’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“Τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι”.

Ετσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αριδαίος ο πανάθλιος Τύρρανος
31 του Μάρτη 1971
Αλλά μήπως πάλι κάνω λάθος. Δεν θέλω να το ψάξω και στο παλίμψηστόν μου ξύνω και ανακατεύω ίσως κι επιτούτου, άλλους καιρούς και διαθέσεις. Δεν είναι και το κύριο η ακρίβεια, δεν γράφουμε διατριβή άλλωστε. Πέτρες της λήθης τελικά προσπαθούμε να μετακινούμε, όταν επιχειρούμε να ρίξουμε νέες σημαδούρες στη θάλασσα των περασμένων μας.
Δεν ξέρω.
.......................
Στο σήμερα, λοιπόν, που είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα.
Αρχή Ινδίκτου, έκτη ημέρα της, ανάμνηση του εν Χώναις θαύματος στο ορθόδοξο εορτολόγιο, και στο Ηρώδειο νύχτα· σελήνη μόλις επτά ημερών ταξίδευε πίσω από τις αρχαίες πέτρες έπαιζε κρυφτό με τα αψιδωτά ανοίγματα, στο δρόμο της προς Αίγινα η το Αιγάλεω ίσως. Επί σκηνής με τη διεύθυνση του Ανδρέα Πυλαρινού η Ορχήστρα σύγχρονης μουσικής της ΕΡΤ, έφερνε σε πέρας το σκηνικό, μουσικό θέμα: «Σεφέρης-Καβάφης Η μεγάλη συνάντηση» του συνθέτη και συμφωνικής μουσικής Δ. Παπαδημητρίου διευθυντή του Τρίτου Προγράμματος. Είχε προηγηθεί το έργο του «…που για Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός» μελοποίηση ποιημάτων του Κ .Π. Καβάφη και τώρα σειρά είχε ο Γ. Σεφέρης σε πρώτη εκτέλεση. Υπέροχο έργο. «Στην πέτρα της υπομονής/κάθισες προς το βράδυ/με του ματιού σου το μαυράδι/δείχνοντας πως πονείς.» (Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ). «Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου/χωρίς να πιω ούτε μια στάλα./Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα./ Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα/δεν έχω άλλη συντροφιά./ Ο,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια/που είταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι/και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινόπωρου», (Από το «Μυθιστόρημα» ΙΗ’). Εμβόλιμα και μοναχικά οι: Μ. Αναγνωστάκης, Κ. Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη κι ως εδώ το μαγικό, παρακάτω άρχιζε το ακροατήριο να συνοδεύει χειρονομώντας· ό,τι δηλαδή περισσότερο απεχθάνομαι. Η Φωτεινή Δάρα, υπέρλαμπρο, φωτεινό πουλί στη νύχτα με την ωραία κινητική υπερβολή της, απόρροια της βεβαιότητας για την αισθητική και φωνητική της επικυριαρχία, έκανε εξαίσια τα περάσματα από το ποιητικό λόγο στη μουσική. Είμασταν όλοι εκεί κι ήταν μια αλησμόνητη βραδιά, ότι συνάντησα σ’ ένα μουσικό σώμα τους ποιητές, με το λόγο των οποίων αγάπησα και συνεχίζω.
Αφού βρίσκομαι σε σεφερικά «Περάσματα και χαιρετισμούς» μπήκα σε μια αγαπητική αναδίφηση στις Μεταγραφές του. Διεξήλθα από μια επικαιρική παρόρμηση το «Ασμα Ασμάτων». Εκεί που πηγαινοερχόμουν στις αντικριστές σελίδες του κειμένου των Εβδομήκοντα (Ο), και της μεταγραφής του Γ.Σ., κάτι συνεχώς με εμπόδιζε να καταλάβω προς τι αφαιρέσεις και σιωπές εμφανίζονταν στην μεταγραφή. Αντιγράφω για παράδειγμα από το 5ο τραγούδι μια στροφή:
Εις κήπον καρυάς κατέβην ιδείν εν γεννήμασιν του χειμάρρου,
ιδείν ει ήθνησεν η άμπελος,
εξήνθησαν αι ρόαι·
εκεί δώσω τους μαστούς μου σοι.
Ουκ έγνω η ψυχή μου· έθετό με άρματα Αμειναδάβ.»
και Αυτός να μεταγράφει: «Κατέβηκα στον κήπο τις καρυδιές/να ιδώ τους ροδαλούς του χείμαρρου,/να ιδώ μην άνθισε τ’ αμπέλι,/μη βγάλαν άνθος οι ροδιές./Δεν ήξερε η ψυχή μου και μ’ ανέβασε/απάνω στ’ άρμα του λαού μου, σαν τον άρχοντα». Εις μάτην έψαχνα να βρω το στίχο «εκεί δώσω τους μαστούς μου σοι». Προς στιγμή σκέφτηκα για τυπογραφική παράλειψη· το έπαθα κι άλλη φορά σεφερικά, όπως σ’ εκείνη την 7η έκδοση πάλι των Ποιημάτων, στην οποία εκ τυπογραφικής αβλεψίας παράπεσαν τα ποιήματα ΤΡΙΤΗ και ΤΕΤΑΡΤΗ από την ενότητα «Σημειώσεις για μια βδομάδα». Την ποιητική ΤΕΤΑΡΤΗ μου αποκάλυψε όλως αιφνιδίως και με ξάφνιασε, ομολογώ, χωρίς να το θέλει, ο Δήμαρχος Κοζάνης Π. Κκλπλς, σε μια δημόσια απαγγελία ποιημάτων από δημόσιους «επιφανείς» (ελπίζω να γνωρίζουν πλέον το «Επί ασπαλάθων...), αλλά επί το πλείστον μερικώς ή ολικώς στη βίωση, της όντως ποίησης, ασημαντοφανείς. («Για μια χαμένη σεφερική ΤΕΤΑΡΤΗ που βρήκε ο κ. Δήμαρχος Κοζάνης», Προλογύδρια παντός καιρού, εκδ. Συν-Εταιρεία-Παρέμβαση, 2003). Προς τι η …Ασματική παράλειψη που δεν ήταν και τυπογραφική· κάπως χαλάστηκα. Στην μεταγραφή του «Α.Α». ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (εκδ. Καστανιώτη με ζωγραφική του Αλ. Φασιανού), αυτή βρήκα πρόχειρη, το αποδίδει ως έχει κι όπως πρέπει αυτό το «Ασμα», που δεν είναι παρά ένα από τα σπουδαιότερα ερωτικό ποιήματα όλων των εποχών. Τ’ άλλα είναι ερμηνευτικές ακροβασίες κατάλληλες για τους «αθώους» της θρησκευτικής εσχατολογίας και της ασίγαστης κενοδοξολογίας του ‘Αρρητου, που δεν έχει λόγο για να σταθεί στις παρερμηνείες, αφού κάλιστα και πιό στιβαρά στέκετε με το γνήσιο λόγο της μεγάλης θεολογικής σκέψης.
Κατέβηκα στον κήπο μου να δω τις καρυδιές μου
τα βλαστάρια για να δω γύρω απ’ τα ρυάκια,
να δω αν άνθισ’ η ροδιά, αν άνθισε τ’ αμπέλι.
Στον κήπο αυτό τα στήθια μου θα σου τα παραδώσω.
Τίποτα δεν γνώριζε η άμαθη ψυχή μου.
Κι έγιν’ από τον πόθο μου αρχόντισσα του κόσμου.
14/9 παραμονή Βησσαρίωνος επισκόπου Λαρίσης προστάτου των ανθρώπων του Θεσσαλικού κάμπου, άκουγα τους λυρικότατους Χαιρετισμούς του Τίμιου Σταυρού (Χαίρε ξύλον ζωομύριστον και θαυμάτων θησαυρέ· χαίρε τρισόλβιε και χαρίτων παροχεύ). Θεατής έξω από το ναϋδριο της Μεταμορφώσεως, μαζί με τους παραδοσιακούς εξ Αγράφων απόγονους εκείνων των επήλυδων, που ήρθαν στην πόλη κάπου το 1612, κι έκαναν πάλι, όπως κάθε χρόνο, εις ανάμνησιν εκείνης της «εγίρας» την παράκληση μετ’ αρτοκλασίας και μνημόνευση ατέλειωτης κατεβασιάς ονομάτων υπέρ υγείας τους κ.λπ. Παρείσακτος του λόγου τους, αλλά θερμά οικείος αυτού του στην πράξη θραύσματος της τοπικής ιστορίας. Σ’ εκείνη την λυρικότατη αργόσυρτη, βραδινή, μονοτονία μου ήρθε στη μνήμη το ποίημά του «Αργά μιλούσες».
Επιχειρώ, γιατί όχι, και εγώ μια αδόκιμη μεταγραφή, μέρους του.

...και τι είχες γίνει
στη μικρή μας οικουμένη
μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
κι ένα στεγνό λαγήνι

κι αυτό το βράδυ... να ήμουνα ο τόπος
που τη γύμνια σου ως τη μέση
θεέ μου πόσο θα μ’ αρέσει
μαζί και της ψυχής σου ο τρόπος.

Υ.Γ.1. Στο Σεπτεμβριανό αναγνωστικό “Ημερολόγιο Καταστρώματος” ακόμα εφημερεύει. αργόσυρτα επίτηδες, το βιβλίο: “Ζήτημα φωτός” Ο Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί τις ΜΕΡΕΣ του Γ. Σεφέρη, Ικαρος 2007.
Υ.Γ.2. Εν αναμονή στη τη βάρδια ανάγνωσης, του Δ.Ν. Μαρωνίτη τα δεκατρία μελετήματα για το Γ. Σεφέρη, τα οποία όπου να ‘ναι αφικνούνται.


21 Σεπτεμβρίου 2008

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Τα φύλα που έβρεξε ο αέρας της 12ης Σεπτεμβρίου

Περί φθινοπώρου

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ



Όπως τα φύλλα της σκουριάς
μες στο φθινόπωρο
σηκώνονται και
στροβιλίζονται
λίγο πριν απ’ την αντάρα
έτσι σηκώνεται η ψυχή μου
και στροβιλίζεται
μέσα στην αντάρα
ή και λίγο πριν από αυτήν
και χάνεται κατά τον άνεμο
σε πανδαισία χρωμάτων
φωτισμένη
ένα φύλλο σκουριάς
μες στο φθινόπωρο.

Ολγα Ντέλλα

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Οι Ολυμπιακές Ορνιθες



Στο πάλεμα, το πήδημα, το τρέξιμο και το λιθάρι
στο θέατρο της Ποντοκώμης, πρώην νταμάρι
(Ολυμπιακές και θεατρικές προσομοιώσεις)

Του Β. Π. Καραγιάννη

Εστιν ουν προσομοίωση, μίμηση πράξεως ή πράγματος, σπουδαίας ή ασήμαντου, μέγεθος εχούσης· και στα πιο οικεία ελληνικά, το σχεδόν όμοιο, το παρεμφερές με την όντως πραγματικότητα.
Δυο περιπτώσεις υπέστημεν το θέρους που τελείωσε, θέλω να πω Αυγούστου τέλους.
Ζήτημα 1ο
Είμαστε στο πρώην νταμάρι της κοινότητας Ποντοκώμης, που ανήκει ως διμελές εταίρος στο Δήμο Δημητρίου Υψηλάντη, μαζί με το Μαυροδένδρι (Καραγάτς), με τους εναλλασσόμενους, ως ρεύμα εναλασσόμενον, δημάρχους χάρη στις δικαστικές επιλογές και τις κρατικές, δια της Περιφερείας, επεμβάσεις, που έγινε θέατρο στο όνομα του πατρός Μίκη Θεοδωράκη (εκ του ότι παλιότερα η νυν πολίχνη ονομάζονταν και «Μικρή Μόσχα» από το εντελώς κόκκινο των ψηφοδελτίων του, ενώ σήμερα από το κονιορτόχρουν της ατμοσφαίρας της οι κάτοικοι ζήτησαν να εγκαταλείψουν την πατρώα γη). Αμέσως μετά τη λήξη των Ολυμπιακών του Πεκίνου ανέλαβε η Ν.Α. Κοζάνης γιορτές να διαπράξει, συνεπικουρούμενη από μια εταιρεία προώθησης των Ολυμπιακών, αρχαίων ιδεωδών (εμβαπτισμένα σε ικανό αριθμό ευρω-αναβολικών), η οποία περιφέρεται ανά το πανελλήνιον και προωθεί τα προϊόντα του Ολυμπισμού της· ήγουν πολύπτυχο λεύκωμα με σπιράλ μήκος άνω των 80 εκατοστών και πλάτους 55 πόντων, με ωραία κορμιά αθλητών - μοντέλων σε κίνηση σε ενσταντανέ αρχαίων αθλημάτων. Δεύτερον, ατραξιόν ημιθεατριακή, όπου σε ανοιχτό χώρο γίνονται πράξη οι φωτογραφίες του λευκώματος, με τα μοντέλα πρωταγωνιστές και τοπικούς δευτεραγωνιστές και χλαμυδοκρατούμενες τηλεπαρουσιάστριες, ενώπιων επισήμων χάνων και θεατών, οιονεί χαγάνων. Προλογίζουν του λευκώματος Μακεδόνο-νομάρχες όπως της Θεσσαλονίκης, (παντού και πάντα, σε τέτοια καμώματα, πρώτος), της Πιερείας, της Πέλλης (δηλαδή του παλιού μου συμμαθητή στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, Μιχάλη Καραμάνη (Καραμάνου τον έγραφαν), από τον άγιο Χαράλαμπο Δήμου Ελλήσποντου (είναι ο Δήμος, με την κοινότητα Δρεπάνου του, που κήρυξε τις «Γιορτές της Επανάστασης, η αθεόφοβη), ο οποίος κι αυτός ληρολογούσε, μετρημένα έστω. Της θεατρικής ας πούμε αναπαράστασης προλογίζουν φυσικά οι καλούντες αυτούς, της εξουσίας εξουσιολάγνοι καλυμμένοι με τη ματαιοδοξία συν την πολιτική τους μωροφιλοδοξία.
Θέμα του όλου θάματος στο θέαμα και στα θύματα η : «Αρχαία Ελλάδα. Ευ αγωνίζεσθαι. Ολυμπιακά αθλήματα». Φοβερόν!
Είναι μια κατηγορία επιχειρηματιών πολιτισμού και αθλητισμού συνήθως της πρωτεύουσας, που κατά καιρούς ξαμολιούνται στην ύπαιθρο και πουλούν το προίόν τους, το όποιο, αδιάφορο, κυρίως σε Νομαρχίες που είναι πιο ευάλωτες σε τέτοιες θλιβερές ιστορίες, και Δήμους πιο κωλοπετσωμένους βέβαια από την πολυκαιρία στην εξουσία, κι έχουν μάθει να ξεχωρίζουν ή ν’ αντιστέκονται περισσότερο· δεν έχουν και λεφτά για πέταμα άλλωστε.
Η Κοζάνη «χτυπιέται» τακτικά υπό ενός ζωγράφου, όστις κατά καιρούς πουλά την τέχνη του –ζωγραφική και γλυπτική- αδρά στα παραπάνω θύματα η δε εκλεγμένη Ν.Α. στις διάφορες εκφράσεις της, είναι το κατεξοχήν θύμα. Ελλείψει παντελώς πολιτιστικών αντανακλαστικών και ανθρώπων να τους συμβουλεύουν και να τους συγκρατούν στοιχειωδώς, βαδίζουν εντελώς ασυγκρότητοι κι ανερμάτιστοι, πολιτιστικά ανυπόδητοι, κι όπου κι όπως τους βγάλει το πράγμα. Δεν έχουν φυσικά καμιά πολιτική επί του πολιτισμού και των γραμμάτων, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν έχουν δυστυχώς ούτε τη στοιχειώδη προσωπική, αισθητική διαίσθηση και γνώση για ν’ αποφύγουν τις κακοτοπιές ή τους επιτήδειους. Θέλουν κάτι να κάνουν, αλλά δεν το μπορούν ή όταν το επιχειρούν, το μπορούν έτσι ώστε να πέφτουν σε διάφορα νύχια μικρομεσαίων σαλταδόρων. Συστήνουν μάλιστα κι αστείες στη λειτουργία και στη λογική τους, πολιτισμικές και τουριστικές εταιρείες προς διαχείριση της πνευματικής απελπισίας τους για να είναι ένταξη νομικά και θεσμικά! Το να χορεύεις στο πανηγύρι της πατάτας, του φασίολου ή στην πολιτιστική γιορτή του γιδοκουρέματος (πως δεν πήγαν και στο γαλομέτρο) είναι ανώδυνο και δεν βλάπτει κανέναν ει μή μόνον τον ορχούμενο και την σοβαρότητα του. Λίγο το κακό. Ομως, η απερίσκεπτη διανομή χρημάτων είναι άλλο πράγμα. Βεβαια είναι γενικότερο το φαινόμενο στους θεσμούς αυτούς (που συνορεύουν με εσμούς αφελών το επιεικέστερον) που διοικούν και διαχειρίζονται το κοινό χρήμα, το οποίο πολιτικά ανήκει στο νομό και τους ανθρώπους του, κι εν τούτοις αυτοί αρέσκονται να το μοιράζουν με γαλαντομία νεόπλουτου, σε τυχάρπαστους, αρκεί να ‘ναι από την πρωτεύουσα της διαπλεκόμενης χαβούζας και που θα τους χτυπήσουν με συγκατάβαση («μεγάλε!») την πλάτη της ματαιοδοξίας τους.
Η προσωπική διαχείριση του γελοίου είναι αναφέρετο ατομικό δικαίωμα. Η δημόσια διάχυσή του συνιστά το αδίκημα της εξώθησης σε συλλογική, αισθητική, εξαχρίωση.
Κοιτώ τις φωτογραφίες του διαδρώμενου, όπως δημοσιεύτηκαν στις τοπικές εφημερίδες. Ακουσα και τη διήγηση ενός μικρού μου φίλου, που το καταδιασκέδασε· είχε δε την εύλογη απορία, γιατί οι ολυμπιο-παίχτες δεν ήταν εντελώς γυμνοί, όπως οι αρχαίοι του πρόγονοι στην Ολυμπία και νομίζω πως σχημάτισα επαρκή εικόνα του τι έγινε εκεί. Δεν χρειαζόταν να δεις περισσότερα.
Δεν λέω ο θεός να βάλει το χέρι του, δεν τον ενδιαφέρουν και πολύ αυτά τα ζητήματα, αλλά ο νυν κ. Νομάρχης μπορεί να το κάνει· διαφορετικά θα πέφτει εν ονόματι του κόσμου που τον εξέλεξε, οσημέραι θύμα αλλά και άθυρμα του κάθε μπαγαμπόντη. Και δεν του αξίζει ως εκ της παιδείας του, τέτοια διολίσθηση.
Το Ποντοκώμειον θέαμα ήταν ένας ύμνος στο κιτς. Η προσομοίωση αυτή του ολυμπισμού με μια εντελώς άρρωστη διάθεση, σ’ ένα ακόμα πιο άρρωστο και σαθρό πλαίσιο ύπαρξης, και το ακόμα θλιβερότερο, η δήθεν σχολική κι αθλητική του διάχυση, ως θέαμα και λεύκωμα -τι κωμικοτραγική υπόθεση. Να μάθουν οι νέοι τι εστί ολυμπιακό βερύκοκον, να πράξουν κι αυτοί τα ίδια όταν μεγαλώσουν, δηλαδή να τ’ αρπάζουν απ’ όπου μπορούν, ότι αυτό είναι το ολυμπιακόν (και πολιτικόν) μας σπορ και ιδεώδες. Τα μόλις ανωτέρω έχουν ένα αγοραίο και φτηνό διαδακτισμό και μια ηθικολογία που δείχνει αν μη τι άλλο, χαμηλών προδιαγραφών άτομα αποδεκτες κι υψηλών απολαυών επιτήδειους διακινητές του όποιου Ολυμπισμού, Μακεδονισμού, και άλλες τρίχες κατσαρές, που σερβίρουν πάντα με το αζημίωτο, στους ανίδεους διαχειριστές κάθε μικρο-εξουσιο-λαγνείας, οι οποίοι νόμισαν ξαφνικά πως τα έμαθαν όλα ενώ στην πορεία τους, θα τα πάθουν όλα.
Οι νεαροί ηθοποιό που αθλητο-θετρίζονταν έκαναν τη δουλειά τους, γιατί για το μεροκάματο ζούμε όλοι, αν και οι πιο μερικοί για την αρπαχτή, που είναι εννοείται πολύ πιο γενναία αυτού.
Η παρουσία του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ως εμψυχωτού των αγώνων, ο οποίος διατελεί μόνιμος, πρωινός, ψυχαγωγός του μέγα τηλεοπτικού πανελλήνιου, με την γκαρντασιάδα, την Ελληνιάδα και τη Μακεδόνο-φουστανελο-φούρια του, ήταν ο πιο ασφαλής δείκτης ότι «κάτι τι εντελώς κιτσο-ωραίον» συμβαίνει εκεί κι εδώ. Δεν έσωσε από την κακογουστιά, ας το πούμε ελληνικά, το θέαμα, ούτε η ωραία, δε λέω στα ολοπόρφυρα ντυμένη, αντινομάρχης πολιτισμού κ.λπ. Κοζάνης η οποία στο ρόλο της πρωθιέρειας, διεύθυνε το συμβάν και στεφάνωνε στο τέλoς τους νικητές πρωταγωνιστές, με κλαδί ελιάς ή κάτι τέτοιο, οι οποίοι γονυπετείς, υποθέτω την κατεύρισκαν, επιβραβευόμενοι ανέλπιστα υπό ωραιότατης, σεμνής, νομαρχιακής και όχι καμιάς πάνδημης, ιέρειας.
Απορία 1η. Αλήθεια πήραν άδεια οι τελετάρχες και οι τελετούμενοι για την τέλεση αυτού του θεατρικού, από την καθ’ αυτό κυρία πρωθιέρεια του αρχαιολογισμού Αιανής, υπερτίμου και εξάρχου Δ. Μακεδονίας, ότι στην κτηματική περιοχή των ανασκαφών της, τελούσαν κι αναβίωναν μυστήρια τραίνα! Εισπήδησις κανονική!
Απορία 2α. Γιατί οι παριστάμενοι της τοπικής εξουσίας δεν υποχρέωσαν τους δύο ερίζοντες Δημάρχους, του ακέφαλου ή δυο-κέφαλου δήμου, να παλέψουν λεβέντικα στο θέατρο και στο αγώνισμα της ελεύθερης πάλης, και όποιος νικήσει να πάρει γέρας τη Δημαρχεία να σταματήσει έτσι αυτή η γελοία διελκυστίνδα.

Ζήτημα 2ο

Ακριβώς με το τέλος του Αυγούστου και του Καλοκαιριού μαζεύτηκαν, όσοι, αρκετοί, μάλιστα πολλοί εκ της Εορδαϊκης γης, θεατές, που υποθέτω απέφυγαν τα της Ποντοκώμης, στο ανοιχτό θέατρο της πόλεως Κοζάνης, να δουν την παράσταση «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, εμβόλιμη στα Λασσάνεια. Θυμάμαι μικρός την υπέροχη ομοιοκατάληκτη μετάφραση (1910), του Πολύβιο Δημητρακοπούλου που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Φέξη και τον έκτοτε συμπαθή μου Πεισθέταιρο που έλεγε ας πούμε:
«Κι όταν σεις τη φτιάσετ’ έτσι, τότε ν’ απαιτήσετ’ όλοι
την αρχήν από τον Δία· κι αν απάντησι δεν δώσει
και τον δυνατώτερό του δεν θελήσει να τον νιώσει,
πόλεμο ιερό κυρήχτε, που να μην του επιτραπή
από το βασίλειό σας να περνούν (χωρίς ντροπή)
κι όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε (με τρέλες)
και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες και Σεμέλες
Κι αν δεν το παραδεχτούνε
στην ψ...ή να σφραγισθούνε
για να παύσουν να γ.....νε.
Οι από καιρού αφίσες που είχαν κατακυριεύσει τους στύλους, τόνιζαν πως η παράσταση είναι του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά Γ. Τσαρούχη, χορογραφίες της Ζουζούς Νικολούδη, μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Ολα άριστα δηλαδή. Αλλά δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η πρώτη και μοναδική, ότι όλοι οι δημιουργοί της, έλειπαν αμετάκλητα. Οπως στους «Αχαρνείς» με τον Γ. Λαζάνη και τον Μ. Κουγιουμτζή στο υπαίθριο θέατρο της ΔΕΗ, κάπου το 1990, στα εργοτάξια της Πτολεμαϊδας, που έφεραν το Θ.Τ. οι τότε συνδικαλιστές της, οι οποίοι δεν κοιτούσαν τότε ακόμα μόνον το τομάρι τους. Τώρα ήταν μια προσομοίωση παράστασης, της αυθεντικής πρώτης του Θεάτρου Τέχνης από τους εγγονούς του, ηθοποιούς. Ποιοί είναι αυτοί, πού κινούνται να μην πω στο παγκοσμίως άγνωστο, αλλά στο πανελλαδικό σίγουρα! Ομως με τίμια υποκριτική διάθεση και χωρίς ακκισμούς απέδωσαν, αυτό που κληρονόμησαν κι έτσι πήραμε μια αίσθηση και γνώση του μεγάλου αρχαίου θεάτρου, όπως αυτό παίζεται χωρίς τις υπερβολές του σήμερα με την ακατάσχετη ατακολογία, με την οποία πλήττει κατακούτελα η περιφερόμενη θεατρική σκηνή, τον θεατή Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ηταν και η μουσική του Μ. Χατζιδάκι κι ο κεντρικός της αοιδός που σε έβαζε σε μια πραγματική παράσταση από παραστάσεις τέχνης υψηλής, ποιότητας και της εξ αυτών ακατάσχετης νοσταλγίας του ωραίου, που σε όλους μας ενυπάρχει, μόνον που χωρίς να χρειάζονται και μεγάλα έξοδα κι αρπαχτές, μπορεί να γίνει απόκτημα, εφήμερο έστω, του καθένα μας.
Αντιγράφω το εξαίσιο χορικό της Αηδόνας για να ‘χουμε μια συνειρμική μουσική γεύση και από τον Μ. Χ. -αλησμόνητη η εκτέλεση με τον Γ. Μούτσιο- αλλά και τη μετάφραση του Β. Ρώτα.
Ω καλή μου ξανθιά
συντροφιά μου γλυκιά
που βάζεις ουρανό
κάθε ωραίο σκοπό
Ηρθες ήρθες εφάνης
με σουραύλια να υφάνεις
ύμνους κελαηδισμούς
ήχους εαρινούς.
Εμπρός αρχίνα πες τους
γλυκά τους αναπαίστους
(Β. Ρώτας)
Σ αυτήν την θεατρική προσομοίωση ναι, πήγαμε φυσικά, άνθρωποι κανονικοί και φύγαμε κατά τι πιο τρυφεροί...

Στο περιστύλιον την 20η Αυγούστου



Οι άγνωστες λέξεις της «Νυκτωδίας» στο Περιστύλιο,
το βράδυ της 20ης Αυγούστου

Του Β.Π. Καραγιάννη

Το θέμα. Νυκτωδία 20 Αυγούστου, βραδιά υψηλών μουσικών τόνων κι αντίστοιχων ποιητικών στόνων στο Περιστύλιον μεταξύ του ναϋδρίου αγίας Αννης και του εγκατελειμένου Ξένια, ώρα 8 το βράδυ

Νυκτωδία Ασμα αδώμενον κατά την νύκτα. Είδος μουσικής συνθέσεως χαρακτήρος μελαγχολικού και ονειρώδους περισσότερο γνωστόν υπό τον όρον «νυκτερινό». Το θυμήθηκα κι από τη «Νεολιθική Νυκτωδία της Κροστάνδη» επική και θλιμμένη σύνθεση του μέγιστου των ποιητών Νίκου Καρούζου:
-Δώσε μου σαν ενθύμιο τον ορισμό της εξουσίας.
-Ως προς εμένα η εξαχτίνωση του χτήνους...

Στόνος Στεναγμός, θρήνος (άλλως στοναχή)

Περιστύλιον Ημιτελές κιόσκι στο λόφο μεταξύ Αγίας Αννης και Μεταμορφώσεως του Σωτήρος περιοχής Ξενία. Αποτελείται από 8 κολόνες ενωμένες στην κορυφή τους. Κατά καιρούς τις βάφει ο Δήμος έτσι χωρίς λόγο. Εγινε επί εποχής Ν. Π. Δελιαλή, ιστορικού διευθυντού της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης με πρότασή του, ίνα κάθονται εκεί οι επιχώριοι λόγιοι να διαβάζουν, να γράφουν και να διαλογίζονται, δημαρχούντος δε Βασιλείου Ματιάκη, τέλος δεκαετίας 50 αρχές του 1960. Δεν ολοκληρώθηκε σε κιόσκι διότι όπως είπαν τόφερνε προς το μασονικόν από την σαφή έφεση προς αυτήν του τότε Δημάρχου.

Ξενία εγκατελειμένο. Ξενοδοχείο και περίγυρός του· το πιο ωραίο μέρος της πόλεως διατελεί εδώ και χρόνια σε πλήρη εγκατάλειψη, όπως και τα περισσότερα Ξενία του ελλαδικού χώρου υποκείμενα την επέλεση των νεοβάρβαρων υποκειμένων του κέρδους και της συνειδητής ξενηλασίας του ωραίου. Ερίζουν περί της τύχης του, Δήμος, ΕΟΤ, ιδιώτες. Τα δικαστήρια έχουν τον πρώτο μακρόσυρτο ρόλο, ενώ η φθορά το δεύτερο αλλά άμεσο, κάθε μέρα και κάτι περισσότερο. Ας φωνάξουμε κάπως πιο δυνατά να τελειώσει επιτέλους αυτό το αλισβερίσι με την ασχήμια και την δημοτική αβελτηρία.

Μπάχμαν INGEBORG ποιήτρια, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρική συγγραφέας. Ενας άνθρωπος με πολλές ιδιότητες. Γεννήθηκε το 1926 στην Αυστρία. Τον Οκτώβριο 1973 πέθανε, όταν νύχτα έπιασε φωτιά το κρεβάτι της στο σπίτι στη Ρώμη που ζούσε, από ένα τσιγάρο. Ηταν 47 ετών. Στο μεσοδιάστημα έγραψε και υπέροχα ποιήματα, όπως αυτά της συλλογής: «Να λέω λόγια σκοτεινά» που κυκλοφορήσαν στις εκδόσεις «Νεφέλη» σε μετάφραση της Ντ. Σιδέρη-SPECK. ενθύμιον ακριβό απ’ τη φετινή έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκής, Ιούνιο μήνα.

Ενα είδος απώλειας

Μαζί χρησιμοποιήσαμε: εποχές, βιβλία, μουσική.
Τα κλειδιά, τις κούπες του τσαγιού την ψωμιέρα,
λινά σεντόνια κι ένα κρεβάτι.
Μια προίκα φέραμε από λέξεις
χρησιμοποιήθηκαν αναλώθηκαν
Σεβαστήκαμε τους κανόνες του σπιτιού. Στα λόγια.
Στην πράξη. Και πάντα δίναμε τα χέρια.

Ερωτεύτηκα, τον χειμώνα, ένα Βιεννέζικο Septett
και το καλοκαίρι, ένα χωριουδάκι στα βουνά,
μια αμμουδιά κι ένα κρεβάτι.
Αντικείμενο λατρείας οι ημερομηνίες, τις υποσχέσεις
τις κηρύξαμε απρόσβλητες,
ίνδαλμά μας το Κάτι και μπροστά στο Τίποτα
σταθήκαμε με σεβασμό,

(στη διπλωμένη εφημερίδα, στην κρύα στάχτη,
σ’ ένα σημείωμα)
άφοβοι μπρος στη θρησκεία, ναός μας ήταν αυτό το κρεβάτι.

Από τη θέα στη θάλασσα πήγαζε η ανεξάντλητη ζωγραφική μου.
Ψηλά απ’ το μπαλκόνι χαιρετούσα τον λαό,
τους γείτονές μου.
Κοντά στο τζάκι, στη ζεστασιά, είχαν τα μαλλιά μου το πιό
βουερό τους χρώμα.
Το κουδούνισμα στην πόρτα ήταν συναγερμός για τη χαρά μου

Δεν έχασα εσένα
όλο τον κόσμο έχασα.

Φυλλομαζώχτρα. Η περίεργη κυρία που τα βράδια κατεβαίνει στην πόλη και τσακώνεται με τα αδέσποτα παιδιά που την πετροβολούν συνήθως. όπως και λόγια υβριστικά της επιδαψιλεύουν. Αυτή είναι εντελώς κωφάλαλη και τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής τη γνωρίζουν και την συμμερίζονται. Μαζεύει τα φύλλα και τα χόρτα γύρω από τα ναϋδρια του λόφου του χαμηλού Αη-λια. Ατύπως δεν της επιτρέπεται η είσοδος σ’ αυτά, όταν λειτουργούν και σαν δαρμένο σκυλί απ’ έξω παρακολουθεί με τα μάτια της ψυχής της,. Ξεβοτανίζει κι αποψιλώνει το χώρο· είναι ένας ενεργός πολίτης που φυλάγει τα δέντρα από την φωτιά, γεμίζοντας με τα ράκη περισυλλογής της τον βιο-τροπό τη. Κάθε Σάββατο ενώ οι νοικοκυραίοι με τα καροτσάκια τους πηγαίνουν στη λαϊκή για τα εβδομαδιαία εφόδια της κοιλιάς, αυτή κατεβαίνει από το λόφο των ναϋδρίων με ένα διαλυμένο καροτσάκι, στο κέντρο και κάνει τη διαλογή στους κάδους σκουπιδιών. Τον τόπο της εκτάκτως καθάρισε η υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου γιατί ήταν στο χώρο της εκδήλωσης στο Περιστύλιον. Οταν μάζεψαν τη ρακοσυλλογή της όλο το βράδυ γύριζε και θρηνωδούσε την απώλειά τους. Θα μπορούσε να την αφορούσε κάπως το ποίημα της Ι. Μπάχμαν. Είχε αγριέψει.
Η απόλυτη απελπισία του ανήμπορου και ηττημένου.

Δημήτρης Δημόπουλος κλασικός συνθέτης, άριστος πιανίστας, διευθυντής ορχήστρας, θεμελιωτής της νεότερης διαδρομής του Δημοτικού Ωδείου Κοζανης. Στη θητεία του έμαθε ο κόσμος ν’ ακούει, να κατανοεί κάπως την κλασική μουσική. Φυσικά του αρνήθηκαν τη συνέχεια εκεί, ότι η τέχνη του ήταν πάνω από τα μέτρα του ανεκτού ή μήπως και κατανοητού. Επαιξε και καταγοήτευσε, Μπετόβεν, κυρίως τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως», αλλά και δικούς του αυτοσχεδιασμούς.

Στάθης Νατσιός ηθοποιός διέπρεψε και ως παιδαγωγός και ως ένα σημείο διέσωσε και με την σκηνική του εμφάνιση, την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, που ανέβασε το Θεατροδρόμιο πριν λίγο καιρό σε σκηνοθεσία Γιώτη Βασιλειάδη. Εξοχος αναγνώστης καθήλωσε το κοινό καθώς διάβασε τα ποιήματα της Ι. Μπάχμαν από τη συλλογή της «Να λέω λόγια σκοτεινά».

Μπετόβεν ο γνωστός συνθέτης, που λίγο πριν φτάσει στην ηλικίας της ανωτέρω Φυλλομαζώχτρας κουφάθηκε όπως κι αυτή, αλλά όμως μιλούσε κι άκουγε. Συνέλεξε πρωτίστως τους ήχους της συμπαντικής, παγκόσμιας μουσικής και την μετέφερε στη γλώσσα και τ’ αυτιά των ανθρώπων επί γης, ως εξαγγέλματα θεία.

Επώνυμος άρχων της βραδιάς η ΔΕΠΑΚ και η κυρία Ευαγγελία της, επιμελήθηκε τις ωραίες προσκλήσεις και τις άθλιες αφίσες, όπως και όλο το τεχνικό μέρος, τηλεφωνώντας δώθε κείθε.

Ανώνυμοι άρχοντες οι ακροατές που κατέκλυσαν το χώρο, τις καρέκλες και τα τσιμεντένια καθίσματα, δεκάδες δηλαδή ωραία πρόσωπα κοιτούσαν, άκουγαν, ένιωθαν. Είδαν από ψηλά την πόλη και διαπίστωσαν, μέσα από τη μαγεία της μουσικής και της ποίησης, πως είναι ωραία! Ολοι τους έφυγαν με μικρές ή μεγάλες λαβωματιές, απ’ αυτές που αφήνει στις άδολες ψυχές, η υψηλή τέχνη.
Κοινό που ψάχνει το ωραίο
κι όχι μάζα που κολυμπά στο αγοραίο

Δ. Δασκαλόπουλος διευθυντής της χορωδίας του ΚΑΠΗ, όστις έδωσε άδεια στο πιάνο του, και αυτό ήρθε στην ώρα και στη θέση του, μεταφερόμενο από τους πολύ δυνατούς υπαλλήλους της ΔΕΠΑΚ στο κέντρο του ενδιαφέροντος.

ΔΗΠΕΘΕ χορηγός δεν ξέρω ακριβώς ποιού πράγματος;

Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο. Λίγο πριν την έναρξη, περί την αμφιλύκη, έφερε κι έθεσε σε λειτουργία σιντί με το ρεσιτάλ της Ντόρας Μπακοπούλου και τα «Νυχτερινά» του Σοπέν. Ηταν η μικρή Είσοδος στη Νυχτωδία.

Παρέμβαση Περιοδικό γραμμάτων αλλά και παρόμοιων νυκτερινών δημιουργημάτων.

Σελήνη 19 ημερών οδεύουσα προς την έλλειψή της που δεν πρόλαβε να ανατείλει, ευτυχώς, κι ακόμα πιο ευτυχώς δεν ήταν η γλυκερή πανσέληνος διότι τότε θα συνέπιπτε το όλον με τη ρουτίνα των εκδηλώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού για την Πανσέληνο του Αυγούστου στα αρχαία. Οταν πριν λίγες μέρες ολοκληρώθηκε είδαμε με τι όρεξη την δάγκωνε η έκλειψη· σχεδόν την έφαγε ολόκληρη, ένα νύχι ύπαρξης της άφησε.

Αυτοσχέδιοι ποιητές. Οσοι νεαροί καταφεύγουν σ’ αυτό το Περιστύλιο, εδώ και χρόνια γράφουν στις κολόνες που έγιναν αισθηματικά παλίμψηστα -και καλά κάνουν- και πράττουν -κι ακόμα καλύτερα κάνουν- ποιήματα δια ζώσης, ώρες νυχτός επί το πλείστον.
Ενα δείγμα γραφής:

«Τώρα είσαι σύννεφο
μα αν γίνω χιόνι
θέλω να πέσω μεσ’ στον κήπο σου
στη άκρη της αυλής
Να μαι το δάκρυ του χιονάνθρωπου
που λιώνει
μες στην απέραντη λιακάδα της δικής σου ζωής
1/5/08
Δεύτερον δείγμα:

«Δήμητρα, Ζωή, Νάσια, Κατερίνα, Κάτια, Χριστίνα, Βαϊτσα, Βάσω, BFFE στην καρδιά μου θα είστε για πάντα οι καλύτερες μου φίλες ΝΑΣΙΑ 31/12/05

ΕΞΟΔΟΣ

Κυρίες και κύριοι
Θα ήθελα να σας ονομάσω έναν έναν όλους απόψε αλλά δεν γίνεται. Να ξέρετε όμως πως: «Στην καρδιά μας θα είστε οι καλύτεροί μας φίλοι».