Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 11 Αυγούστου 2007

Oι καθημερινες μας Παναγιες

Οι ελάσσονες Παναγίες του μηνός Αυγούστου
της πόλεως Κοζάνης

Του Β.Π. Καραγιάννη

Την πρώτη του μηνός Αυγούστου φύσηξεν βόρειος, ζωογόνος αέρας. Έναρξη μήπως των ημερομήνιων, αν και αυτά καταμετριούνται στην πέτσα και τη συνείδηση των κατοίκων με το παλιό, δηλαδή με τον αληθινό καιρό της φύσης κι όχι εκείνου, μετά την διοικητική επέμβαση επί του ημερολογίου τοίχου, των παγκοσμιοποιημένων συμφερόντων, πριν μερικές δεκάδες χρόνια. Την αμέσως προηγουμένη, μέτρησε μόλις 200 σταγόνες βροχής στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Εις μάτην περίμεναν τη βροχή τα λαχανικά των κήπων και τα ζωντανά του επάνω κόσμου. Ετσι να υγράνει λίγο το τομάρι τους που κατάντησε, κόντεψε, ξηραμένο πουκάμισο φιδιού, αφημένο χαμαί. Οι ντοματιές της αυλής με κεκλιμένες κεφαλές και μαραμένες διαθέσεις ετοιμαζόταν να γίνουν λίπασμα, τις χαντάκωσε η πυριφλεγέθων περίοδος. Στη ξηρή φυσικού, ρέοντος ύδατος, Μάνα πηγή, εισήλθε Κυρία η Μάνα στην άριστη άλλοτε (άλλοτε...) παραγωγική, μπαξεβανική της αποικία: ντομάτες, πατάτες, πιπεριές (οσίου Νικάνορος του θαυματουργού, τεμαχίστηκε στη σαλάτα η πρώτη πράσινη και προς το μαλακό σουβλερή), μελιτζάνες, αγγούρια, κολοκυθάκια άπειρα βρέχει δε βρέχει, κρεμμύδια, σκόρδα, πράσα, λάχανα. Μπήκε τούτο το άνυδρο καλοκαίρι, στο διακόνημα να κουβαλά νερό με πλαστικά μπιτόνια, να ποτίζει για να σκιρτήσουν (μήπως) ζωή κάποιες πιπεριές και λιγοστές ντομάτες. Η αδήριτη πλέον συνήθεια της εκεί καθημερινής της παρουσίας, είναι ζωτικότερη ανάγκη ψυχής πρώτον, κι αμέσως μετά σώματος, το οποίο αν και έχει χρονικά βαρυνθεί, δεν λέει να κουραστεί, ευτυχώς.
Ετσι η μικρή Σαρακοστή του καλοκαιρινού, ήπιου, νηστευτικού λόγου, έλαβε καιρό με Μικρή, κατά πλάσμα χρόνου, Παράκληση. Στα αναλόγια του καθεδρικού, άγονος ο συναγωνισμός με πρώτες και δεύτερες συνηχήσεις αλλά γεγονυία βέβαια τη φωνή στα τέσσερα τελευταία Εξαποστειλάρια: («Απόστολοι εκ περάτων...», «Ο γλυκασμός των Αγγέλων...», «Και σε μεσίτριαν έχω...», «Χρυσοπλοκότατε πύργε...») σε ήχον γ’, που είναι κάτι σαν οι γκεστ σταρ των Παρακλήσεων του Αυγούστου. Ομως, «Οφείλομεν να ψάλλωμεν εν Εκκλησία με πραείας φωνάς, με φωνήν αύρας λεπτής, και όχι με πολυφωνίας και παραφωνίας, αίτινες ομοιάζουν με το πνεύμα του ανέμου το βίαιον και με τον συσσεισμόν, μέσω των οποίων δεν εφανερώθη ο Θεός», ο Αλεξ. Ππδ. έγραψε. Η μεγάλη εικόνα, της επί δεκαπενθήμερο, εφημερεύουσας επί της ουσίας, Παναγίας, αριστερά του τέμπλου έμφορτη λατρευτικών και αναθηματικών μπιχλιμπιδιών· πόσος, όμως πόνος κρύβεται στα μηδέποτε αιωρούμενα – και μη εκποιούμενα εισέτι (!)- δαχτυλίδια, σταυρούς, καδένες, ρολόγια κ.λπ. κι αν έπιασαν τόπο ή απλά με αυτά αγόρασαν ελπίδα οι δωρητές. Η προσευχή, ιδίως η ενσπάρακτη, δεν είναι απαραίτητο να έχει άμεση ανταπόκριση επί του αιτούμενου, αφού από μόνης της, επιτελεί παρηγορητικό και παραμυθητικό ρόλο. Η Πορταϊτισσα πανάγια εικόνα, ίσως γιατί είναι κοντά στην νότια ...πόρτα εξόδου, υπερμεγέθης, φορητή, κατάφορτη φόρτου ασημικού, μόλις που φαίνεται πρόσωπο, τελευταία, για τη θαυματουργική της δεινότητα, παρασημοφορήθηκε υπό του ενζώου, αγίου δεσπότου· προς επίρρωσιν δε της γελοιότητος του πράγματος το παράσημον έφερε την εικόνα της Παναγίας (Παναγία την Παναγία για της Παναγιάς τα μάτια). Ανώτατη, πνευματική αρχή του τόπου είν’ αυτός, απονέμει τα βαρύτιμα μετάλλια της ματαιότητας και επί εικόνων κι όχι μόνον επί φυσικών, ακόμα κι αφύσικων προσώπων, σε ώρα θείας λειτουργίας, δίκην κοσμικού θεάματος. «Ονειδισμός και θλίψεσι θεατριζόμενοι» (Απόστολος Παύλος προς Εβραίους, ι’, 33): πλακέτες και πιάτα εγχάρακτα για τη διαιώνιση του ασήμαντου και μ’ αυτά το διασκεδάζει το ευλαβές αλλά χασμώμενο ήδη εκκλησίασμα, καθώς παρακολουθεί τους χαριεντιζόμενους ρασο-γενειό-πνιχτους και ακκιζόμενα κοσμικο-πολιτικο-βλαχαδερά επίσημα και νυσταλέα όντα
«Παναγία την Παναγιά ερωτήσεν προς τι όλη αυτή η κωμωδία;
- Μα να ‘χουν την έξωθεν επιβεβαίωση και λάθρα μου ευλογία...
Εν τω μεταξύ το «Παρακλητικόν πράγμα» προχωρεί με «αργοσύντομο» ρυθμό κι όταν κάποτε φτάνει στο «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», θυμάμαι το θυμόσοφο Γ. Κουτρώτσιο, αριστερός ψάλτης στο ναό του τιμίου Προδρόμου Λευκοπηγής και ελάσσων ποιητής, γιατί όχι, που το παράλλαζε πάντα εις: «Εύλαλα τα χείλη των ευσεβών των προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν την ιστορηθείσαν υπό του αποστόλου Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτρια». Τότε είναι που με τραβάει, χρόνια τώρα, λες απ’ τ’ αυτί μια ψυχική και σωματική έλξη, να κοιτώ μια τοιχογραφία στο βορειοδυτικόν τρίγωνον που βρίσκεται ανάμεσα στα τόξα βορείας και νοτίας κιονοστοιχίας του καθεδρικού της «Θεοσώστου» πόλεως Κοζάνης, ο οποίος ανιστορήθηκε περί το 1730 υπό Νικολάου και Θεοδώρου, Ιωαννιτών πλανόδιων, λαϊκών αγιογράφων. Δεν ξέρω πως κατά πλειονοψηφίαν εικονίζεται ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις εκκλησίες! Βέβαια ο κανών του Φ. Κόντογλου («Έκφρασις») κατά συνέπεια δε και του Διονυσίου εκ Φουρνών η εντολή, δηλώνει επιπροσθέτως πως: «Ενίοτε ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγραφίζεται ουχί γράφων, αλλά ζωγραφίζων την εικόνα της Θεοτόκου, διότι η παράδοσις αναφέρει ότι ήτο ζωγράφος». Εδώ στην πόλη έχουμε μια μικρή ιδιαιτερότητα περί της οποίας τα αμέσως παρακάτω λεκτέα.
Στην τοιχογραφία αγνοείται παντάπασιν το συγγραφικό μέρος του Λουκά και με έμφαση δίδεται μόνον το ζωγραφικό του είδος. Οι ζωγράφοι, ευκαιρίας φαίνεται δοθείσης αν και δεν ανήκαν στην αδελφότητα των ζωγράφων της Κάντια που είχαν προστάτη το Λουκά, τόνισαν της τέχνης τους τα «φαρμάκια» και τις φαρμακείες της. Η παράσταση έτσι αφίσταται κάπως της κλασικής απεικόνισης, όπως συνήθως τον αναπαριστούν στους ναούς. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κι αποκλειστικότητα, όμως μου φαίνεται κάπως ασύνηθης η περίπτωση.
Ενώ ο Γκρέκο τον ζωγραφίζει με το πινέλο επί του κάδρου εν Κοζάνη ο ευαγγελιστής εικονίζεται με σωματική κλίση προς το καβαλέτο να ζωγραφίζει την Παναγία με το Θείον Βρέφος και το ένα χέρι του με το πινέλο να το βουτά σε μια παλέτα σαν σουπιέρα, την οποία βαστά με σέβας ένα αγγελίδιον, κάτι σαν παραγιός, ενώ ένα άλλο του προσεγγίζει ευλαβικά, λες και τίμια δώρα, το κυτίον με τα χρώματα. Σιγά τα ωά στην εικαστική διακειμενική! Αλλα δύο ένθεν κι ένθεν του σαν να το διασκεδάζουν. Στα πόδια του βόδι, η μασκότ του, με κέρατα, περισσότερο μοιάζει με γίδι και συγγενεύει μ’ ανθρώπινη μορφή άρα έχει αισθήματα. Δεν υπάρχει πουθενά ειλητάριο ή κάτι που να θυμίζει χαρτί και γραφή όπως στους άλλους ευαγγελιστάς. Τονίζεται το ζωγραφικό συνέκδοχο κι όχι το συγγραφικό κυρίαρχο του Λ. Λέγεται, ότι περί τις 50 Παναγίες (που το άκουσα ή το διάβασα;) ζωγράφισε. Μια εκ των ελαχίστων είναι και η προστάτης πάντων των επί γης ελληνοποντίων, Παναγία Σουμελά, που κείται στα όρια των Νομών Κοζάνης και Ημαθίας, στα γεμάτα φτέρη (πάνω της κοιμήθηκα προ αμνημονεύτων χρόνων μια παραμονή της γιορτής) υψώματα της Καστανιάς. Ενπιστη που την προσκύνησε τελευταία προσπάθησε να διακρίνει κάτι από την τέχνη· δεν είδε τίποτα με τα μάτια του προσώπου παρά μόνο κάτι σαν μια βαθιά μαύρη χαραματιά, ενώ με τα μάτια της ψυχής τα είδε όλα. Δηλαδή τίποτε επί του εικαστικού, αλλά πολλά επί του μεταφυσικού και παρακλητικού. Στην Τήνο, πριν λίγες μόλις μέρες, φυσικά και δεν είδα τίποτε στην ομόχειρη εικόνα, από τον αβάσταγο αφιερωματικό πόνο των συνανθρώπων, που την κατέκλυσε και καταβύθισε την αγία μορφή στην αφάνεια. Πας, στέκεσαι, προσκυνάς τα τάματα κι αναχωρείς· νιώθεις κάπως βέβηλα, πως αντί λατρευτικής εικόνας σε λάφυρα της ορθοδόξου πίστεως εναπέθεσες τις αγωνίες σου, επί το πλείστον.
Το εικαστικό τελάρο της Παναγίας στην παραπάνω σύνθεση του Λουκά, στον άγιο Νικόλαο πάντα, έχει τη μορφή ενός σημερινού γραμματόσημου. Οι ζωγράφοι θέλησαν να καλλωπίσουν την εικόνα και την έκαναν μ’ οδοντωτό περίγραμμα. Οσο το κοιτώ πείθομαι πως είναι ένα προδρομικό εικαστικό γραμματόσημο· θα το σύστηνα στον ΕΛΤΑ, να το δει κάπως και να τυπώσει σειρά έστω του ενός λεπτού. Μάλλον στους φιλοτελιστές που σίγουρα θα τους συγκινήσει η σύμπτωση ή μήπως η θεία επινεύσει επιτοίχια αποκάλυψη. Οπως δηλαδή οι εικόνες των αγίων και της Παναγίας σε όναρ απλών ανθρώπων αποκαλύπτονται, θαμμένες στα χωράφια για την επόμενη ανακάλυψη και τη συνακόλουθη ανέγερση στο σημείου εκείνο, πολυπροσκύνητης εκκλησίας. Ισως την εικόνα να τη θεωρήσουν κι αυτοί σαν κάποιο πρόδρομο της παθιασμένης τους ουσίας οι αισθαντικοί αυτού του υγιούς πάθους, γραμματοσημο-συλλέκτες.
***
4η Αυγούστου, ένα χρόνο μετά την Κοίμηση της γερόντισσας Μαγδαληνής, ηγουμένης της μονής Αναλήψεως, κι έπιασε επιτέλους βροχή. Κι αυτό ήταν μήπως επιμνημόσυνη καιρική συμμετοχή στο ασήκωτο πένθος που ήρθε και επικάθισε, νέφος εκ μελανοσωρειτών, διαρκεί επί έτος και περιπλέον, στην αδελφότητα, ώστε η καμπάνα τους να χτυπά ακόμα τρεις και μόνον φορές, όχι ως κάλεσμα αλλά παρακολούθημα κι απόηχος λυγμών. «Τα νέφη των λυπηρών εκάλυψαν την άθλιαν μου ψυχήν και καρδιάν, και σκοτασμόν εμποιούσί μοι, Κόρη...». Η βροχή χώθηκε στα διάκενα της γης που είχε ανοίξει τα χείλη της σε ικετήρια διάσταση. Υγρανε το δέρμα του καιρού και των ανθρώπων του. Εσβησε και τις μεγάλες, έρπουσες ή τρελαμένες για σώμα-δέντρο, φωτιές, που ρήμαξαν Γράμμο και Πιέρια κι είδαμε επιτέλους κι εμείς, κάπου μεταξύ Μεταμορφώσεως και Νικάνορος, (εορτών και περιλόφιων ναών) ορίζοντα και Όλυμπον! «...Και ουκ έβρεξεν επί της γης ενιαυτούς τρεις και μήνας εξ· και πάλιν προσηύξατο, και ο ουρανός υετόν έδωκε και η γη εβλάστησεν τον καρπό αυτής» ( Απ. Παύλου: Προς Ιάκωβον 5-17,18).
Ποτίστηκαν δε συν τοι άλλοις και τα ζαρζαβατικά στη Μάνα πηγή, της Μάνας, πλην οι ντομάτες απωλέσθησαν οριστικά.
Ομως μέρες που είναι είπα να το παίξω δυσσσεβής κάπως, όπως οι «μη προσκυνούντες την εικόνα τη σεπτή». Ακρω ματιού είδα την 1η Αυγούστου το εσπέρας, έξω από την εκκλησία των ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, τετράτροχο τζιπ του ελληνικού στρατού, (αυτά που αντικατέστησαν τους τετράποδες ημιόνους του), με τους οδηγούς, (ημιονηγούς) και στο πίσω μέρος του, (τα καπούλια του ανωτέρω αλόγου όντος), δεόντως πακτωμένη και σταθερή, σε συσκευασία μεταλλική, την εικόνα της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, ανάποδα (εξανάστροφα), να κοιτά δηλονότι το δρόμο. Ευρεσιτεχνία ανευλαβών, προς διευκόλυνση των ευλαβών, απλών, πιστών που από πίσω της προστρέχουν, προσεγγίζουν και προσκυνούν τη χάρη Της· με το αζημίωτο, όμως, για τους διοργανωτές της διαδικασίας. Αναχωρούσε μετά από τετράμηνη παραμονή και ζητεία της στην πόλη για τον δικό της ήσυχο, ήμερο οίκο, εν πομπή και διαμέσου των ΑνωΚάτωΚώμεων και λοιπών χωριών της περιοχής του Δήμου Ελιμειωτών. Αλλά γιατί πήγε το μυαλό μου στην «περιαγωγή», παρά τοις βυζαντινοίς ημών προγόνοις; Εν εγνωσμένη ίσως δυσσέβεια διατελούμεν μετ’ ...ασυλίας(;), αλλά στης αγιο-εμπορίας και εικονο-γυρισίας τα σοκάκια δεν θα ξεχαστούμε κι ούτε θα περπατήσουμε με τη βοήθεια τους. Αν σφάλουμε δια τα ανωτέρω, ως μη άγιοι, αφού ούτε καντηλανάφτες δεν διατελέσαμε, ήμαρτον.
Επιμύθιον.
Οι μάνες όλου του κόσμου είναι οι ελάσσονες Παναγίες της καθημερινότητας. Ανεξαρτήτως τρόπου, ηλικίας και χρόνου είναι οι επίγειές μας προστασίες. Βγάζοντας στις αγορές τις εικόνες κι ειδικά της Παναγιάς σ’ όλες τις ονοματικές της εκδοχές, είναι κάπως σαν να βγάζουμε τις μάνες, το πολυτιμότερο κομμάτι στο ανθρώπινο είδος, στα παζάρια για εκποίηση κι ευρω-άγρευσιν, για οιονδήποτε λόγο.
Αν κι Αυτή κι Αυτές από τη μεγαλοσύνη που τις «δέρνει» ανίατα, θα μας συγχωρούσαν ακόμα κι αυτό.

Κοζάνη, λίγο πριν τον Δεκαπενταύγουστο, 2007

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2007

Ποιηματα Αγγελικης Σιδηρα

Από το "Αμείλικτα γαλάζιο"


Εσκυψε να υπολογίσει το βάθος της νύχτας·
είδε το Θεό



Σήμερα τη σκιά σου αποζήτησα
Θεέ μου

και άφησα το βλέμμα μου να χάνεται
στο αχανές γαλαζωπό μυστήριο
του ερωτικού συμπλέγματος
θάλασσας κι ουρανού.

Ανάμικτες οσμές με συνεπήρανε
η πρόκληση του γιασεμιού, σπάταλη μέθη
με του ζεστού, φρέσκου ψωμιού την ταπεινότητα
παρηγορητικά οικεία.

Αφθονοι με δροσίσανε χυμοί κόκκινου σφρίγους
το αυγουστιάτικο καρπούζι.

Ξανθοί αχινού με τρύπησαν τόσο ηδονικά
τα κουρεμένα μαλλιά του μικρού Γιώργου

κι ύστερα με νανούρισε η επαναλαμβανόμενη
μοναδική νότα της ανίας του τζίτζικα.

Μετά
όταν όλα πια βουλιάξανε μες στο σκοτάδι
πάμφωτος με κατέκλυσε ο ίσκιος σου, Θεέ μου.


***

Οταν παύουν να σ’ αγαπούν, γίνεσαι αόρατος

Μνήμη Νανάς Ησαϊα


Καθότανε πάντα παράμερα.
Εβηχε, κάπνιζε
κι έστρωνε τα λιγοστά μαλλιά της.

Εκείνη η γυναίκα
που αγαπήθηκε παράφορα.

Ολοι την αποφεύγανε.
Είχε πεθάνει από καιρό
μα δεν ήξερε.
Οι αγκαλιές τους πνίξαν
το υπέροχο κορμί της
γίνανε τα φιλιά τους μαύρα στίγματα
τα χάδια τους άγριες χαρακιές
στο πρόσωπό της.

Εκείνη η γυναίκα
που αγαπήθηκε παράφορα.

Μην την κοιτάζετε καλύτερα.
Καλύτερα
αφού μπορεί διόλου να μην τη δείτε.
Εχει πεθάνει.
Κατά λάθος και σπανίως εμφανίζεται.

Αυτό που βλέπετε
αν κάτι ακόμη βλέπετε
είναι μόνο τ’ αόρατα μέρη του εαυτού της:
η σιωπή, η μοναξιά, η λύπη.

***

Η τέχνη έγινε για μένα ένα είδος μαγικής λειτουργίας
ικανής να επικαλείται ένα χαμένο πρόσωπο

Στον Πέτρο Ζουμπουλάκη

[ΤΟ ΑΤΕΛΙΕ]

Εκατόν τέσσερα σκαλιά λοιπόν
με χώριζαν μονάχα
απ’ το παράλογο τοπίο
το παρελθόν
που θα συνέθετε το μέλλον μου.
Να η φρουτιέρα με τους καρπούς της γης
φύση νεκρή
πολύχρωμη ν’ αναδεικνύει τη ζωή
πολυθρόνα
που αιωρείται ακίνητη
πάντοτε άδεια
σ’ ένα παρόν διηνεκές
κι ο καβαλάρης
προπαντός αυτός
να φεύγει διαρκώς στο πεπρωμένο του.

Εκατόν τέσσερα σκαλιά
να συναντήσω τον Πέτρο, τον Βικέντιο.
Το κίτρινο έξαλλο
να τους συγχέει αλλόκοτα
τα στάχυα τους να εξαγριώνει.

Μάταια ο πιο νέος
όλο πασχίζει να υπαγορεύσει στην παράκρουση
πορεία διαφορετική.
Και το κοράκι εκεί ψηλά
που αδημονεί καραδοκώντας
να πάρει τέλος των χρωμάτων η έξαρση
να επιβάλει τελεσίδικα το μαύρο χρώμα.

Να βρω τις αναρίθμητες σιωπηλές ρίζες
και μαζί τους να βυθιστώ σε μια υπόγεια ζωή
περίπλοκη
δίχως ίχνος ανάτασης.
Μια σύγχυση αδιέξοδη
χωρίς ελπίδα λύτρωσης
ένα θλιμμένο ταυ
ελλειπτικός σταυρός
με μια πορεία άδικη
στα άδυτα του Αδη.

Εκατόν τέσσερα σκαλιά
που ανέβηκα
για να κατέβω στα έγκατα της γης
να υψωθώ στο υπερπέραν.
Και να τος πάλι ο Βικέντιος.
Εγλειφε, λέει, τις μπογιές του
τις δοκίμαζε στη γλώσσα του.
Αχ, να μπορούσα να γευτώ
κι εγώ τις λέξεις
να τις νιώσω
με μια αίσθηση πιο γήινη.

Να πάλι ο καβαλάρης
η φρουτιέρα, η άδεια πολυθρόνα.
Από τη σύνθεση
λείπει μονάχα το φεγγάρι
που σίγουρα θα εμφανιστεί τη νύχτα
για ν’ αμβλύνει του τοπίου τη ρευστότητα.
Στα σύννεφα μισοκρυμμένο
να υπαινιχθεί το αιώνιο
να με παρηγορήσει.

Περι του Π.Β.Πασχου

Ο λανθάνων στην «Μικρή αιωνιότητα» Π. Β. Πάσχος κ.λπ.
Του Β.Π. Καραγιάννη

Το πρόσωπο σου μ’ έλκει με μαγνήτες
αμέτρητους και πως ν’ αντισταθώ
στη φλόγα που με καίει και που με σπρώχνει:
να σε σιμώσω πιο βαθιά κι από το ένδυμά σου,
πιο μέσα κι απ’ τη βελουδένια επιδερμίδα,
πιο πέρα κι απ’ το στήθος σου και το μεδούλι,
ακόμα πιο βαθιά κι απ’ την καρδιά, που βλέπει
με τα δικά της μάτια την αιωνιότητα

Παίρνοντας στην κυριολεξία αλλά και στη μεταφορά του κυρίως, τον τίτλο του βιβλίου, που απόψε δίνουμε μια έμφαση παρουσίασης στο ευλαβές κοινό, διάκονοι ημείς μιας φιλικής, συγγενικής εκ πνευματικής αιτίας, όσοι μύστες και όποιοι θαυμαστές του έργου του περί ου ο λόγος λογίου και ήδη ομοτίμου καθηγητού, οι μεν της παρουσίασης δια της άμεσης αλλά και δια της πλαγίας προσφυγής σ’ αυτό, οι δε αγαπητοί κ.κ. ακροατές δια της εγκάρδιας, φιλίας, ου μην αλλά και στωικής συμμετοχής σ’ αυτό το λόγιον υπερώον λόγου και πράξης, πήρα το λοιπόν τους δρόμους και τα μονοπάτια για να βρεθώ σ’ αυτό το άλσος της λογοτεχνίας μιας εντελώς αγαπημένης για μένα, και της ευμενώς ουδέτερης, πάλι για μένα, θεολογίας.
Στην αποψινή Επιφάνεια και Επίσημη πρώτη του βιβλίου «Μονοπάτια στο άλσος θεολογίας και λογοτεχνίας» με τις εισηγήσεις και τα σχόλια περί του και των έργων του ομότιμου πολυ-λογίου αισθάνομαι, να έρχομαι κατευθείαν από την σ’ αυτό κειμένη, εργασία με την επωνυμία: «Η Λευκοπηγή του Π. Β. Πάσχου» του αξιοτίμου ποιητού και πεζογράφου κυρίου Αλεξάνδρου Κοσματόπουλου, μέλος κι αυτή των δώδεκα εισηγήσεων και τριών συνεντεύξεων του περί ου, οι οποίες αποτελούν τη δεύτερη, χρηστή και κατά τι μικρότερη ενότητα αγαπητικών ευλογηταρίων και δοξαστικών σχολιο-γραφημάτων, προς τον καθηγητή, ποιητή, συγγραφέα και ψάλτη.
Αρα κατέχομαι από έναν άλλον αέρα και με ελαφρώς διαφορετικό άνεμο έρχομαι, ότι από της βόρειας Ελλάδας, της Δ. Μακεδονίας, δηλαδή εκ Λευκοπηγής Κοζάνης ορμώμενος κι αλληλο-περιχωρούμενος διαρκώς, κοινή γενέτειρα αφετηρία ημών του ελάσσονος και Αυτού του μέγιστου επί των γραμμάτων, μεταφέρω στη χάρη σας και σε όσους είναι γεωγραφικά οικεία η Λευκοπηγή, το άρωμα της χαρμολύπης της, τον πόνο της στερεμένης νερού Μάνας - πηγής και μάνας Μνήμης και πληγής, το εντελώς πράσινο της τώρα φύσης, λίγο πριν ο ήπιος λίβας το θερίσει με τ’ άγριο, κίτρινο, ώριμο χτύπημα. Τον χτύπο της μοναχικής καμπάνας κρεμασμένης στο καραγάτσι του αγίου Παντελήμονος με το «Πικρό Ψαλτήρι»· το αντίδωρο του Τιμίου Προδρόμου, όπου μετά το σεισμικό χορόδραμα εγκαταβιώνει με τους κάπως τώρα απρόσωπους αγίους του, χαμένους στην ιερή και άγρια έρημο του ασβεστοκονιάματος αλλά και της ακηδίας της βυζαντινής αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία κατάφερε κάτι πολύ εύκολο γι’ αυτήν, για χρόνια τώρα να μην επισκευάζεται ο περίβολος του ναού. Από τη Λευκοπηγή των οικείων, αγαπημένων, κεκοιμημένων του Π. Β. Πάσχου, που συνεχώς ανακαλεί στις ποιητικές του προσευχές ότι, όπως έχει λεχτεί και το μεταφέρει στο άρθρο του ο Αλ. Κοσματόπουλος «...Η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων αποτελεί την πλέον ανιδιοτελή μορφή αγάπης. Πέρα από την εισπνοή και εκπνοή, δεν υπάρχει κανένα είδους δούναι και λαβείν».
Κατερχόμενοι για ενδελεχέστερη γνώση του εν Λόγω, μετά τους θεωρητικούς κι ογκώδεις αμητούς αλλά και τα λιγνότερα σαν το σημερινό, δεμάτια από κείμενα, στον τόπο της ενσώματης κι από φυλακής πρωίας του, στις ατραπούς, τα μονοπάτια, τα άλση του πνευματικού λειμώνα, διαπιστώνουμε πως κι αυτός είναι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από και προς τη Λευκοπηγή -συνήθως ανεβαίνει- έργω ή διανοία. Μαζί με τον Τ. Σινόπουλο, το Γιώργη Παυλόπουλο εκ Πύργου κι άλλους που έκαναν και το θεμελιακό αίτιον του μικρού τόπου τους, μαζί με τους άλλους άγριους ψυχικούς ερεθισμούς έως αιματοπυρώσεως, πατρίδα μεγάλης κι αισθαντικής ποίησης λόγου, αλλά και πράξη αιματηρής νοσταλγίας χωρίς θύματα.
Ετσι ο Π. Β. Πάσχος «Ανεβαίνοντας», σημειώνει στη συλλογή του «Στη ρίζα του νερού, στην πέτρα», τα ποιήματα ένθα η χαρμολύπη της επιστροφής νοτίζει έως πνιγμού δακρύων τον ποιητή, αλλά κι όσους ζουν παράλληλες διαθέσεις στην όποια οικεία τους ξένη χώρα.
Χρυσή και πράσιν’ η πλαγιά μου απλώνει
τα χέρια της. Βαθιά που είναι η φωνή της!
Φεύγοντας απ’ τη μέγγενη της πολιτείας
νιώθω φτερά στα πόδια και στην πλάτη.
Στο στήθος του βουνού, πάνω στα χόρτα
και κάτω απ’ τα δέντρα, βασιλεύει
μια τρυφερότητα που ήμερ’ αναβλύζει
από ανάσες μυστικές, που μόλις
βγήκαν απ’ της σιωπής την άχραντη
πηγή, μ’ άρρητη μουσική, γλυκύτατη!
Αλλάζω στασίδι και πόδι.
Λέω να σταθώ λίγο, όσο μου ανήκει ως χρόνος, σ’ ένα κάπως άγνωστο βιβλίο του σ. που αποτελεί όμως άδηλο μέρος των εκδοθέντων βιβλίων κι εργασιών του, τα οποία ξεπέρασαν συν θεώ, αισίως τον αριθμό των 104 με το αναρίθμητο παρόν, κι αποτελούν όλα μια θημωνιά έντεχνου, μεστού λόγου επιστήμης και λογοτεχνίας. Στο κυκλοφοριακό σκιόφως αφημένο το βιβλίο αυτό, αλλά να σημαίνει κάποια και να παρασημαίνει ακόμα περισσότερα. Και κάτι μυστηριακό, το κρυπτικό να το διαβρέχει. Δεν υπάρχει στην καταλογάδην και πιο πρόσφατη καταγραφή των έργων του Π. Β. Πάσχου, το σημερινό βιβλίο, επομένως μπορούμε να το αριθμήσουμε αλλά και να το βαθμολογήσουμε με όποια σειρά θέλουμε. Εχει μια ελευθερία κατάταξης, ελεύθερος σκοπευτής ή καθώς λέγαμε στο χωριό όταν κάναμε το ποδοσφαιρικό διπλό στην πλατεία, στην οποία δεν έπαιξε ποτέ μπάλα ο ποιητής, καθότι στα ψαλτήρια περιεβόμβιζε και στα βουνά αυλητής ποιμνίων και θείων αίνων, και μοιραζόμασταν εξ ίσου οι ομάδες, όταν περίσσευε ένας, αυτός θα χτυπούσε όπου ήθελε, ελεύθερος πάσης δεσμεύσεως από την ομαδικότητα. Το βιβλίο αυτό χτυπά παντού κι ανεξαρτήτως συναισθηματικού ρέζους, σημειώνει τέρματα.
Μιλώ για το βιβλίο «Μικρή αιωνιότητα», που ο συγγραφέας του, ένας παγκοσμίου άγνωστος, Ι. Χατζη-Αδαμίδης, ξετυλίγει τους ερωτικούς αναβαθμούς της ψυχής του με διακριτικότητα, λυρική δύναμη, γνώση της γραφής και ευαισθησίας σε γλώσσα γαλλική -που στην μετάφρασή της από τον Π.Β.Π. νομίζεις πως είναι η γλώσσα του πρωτότυπου, συλλογή η οποία σ’ αφήνει σιωπηλό. Μ’ αυτή βρίσκεσαι στο δι’ ελαίου και φόβου ανήλεον έλεος της ποίησης, κι ανυπεράσπιστος μπροστά σε μια ωραιότητα λόγου, διατελείς εν συναισθηματική διαλύσει και ακατάσχετη διαχύσει τρυφερότητας. Που ήταν αυτός και τι ήταν αυτός, αναρωτιέσαι; Αν τ’ ακούσεις δεν μπορείς ούτε και να χειροκροτήσεις, γιατί η συγκίνηση δεν επιτρέπει τέτοιες διαλυτικές εξωτερικεύσεις, σε απορροφά σαν δίνη απωλείας ή μήπως μήτρα δημιουργίας, καθώς σε διαποτίζουν οι χαμηλο-τονο-υψηλόφρονοι στίχοι του. Αυτόν τον ποιητικά πολύτιμο λίθο, ο Π.Β.Π. βρήκε στα γαλλικά, τον μετέφρασε και τον Απόδοσε. Σε μια μεταφορική διάσταση, μετά την πρώτη γιορτή και την εκ νέου δοξαστική επανάληψή της, η Απόδοση γίνεται στο βιβλίο με τέτοιο τρόπο ώστε να μπερδεύει τον αναγνώστη περί του ποιός είναι ο πραγματικός συγγραφέας, ο επώνυμος μεταφραστής ή ο ανώνυμος μεταφραζόμενος.
Είναι μια έκδοση στην οποία διακρίνουμε πολλά επίπεδα τόπων και τρόπων: α) του εντελώς οικείου τόπου του σ., του μεταφραστή, θέλω να πω, αφού έχει ως εκδοτική αφετηρία το κάποτε ΙΝΒΑ της πόλεως Κοζάνης και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, (νομαρχούντος του κ. Πασχάλη Μηλτιάγκα εκλεγμένου διοικητικού μαικήνα των γραμμάτων) του αυτού νομού ως οικονομικού χορηγού της β) εκδίδεται, χωρίς να φαίνεται εκεί όπου συνήθως φιγουράρουν τα εκδοτήρια ονόματα, με την επιμέλεια και τη φροντίδα του εκδόσαντος πλείστα όσα βιβλία του Π.Β. Πάσχου, εκδοτικού Αρμού, κι αποψινού αμφυτρίωνος, γ) σε τρίτο επίπεδο και το πιο ενδιαφέρον είναι ένα ποιητικό βιβλίο του κόσμου, αφού ο ποιητής έζησε, και διέλαμψε στην αγνωσία του, δέθηκε (και χάθηκε) με τη γαλλική αίσθηση των πραγμάτων. Από κει μας εξαπέστειλε, αφανώς επί του προσωπικού και εμφανώς επί του πνευματικού, τα θεία δώρα, δια ειδικού αγγελιοφόρου μεταφραστή.
Είναι μια συλλογή με καμιά σαρανταριά ποιήματα ερωτικού λόγου του οποίου η ευγένεια, η λεπτότητα, η στιλπνότητα τους, τα κατατάσσει στα ιδιόμελα μιας ξεχωριστής ερωτικής ακολουθίας, στην οποία μπορεί να μετέχει καθένας, ένθεος και άθεος, πιστός ή αδιάφορος, και μάλιστα να μεταλάβει απ’ αυτά, ανεξομολόγητος αμαρτιών κι ασυγχώρητος ολισθημάτων, ότι μια τέτοια αγάπη όλους μας χωρεί από μόνη της κι εξ ορισμού, κι ο τοιούτος έρωτας εκ της μετουσιώσεως, μεταρσιώνει όσους τον μετέρχονται.
Μια χωματένια πύλη ανοίγει απόψε ο έρωτας
για να περάσουμε μαζί σ’ ένα άλλο κόσμο.
Μοσκοβολούν τα μύρα του κορμιού σου
κι από το φως που τα λυτά μαλλιά σου χύνουν
η κάμαρη κ’ η νύχτα γέμισαν πουλιά.
Τα ποιήματα απλά, κατανοητά όπως οι προσευχές αλλά και λειτουργικά και λυτρωτικά όσο κι αυτές. Αναδίνουν ένα άρωμα γνήσιου, χειροποίητου, αγιορείτικου θυμιάματος κι όχι βιοτεχνικής παρασκευής και βοούν μια αλήθεια ελεγχόμενου κι αξιόπρεπους σπαραγμού, που σε γεμίζουν με μια μελαγχολική ευφορία κατανύξεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες λόγου και αισθήματος το ερωτικό ατελέσφορο κι απραγματοποίητο είναι μιας δεύτερης διαλογής προτεραιότητα ή απουσία, αφού ουσία είναι μόνον ο λόγος κι ο λόγος στη «Μικρή αιωνιότητα» σαρξ εγένετο.
Ο άγνωστος ποιητής, μέτοικος εν ζωή στη Γαλλία κι οριστικός μέτοχος μιας μικρής αλλά διαρκούς αιωνιότητος, δια της γραφής, έγραψε στη γαλλική και τα χειρόγραφά του τα παρέδωσε στον μεταφραστή για να τα ενδύσει με νεοελληνικό, λυρικό λόγο. Αυτό το απλό κατ’ αρχήν θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι γνώριμη συνθήκη γραφής στη λογοτεχνία, παγκόσμια κι ημέτερη. Η ένα συγκαλυπτικό σύνηθες. Κύριος οίδε κι αυτό ίσως το δούμε αργοτερότερον. Επί του παρόντος ο Π.Β.Π. ευρών «πρασίνην πέτρα» και «σπεύσε» του Γιωργο-Αλέξανδρου Ζορμπά προς Ν. Καζαντζάκη», έλαβε καιρό και τα άρπαξε, όπως αρπάζεις ό,τι πολύτιμο βρίσκεις τυχαία και νιώθεις να σου ανήκει κατά κυριότητα. Οπως λ.χ άρπαξε, κι ευτυχώς, από το μοναστήρι της Ζάβορδας, στα δικά μας μέρη, ο Λίνος Πολίτης το «Λεξικό του Φωτίου» ή ο ακόμα πιο δικός μας Ν. Π. Δελιαλής, ένας μπορχεσιανός ασπάλακας της εντύπου γνώσεως, βιβλιοφύλαξ της Βιβλιοθήκης Κοζάνης κι ομηρικός Αργος της, τον «Κώδικα της Ζάβορδας». Τα έσωσαν, και τα έδωσαν σε κοινή επιστημονική χρήση και ιδιωτική απόλαυση. Ετσι κι ο ημέτερος τα χειρόγραφα παρότι του τα έδωσε ο αφανής και μηδέποτε αναφανής ποιητής, τα πήρε με λαχτάρα, αντικείμενο έρωτος, και τα μετέφρασε από της δύσης την κοινή ομιλία στην καθ’ ημάς ομιλουμένη της ανατολής ευλαλία. Και τα απόδοσε γράφει στο εξώφυλλο. Η Απόδοση μεγάλης εορτής -πριν λίγο εορτάσαμε αυτήν του Πάσχα- γίνεται προς ανάμνηση του εορταστικού συμβεβηκός. Αν θεωρήσουμε της «Μικρής αιωνιότητας» τη διαδρομή δηλαδή του γαλλικού λόγου στα πανανθρώπινα μονοπάτια της ευαισθησίας και στου ερωτικού συναισθήματος τη μεγάλη γιορτή, η Απόδοση της, στην ελληνική είναι η ταυτόσημη επανάληψη της ίδιας ακολουθίας κατά τον εκκλησιολογικό τρόπο. Πρώτο κι ύστερο, πρότυπο κι αποδοθέν, είναι τώρα ένα και το αυτό. Υπάρχει τέτοια ταύτιση γενεσιουργού λόγου που απλά μια διαφορά χρόνου τα χωρίζει και βιώνει μια γιορτή αναγνωστικής ιεροπραξίας, όποιος μετέρχεται και μετέχει μιας «μικρής αιωνιότητας» ως εκ τούτου και δια της ερωτικής μελαγχολίας που εκπνέουν στα πρόσωπα του αναγνώστη κι ιδίως σε πρόσωπα φαγωμένα κάπως από το οικείο και γλυκό αυτό μαρτύριο.
Σε ποιόν ανήκει το λοιπόν επί αυτής της εκδοτικής γης αλλά κι επί όποιας αθανασίας λόγου η «Μικρή αιωνιότητα». Στον ποιητή ή στον αποδόσαντα καλύτερα του πρωτοτύπου, μεταφραστή τους.
Ερώτημα που μπορούσε να εγείρει από σοβαρά ζητήματα έως καθόλου.
Ανήκει στους αναγνώστες εκείνους που είχαν την τύχη να το βρουν, να το διαβάσουν, να το ξεχάσουν, να το νοσταλγήσουν και να επιστρέψουν εκ νέου.

***

Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Π. Β. Πάσχου: «Μονοπάτια στο άλσος θεολογίας και λογοτεχνίας· Επιλογή δοκιμιακών-κριτικών κειμένων· κ’ ένα επίμετρο με τρεις συνεντεύξεις του Π. Β. Πάσχου”. που έγινε στην αίθουσα διαλέξεων του βιβλιοπωλείου «Αρμός» της Αθήνας, την 5η Ιουνίου 2007