Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρέμβαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρέμβαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Οι παλιές αγάπες

...Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων... (Οι Πυξ Λαξ) Ηταν εκείνα τα «’Αγουρα χρόνια» (κι όχι μόνον του Κρόνιν) καθοριστικού λόγου, όταν ανιχνεύαμε τους στενούς ορίζοντες και τον εντελώς άγνωστο και πρωτόγονο κόσμο, στον μικρόκοσμό μας, σαν τυφλά κουτάβια. Αγόραζα τότε με 5 δραχμές σε εβδομαδιαία τεύχη τα «’Απαντα» του Γ. Σουρή (εκδ. Γιοβάνη) και είχαν εντός τους δώρο τα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού (Γ. Βαλέτα). Είδα πριν λίγες μέρες στο πολυχρόνιον βιβλιοτεχνείον Αφοί Χαραλαμπίδη, από τα πιο αγαπητά καθημερινά «στέκια» εργασίας (φωτοτυπίες, βιβλιοδεσίες, σελιδο-ποιήσεις, σφραγίδες, πλαστικοποιήσεις και χίλιες δυό άλλες εργασίες επί χάρτου, μια ντάνα με τα Απαντα του Γ. Σουρή σε τεύχη. Τα άφησε για κάποια επεξεργασία τους εκεί ο γείτων του (διευθυντής του ευαγούς οίκου ΕΡΜΗΣ) από τους ελάχιστους αρχαιοπώλες εν Ελλάδι, αισθητιστής Γιάννης Μ. Τσιομπάνος (έφτυσε παλληκαρίσια σιέλω μακρώ την νυν δημοτική ευτέλεια και παραιτήθηκε από τα αξιώματά του αν και πρώτος σε ψήφους) και ο οποίος τα είχε προμηθευτεί από κοζανίτη που αποδείχτηκε συμμαθητής μου κάποτε. Δηλαδή δύο μαθητές της Β’ γυμνασίου αγόραζαν τα άπαντα του Γ. Σουρή σε τεύχη. Φανταστικόν... Τα ανωτέρω αποτελούν σώμα (ύλη) κι αγάπες παλιές μιας εποχής στην οποία πλέον τακτικά προσφεύγεις ακόμα και στα πιο ασήμαντα διασωθέντα κειμήλιά της, ένα βιβλίο χωρίς εξώφυλλα, μια πένα σκουριασμένη, μικρές φωτογραφίες με οδοντωτό περίγραμμα πάνω σε ξεραμένα αγκαθωτά σπαράγγια, όπως μικρά φτωχά πουλιά πιασμένα, να σου επισημαίνουν πως πλησιάζει ο καιρός των συνοψίσεων, της διαλογής, του αναστοχασμού.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Κυκλοφόρησε εαρινά (το κάπως χειμωνιάτικο) τχ. 161-162 της Παρέμβασης


 Τα περιεχόμενά του έχουν ως ακολούθως: Β.Π.Κ. Ενδόδημα και αποικιακά, σχόλια πάσης φύσεως, Στάθης Κουτσούνης ποιήματα, Μαρίας Ιατρού Παιδικά όνειρα στον Ππδ., Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη- Σίμος Οφλίδης Σάββα, ζεις! διήγημα, Δ. Τριανταφυλλίδης Ρώσικης ποίησηςμικρό πανόραμα, Σταυρούλα Τσούπρου Φιλντισένια φτερά διήγημα, Ν. Χειλαδάκης 10 ποιήματα, Αντ. Παπαβασιλείου Vernus...
, Αρχοντούλα Διαβάτη Το ρεπό, Ειρήνη Λαρδούτσου Μαύρη δαντέλα ποίημα,
Αλεξ. Αραμπατζής ποιήματα, Π. Δημόπουλος για τις “Συγκεχυμένες..”,  Κ. Ριζάκης 4 ποιήματα, Ξανθίππη Καραβίδα 6 ποιήματα, Μ. Καραγιάννης Η ανατροπή των συμβάσεων του Β. Τσιαμπούση, Ελ. Ηλιοπούλου -Ζαχαροπουλου για τον ποιητή Ν. Κατσαλίδα, Μάρθα Δήμου 3 ποιήματα, Τζάκομο Λεοπάρντι Ποίημα μετ. Φωτεινή Καγιόγλου, Ν. Μυλόπουλος 3 ποιήματα, Καίτη Σαρηγιάννη Τριλογία, ποίηση, Ν. Παρίσης Η περιπέτεια της αφήγησης για τον Θανάση Βαλτινό,  Π. Πέτκας Οι γραβατοφόροι και οι ροπαλοφόροι, Ελ. Κοφτερού Η συνάντησή της/του
Κριτική βιβλίου Θ. Κοροβίνης για τη Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Π. Γούτας για την Σ. Σταυρακοπούλου, Εμ. Κουτσιάφτης για Π. Β. Πάσχο, Ι. Κουμουσίδης για Κατερίνα Καριζώνη, Μ. Κουγιουμτζή για τον Γιάννη Βούρo, Ζυλ Ρομαίν Η πλατεία της Τέρτρης απόδοση Σοφία Μωραϊτη, Οδός βιβλίων, Πάροδος περιοδικών. Το εξώφυλλό του είναι μια δημιουργία του Χρήστου Λαμπριανίδη

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Η παρεμβαση στη "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ “Παρεμβαίνοντας” στην Κοζάνη

“Παρέμβαση” λέγεται η πνευματική επιθεώρηση που κυκλοφορεί στην Κοζάνη εδώ και 22 χρόνια. Εκδότης της ο Βασίλης Καραγιάννης, ο οποίος συνεχίζει την κατά βάση μοναχική πορεία του και μιλά σήμερα για τις δυσκολίες που συναντά η έκδοση ενός τέτοιου περιοδικού στην ελληνική περιφέρεια.



Συνέντευξη: Κώστας Μαρίνος

Δεν αρέσουν τα μισόλογα στον Βασίλη Καραγιάννη, τον εκδότη της πνευματικής επιθεώρησης Κοζάνης “Η παρέμβαση”. Το αποδεικνύουν τα κείμενά του με τα οποία σχολιάζει όσα γίνονται -και κυρίως όσα δεν γίνονται- στην πόλη όπου ζει και εργάζεται, το φανερώνουν και όσα είπε μιλώντας στις “Τέχνες” της “ΜτΚ” για την πορεία του ως εκδότη αλλά και για όσα συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν στην Κοζάνη, μια πόλη στην οποία κάτι κινείται στα του πολιτισμού, σύμφωνα με όσα μηνύματα φθάνουν.
“Κινούνταν, δεν κινείται. Σας το λέω ευθέως” είναι η λακωνική απάντησή του, και για να το λέει κάτι θα ξέρει.
Μπορεί ωστόσο να εγερθεί μία ένσταση. Στη σελίδα 31 του τεύχους 143 (Μάρτιος - Απρίλιος - Μάιος) επέλεξε και δημοσιεύει τα χαϊκού των μαθητών του Γ1 τμήματος του 9ου Δημοτικού Σχολείου Κοζάνης, και από αυτά αντιγράφουμε: “Χιόνι ωραίο πέφτει/ μικρό δαχτυλιδάκι” και “Φεγγάρι στο ποτάμι/ μαργαριτάρια/ τα δάκρυά μου”. Σίγουρα τέτοια δείγματα ποίησης από τα παιδιά ενός δημοτικού σχολείου θα τον ενθαρρύνουν να συνεχίσει μια πορεία που ξεκίνησε ομαδική και τη συνεχίζει τώρα με εφόδια όχι κάποιον κούφιο ρομαντισμό αλλά με επίγνωση του τι παράγει και προωθεί.

ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
“Διάθεση χρειάζεται και όχι κουράγιο. Όταν έχεις τη διάθεση, βρίσκεις και το κουράγιο”, απαντά στο σχόλιο ότι χρειάζεται δύναμη για να βγαίνει στα βιβλιοπωλεία ένα περιοδικό επί 22 συνεχή χρόνια, κατορθώνοντας μάλιστα να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό του.
Σε ένα κείμενο-συστατική επιστολή της “Παρέμβασης” ο Βασίλης Καραγιάννης γράφει: “Ως εκδότης φέρεται 6μελής Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων, αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού λόγου, που σημαίνει πως τα... κέρδη της... επανεπενδύονται στην επιχείρηση και δεν μοιράζονται μεταξύ των εταίρων. Έγινε αυτό από φορολογική υποχρέωση κι απέκτησε έτσι ΑΦΜ και τιμολόγιο για να πληρώνονται τυχόν δημόσιες καταχωρίσεις. Δεν καταβάλλεται ο εισπραττόμενος ΦΠΑ, υπεξαιρείται δηλαδή από το άμεμπτο νεοελληνικό δημόσιο. Αφού υπέστη αλλεπάλληλα πρόστιμα, άμα τω ήρι αρχομένω, υποβάλλεται πλέον φορολογική δήλωση, λευκότερη χιόνος. Τα οικονομικά της βάρη απλά μετακυλίονται στις ωμοπλάτες του ενός, τελικού, μοναχικού, ως συνήθως, κι αγόγγυστου διευθύνοντος”.
Αυτή η τελευταία φράση αποκαλύπτει και ένα κομμάτι της ιστορίας του περιοδικού, που ξεκίνησε, όπως και τόσες άλλες, από μια παρέα φίλων με κοινά πολιτιστικά, πολιτικά και λοιπά ενδιαφέροντα. “Θέλησε ν’ αλλάξει τον κόσμο της περιοχής τουλάχιστον”, αναφέρει στην προαναφερθείσα “επιστολή” ο κ. Καραγιάννης για τα γεννητούρια του περιοδικού, και συμπληρώνει μιλώντας μαζί μας: “Περάσαμε από διάφορες φάσεις. Τον πρώτο καιρό ήταν μια διαδικασία περισσότερο συλλογική. Αργότερα έφυγαν τα πρόσωπα από την Κοζάνη. Άλλοι στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στην Αθήνα. Έμεινα μόνος εγώ. Έφυγε ο πυρήνας αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κόψαμε την συνεργασία και την επικοινωνία”.

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΙΜΟΙ
Ο Βασίλης Καραγιάννης είναι ο παραλήπτης των κειμένων που αποστέλλονται για δημοσίευση στην “Παρέμβαση”. Γελάει όταν τον ρωτάμε αν πληρώνονται οι συγγραφείς - “όχι βέβαια” λέει και προσθέτει και μια... γαργαλιστική λεπτομέρεια άγνωστη στους πολλούς: “Υπάρχουν περιοδικά που... πληρώνονται για να δημοσιεύσουν. Λένε ‘ναι’ στους συγγραφείς αλλά τους ζητούν να αγοράσουν και ορισμένο αριθμό τευχών. Εμείς προσπαθούμε σ’ αυτό το ζήτημα να είμαστε αξιοπρεπείς και έντιμοι. Να τα βγάλουμε πέρα εκ των ενόντων, δηλαδή από τον κύκλο των ανθρώπων που ζουν εδώ, να πάρουμε καμιά καταχώριση κτλ.”. Υπάρχουν και οι καταχωρίσεις κάποιων δημόσιων φορέων και υπάρχουν και οι συνδρομητές και αγοραστές του περιοδικού. Συστήνοντας το περιοδικό ο εκδότης του γράφει: “Τυπώνεται σε 1.500 τεύχη και διαμοιράζεται συνδρομητικώς σε όλη την ελλαδική ενδοχώρα. Εισπράττει ελάχιστες συνδρομές ως ανταπόδοση και προσπαθεί να επιβιώσει με κάποιες καταχωρίσεις δημοσίων οργανισμών - πριν λίγα χρόνια επιβίωνε με την ετήσια μετάκληση λογοτεχνών εξ Αθηνών και την ταυτόχρονη επιδότησή της, που πάντα κάτι άφηνε στα μετακαλούντα περιοδικά. Το πρόγραμμα αυτό του ΥΠΠΟ διακόπηκε, αλίμονο, κι ενισχύονται μόνον... θίασοι εν γένει. Δεν έχει συνδρομητές τον δήμο Κοζάνης και τη ν. αυτοδιοίκηση, διότι, για να γίνει αυτό, πρέπει να συνεδριάσουν και να πάρουν απόφαση τα σώματά τους εν ολομελεία! Τόσον πολύ!”.

“ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΗ” ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Ίσως να ενοχλούνται και από τα τσουχτερά σχόλια του εκδότη, όπως αυτό στο τεύχος 143 που αναφέρεται στην έκθεση χαρακτικών του Πικάσο στη Θεσσαλονίκη η οποία και είχε σκανδαλίσει κάποιους: “Σταθήκαμε εκεί που στάθηκε κι ο αξιότιμος Γυμνασιάρχης από την τολμηρότητα κάποιων έργων [...] και απαγόρευσε τους άδολους και ως... λευκές περιστερές μαθητές του, με αποτέλεσμα στη συνέχεια να συρρέουν εκεί ομάδι οι δυνάμει αποκλειόμενοι. Τέτοιες διαφημίσεις μάλιστα στα βιβλία, τα έργα στο σινεμά, τις εκθέσεις ζωγραφικής τις εύχεται κάθε δημιουργός. Με μανία επιδιώκω ένα μικρό αφορισμό (κάτι σαν το μικρό αγιασμό της παραμονής των Θεοφανείων) από τον επιχώριο αρχιεπίσκοπο μήπως και δουν θεού και εκδότου πρόσωπο τα κείμενά μου”.
Παραδέχεται ο Βασίλης Καραγιάννης ότι τόσο στην “Παρέμβαση” όσο και σε άλλα κείμενά του στον τοπικό Τύπο δεν μασάει τα λόγια του. “Δεν κάνουμε πίσω, αλλά δεν ξέρω αν αυτό ενοχλεί. Όμως σίγουρα δεν δημιουργεί έχθρες”. Αφήνει πάντως ένα πικρό κατακάθι όταν διαπιστώνει ότι παρά τις συχνές παρεμβάσεις του λίγα αλλάζουν, και έτσι συμπληρώνει: “Θαρρώ ότι τα γράφουμε αλλά πέφτουν στο κενό”.



Αυγ 03, 2008





copyright © 2007

Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

Ευχαριστιες ειδικου λογου

Aξιότιμε κύριε Καραγιάννη,


Σας ευχαριστώ πολύ για την ευγενική σας χειρονομία να μου στείλετε το
τόσο
ξεχωριστό από όλες τις απόψεις έντυπό σας.Το σχόλιό σας για εμένα είναι
σίγουρα κολακευτικό, αλλά κυρίως πλαισιωμένο, σε εξαιρετική γλώσσα, με
έγκυρα και επί της ουσίας στοιχεία, που προσδίδουν την απαραίτητη
σοβαρότητα
που οφείλει να έχει κάθε σχετικό σχόλιο. Επίσης, είναι πλέον σπανιότατο
φαινόμενο το να γνωρίζουμε το υψηλό επίπεδο που υπάρχει και εκπέμπει
πέραν
των αστυφιλικών συνόρων και ως εκ τούτου η τιμή που μου κάνετε
συνοδεύεται
και από αυτή την ευχάριστη έκπληξη! Εύχομαι σε αμφότερους να έχουμε
συνέχεια
ανάλογη των αρχικών προθέσεών μας, ούτως ώστε να μπορέσουμε να
συναντηθούμε
ξανά και πιό δημιουργικά!

Μετά τιμής,


Χρίστος Παπαγεωργίου

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Περι Παρεμβασης εν ετει 2007

Tι ήταν, τι είναι και τι ήθελε να γίνει το περιοδικό
της Κοζάνης “Παρέμβαση” όταν μεγαλώσει...


1. Είναι μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε λήγοντος του 1984 ως μηνιαίο, ιδεολογικό όργανο της πολιτισμένης αριστεράς, τότε· πέρασε στη διμηνιαία προσπάθεια πνευματικής και κοινωνικής συζήτησης κι αναζήτησης και κατέληξε εποχική, πνευματική επιθεώρηση της Κοζάνης, ασχολούμενη με όλα τα είδη του έντεχνου λόγου. Κάθε φάση είχε τους ανθρώπους της· ο αριθμός τους αυξομειωνόταν ανάλογα με την ένταση της εσωτερικής, ιδεολογικής διαπάλης. Μεγάλοι οι στόχοι που φιγουράρουν ως υπότιτλοι, μικρό το καλάθι επίτευξής των.

2. Ως εκδότης φέρεται 6μελής Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων, αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού λόγου, που σημαίνει πως τα ...κέρδη της χα! ...επαν-επενδύονται στην επιχείρηση και δεν μοιράζονται μεταξύ των εταίρων! Εγινε αυτό από φορολογική υποχρέωση κι απέκτησε έτσι Α.Φ.Μ. και τιμολόγιο για να πληρώνονται τυχόν δημόσιες καταχωρήσεις. Δεν καταβάλλεται ο εισπραττόμενος ΦΠΑ, υπεξαιρείται δηλαδή από το άμεμπτο νεοελληνικό δημόσιο. Aφού υπέστη αλλεπάλληλα πρόστιμα, άμα τω ήρι αρχομένω, υποβάλλεται πλέον φορολογική δήλωση, λευκότερη χιόνος. Τα οικονομικά της βάρη απλά μετακυλίονται στις ωμοπλάτες του ενός, τελικού, μοναχικού, ως συνήθως, κι αγόγγυστου διευθύνοντος.

3. Θέλησε ν’ αλλάξει τον κόσμο της περιοχής, τουλάχιστον. Το μόνο που κατάφερε ήταν ν’ αλλάξει τη μορφή του περιοδικού που συνεχώς κόνταινε, κι από την αρχική 8σέλιδη εφημεριδιακή κατάσταση ταμπλόιντ, τώρα είναι στην συνήθη όψη των λογοτεχνικών περιοδικών με 100 σελίδες! Ομως απέκτησε σοφία, εμπειρία, γνώση, γνώμη, αλυσιτελή μεν αλλά επί των επιχωρίων «εμπαθή», επί δε των πανελληνίων, ουδετερόφιλη.

4. Συγκέντρωσε στις γραπτές τάξεις της και στις ποικιλόσχημες σελίδες της, όλο το έγγραπτο δυτικομακεδονικό μυστήριο. Φιλοξένησε συνεργασίες από κάθε γεωγραφικό ελλαδικό σημείο. Αλλά και στο εξωτερικό έφτασε η όποια χάρη της, και αφιερώθη στην κυπριακή ποίηση άπαξ ολοσχερώς και στη βαλκανική και όμορη, ποιητική αγωνία μερικώς αλλά πολυσέλιδα. Τα μεγάλα συγγραφικά της λόμπι της είναι: Κυπριακόν, Θεσσαλονίκης, Βεροίας, Κατερίνης, Τρικάλων, Δράμας, Αθήνας και της Λευκοπηγής ν. Κοζάνης.

5. Τυπώνεται σε 1500 τεύχη και διαμοιράζεται συνδρομητικώς σε όλη την ελλαδική ενδοχώρα. Εισπράττει ελάχιστες συνδρομές ως ανταπόδοση και προσπαθεί να επιβιώσει με κάποιες καταχωρίσεις δημοσίων οργανισμών· πριν λίγα χρόνια επιβίωνε με την ετήσια μετάκληση λογοτεχνών εξ Αθηνών και την ταυτόχρονη επιδότησή της, που πάντα κάτι άφηνε στα μετακαλούντα περιοδικά. Το πρόγραμμα αυτό του ΥΠΠΟ διακόπηκε, αλίμονο, κι ενισχύονται μόνον ...θιάσοι εν γένει. Δεν έχει συνδρομητές το Δήμο Κοζάνης και τη Ν. Αυτοδιοίκηση, διότι, για να γίνει αυτό, πρέπει να συνεδριάσουν και να πάρουν απόφαση τα σώματά τους εν ολομελεία! Τόσον πολύ!

6. Δημιούργησε στην πολυχρόνια παρουσία της, στα μέτρα και τις αντοχές τής επαρχίας, φίλους, αντιπάλους, αδιάφορους κι εχθρούς. Πλειοψηφεί το τρίτο είδος· λίγοι είναι στην τέταρτη και αρκετοί στη δεύτερη, ικανός δε αριθμός επιβίωνει στην πρώτη κατηγορία. Με τους φίλους το πράγμα έχει καλώς· με τους αντιπάλους χαράζουμε κύκλους σχέσεων και πότε τους ανοίγουμε πότε τους κλείνουμε. Αυτό επιβάλλει η ανθρώπινη, πολιτική και πνευματική συνύπαρξη. Με τους εχθρούς το ζήτημα παραμένει στάσιμο εισέτι. Με τους αδιάφορους διατελούμε σε σχέση λαθρο-συμβίωσης.

7. Δεν ξεπέρασε ως τώρα την ανίατη, φαίνεται πάθηση των τυπογραφικών
λαθών. Αμέτρητα σε κάθε φύλλο καθώς στερείται επαγγελματία διορθωτή και o Η.Υ. δεν τα βλέπουν όλα. Πρωτίστως, όμως, εμείς δεν τα βλέπουμε. Η «Π» είναι μια χειροποίητη έκδοση καλών προθέσεων, που διατηρεί την αυθεντικότητα του απρόβλεπτου αισθητικού της χαρακτήρος, προσθέτει συνεχώς ευκαιρίες προσέγγισης ανθρώπων και κειμένων αλλά και αφαιρεί λύπη ψυχής ιστορική και κάποια λίπη σώματος σποραδικά εκ του χειρωνακτικού μέρος της διακίνησής της. Δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τα λάθη της εφ’ όσον ζει κι από τα πάθη της ζωής βιώνοντας ατέλειωτα και τα πάθια της ψυχής.

8. Τσακώθηκε με πολλούς και πλειστάκις έφτασε στα όρια της ποινικής καταδιώξεώς της. Σχεδόν σε κάθε φύλλο βαδίζει επί ξυρού ακμής να την περιλάβει κάποιος εκ των θιγομένων τύπων και να την οδηγήσει στο εδώλιο με βαρύτατες επιπτώσεις, αφού πια οι απανταχού θιγόμενοι εκ του τύπου δεν αστειεύονται. Ως γνωστόν έχουν συσταθεί δικηγορικά γραφεία – κοράκια – τα οποία ψάχνουν να καταθέσουν αγωγές επισκευής της υπολήψεως των τυποπληττομένων· ο τυποκτόνος νόμος είναι υπέρ της περιστολής του γραπτού λόγου κρίσης, αποζημιώνει δε παχυλώς τον λαβωμένο στο προσωρινώς εκτελεστό και στο τελεσίδικο μέρος του.

9. Εξέδωσε περί τα 30 βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρονται: Αφροδίτης Κοϊδου: «Από μακριά μια μουσική» ποιήματα, Αγνής Παπακώστα: «Η γυναίκα ως «Αλλος» και η ιδανική γυναίκα στον Τελευταίο Πειρασμό του Ν. Καζαντζάκη», Μάκη Καραγιάννη: «Η αισθητική της ιθαγένειας»· Β.Π. Καραγιάννη: «Οι χάρτες των ονείρων μας», «Τα 6,6 της σκηνοπηγίας» κ.λπ. Διοργάνωσε δεκάδες εκδηλώσεις πνευματικού χαρακτήρα με αδυναμία τις βραδιές ποίησης· καθιέρωσε τον εορτασμό εν Κοζάνης αλλά και στη Λευκωσία(!) της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης και ξεχώρισε με την αναγνωστική Bloomsday που διοργάνωσε σε δίπατο cafe μετά αυλής κατά τη συμπλήρωση 100 χρόνων από εκείνη την 16η Ιουνίου του «Οδυσσέα» του Τζ. Τζόις.

10. Ολα τα παραπάνω είναι η «Παρέμβαση» ένδοθεν μέχρι σήμερα, Απρίλιο του 2007, τεύχος 138, με πορεία προς το 139. Τι κατάφερε ως τώρα; Υπήρξε μια εν προόδω κίνηση που έφερνε μια διαρκή συγκίνηση στο στενό επιτελείο της. Περάσαμε τα 22 χρόνια, μεγαλώσαμε και προσβλέπουμε σε τί; Σε καλύτερα, αλάνθαστα και περισσότερα, αλλά καρφωμένοι σε μια μόνιμη θέση κάποιων, ας πούμε αξιών -στήλη άλατος, όπως η γυναίκα του Λωτ, καθότι συνεχώς κοιτάμε πίσω, ποτέ μπροστά - αυτό ούτως ή άλλως έρχεται και χωρίς να μας ρωτήσει, ενώ ακόμα και σε ό,τι έφυγε κυνηγούμε τη σκιά του και το ανακαλούμε συνεχώς. Στήλη – κολόνα, επίσης, πάγου λιώνουμε συνεχώς κάτω από διάφορα πάθη, λάθη αλλά και (καν) ποτέ μάθη.

***

Ευχόμαστε στην «εν Βόλω» ευκαιριακή κεντρική ναυαρχίδα της συνταγμένης διαπλεύσεως προς στη δημοσιότητα των επαρχιακών περιοδικών, υγείαν, ευτυχίαν, μακροημέρευσιν βίου και των όποιων ωραίων καταστάσεών του.

Περιοδικό «Εν Βόλω» τχ.25/2007 Β.Π.Καραγιάννης

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2007

20 χρόνια αντί χαρτιά περιοδικό

20 χρόνια αντί χαρτιά περιοδικό
Του Β.Π.Κ.

Aς πούμε ένα λόγο σύντομο αγαπητοί εν γένει φίλοι και εν είδει σύντροφοι, δηλαδή όσοι συν-τρώμε τώρα αυτά τα μαγειρευμένα με νόστο νόστιμα αη δημητριάτικα είδη εστιάσεως, με ένα χαϊκού της ώρας.
«Tι μελαγχολικό πράγμα οι επέτειοι
όλες με χρόνια τρέφονται
δικά μας, εννοείται»
Δεν είχε καταρρεύσει ο κραταιός κρατικός σοσιαλισμός ακόμα, όταν μια παρέα κατευθυνόμενης ιδεολογίας, που έγινε με το χρόνο παρέα πνευματικής ανιδιοτέλειας, για να καταλήξει σε αποσπασματικές μοναχικές συνυπάρξεις επί τω αυτώ, αποφάσιζαν να μην αλλάξουν το μικρό κόσμο που υπήρχαν, καθότι αυτός ήδη αυτός είχε υποστεί όσες αλλαγές χρειάζεται, για να μην αλλάξει τελικά τίποτα, ει μη μόνον να εξελιχθεί, αποφάσιζαν την έκδοση μηνιαίας εφημερίδα γνώμης. Mε το επιθετικό, σύνθημα ο Σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή αλλιώς δεν θα υπάρξει όπως το διατύπωσε ο N. Πουλαντζάς κι αμέσως βούτηξε στο άδειο από τον 13ο όροφο της πολυκατοικίας των Παρισίων. Ετσι ούτε αυτός ούτε ο σοσιαλισμός που ευαγγελίζονταν υπάρχουν.
Τι υπάρχει στη θέση τους;
Ο,τι μπορεί να συνυπάρχει με τον άλλον και μόνο. Μικρές ή ευρύτερες όψεων συμπτώσεις και συνθέσεις απόψεων. Εμείς δηλαδή, με όσοι μετριο-αφροσύνη διαθέτουμε.
Eκτοτε έμεινε για τους ταχ. διανομείς εφημερίδα παρότι υπέστη αυτό το εικοσαετές έντυπον, δεκάδες εξωτερικές μεταμορφώσεις. Αυτές συμβάδιζαν με τις εξωτερικές αλλοιώσεις όλων όσων ήταν φίλοι εκ του σύνεγγυς κι αγαπημένοι εκ του μακρόθεν. Παραμένουμε εφ’ ω ετάχθημεν, χωρίς την εντολή κανενός, για να διακονούμε την προσωπική ιδιαιτερότητα μέσα στη συλλογική ημι-ματαιότητα.
Aυτοκριτικό ημισχόλιο. O ημέτερος αρχικός αλλά και κατοπινός εκδοτικός πυρήνας που θα έλεγε ο αείμνηστος μουσικός και μεταφορέας Δημήτριος Γκατζόφλιας, έφυγε σχεδόν όλος από την πόλη. Oύτως αυτοί εσώθηκαν. Αγαπητοί μου ακροατές, κατάφερα να τους διώξω όλους για να μείνω σχεδόν μόνος. Τους ονομάζω: Δ. Βασιλός εκ Φαρσάλων, Γ. Γκέκας έμενε τότε Γ. Σακελλαρίου 4, κάτοικος Αθηνών, Τ. Ζουρουφίδης τώρα κάτοικος Γρεβενών κι απόψε κάτοικος σε καρέκλα κατ’ ευθείαν εμπρός μου, Μ. Καραγιάννης κάτοικος νυν Θεσσαλονίκης μόλις αφιχθείς εξ αυτής, Αντώνης Νταγλιούδης κατοίκος Αιγινίου Πιερίας. Οι άλλοι εκ του τότε είναι εδώ σχεδόν. Kι έτσι περνούσε ο καιρός. Kαι τί κέρδισα; Tίποτα ή μάλλον τι ως περιοδικό κερδίσαμε εκτός από τον άνευ αντικρίσματος, τίτλο του μακροβιότερου λογοτεχνικού περιοδικού της επαρχία! Kαι τι μ’ αυτό επιμένει το φάντασμα, του Πλάτωνος να μου θυμίζει.
Αλλά τώρα κάπως θλίβομαι.
Oμως όταν το 2000 μ.X. βρέθηκα στη Σμύρνη στο παγκόσμιο συνέδριο για το Σεφέρη και νόμιζα ότι είχα κληθεί ως παράγων του κρατικοδίαιτου τότε πολιτισμού και κάπως συναγελαζόμουν, όπως όλοι εκείνοι οι κατ’ εξακολούθησιν λυμαινόμενοι κάθε τι το κρατικό, διαπίστωσα με μια γλυκιά και αφοπλιστική φρίκη, πως είχα κληθεί ως εκπρόσωπος του περιοδικού «Παρέμβαση». Τρία απ’ όλη την Eλλάδα, μαζί με το «Eντευκτήριο» της Θεσσαλονίκης και το «Διαβάζω» της Aθήνας, εκλήθημεν εκεί. Eδώ είμαστε λέω, και προσγειώθηκα άτσαλα σε ό,τι ζούσα αλλά δεν εκτιμούσα δεόντως, σε ότι έκανα, κάναμε δηλαδή η παρέα των φίλων και των οικείων, και το είχα τόσο συνηθίσει και κάπως απαρνηθεί για μια εφήμερη βιβλιοδόξα και μια ακόμα πλέον εφήμερη, διευθυντική λόξα
O λαός και οι παλιοί φίλοι ποτέ δεν ξεχνούν τι σημαίνει να σε βοηθούν για να σου έρχονται όλα από τα δεξιά, ως έντυπον.
Tο δείχνει σήμερα η συν-απάντηση αυτή, μέρα αγίου Aλυπίου που ελλείψει άλλης κατάλληλης δεν επιλέχτηκε τυχαίως. Eως και 5 Aλύπιοι επιχωριάζουν στα συναξάρια και τις εγκυκλοπαιδείες των νεοελλήνων.
O πρώτος είναι φιλόσοφος μ.Χ. που έγραψε την «Εισαγωγή μουσική». Aπόγονος αυτού είναι σήμερα από το κονάκι του Λιβαδερού, Bέττας Ευάγγελος, αδελφή του οποίου είναι η κυρία αοιδός Kαλλιόπη, μούσα των υψηλών τόνων.
O δεύτερος είναι αδελφικός φίλος του ιερού Aυγουστίνου περί το 394 – 430 μ.Χ στον οποίο απευθύνονται οι περίφημες «Eξομολογήσεις» του. Aλύπιος όχι Aκάκιος. Aπόψε κι εμείς έχουμε μόνον φίλους και προβαίνουμε σε εξομολογήσεις και δημόσιες ομολογίες
O την σήμερον εορτάζων φέρων και το προσωνύμιο Kιονίτης πέρι τον 6ο μ. Χ αιώνα έζησε πολλά χρόνια, περισσότερα από 20, κάπου 67 πάνω σε μια στήλη-κολώνα. Eμείς φτάσαμε βέβαια στα 20 προσβλέπουμε σε περισσότερα καρφωμένοι σε μια μόνιμη θέση - στήλη άλατος καθότι συνεχώς κοιτάμε πίσω, ποτέ μπροστά, καθότι αυτό ούτως ή άλλως έρχεται και χωρίς να μας ρωτήσει, ενώ ό,τι έφυγε κυνηγούμε τη σκιά του και το ανακαλούμε συνεχώς.
Στήλη-κολόνα επίσης πάγου αφού λιώνουμε συνεχώς κάτω από διάφορα πάθη, λάθη, και μη μάθη.
Είπα απόψε να πω ένα προλογύδριο φευγάτο. Πλην όμως δεν μου βγαίνει ποσώς. Νιώθω σαν να μιλάω στο σπίτι ενώπιον της γυναίκας μου και της Δήμητρας, τις λίγες ώρες που επικολλούμε τις ετικέτες με τα ονόματα όλων των αγαπητών φίλων, συνδρομητών ακόμα και εκείνων που δεν διαβάζουν την ‘Π’ αλλά από συνήθεια αρνούνται να την αρνηθούν, ως αποδέκτες της, και εν εργασιακή ειρήνη και σιωπή σιωπούμε.
Tελειώνω εγώ όπως έπρεπε ν’ αρχίσω.
- Φίλοι μου αγαπημένοι, κατά τον Γεώργιο Oικονομίδη, όταν κυνηγούσε νέα ταλέντα. Σας καλωσορίζουμε στην τελετή ενηλικιώσεως της «Παρέμβασης». Σας ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε και άρα μας τιμήσατε, ευχόμαστε σε όλους υγείαν, ευτυχίαν και μακροημέρευσιν του βίου και των όποιων ωραίων σας καταστάσεων.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2007

Η απολογία ενός ορεσίβιου βιβλιο-χαρτο-fan
που ήθελε να γίνει, έγινε -ας πρόσεχε- Βlog-man

Προοίμιον
Στο αρχι(μεσο)στράτι απάνω της ζωής
σε σκοτεινό πλανέθηκα ρουμάνι
τι ‘ταν ο δρόμος ο σωστός χαμένος

Ημην ένας πτωχός χαρτο-ποιμήν και βιβλιο-ασπάλαξ στα πεδινά της ανάγνωσης και στα ρουμάνια της αναζήτησης· κι ήμουν ακόμα όχι στο μιστράτι της ζωής αλλά στην αρχή του.

1. Οταν στρατεύτηκα στον Εθνικό Στρατό Ελλάδος, στήθηκα μπροστά σε μια γραφομηχανή κι έμαθα, ας πούμε, της τυπογραφίας τα αρχικά μυστικά. Η πρώτη μου σελίδα, πλην στρατιωτικών δ/γών και εγγράφων, που τύπωσα ήταν ο Κατηχητικός λόγος Ιωάννου Χρυσοστόμου, μέγας και παρηγορητικός, για κάθε τότε και πάντα, αργοπορημένο πολλαπλά. Στην ατέλειωτη (28μηνη) χλωρίδα και πανίδα της ελληνικής φανταρίλας και ποδαρίλας ήμουν ένας άσημος και μόνος νεοέλλην στρατιώτης.
2. Μόλις αποστρατεύτηκα και συστρατεύτηκα σε κομματικά πεδία βολής κι από-γνωσης, με μια ERICA, επιχείρησα, υπακούοντας στις εντολές της «ιστορίας» αλλά και στις κρύφιες ένδον εκδοτικές μου διαθέσεις, κι εν τέλει στήθηκε ένα Δελτίο κομματικού λόγου· έτσι το εξατομικευμένο «εγώ» έγινε ιδεολογικοποιημένο «εμείς», αλλά όχι εσείς ή αυτοί, μόνιμα λίγοι, ότι των φρονίμων ολίγα. Μπαίνω το λοιπόν σε μια φάση κοινωνικοποίησης του γραπτού λόγου.
3. Επί της λινοτυπικής εκδοτικής εκδοχής κοιτούσα τη συντριβή, το λιώσιμο του μολυβιού· τη σύνθλιψη, πολτοποίηση κάθε σκέψης, είδησης, σχολίου, διαφήμισης, μικρών αγγελιών, που ήταν ήδη χτες, στη δισέλιδη τοπική εφημερίδα, η οποία με ξένιζε και με ξενοδοχούσε. Κι αυτό όχι για την απόσταξη του λόγου αλλά για την επιστροφή του ως ύλη στη μήτρα εκτυπώσεως. Τότε άρχισα κι έκτοτε ζω διαρκώς την μόνιμη πάθηση με τους πρώτους αλλά, τελικά, και παντοτινούς φιλο-εχθρούς κατά την «Ομορφάσχημη» του Ν. Καχτίτση. Γιατί, όταν εκφέρεις ενυπόγραφες απόψεις, τ’ ακούς ανυπογράφως αλλά σκαιώς.
4. Σε γείτονα πόλη, μέλος εκδοτικής τριάδος αλλά μόνη πάντα μονάς, παρατηρούσα το στάδιο του περιοδικού, όταν έλαβε καιρόν και λόγο λόγου, ύπαρξης κι εμφάνισης μέσω της φωτοσύνθεσης, μια οθόνη δηλαδή μαύρη, με πράσινα γράμματα· τι γρήγορα που η Δάφνη τα έγραφε. Τα κείμενα βγαίναν σε στήλες λουρίδες χάρτινες, τυπωμένες όπως λίγο πριν οι στήλες μολύβδου. Επί φωτεινής τραπέζης η σελιδοποίηση, ο τσίγκος κλπ. Κι οι φίλοι για το πανηγύρι της χαρτοσύνθεσης των σελίδων σε διπλωμένο, οκτασέλιδο λόγο ύπαρξης. Είχα ένα αίσθημα μέθης· κι οι φίλοι όλων των φύλων, φίλτατοι.
5. Μάκιντος κλασίκ μικρό, γλυκό μου εργαλείο. 40 Μεγαμπάιτ ο δίσκος και η μνήμη του 1-4 ΜΒ. Οταν πρωτοκυκλοφόρησε στην Αμερική είχε 1500 δολ. Τώρα για να τον πετάξεις θελεις κάποια ευρώ. Αλλα δεν τον απαρνήθηκα. Κι όλα, έγιναν ταχύτερα όταν μπήκα, όπως μου είπαν αργότερα, στην κοινωνία της πληροφορίας. Το κοιτούσα, το έμαθα· το ρεντ σεντ γκόου, το κουάρκ, το εξπρες κ.λπ. προγράμματα σελιδοποίησης. Εκτοτε έγινα φαν αυτού του πράγματος που, ενώ ήταν μικρό, μεγάλωσε και σήμερα είμαστε στην τρίτη γενιά του και λέπτυνε δραστικά· άρχισε σιγά σιγά να με παίρνει και να με συνεπαίρνει. Το ίδιο συνέβη και με το αυτοκίνητο. Εχω και τις τρεις γενιές Ρενώ, από κλασίκ και πάλι αρξάμενος. Μονομανίες. Δεν πετάω τίποτα, μαθημένος από τη φύλαξη στο διηνεκές κάθε χαρτιού γραμμένου· ούτε υπολογιστές ούτε αυτοκίνητα· τα έχω εκεί σε διαρκή παρακαταθήκη, αποθήκη απραγματοποίητης στο μέλλον περιδιάβασης, αλλά οπτικής και μόνο μνήμης, ανεξάρτητα αν γίναν φωλιές τρωκτικών ή οικείων κατοικίδιων. Κι οι φίλοι να είμαστε ακόμα όλοι μαζί· και το επαγγελματικό γραφείο να αποτελεί εστία πνευματικής μολύνσεως και δημιουργίας.
6. Στη λεπτότατη οθόνη ενός Η/Υ «ωραίον σαν κόσμημα» τετάρτης γενιάς iMac 80 γιγκαμπάιτ και μνήμη 512 ΜΒ. Τεράστια τα μεγέθη. Σ’ αυτόν είδα εκατοντάδες κινηματογραφικά ντιβιντί. Εν τω μεταξύ δισκέτες, σιντί, αισθήματα, άνθρωποι έρχονταν με ταχύτητα και με παρέρχονταν. Τα παρακολουθούσα στην αρχή απόμακρος· στη συνέχεια άρχισα να ακολουθώ σερνάμενος, με την ιστορική βραδύτητα άλλου καιρού και λόγου, όσα έπρεπε και να το παίρνω απόφαση για όσα χάνονταν. Κι όσο πλήθαιναν οι σελίδες του περιοδικού τόσο λιγόστευαν οι παρόντες άνθρωποί του. Η τεχνολογία αντικαθιστούσε τους ανθρώπους. Δεν τους απέλυε, όπως στην εποχή του Τσάρλι Τσάπλιν, αλλά τους υποκαθιστούσε. Μόνο που δεν μιλούσαμε πλέον, δεν αγαπούσαμε, δεν... Η συλλογική, φιλική υπόθεση έξαψης κι ελεγχόμενου πάθους περνούσε στην οικοτεχνία, καθώς χειρωνακτικοί αρωγοί κατέληξαν να είναι μόνον τα εντελώς ευάριθμα πρόσωπα του σπιτιού.
7. Η γυναίκα μου, που προηγήθηκε στις ιστο-σελίδες, με μαθήτευσε σ’ αυτές, ως καθηγήτρια που είναι, κι άρχισα δειλά -δεν τολμούσα ακόμα να το δηλώνω φανερά στο περιοδικό ότι πέρασα, στην εποχή του διαδικτύου- να χρησιμοποιώ το δικό της ι-μεϊλ για λήψη, αποστολή, επικοινωνία. Αυτές οι κοινωνίες είναι κλειστές, ελεγχόμενες· ξεφεύγουν από τον άμεσο κύκλο των γνωριμιών σου και γίνονται ημικύκλια αν-επικοινωνίας, δρεπάνια που κόβουν τη διάθεση για άλματα στο βυθό τους, αφού, στην πρώτη και καθοριστική ουσία τους, δεν είναι υλικές υπάρξεις. Παράλληλα αρχίζω θητεύω στην άμεση γραπτή επικοινωνία, στη μικρο-λογοτεχνία της κινητής τηλεφωνίας, που με την αποφθεγματική διατύπωση σε υποχρεώνει σε λακωνισμούς ή και συναισθηματο-παλιμπαιδισμούς· το όνομα του άλλου, σε φυσική ή κρυπτική διατύπωση, είναι όμως το πρόσωπο της θείας εγκόσμιας κοινωνίας σου. Τώρα αγαπώ τα γράμματα, το τηλέφωνο, τις λέξεις, τους αριθμούς σε όλες τις διαχύσεις και διακυμάνσεις. Υποχρεούμαι να τηρώ μια αυστηρή λιτότητα, με τα αυτοσχέδια χάι - κου να δίνουν χωρίς συνήθως και να παίρνουν.
8. Επειδή στο Μότσαρτ «Ετσι κάνουν όλες» και στους Η/Υ της σήμερον έτσι κάνουν οι πάντες, πέρασα στο ανώτατο στάδιο του ιντερνετισμού που είναι ο μπλογκισμός (επί του παρόντος). Διάβασα το «Τι να κάνουμε» και πείστηκα να γίνω κι έγινα μπλόγκερ. Δρόμο παίρνω στους δαίδαλους του υπολογισμικού παρα-λόγου και τρόπους ήπιας συνύπαρξης με αυτόν αφήνω· χύνομαι και χάνομαι μόνος. Επέστρεψα στις κατά μόνας ηδονές του αρχικού έντυπου βίου. Ο κύκλος έκλεισε ανοίγοντας, όμως, χιλιάδες παράθυρα συν-κοινωνίας. Μιας επικοινωνίας με μια απρόσωπη κλήση ονομάτων και απόψεων, ο καθένας μας με τον κοντό του λόγο και τη μακριά του άποψη και διάθεση να προσπαθούμε ν’ ακούσουμε λίγο, να ακουστούμε πολύ, να δούμε και να μας δουν σε μια εκστρατεία ενός μοναχικού επιδειξία λόγου προς τους άλλους. Αν κάθε κείμενό μας στον έντυπο τρόπο ψάχνει, εξ ορισμού, τον έναν έστω αλλά δικό του, ξεχωριστό αναγνώστη, κι αν τον βρει, συν-κληρούται κατά τι, στο χάος της μπλοκόσφαιρας υπάρχουν χιλιάδες δυνάμει παρόντες απόντες· αλλά, όμως, εδώ και τώρα νιώθω τι εστί βερίκοκον μοναχικό. Μας σε γράμματα χωρίς πρόσωπα. Διαλέγεσαι μόνον με λόγους. Ολοι γύρω μου σαν ζώσες πρώτες ύλες έπαψαν αμέσως και για τα καλά. Εντός του διαδικτυακού τρόπου χάσαμε τα πρόσωπά μας με αντάλλαγμα την αφή των λέξεων και δι’ αυτών το γλυκό άγγιγμα των πραγμάτων. Ελάττωσα βέβαια τις εφημερίδες, τι ωραία, αφού τις διαβάζω εν ιστοίς. Παίρνω εκείνες με τα σιντί της Κυριακής, σινεμά ή μουσικής, και τα ρίχνω σε μια σακούλα σκουπιδιών για το μέλλον, δηλαδή το ποτέ.
9. Σιγά σιγά διαπιστώνω πως: Χάνω τα χαρτιά μου, χάνω τους φίλους, χάνω το χρόνο -τα χρόνια ούτως ή άλλως φεύγουνε: («Κοινό το πέρασμα του χρόνου/και μην το παίρνεις επί πόνου» μου θυμίζει εν το μεταξύ ο Δ. Καψάλης), χάνω τα λόγια ως φωνή φυσιολογική, ως σπαραγμό, αντίλαλο κι αλαλαγμό. Ενας πανικός ύπαρξης ως πανικός ιδιαιτερότητας απλώνεται σαν παλιό αλώνι: τι είμαι τώρα; Ο πανικός συνύπαρξης επίσης· με ποιους πραγματικούς συναγωνιστές είμαι ή με ποιους πραγματικούς, ή οιονεi, ανταγωνιστές διαπλέκομαι, συμπλέκομαι, περιπλέκομαι.
10. Ο,τι δεν μπορώ να πω κατά πρόσωπο το λέω άμεσα μεν αλλά δι’ αντιπροσώπου. Ετσι δεν μπορώ να δω την επίδραση του λογίου είναι μου επί του αντίμαχου φυσιογνωμικού πεδίου. Μιλώ, συνομιλώ, παραμιλώ. Ζω στην αγία μοναξιά αφού δεν μπορώ να ζήσω το «Θρύλο του Αγίου Πότη» Τώρα: «Είμαι ένας μόνος και φτωχός σε απόψεις Blogman/ φίλοι μου, εν γένει ευοί ευάν ευοί ευάν!
11. «Η λευκή σελίδα ποθεί τη λέξη· η λέξη το θραύσμα· το θραύσμα τη σιωπή· η σιωπή το ποίημα της σιωπής· το ποίημα της σιωπής τη λευκή σελίδα”. Γράφει ο Χ. Βλαβιανός στα MINΙMA POETICA
12. Νάμαστε πάλι εδώ στην αρχή.