Τετάρτη, 09 Δεκεμβρίου 2009

Καράβια από το τίποτα που σε πάνε στο παντού


1. Θα μπορούσε να είναι ερώτημα κατά το αντίστοιχο που πάει η μουσική όταν χάνεται, που πάει το ποίημα όταν ακούγεται ή διαβάζεται και χάνεται προσώρας από τα μάτια και τη σκέψη μας.
Κοινό και των τριών το ταξίδι, που έχει υλικό τόπο τη στεριά, τη θάλασσα, τον αέρα αλλά κοινό τρόπο την τέχνη, τη σκέψη την ευαισθησία, την τρυφερότητα· το συνεχώς διαφεύγον άλλο μας είναι, το οποίο όταν δεν μπορεί στα θέλω του, αφήνεται στους δημιουργούς της τέχνης να τον φύγουν, να τον γυρίσουν αλλά και να τον εγκαταλείψουν. Ο Γκογκέν απέδρασε από τον εαυτόν και τους άλλους σε νήσους εξωτικούς και απωλεσθείς από τον κόσμο κέρδισε τον επίγειο παράδεισο της κατά φύση και κατά τέχνη, ζωής
2. Η έκθεση είναι του Αλέξανδρου Στιβακτή, όστις είναι ένας μουσικός κατ’ εξοχήν· ζει δε κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτήν αποφεύγοντας τον συγχρωτισμό με τα της πόλεως κυνηγών και κυνηγούμενος από ανεγκέφαλους ιδιοκτήτες, που δεν ανέχονται ιδιαιτερότητες στο ανθρώπινον είδος της απελπισίας στο οποίο βιώνουν. Τον είχαμε τον Αύγουστο στο αρχοντικό Βούρκα όπου σχεδίαζε κι αυτοσχεδίαζε μουσικά ενσταντανέ κ.λπ.
3. Με καράβια που δεν ταξιδεύουν, εννοείται. Τα καράβια του τα έχει αγκυροτοιχο-βολημένα στο σπίτι του, στις παρυφές του ‘Ισβορου χώρου. Εγέμιζαν το χώρο κι ασφυκτιούσαν κάπως, ήθελαν δε να δουν και να ιδωθούν ποσώς. Ο,τι όλα τα έργα τέχνης ακόμα κι οι ασήμαντες λέξεις που σημειώνουμε και γράφουμε δήθεν για τον εαυτό στο μονήρες της κουζίνας ή του γραφείου μας χώρο καίγονται για το άλλο μάτι για την άλλη σκέψη για την άλλη ανθρώπινη αφή
4. Αλλά κατασκευάστηκαν με υλικά φθοράς. Θέλω να πω με ευτελή υλικά που τα βρίσκεις παντού και τα οποία τα κλοτσάει ο κανονικός άνθρωπος, αλλά ο μη κανονικός που είναι ο καλλιτέχνης βρίσκει σ’ αυτά μια φωνή απόγνωσης, ότι ακόμα και σ’ αυτήν τους την κατάσταση ζητούν ένα ρόλο έστω κι αυτό της στάχτης ή του κονιορτού.
5. Δεν μου φέρουν τη διάθεση καθόλου προς τον Ν. Καββαδία ως συμφραζόμενα από την ποίησης που αποπνέουν. Τον Αλέξανδρο Μπάρα ξεφυλλίζω:

Ένα κάθε βδομάδα,
στην ορισμένη μέρα,
πάντα στην ίδιαν ώρα,
τρία βαπόρια ωραία,
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα",
ανοίγουνται απ' την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα.

Xωρίς μανούβρες κ' ελιγμούς
και δισταγμούς
κι' ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ' ανοιχτά την πρώρα,
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα",
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές.

Aνοίγουνται απ' την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα και με το κρύο και με τη ζέστη.

Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Aιγαίου και της Mεσογείου
με τους καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μέσ' στα νερά
τη νύχτα.
Πάνε
πάντα μ' ανθρώπους και μπαγκάζια&

H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα",
χρόνια τώρα,
κάνουν τον ίδιο δρόμο,
φτάνουν την ίδια μέρα,
φεύγουν στην ίδιαν ώρα.

Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλειάς,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει.

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο
ή απ' το σπίτι σ' άλλη συνοικία;)
H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα"
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι si j'ιtais roi!
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην "Kλεοπάτρα", τη "Σεμίραμη", τη "Θεοδώρα",
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ' άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ' ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ' ακούγουνταν η μουσική
που θα' παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα' γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μέσ' στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009

Τα 3+1 μουστάκια του αγίου Νικολάου


Τους βλέπω κάθε χρόνο από το μπαλκόνι του γραφείου μου επί της κεντρικής οδού, να σέρνουν ουδέτερα τα βήματά τους στο ρυθμό του αργού μαρς. Πρώτη σειρά των επισήμων της κοσμικής εξουσίας κατά την περίλαμπρη και με βυζαντινή παπαδοσύνη, λιτανεία της εικόνας του αγίου Νικολάου, ανήμερα της γιορτής του. Με όλη την επισημότητα λες και βγήκαν μόλις από το καθαριστήριο του καθωσπρεπισμού που επιβάλλει το πρωτόκολλο, ο κ. Δήμαρχος, οι κ.κ. νυν βουλευτές κι ο τ. βουλευτής και υπουργός. Κοινό σημείο οπτικής αναφοράς τα μουστάκια!
Κάπως με μελαγχολεί η σοβαροφάνειά τους ακόμα και η τυχόν σοβαρότητα που ενδύονται.
Επί της μικρής μας ιστορίας. Την 6η Δεκεμβρίου τιμάται η μνήμη του αγίου Νικολάου και πανηγυρίζει ο καθεδρικός ναός της πόλεως (1664 η ανέγερση και 1721 η δεύτερη σχεδόν εκ βάθρων ανακατασκευή του) που θεμελιώθηκε από τον Ι. Τράντα, τον πρώτο άρχοντα και οικιστή της που ήρθε σ’ αυτήν («πλούσιος ων και έχων ποίμνιον εκ δωδεκακισχιλίων αιγών και προβάτων») μετά την καταστροφή του κάστρου του Κτενίου (1649). Αφιέρωσε την εκκλησία στον θαλασσινό άγιο παρά την αθαλάσσια γεωγραφική υφή της πόλης μάλλον εκ του ομώνυμου ναϋδρίου που υπήρχε στο βυζαντινό χωριό.
Πριν λίγο καιρό (10 Οκτωβρίου) δημοσίευσα κάτι λίγα στον ασύνορο (κι ασύδοτο φορές) χώρο της μπλογκόσφαιρας (iparemvasi.blogspot.com) για τα «Τρία μουστάκια» (Νίτσε, Μαλλαρμέ, Χάιντεγκερ) του φιλοσόφου της καθημερινότητας Κωστή Παπαγιώργη σε αντιπαραβολή αισθητική του μυστακοφόρου ηγετικού απαράτ της πόλεως, ήγουν του νυν Δημάρχου κ. Λ. Καλουτά και των κ. Π. Κουκουλόπουλου και Γ. Βλατή (βουλευτών). Μετά τη λιτανεία προσθέτω και τον κ. Νίκο Τσιαρτσιώνη, τ. βουλευτή, υπουργό κ.λπ. στα τρία μουστάκια. Εντελώς κοζανίτες τη μέρα αυτή υποθέτω νιώθουν ιδιαίτερα το θρησκευτικό, ιστορικό και πνευματικό της βάρος στο νυν και στο αεί της. Αν και μου φαίνεται πως μόνον ο νέος δήμαρχος (αλλά πολύ παλιός στα δημοτικά πράγματα άρα άνευ του δικαιώματος της χάριτος από τον «Κήπο» των πολιτικών «Χαρίτων») να στενάζει κάτω από το βάρος των τρεχουσών υποχρεώσεών του (αλλά και την κρυφή αγωνία της μελλούμενης επανεκλογής του). Οι λοιποί μάλλον ήρθε ο καιρός ν’ απολαύσουν (ως άνθρωποι τη δικαιούνται) την βουλευτική τους άνεση («Πέρασε ο καιρός της γνώσης ήρθε ο καιρός της απόλαυσης» Κλωντέλ). Μια πολιτική ζωή δηλαδή αμέριμνη (μόνον η επανεκλογή τους θα τους ενδιαφέρει πια), αφού δεν τους πέφτει και κανένας λόγος στη Βουλή παρά να σηκώνουν ή κατεβάζουν τα χέρια τους, λέγοντας κάπου κάπου για το πελατειακό τηλεοπτικό κοινό τους, τον κοντό ή μακρύ τους λόγο. Ο,τι γινόταν πάντοτε δηλαδή.
Σκέφτομαι κατά πόσον αυτοί οι εντός πόλεως επιφανείς πολίτες, που δείχνουν τόση παραδοσιακή αφοσίωση, ιστορική γνώση, πολιτισμική μέριμνα μέχρι και ...αγωνία για το νυν και το μετά της στους τομείς αυτούς, αν και πόσο τους απασχολούν επί της ουσίας τα θέματα του πολιτισμού των γραμμάτων της γενικώς.
Στα άλλα κοινά ζητήματα ίσως να τα κατάφεραν και να τα καταφέρνουν όπως όπως, αλλά στα γράμματά της, που εφάπτονται της ιστορίας της πόλεως, την οποία βιώνουν ακόμα και στην ασήμαντη πνευματικά και πολιτιστικά, λιτανεία της ημέρας, έχω την εντύπωση πως στέκονται εντελώς ξένοι κι αδιάφοροι αλλά τελικά «ωραίοι» αρκούμενοι στις αφόρητες κοινοτοπίες με δηλώσεις λίγο πριν ή μετά τις παρελάσεις και τις γιορτές. Είναι σ’ ένα φαίνεσθαι πρόσκαιρης ή διαρκούς ανεπίγνωτης ασχετοσύνης ή είναι ένα σύμπτωμα της αθεράπευτης πνευματικής τους μετριοσύνης.
Αδιάφοροι αλλά τρέχουν εν σπουδή εδώ κι εκεί γεμάτοι με άδειους λόγους, κάποιοι άσχετοι έως «ποινικής» διώξεώς τους, τα 3+1 μουστάκια κι όχι μόνον αυτοί αλλά και οι συνυπάρχοντές τους, ένα ημιμαθές επιτελείο κορδωμένων χάνων που χάνονται χωμένοι στο χυλό της ασημαντότητας. Κυρίως, όμως, ο κ. Δήμαρχος που σηκώνει και τις μεγάλες πέτρες («Βουλιάζουν» όσοι τις σηκώνουν) φαίνεται ήδη να πηγαίνει με τους ήχους της μπάντας του χρόνου που δεν έχουν σταματημό ή γυρισμό. Η πόλη του οδηγείται, αν δεν έχει οδηγηθεί στην πλήρη απαξίωσή της στο επίπεδο των γραμμάτων. Τα περίφημα διασωθέντα της πόλεως κειμήλια, ιστορικά και πνευματικά, για να θυμηθώ τον ποιητή Αντώνη Κάλφα, βρίσκονται στον πάτο της υπαρξιακής, εικονικής τους πραγματικότητας. Ψελλίζουν δημόσια συνήθως αμετροέπειες και κατ’ ίδιαν μοιράζονται αμήχανες αυταρέσκειες.
Ο καιρός περνάει. Μαζί του κι ο κ. Δήμαρχος που έχει σίγουρο μπροστά του ένα χρόνο για να βάλει άλλες βάσεις, ν’ αλλάξει κάτι, ν’ αφήσει σημάδια, αλλά και να συνεχίσει. Στο χέρι του είναι αλλά δεν ξέρω αν είναι στις προθέσεις ή τις ικανότητές του.
Μου θύμισε Μκς ανήμερα του αγίου πασών των Κοζανιτών, πρωί καθώς περνούσε η χιλιάς και άνω των πιστών ακόλουθων κάθε εξουσίας, αυτό που είπε ο Φλομπέρ.
“Οσο μεγαλώνω βλέπω πόσο σκληρό είναι να βλέπεις τους ανίκανους να πετυχαίνουν»
Ανίκανοι τελικά ή απλώς λίγοι οι 3+1 και οι λοιποί τους; Οχι, απαραίτητα και σε όλα, αλλά ως προς τις φροντίδες τους για τον πολιτισμό των τοπικών γραμμάτων, αναμφιβόλως κάτι από τα δύο τσιμπολογούν.
***
ΥΓ. Αγίου Νικολάου το λοιπόν και μνήμη της άγριας δολοφονίας του νέου και του ακόμα πιο άγριου ξεσπάσματος των νέων. Ενα ματωμένο συναξάρι. Εδώ το Κτένι και ο μέγας Ι. Τράντας, τότε. Από το σημερινό χωριό έλκει την καταγωγή του ο ήδη κατάδικος Ηλίας Νικολάου (7,5 χρόνια κάθειρξη για διάφορες τρομοκρατικές -της πλάκας- πράξεις. Ετσι ένας συμπολίτης νεαρός (που έχει την πολιτική παραβατικότητα της ανυπακοής προς τα θρύψαλα του ψεύτικου, γυάλινου κόσμου που ζει -που ζούμε- στη άκρη της κάννης της ηλικίας του) βρέθηκε μπροστά στην αδυσώπητα τυλιγμένη κόλα χαρτιού με την κατασκευή στοιχείων και τη συνακόλουθη καταδίωξη όπως και στη δικαιοσύνη η οποία «Σαν τη θάλασσα που στα βάθη της πήρε ένα ναύτη/ όλα τα στοιχεία αληθινά ή ψεύτικα τα χάφτει». Ο Ηλ. Ν. όμως «κινδυνεύει» να αθωωθεί στο Εφετείο, αφού στο εφετείου του Θεού της συγγνώμης αθωώθηκε και στης κοινής γνώμης του απλού, βασανισμένου και πονεμένου από την αχρειότητα του συστήματος, πολίτη, πήρε αναστολή. Μέχρι τότε θα είναι στη φυλακή που ήδη την υπηρέτησε ένα χρόνο. Εν τω μεταξύ τις μέρες αυτές αθωώθηκαν οι «τρομοκράτες» του ΕΛΑ μετά από 2493 μέρες φυλακή, κάποιοι τους! Που πάει λοιπόν ο χαμένος χρόνος που τον κυλούν με τόση άνεση στην άβυσσο του τίποτα, εκείνοι που δεν μπορούν ούτε ένα πολύτιμο γραμμάριό του να δώσουν απ’ αυτόν, πίσω; Παραφράζω από την «Ωδή στο Λόρδο Μπάυρον» του Διονυσίου Σολωμού.
«Δικαιοσύνη λίγο στάσου
να χτυπάς με το σπαθί
σίμωσε λίγο και αναστοχάσου
στων φυλακισμένων το κορμί.»

Η φωτογραφία είναι του Κ. Βουβονίκου που συνεκθέτει μαζί με άλλους
στο εκθεσιακό κέντρο του Δήμου Κοζάνης, έναντι του Επισκοπείου

Σάββατο, 05 Δεκεμβρίου 2009

Aλκή Ακόμα δε σε ξέρω

Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

Αγία Βαρβάρα για ν' απαλλαγούμε απ' τους βαρβαρισμούς του αη Λάζαρου


Ξίφει πατήρ θύσας σε Μάρτυς Βαρβάρα,
Υπήρξεν άλλος Αβραάμ Διαβόλου.
Κουριδίην κατέπεφνε πατήρ τάλας αμφί τετάρτην.

Η αγία Βαρβάρα είναι η έφεστιος εικόνα, ας πούμε, και κατά κάποιον τρόπον προστάτης του σπιτιού στο χωριό, ότι συνδέεται η μέρα της γιορτής με παλιά συμβάντα που πλησίαζαν στο θαύμα. Οταν ήμουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη η εικόνα της ήρθε και με βρήκε! Είναι μια χάρτινη ρώσικης τεχνικής του 1880, η οποία ανήκε στην οικογένεια του αλησμόνητου νομικού, πολιτικού και λογοτέχνη Κ. Τσιτσελίκη (1882-1938). Οταν ξαναθυμηθήκαμε αυτόν το 1996 μαζί με το Δικηγορικό Σύλλογο Κοζάνης (τότε πρόεδρός του ήταν ο κ. Ηλίας Κυρατσούς λίαν επιδεκτικός τέτοιων ζητημάτων), η κόρη του Τσ. κ. Ρέα μου παρέδωσε την εικόνα αυτή. Μου είπε να την κάνω ό,τι θέλω είτε να την κρατήσω είτε να την πάω στη μονή της Λαριούς, που πολύ αγαπούσε ο πατέρας της (εκεί αποσύρονταν τακτικά κι έγραφε τα διηγήματά του, εκεί έγραψε και την ωραία νουβέλα «Αγάπη στον Αλιάκμονα», εκδ. Παρέμβαση 1994) και την είχε τάξει. Φυσικά και την κράτησα, αν την πήγαινα εκεί θα την πωλούσαν οι ειδικοί προς τούτο αγιογδύτες, όχι φυσικά ο άγιος ιερομόναχος Ιλαρίων. Τώρα την έχω απέναντί μου στο γραφείο και παρότι τη βλέπω κάθε μέρα τη θυμάμαι ανήμερα της γιορτής της, είναι και προστάτης των λιγνιτωρύχων (... «Επειδή δε η Αγία έφυγε, και φεύγουσα εμβήκε μέσα εις μίαν πέτραν, η οποία παραδόξως εσχίσθη και την εδέχθη, δια τούτο ο πατήρ αυτής την εκυνήγα) κι ο πατέρας μου επί τριάντα συναπτά χρόνια ήταν στη ΛΙΠΤΟΛ εργάτης. Σήμερα και κάθε 4η Δεκεμβρίου, η μάνα κάνει μια λειτουργία στο χωριό και μεταλαβαίνουν. Απλά και άγια πράγματα δηλαδή.

Υ.Γ. Αφιερούται στον κ. Λάζαρο Τσικριτζήν, οικολόγο, επειδή έχει σχέση με την πρόσφατον «υπέρ» των λιγνιτωρύχων αδολεσχία του και πικρολόγο (θυμίζει πικροράδικον) δια τις κατ’ ημών αρές (μετατεθιμένου του τόνου μας πάει στο άρες μάρες κ.λπ.) που δείχνει για πολλοστή φοράν, έλλειψη του σοβαρότατου αντισώματος για την ψυχική ευεξία, του χιούμορ θέλω να πω (από τα ουσιώδη εν ανεπαρκεία πλην του αποκριάτικού που διαθέτει εν υπερεπαρκεία).

Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

Ξέναι δημοσιεύσεις


Λάζαρος Τσικριτζής: Στον άσπονδο φίλο των Οικολόγων Βασίλη Καραγιάννη

Στον άσπονδο φίλο των Οικολόγων Βασίλη Καραγιάννη,
που περιφέρονταν σαν .. κατάσκοπος γύρω από το Σιδηροδρομικό Σταθμό κατά την άφιξη του τραίνου των Οικολόγων Πράσινων
που έγραψε και πάλι τα αψυχολόγητα και πικρόχολα σχόλια του για την καθυστέρηση του τραίνου και τους καθυστερημένους εν Ελλάδι Οικολόγους
που δεν έκανε τον κόπο να ρωτήσει και να μάθει ότι η αιτία της ωριαίας αργοπορίας ήταν ένα σοβαρό ατύχημα που συνέβη σε επιβάτιδα του τραίνου στη Φλώρινα
που αντί να περάσει να πει ένα γεια και να κεραστεί ένα κρασί, τον πείραξαν μέχρι και οι πίτες που έκαναν ο γριές μανάδες μας για να καλωσορίσουν τους επιβάτες
που δεν έδωσε σε κανέναν να καταλάβει γιατί τον ενόχλησε μια τέτοια εκδήλωση, που στο κάτω - κάτω δεν επιβάρυνε κανέναν κρατικό κορβανά, παρά μόνο τη τσέπη μας
που φρόντισε με το γνωστό σοφιστικέ ύφος του να συνδέσει την εκδήλωση με το θεατρικό έργο «Σεμινάριο βλακείας»,
του συστήνουμε να παρακολουθήσει την πολύ ωραία ταινία «η Εποχή των Ηλιθίων» (Τhe Age o Stupid), η οποία με φόντο τον υπέρθερμο και στεγνό πλανήτη του 2050 αναφέρεται στους (ηλίθιους) ανθρώπους της δικής μας εποχής, που δεν αντιλήφθησαν τη σοβαρότητα της κλιματικής αλλαγής και περί άλλα ετύρβαζαν, χλευάζοντας τους «γραφικούς» και τους «βλάκες»….

Φιλικά (αλλά μέχρι πότε ; ..)

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Πράσσειν άλογα, Πράσινα άλογα, Πράσινο τραίνο


“Ητανε μέρα συννεφιασμένη…” η 28/11 Ειρηνάρχου μάρτυρος και Στεφάνου oμολόγητου. Σε ημιαποκριάτικη σύνθεση η πλατφόρμα αναμονής και με τη …διαλεκτική παρουσία φανών Νομάρχων, δημ. Συμβούλων κι άλλων όντων με πράσινες ομπρέλες και υψηλή οικολογική ευήθεια, απόντος του κ. Δεσπότου (πως κι έτσι;) και της μπάντας του Δήμου, έγινε η υποδοχή του πράσινου τρανού των Οικολόγων Πρασίνων κ.λπ. στο Σ.Σ. Κοζάνης. Την ώρα που έληγε η όμορη λαϊκή αγορά και τα λαχανικά κ.λπ. είδη μπαίναν στην κατηγορία των μισοτιμής και κάτω, εισήλθε εν θριάμβω το τραίνο, με μια και άνω ώρα, καθυστέρησης. Οπως άργησε και το Οικολογικόν κίνημα εν Ελλάδι κι ήρθε όταν εκφυλίστηκαν τα ευρωπαϊκά αφού τα πήραν σβάρνα τα άλλα κινήματα ανατροπής. Ετσι γίνεται άλλωστε σε όλα μας. Θέμα της καμπάνιας επί σιδηροτροχιών η οικολογική ευαισθητοποίηση μας περί των ρύπων κι άλλων αιωρούμενων κακών πραγμάτων που λυμαίνονται το σώμα μας αλλά και το κλίμα μας εν γένει και εν είδει. Εγιναν δηλώσεις και μοιράστηκαν τα τοπικά «εδέσματα” των ιθαγενών δημοσιογράφων σ’ αυτό το “δρώμενο”.
Σε άδεια πλατφόρμα περί την του ηλίου δύσιν, πριν χρόνια, διάβαζα το υπέροχο «Φλέγομαι” του Τ. Σέβε εκδ. SCRIPTA, όπου αναφέρονταν και στα τραίνα της κουλτούρας, την εποχή της Ρώσικης επανάστασης στα οποία πρωτοστατούσε (μέχρι ν’ αυτοκτονήσει αηδιασμένος) ο ποιητής, άγιος Μαγιακόφκι. Ατμόσφαιρα εδώ ωραία έως χαζοχαρούμενη. Πήγα ευαισθητοποιήθηκα ποσώς και έφυγα.
Επειδή είχε και Μαρξιστές ΟικολοΛενινιστές, θυμίζουμε πως: «Η ιστορία πάντα επαναλαμβάνεται αλλά τη δεύτερη φορά σαν φάρσα»
Ασκήσεις και σεμινάρια επί οικολογικού χάρτου και χόρτου.
Εν τω μεταξύ από 2 Δεκεμβρίου το τοπικόν ΔΗΠΕΘΕ ανεβάζει το διδακτικόν έργο του Σάκη Σερέφα με τον Δ. Πιατά: “Σεμινάριο Βλακείας».

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Πολυτεχνεία οι πολυτεχνίτες συνήθως πολυτεχνίζουν



"Ορθιοι και μόνοι μεσ' στη φοβερή ερημία του πλήθους..."
Μ.Α.

Τι σχέδιο του Κ.Ντιό

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Μουσική και μουσικοί του τόπου μας που ξεχωρίζουν


«Αλκή» σημαίνει δύναμη.
Οι «Αλκή» είναι ένα μουσικό σχήμα που προτείνει pop και rock εναλλαγές, συνδυασμένες με ηλεκτρονικές ενορχηστρώσεις και διανθισμένες με ορισμένα έντεχνα στοιχεία. Αποτελείται από τον Δημήτρη Γαύρο και την Δήμητρα Καραγιάννη.
Ηδη κυκλοφορεί η πρώτη επίσημη δισκογραφική δουλειά τους με τίτλο «ΣΕ ΔΥΟ ΕΑΥΤΟΥΣ». Την επιμέλεια της παραγωγής έχει ο Φίλιππος Πλιάτσικας, ο οποίος συμμετέχει στο δίσκο ερμηνευτικά, στο τραγούδι «Ακόμα δε σε ξέρω», αλλά και ως δημιουργός με τη διασκευή του γνωστού τραγουδιού, από την εποχή των Πυξ Λαξ, «Όλο μ’ αφήνεις να σ’ αφήσω». Την παραγωγή έχει αναλάβει η εταιρεία «ΜΕΛΥΔΡΟ» και τη διανομή η Minos EMI. Το cd περιλαμβάνει συνολικά 11 τραγούδια. Τη μουσική έχει γράψει ο Δημήτρης Γαύρος και τους στίχους η Δήμητρα Καραγιάννη, εκτός από ένα τραγούδι, στο οποίο τους στίχους υπογράφει ο Β. Π. Καραγιάννης.
***
Υ.Γ. 1 Το cd στην Κοζάνη υπάρχει στα καλά δισκοπωλεία αλλά και στο Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης
Υ.Γ. 2. Από την Παρασκευή 20 Νοεμβρίου, και κάθε Παρασκευή και Σάββατο, ο Φίλιππος Πλιάτσικας θα εμφανίζεται στο Fix της Θεσσαλονίκης μαζί με τους ‘’Αλκή’’, τον Mc Yinca και τη Veonica.

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

Περί ποιήσεως ο τρόπος


ANNA AXMATOBA
Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.
………………………………..
… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …1
Σοπέν…

Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα

1. Πένθιμο εμβατήριο

Το ποίημα της Αν. Αχμτβ. είναι σε μετάφραση του Δημ. Τριανταφυλλίδη
από το βιβλίο της "Το ποίημα δίχως ήρωα" που θα κυκλοφορήσει σε λίγο από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ
Η προδημοσίευση είναι από το τ.χ. 150 του περιοδικού "Παρέμβαση"
κι αυτήν σε λίγο


***

JORGE LUIS BORGES

Είμαι

Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του ομοίου του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ' όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν' αποκρυπτογραφήσει τον απλό και μαζί πολλαπλό
αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ' όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

«Το Χαμένο ποίημα» που βρέθηκε παρά τον ποταμόν Ληθαίον Τρικάλων



Σε μια διήμερη επίσκεψή μου στην πόλη αυτή που τη διασχίζει ο Ληθαίος ποταμός (ερχόμουν από πόλη που δεν έχει ποτάμι άρα η ψυχή μου ήταν γεμάτη θλίψη κατά την άγνωστή μου Βουλγάρα ποιήτρια) αλλά και σ’ ένα πέρασμά μου απ’ αυτήν καθ’ οδόν προς ιεράν Μονής Τατάρνης Καρπενησίου, για λίγο καθόμουν στο λυρικό μέρος της πλατείας κι όχι στο ηρωικό της, δίπλα στο ποτάμι. Συνομιλούσα με το τίποτε σχεδόν της προτομής του ποιητή Κλαύδιου Μαρκίνα δηλαδή του Γεωργίου Αργυρόπουλου. Τον αγάπησα χωρίς να γνωρίζω το έργο του. Κάτι λίγα που διάβασα δικά του αργότερα μου τα έστειλε ο Ηλίας και δεν μπορώ να πω ότι τα κράτησα στη μνήμη. Ομως αυτή η χωρίς πολλές αξιώσεις γλυπτική σύνθεση άρα και αναφορά στο σήμερα ενός ποιητή στην πόλη σ’ ένα χώρο τόσο αισθαντικό με έθελγε ως σύνολον θέμα και θέαμα. Μια συγκίνηση φιλολογική αλλά κι ελαφρώς φυσιολογική με νότιζε σαν την περιρρέουσά του υγρασία. Η πόλη ξεχώριζε τον ποιητή με τη λιτότητα και την ευγένεια που επέβαλε η ουσία της δημιουργίας του, ο τρόπος, η ζωή, το έργο του. Αυτό ήταν για μένα αρκετό για να διατηρώ περαστικός από τον τόπο και τα συν αυτά του, μια φευγαλέα συμπάθεια.
Στη δική μας πόλη μας ο ποιητής Γ. Σακελλάριος, γλυκύς ως αρχιμανδρίτης και θρηνώδης ως η Κασάνδρα στο κάστρο του Ιλίου ή η Ελεονόρα στο «Κοράκι» του Πόε, στη ρομαντική του φύση και ποίηση την περίοδο του ύστερου νεοελληνικού διαφωτισμού, τιμάται, φανταστείτε, ως ήρωας του μεγάλου αγώνα, και παρά πόδας του, στα ριζά του βάθρου του θέλω να πω, καταθέτει, σε κάθε επέτειο και εθνική εορτή, στεφάνια η μαρίδα της εκάστοτε εξουσίας. Τι θλίψη, οποία κουφότητα συνεπεία αφόρητης άγνοιας κι έλλειψη στοιχειώδους αίσθησης των ιστορικών, πνευματικών αλλά και δημοσίων πραγμάτων. Ετυχε να ζει εκείνο τον καιρό και σταδιοδρόμησε ως ιατρός των Τούρκων μπέηδων κι αγάδων με πρώτο τον Αλή Πασά. Ετσι ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει.
Καθήμενος έναντι της προτομής του Γ. Αργυρόπουλου συλλογιζόμουν την λεπτότητα της χειρονομίας των Τρικκαίων πολιτών που διαδηλώνουν την εκτίμησή τους προς την ποίηση και τον ποιητή κι αυτό να σημαίνεται στο ποτάμι της καθημερινότητάς μας και στο διαρκώς. Αφού μια πόλη εκτιμά τα παραπάνω επεκτείνοντας κάπως το συλλογισμό μου νομίζω πως το ίδιο θα συμβαίνει με τους σημερινούς της εκφραστές, οι οποίοι διακρίνονται στο ευρύτερο και μέγα πανελλήνιο. Φιλοξενούμεθα με τη γυναίκα μου στο νεοκλασσικό ξενοδοχείο Πανελλήνιο στο οποίο προσεγγίζοντας περί το εσπέρας ακούσαμε την μαγευτική συναυλία των ...χιλιάδων σπουργιτιών που την έδιναν στις φλαμουριές της όχθης. Πρέπει να νιώθει πολύ όμορφα αυτός ο τόπος, δεν είναι απαραίτητο και περήφανα, γιατί αυτό το αίσθημα ανήκει στους συνηθισμένους ανθρώπους, για τον σημερινό μας ποιητή και ξεχωριστό πνευματικό άνθρωπο που εδρεύει σώματι στον Μέλιγο (δεν ξέρω πως και που είναι η πολίχνη) αλλά κατοικοεδρεύει ψυχή, σκέψη και λόγος στις ευγενέστερες πτυχές κάθε καλλιεργημένης οντότητας. Μια από τις νύχτες μου στα Τρίκαλα με βροχή κι αέραν άγριο, τα εντελώς κίτρινα φύλλα σε στρώμα φθινοπώρου, καλή ώρα όπως την εποχή ετούτη, τον εν προτομή ποιητή στην ασάλευτη σιωπή του και τον νυν στα Χάικου του, κατακράτησα σαν πολύτιμο ίζημα στην ψυχή μου τη νοσταλγία για τα όλα της.
Το σήμερά μου εδώ ανανεώνει το ρεπερτόριο της.
Είχα μαζί εννοείται την ποιητική συλλογή του Ηλία Κεφάλα «Σιωπητήριο χιονιού» 134 χαϊκού και υπό το κράτος των ανωτέρω διαθέσεων ευρισκόμενος σε ποιητική έξαψη προέκυψε και σε μένα ένα χάικου εξάνθημα φθινοπώρου ή σημάδι ανολοκλήρωτης κι ατελέσφορης εφηβείας.
Είμαι, ήμουν, διετέλεσα κι εγώ ποιητής σκέφτηκα, και σκέφτομαι τώρα μετά την μπρος πίσω ανάγνωση του βιβλίου του Η.Κ. «Το χαμένο ποίημα» και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει στο οπισθόφυλλό του προχωρώντας μια σκέψη του Τζών Κήτς πως ο ποιητής είναι ο λιγότερο ποιητικός άθρωπος. «Ο ποιητής είναι ποιητής μόνον όταν βρίσκεται μέσα στο ποίημα του, δηλαδή, όταν γράφει. Οταν οι λέξεις τον εγκαταλείψουν κι εγκατασταθούν οριστικά μέσα στο ποίημα, τότε ο ποιητής απομένει ένα κοινός άνθρωπος.» Εξηγείται ούτως από αυτή την ποιητική μέθοδο του Η.Κ. και σε μένα του τι είμαι κάποιες στιγμές στην πολιτεία των γραμμάτων που θέλω να περιδιαβάζω και στη μοναχικότητα των ποιητικών φαινομένων που ενδιατρίβω αλυσιτελώς.
«Ο ποιητής ίσως εξωτερικά και να δείχνει ως ο πλέον ασήμαντος όλων» γράφει. Δεν έχω τι το εξαιρετικό πάνω μου, ένας κοινότατος πολίτης είμαι, ούτε μουστάκι φέρω, ούτε γυαλιά διαρκείας, ούτε ενδυμασία εξεζητημένη, ούτε καν βλέμμα ονειρώδες διαθέτω κ.λπ. Αρα μπορεί εκ τούτου να λάβω τίτλον ποιητικής διαπιστεύσεως ενώπιον τς ιστορίας του τίποτα.
Σε μια παγκόσμια διάσκεψη για την ποίηση στη Θσσλνκ. (τη μέρα του παγκόσμιου, εαρινού εορτασμού της δηλαδή), όταν εις υγείαν της τρωγοπίναμε σαν φίλοι (σπουργίτες) πέφτοντας λιμασμένοι στα σταφύλια του Υπουργείου γραμμάτων και απαγγέλναμε (τσίρι τσίρι τσίρι τρο τσιριτρί τσιριτρό) επί υπουργείας του νυν Υπουργού των όπλων, κλήθηκα στο εδώλιο-έδρανο να διαβάσω κι εγώ κάτι, εντός του ποιητικού θέματος, ως συνδιοργανωτής και θεσμικός παράγων που διατελούσα τότε. Με θεώρησαν δηλονότι ποιητή για την ποιητική μου ίσως δημοσιογραφία που μετέρχομαι στα πεζά κείμενα αλλά και κατά μόνας (μοναχικές ηδονές). Διάβασα ένα ας το πούμε ποίημα για έναν ταπεινό Κοκκινολαίμη. Στο βήμα μ’ ακολούθησε ο άγνωστός μου τότε, ως σώμα ανθρώπου, όχι ως πνεύμα και γραφή, Αργύρης Χιόνης, ποιητής και γεωργός, καλλιεργητής ψυχών πάντων των εν Θροφαρίου Κορινθίας οικούνταν και ευρισκόμενων ευαίσθητων ανθρώπων της υπαίθρου χώρας. Κι αυτός για έναν Κοκκινολαίμη μίλησε. «Αδελφοποιητοθήκαμε» κατά κάποιον τρόπο. Τα δυό πουλιά μας έφεραν το ίδιο όνομα αλλά πόρρω απείχαν μεταξύ τους. Το ποίημα αυτό και τον Αργ.Χ. σκιαγραφεί ο αγαπητός μου Η.Κ. στα ένδον του βιβλίου του, και τώρα κι εγώ κατάλαβα τι ήθελε να πει ο ποιητής και τι ήθελα ίσως να σιωπήσω εγώ, που ξέχασα ακόμα αν και που υπάρχει αυτό το ποιητικό μου σχεδίασμα απελπισίας. Αναφέροντας το ποίημα του Γ. Δροσίνης για τον Γερανό και τον Καλογιάννο (Κοκκινολαίμη) με ρήμαξε η ανάμνηση του χαμένου παιδικού μας άλλοτε.
«Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο Γερανός τα πελαγώνει
Η φλύαρη χελιδονοφωλιά
Χορτάριασε παντέρημη και μόνη...»
Με το βιβλίο αυτό ήδη μαθητεύω σε ζητήματα που μου ήταν και είναι οικεία έως συναναπνοής αλλά και μακρινά ως γνώση συντεταγμένη κι όχι χαλαρή κοντόμακρη άποψη.
Ετσι, το λοιπόν, ήμουν κι εγώ εκεί, όχι με τους Ούννους του Αττίλα, που κάποτε διεξερχόμασταν ενήδονα στα εικονογραφημένα κλασικά, αλλά με τους ποιητές του άνω μας κόσμου. Αμέσως μετά, αλλά και αργότερα, όλο το έλλογο κοπάδι δεν γυρεύαμε ούτε το χαμένο ποίημα ούτε τον κρυμμένο ποιητή, αλλά για την απωλεσθείσα ποιητική αθωότητα της μόλις πράξης, που βάρβαρα παραβιάσαμε τη λεπτότητα της, αφού αύτανδροι βυθιστήκαμε, τι λέω ορμήσαμε, σ’ ένα ψάρι, που μαγιάτικο το λέγαν, μεγάλο σαν μικρό μοσχάρι. Κορασίδες που έχασαν μεν την ανατομική τους ακεραιότητα αλλά βρήκαν κάποιες από τις ουσίες της ζωής.
Οτι ποίηση είναι η επιθυμία του ανέφικτου και η στάγδην πραγματοποίηση του ονειρικού στο πλαίσιο του μίζερα δυνατού.
Επί του πραγματικού τώρα λίγα δικά μου αφού τα πολλά θα τα πει ο παραδίπλα μου ειδικός. Ο Η.Κ. είναι ως γνωστόν γενικώς, ποιητής, πεζογράφος (μυθιστόρημα ευτυχώς δεν έγραψε εισέτι) και κριτικός λογοτεχνίας. Ως πολύ γνωστόν σε μένα, είναι εξέχων ποιητής, δόκιμος πεζογράφος και εμβριθέστατος κριτικός επί της λογοτεχνίας. Η αξιολόγηση αυτή είναι μεν εντελώς προσωπική -άλλωστε δεν υπάρχουν αντικειμενικοί κριτικο-δείκτες- αλλά διεκδικεί κι ευρύτερη αποδοχή χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα θράσους ημιμαθούς ούτε και φιλοφρόνηση φιλίας. «Ποίηση και κριτική πρέπει να βλέπουν το ποίημα» γράφει ο Αντ. Κάλφας (γεν. του Κάλφαντος), στα «Πληγώματα και τις Φαρμακείες» του, ήγουν σχόλια για την ποίηση και την ποιητική τέχνη, και συνεχίζει «Το ποίημα είναι και αυτό που δεν βλέπουμε ή αυτό που οφείλουμε να αφήσουμε στο σκοτάδι». Την ουσία αυτών των φράσεων αλλά και άλλων αναλύει με συναρπαστική αναγνωστική ευχέρεια ο Η.Κ. Η πιο πρόσφατη σύμπτωση μας επί της αυτής κριτικής τραπέζης για παρουσίαση ποιητικού βιβλίου (ερήμην πάντα του ποιητή του ότι είναι κι αυτό μια τέχνη του δημιουργείν έμφαση παρουσίας δια της απουσίας), αυτός σφιχτός κι εμπεριστατωμένος κριτικός κι εγώ πλαδαρός ωσάν γαστέρα αγύμναστη, έλαβε χώρα πριν λίγες μέρες στην Αθήνα και μάλιστα εντός ιερού ναού. Εκεί λειτουργούσαμε αυτός ως ιερέας κι εγώ ως υποδιάκονος, οι δε κανονικοί ιερείς έψελναν αυτά που γνώριζαν καλά.
Στον παρόντα τόμο δοκιμίων με κύριο λόγο την ποίηση-ποιητική θεωρία και πράξη- το κέντρο ενδιαφέροντος του είναι αυτό το περίεργο ον, δίποδον προφανώς, άπτερον καταφανώς (μόνον κάτω από αυστηρές συνθήκες εσωστρέφειας αποκτά νοητά φτερά στην πλάτη του) και ρομαντιώδες αθεράπευτα. Καλείται από τους άλλους «ποιητής» κι αυτό φαίνεται σαν μετρημένος έπαινος, ψόγος ήπιος, ή κρίση συγκατάβασης για τη συγγνωστή ελαφρότητα του να ασχολείται με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Εκεί δηλαδή που πρέπει να κάτσει και να επωάσει τα αυγά ενός μυθιστορήματος το οποίο θα πιάσει τόπο στις προτεραιότητες των εκδοτικών οίκων και στις επιθυμίες του αναγνωστικού κενού, να βγάλει ίσως και χρήματα, εν τούτοις ετούτος, ας πούμε, ο κ. Ηλς Κφλς, όπως κι ο συμπαρακαθήμενος μου Αντ. Κάλφας (γενική του κ.λπ.), κατατρίβονται με της ποιήσεως και της κριτικής τον τρόπο, με τον οποίο όχι μόνον δεν κερδίζεις αλλά απεναντίας χάνεις κανονικά χρήματα, χρόνο, ανθρώπους και άλλα άξια λόγου καθημερινά ουσιαστικά και ρήματα. Ο ποιητής είναι ο χαμένος από χέρι στην υπόθεση της βιβλιο-καθημερινότητας. Υπάρχει για να συνομιλεί ψυχικά ιδιοτελώς αλλά βιώνει υλικά το ανιδιοτελές. Είναι που λέμε για την ιστορία κι όλα τ’ άλλα είναι για αυτόν φιλολογίες.
Μόνον ο ίδιος (ο γνήσιος δηλονότι κι όχι τ’ αμέτρητα καταγραφόμενα ως νούμερα) δεν τολμά να το δηλώσει ενυπογράφως ότι είναι ένας αυτοαπασχολούμενος σ’ αυτή την τέχνη κι εκδίδει δελτία παροχής υπηρεσιών προς τον ανθρώπινο μικρόκοσμο με τον οιονεί εργοδότη του να βρίσκεται στο απέραντο των λέξεων, στο απύθμενο των αισθημάτων, στο άχρονο τώρα στο ορισμένο του απείρου, στο καθημερινό απερινόητο (απροσδόκητο) αφού αυτά μπορεί να τα ορίζει και να ζεύει η σκέψη του, όταν αυτή διαποντίζεται στα θολά βάθη της επιθυμίας και διαπορθμεύεται στη νήσο του ανέφικτου. Αυτό που είναι δηλαδή η επικράτεια της ποίησης στην οποία ο δημιουργός είναι εν ταυτώ εξουσία και λαός και χάνεται είτε γιατί ρεμβάζει είτε γιατί και το συνηθέστερον αναστενάζει (αλλά ποιός τον ακούει;).
Εν τω μεταξύ που πάει η μουσική όταν χάνεται αναρωτιούνται με περισσή αισθαντικότητα ορισμένοι. Μια ωραία ανεικονική εικόνα που θα μπορούσε να ειπωθεί και ως: «Που πάει το ποίημα όταν χάνεται μετά δηλαδή που τ’ ακούς ή το διαβάζεις». Και τα δύο καταλήγουν στον αυτό χωροχρόνο του σύμπαντος καθώς εξαερούνται, αυτά τα μοναδικά αισθήματα τα οποία εκλύονται από τον δημιουργό και ενδύουν τα γυμνά σώματα του ψυχισμού μας ή επενδύουν στα ίδια ποικιλόμορφα κεφάλαια ανθρώπου για μια κερδοφορία στο διαρκές χρηματιστήριο των μη αποτιμώμενων σε χρήμα, αξιών.
Το προκείμενο βιβλίο είναι για τους αναγνώστες ειδικούς της ποίησης αλλά και για τους πάσχοντες ποίηση. Προτάσσει στο αναζητούμενο ουσιαστικό τη μετοχή «χαμένο» η οποία εμπεριέχει μέσα της όμως μια εντελώς ηθική και γλυκιά αίσθηση απώλειας. Ενα ποιητικό συμφραζόμενα που χάνει την νοηματική καθ’ αυτή απαξία του και γίνεται ένα λογοτεχνικό παρακολούθημα. Η λέξη και οι λόγιες προεκτάσεις της συνδέθηκε με πολλά ωραία δημιουργήματα: «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», «Η χαμένη άνοιξη», «Χαμένος ορίζων», «Χαμένοι στη μετάφραση», «Χαμένη Ατλαντίδα», αλλά και τα λίαν λαϊκά ακούσματα «Για σένα άπιστη αργοπεθαίνω για σένα έγινα κορμί χαμένο», «Τα χαμένα» της κ. Γιαρμπή, ή το γενικόν αξίωμα «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» άλλου τινός, μέχρι και το λίαν αισθαντικό «Χάθηκες» του Μ. Θεοδωράκη.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Η.Κ. δεν θα βρεις κανένα χαμένο ποίημα. Αν ήταν έτσι ήδη θα το εύρισκε τηλεοπτικά η ευαγής κυρία Νικολούλη. Θα ανακαλύψεις-ίσως μακάρι- κάτι άλλο μοναδικό και εξόχως συναρπαστικό.
Θα διαπιστώσεις δηλαδή πως έχασες πολύτιμο χρόνο ψάχνοντας στο εφήμερο της ύπαρξης σου ό,τι κατατρώει την ψυχή λεηλατημένος εν τω άμα από πλείστες όσες αδηφάγες μειονότητες ακαλαισθησίας, ευτέλειας, ασημαντότητας κ.λπ., κ.λπ.
Ας αισιοδοξούμε μελαγχολώντας παρ’ όλ’ αυτά οι περί των ποιητικών μας πραγμάτων πάσχοντες ποιητές, αναγνώστες ακόμα και οι προβληματισμένοι έως και προβληματικοί ψηφοφόροι των κομμάτων.
«Απελπισμένοι της ποίησης είστε το νέο μου σύμβολο. Ο υπέρτατος έπαινος σας ανήκει» δια χειλέων του Ηλία Κεφάλα και των λοιπών μετ’ αυτόν μαρτύρων κι αγίων.
Προσυπογράφω και περνώ για μια ύστερη φορά από τη γέφυρα του Ληθαίου ποταμού ο οποίος της λήθης τα επόμενα επεξεργάζεται και στης ποίησης την παραμυθία θύει, θέλω να πω κυλά, ίσως κι ερήμην μας.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Εν εκκλησίαις, τώρα, ανυμνείτε τον Π. Β. Πάσχον


Χθες Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου και των ελάσσονων αγίων Ξανθίπης Νικολάου, Πολυξένης κ.λπ. σήμερα Θέκλης μεγαλ. και η ανάμνηση θαύματος Μυρτιδιωτίσσης, (Της Μυρτώς δηλ.) και Αχμέτ νεομ. 24 Σεπτεμβρίου στη ΛΕΥΚΟΠΗΓΗ, λοιπόν. Κάτω από τον αιώνιο (τι κοινότοπος λόγος, αλλά και πόσο αληθινό συνάμα και μεγαλειώδες πάντα, το δέντρο αναφοράς, αφού πρόκειται για τον πλάτανο, τον ευρωστότερο των ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ) εκεί ξεφυλλίζω, υπογραμμίζοντας με κόκκινη μπογιά σημεία, παραγράφους, λέξεις, εικόνες του ποιητικού βιβλίου του Π.Β.Π «Αγγέλων αγαλλίαμα». Ταυτόχρονα αφήνομαι στη βιωμένη νοσταλγία που λάθρα ζω μέσα από τα αισθήματα των άλλων, δηλαδή του Π.Β.Π., θέλω να πω. Ο ποιητής βρίσκεται σ’ ένα διαρκές πηγαινέλα με τις αφετηρίες του είναι του, οι οποίες διαδηλώνουν την αθωότητα και τον παράδεισο του συντελεσμένου που απομακρύνεται στο βαθμηδόν άδειο της μνήμης και με την αδημονία εκείνου που ίσως και να έρχεται. Ο πλάτανος κατ’ έτος ξεφλουδίζεται, ρίχνει το δέρμα του, δηλονότι ανανεώνεται κι αυτό είναι μια ένδειξη υγείας κι ευρωστίας. Στα οικεία χωρικά χώματα ειρηνικά φίδια αφήνουν το πουκάμισο.. τους και ξαναμπαίνουν μετά τη νάρκη στη ζωή, στα αμπέλια του χωριού, τους χωματόδρομους, τα μονοπάτια, τις πέτρες, τα χωράφια τα έλατα, τα τοπία δηλαδή τα οποία στέκονται συνεχώς σημαδούρες επιστροφής του.
...Ενα θάμβος
με τύλιξε και ξάφνου βρέθηκα μες στα λιβάδια
της Κοζάνης να περιδιαβάζω στα βουνά, στους κάμπους,
όπου το ουράνιο τόξο σμίγει τον αιώνιο πλάτανο
με το καμπαναριό του Αη-Προδρόμου...Τώρα
μπορούσα ν’ ανοιχτώ, με τα πουλιά και τα λουλούδια
σ’ ένα άλλο ύψος, σ’ ένα καθαρότερο ουρανό!
Είναι απόγευμα γαλήνιο του Σεπτεμβρίου και αυτό να μοιάζει με την ηλικιακή και ποιητική ωριμότητα του ποιητή. Δίπλα μου τα φύλλα του μεγάλου δέντρου πέφτουν κατά εκατοντάδες σε λίγο κατά χιλιάδες μια πλατεία γεμάτη με το φτασμένο κίτρινο και το νερό από το λάκκο να πυχτώνει με την ασφυκτική παρουσία των φύλλων. Οπως και οι λέξεις του συγγραφέα, αυτό το πολύβουο μελίσσι- στα υπερεκατό τόσα βιβλία του, σε όλους τους στόνους της συγγραφικής του οντότητας (κι ωραιότητας συμπληρώνω χωρίς επιφυλάξεις).
Τι σημαίνει άραγε το ότι ένας πνευματικός άνθρωπος υψηλών, επιστημονικών προδιαγραφών διακόπτει το ορθολογιστικό αυστηρό, συγκροτημένα επιστημονικά, πανδαιμόνιο γνώσεων και προσφεύγει στο γλυκό μουρμουρητό της ποιητικής αφήγησης, να πει τα λόγια της ψυχής του, λίγα, πολλά δεν έχει σημασία κατά καιρούς, όπως τώρα με την 16 ποιητική του συλλογή ο Π. Να συνομιλήσει με την προσευχή με το Θεό, («Εσύ θα περνάς πότε πότε να με βλέπεις για να κουβεντιάζουμε είπε ο Θεός στον ποιητή») να συζητήσει με τον εαυτό του αλλά και με τους άλλους, που βρίσκονται στη σκιά του τώρα ή στη ζώνη του ημίφωτος (εν αναμονή της τελικής κατάταξης) του επέκεινα (ψυχές λιγωμένες για βάλσαμον τρόπο) γι’ ν’ αναζητήσει το απωλεσθέν διαρκώς ή πρόσκαιρα, κέρδος της ψυχής του να το μοιράσει και να το μοιράζεται, να το διανέμει και να το νέμεται δι εαυτόν;
Κάτι γίνεται, προφανώς σημαντικό στο συμπαντικό χώρο της μικρής ατομικής μας ύπαρξης το οποίο όμως χαράζει και χαράζεται στο χρόνο, σωρεύεται προσθετικά και διαχρονικά σ’ ό,τι ζούμε και σε ό,τι μας ζει και με τον τρόπο του βαθαίνει τις πληγές, καταμετρά τις αγάπες, κι επιμερίζει και επιμετρά τους πόνους. Γιατί άραγε η γη μας- αυτό το αμετάβλητο κι αδιάλλακτο στην απαίτηση για μας χώμα (χους εσμέν αδιαπραγμάτευτο) και η ως λιγνοθροΐζουσα ιτιά γήινη ύπαρξή μας ταυτοχρόνως να μη λυγίζει κάτω από το αμέτρητο βάρος τόσης τρυφερότητας και ευαισθησίας παγκόσμια κι αχρονικά, να μη μπατάρει προς ό,τι σπουδαίο και συνάμα πολύτιμο για τη συνέχειά μας διακονεί αλλά κι επαιτεί η ποίηση των ποιητών, τα έργα των ανθρώπων που κατεργάζονται το ωραίο κι απεργάζονται στα εργαστήρια της δύναμης κι αδυναμίας τους το καλό.
Αλλά οι λέξεις όσο καταπραϋντικές κι αν είναι για την ψυχή, δεν απαλύνουν και τις φλύκταινες της ύλης που φορές δείχνουν να είναι κορυφώσεις της ένδον αιματώσεως. Παραμυθίαν μόνον επιδαψιλεύουν κι αυτό είναι προσώρας ένα φάρμακο για την πεπερασμένη πραγματικότητα που θέλει να χωθεί και να χαθεί στην απαλάμη του Θεού.
Στην ανώτατη έκφραση της εφαρμοσμένης αλλά και ανθρωποκεντρικής γνώσης όσο αυτές φουσκώνουν και εκλεπτύνονται σε ευαισθησία σε κάποια φάση οι αποχρώσεις της ψυχής τείνουν προς την εν γένει κοσμική αλλά κι υπερκόσμια φιλοσοφία. Ετσι ο ενεργός ερημίτης, ο που τα πάντα επιθεωρεί νοητικά αλλά στα ελάχιστα επιστατεί πρακτικά, πνευματικός άνθρωπος, τον οποίο η γραμματολογία συνεπήρε στο βίο του, στην ωριμότητα αποστάζει τις λέξεις κι απασφαλίζεται συναισθηματικά. Δηλονότι επιστρέφει και απλώνεται κατά γης ή δίπλα της γης, γίνεται ο ποιητής δημιουργός του κόσμου του και ο συνθέτης εκείνου του πολύπλοκου μηχανισμού λυρικής άμυνας, μοναχικού, λιτού κι απέριττου με τον οποίο κρατά ορισμένως το χρόνο σε απόσπαση ασφαλείας από την οριστική φθορά του όντος.
Την εποχή αυτή στο πάτριον έδαφος του ποιητή στη Λευκοπηγή δεν άρχισαν ακόμα τα οινοπνευματικά αποστακτήρια να λειτουργούν με τις νοεμβριανές βροχές κι ομίχλες, τον διάκοσμο του είναι του αλλά και διακαμό της ψυχής του. Εικόνες με τις οποίες ο Π.Β.Π. παθαίνεται από ενθύμηση. Χρόνια τώρα με καθηλώνει ο χαμηλότονος αυτός λυρικός βίος του. Παρότι δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός περιδιαβαστής του ποιητικού του λόγου, εν τούτοις ομολογώ ότι οι λέξεις, οι σιωπές, οι εκκλήσεις, οι προσευχές, οι αγωνίες, οι προσμονές του με περιφέρουν σε μια ενδοχώρα γνήσιας πνευματικής μέθεξης, νοσταλγικής αναπόλησης κι αισθητικής ευδίας.
Ο ποιητής είναι ένας εγκόσμιος φυγάς κατά λόγον δημιουργίας και κατά πλάσμα φαντασίας καθώς διασχίζει ένα φθινοπωρινό τοπίο χρόνου (τα ψηλά χόρτα της νοσταλγίας έχουν ήδη κιτρινίσει) κι αυτό του φέρνει σαν διέξοδο την προσευχή στα χείλη ης ψυχής του, στο αναλόγιο δηλαδή της γραφής, όπου σιγοψέλνει τώρα τα τραγούδια του σε βυζαντινούς τρόπους και στους αγιορείτικους αγγελικούς τόπους
***
Το βιβλίο αποτελείται από 3 ποιητικές ενότητες με χωριστούς τίτλους υποσυλλογές θα λέγαμε: «Το Χρυσό καράβι», «Το σκληρό μαχαίρι», και την ενότητα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο «Αγγέλων αγαλλίαμα». Οι επιμέρους αυτοί τίτλοι θα μπορούσαν να διαβαστούν σαν μια συνέχεια από ποιητικά συμφραζόμενα. Πάνω στο καράβι της δημιουργίας με το κοφτερό και σκληρό μαχαίρι της επεξεργασίας και διαλογής σμιλεύεται μια ευφρόσυνη εσωτερική κατάσταση με την οποία ως και οι άγγελοι αγάλλονται. Η κάθε μία ενότητα αποτελείται από 21 ποιήματα μονοσέλιδα, ολιγόλογα και με ολόκληρο το πρώτο μέρος του τρίπτυχου (ποιητικό τρίπτυχο όπως στις εικόνες) δομημένο στο αυστηρό πλαίσιο των δεκαπέντε σειρών.
Κάθε σελίδα σε όλα τα ποιητικά βιβλία του Π.Β.Π. θυμίζουν μικρό, γραφιστικό έργο τέχνης. Η κεφαλίδα του έχει βιεννιέτες, άγγελους ιπτάμενους ή ακίνητους, χαρούμενους, άλλωστε τι αγγέλων αγαλλίαμα θα ήταν, του ζωγράφου Κ. Κουτούμπα. Το εξώφυλλο είναι έργο του πρωτοπρεσβύτερου π. Χριστοδούλου Φεργαδιώτη και του υιού Β.Π.Π., στον οποίον είναι και πάλι αφιερωμένο το βιβλίο γενικά. Φυσικά έχει και τις επιμέρους υποτίτλιες αφιερώσεις, όπως το συνηθίζει ο ποιητής σε φίλους και γνωστούς, ένας χαιρετισμός μακρινός, μια νοητή χειραψία εγκάρδια, ένα νεύμα αγάπης στον καθένα.
Ανορθόδοξα κι εντελώς παρενθετικά αναφέρω τις χειρόγραφες αφιερώσεις του ποιητή πάνω σε βιβλία του τα οποία χαρίζει όπου αυτός νιώθει αυτή την ανάγκη. Γραφικά κι αισθητικά θυμίζουν, γιατί όχι, έργα της μικρογραφικής τέχνης που κάποτε μεγαλούργησε στο περιθώριο των βιβλίων ή στα αρχιγράμματα σπανίων και πολύτιμων εκδόσεων του άλλοτε.
Τι ψάχνεις να βρεις στα ποιήματα του Π.Β.Π. όταν συνήθως τα σκοντάφτεις, στέκεσαι δίπλα τους, παραστέκεσαι πάνω τους. Νιώθεις να μεταφέρεσαι σε ένα άλλο τόπο και τρόπο ύπαρξης έξω από τη σπάταλη καθημερινότητα, στην οποία δεν προλαβαίνεις να κοιτάξεις γύρω σου κι η μέρα πέρασε, ο χρόνος έφυγε, η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση ζωής συνθλίβεται επί τ’ αυτά. Βαδίζεις σ’ ένα ήμερο, ιερό τόπο που μπορεί να τον δυναστεύει η εκκοσμικευμένη μεταφυσική αναζήτηση, αλλά εν τούτοις συχνάζουν και περνούν, άγγελοι αόρατοι, οι πλέον κοινότοπες αλλά ακριβές και πολύτιμες ουσίες της σκέψης. Κατά πως γράφει στο βιβλίο του ΤΕΡΓΕΣΤΗ ο Jan Moris «Οι μυστηριώδη φευγαλέα σιωπή που διακόπτει μια συνηθισμένη συζήτηση και που, όπως λέγεται, σηματοδοτεί το πέρασμα ενός αγγέλου» (Jan Moris). Σε μια πλακόστρωτη αυλή ενός μοναστηριού, ο αύλειος χώρος μιας παραδοσιακής εκκλησίας, στο αδιαπέραστο τοίχο της σιωπής ή της μετρημένης στην μετάφρασή της, αποκάλυψη της αγωνίας, της κατάνυξης, της ελπίδας, της θλίψης, της προσδοκίας. Αυτά δηλ. τα συναισθήματα τα οποία αποτελούν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ανθρώπινης αδυναμίας και είναι μόνιμες προσφυγές όλων των ευαίσθητων ανθρώπων σε ώρα περισυλλογής τους όταν μαζεύονται στο καβούκι της προσωπικής μοναξιάς τους ή απλώνονται στάγδην ή και ποταμηδόν στην άγραφη, λευκή σελίδα της απαίτησης. Η ποίηση του Π.Β.Π., σ’ όλο της τον κορμό έχει πάνω της φυτρωμένα κλαδιά και φύλλα, ρόζους και πέτσες του καιρού, από τα οποία κρέμονται, όπως σε ορισμένα δέντρα τα τάματα των πιστών σε μια παγανιστική θεότητα, προσευχές με συντριβές και παρακλήσεις, διαφυγές (προς τον γενέθλιο άλλοτε ή τους ηγιασμένους τόπους), ενδοσκόπηση με τον έντεχνο λόγο, εργαλείο μετάβασης στον άγνωστο, μακρινό, κόσμο του άχρονου.
Κάτω από τις λέξεις του Π.Β.Π. χωρίς καμιά εκζήτηση φιλολογική, καθαρές, κι απλές όπως ένα κεντητό ακριβής χειροποίητης τεχνικής, απλώνεται η πραότητα και η θαλπωρή του γνώριμου, του οικείου, του καθημερινού αλλά και του διακριτικά αιώνιου.
Το βιβλίο χωρίς να θέλει την ειδική ενίσχυση, αφ’ εαυτού, αυτήν που φορές απαιτείται σαν συμπληρωματικό βοήθημα προς τον αναγνώστη, έχει ένα προλογικό δοκίμιο του κ. Κ. Τσιρόπουλου. Ο έγκριτος διανοητής μιλά γενικά για τους ποιητές τους οποίους για να τους ανακαλύψει και να τους προσεγγίσει ο φιλαμαρτήμων της ποίησης αναγνώστης, σημειώνει πως οι ίδιοι οι δημιουργοί δίνουν «του τείνουν» κάτω από το τραπέζι κάποια κλειδιά, «κλείδες διεισδυτικές» σ’ αυτό. Πάντα άλλωστε η κάτω από το τραπέζι συναλλαγή κρύβει και τη μεγαλύτερη ουσία σε μια επιφανειακά νομότυπη συνύπαρξη. Ο ποιητής επί τω έργω είναι ό,τι φαίνεται σε λέξεις νοήματα, εικόνες, αλλά και ό,τι συνήθως δεν είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού και απλά διαγράφεται αόριστα. Στην ανάγκη αυτή έρχονται οι μελετητές, μελετηροί από χρόνια και βουτηχτές στα ποιητικά νοήματα κι αποκαλύπτουν τις ειδικές σε κάθε ποιητή πηγές τους και τις πληγές του, τα θέλω και τα ήθελα, το τώρα και το αεί, το όλο και το τίποτα.
Ετσι στο εισαγωγικό της συλλογής, δοκίμιο του για τον Π.Β.Π, απαριθμεί και τεκμηριώνει έξη κλείδες αναγνωστικές προς διευκόλυνση της προσέγγισης. Τις αναφέρω επιγραμματικά και παρά το ότι το δοκίμιο είναι γραμμένο το 1996 και διεξέρχεται σχεδόν το μισό της ποίησης του Π.Β.Π, εν τούτοις έχει μια ισχύ εφ’ όλης της ποιητικής του έκτασης και σε όσα μέχρι σήμερα δημοσίευσε αυτός.
1. Δραστική συνείδηση του υπάρχειν. Εννοώ την πράξη όχι μόνον μέσα στον κόσμο όπου εισήλθε με την ερωτική σύλληψη και γέννηση,αλλά και μέσα στον Θεό, καθώς τα εκφράζει η Ορθόδοξη εκκλησία.
2. Ο εγκλεισμός της ποιητικά ανθοφορούσας ύπαρξης μέσα στον κόσμο και μέσα στον Θεό.
3. Ο υπαρξιακός και μαζί λειτουργικός εγκλεισμός του ποιητή σημαίνει την μόνωση του την καταστατική του αυτονομία
4. Η συντριπτική αίσθηση της αμαρτίας και της αδυναμίας.
5. Παραστάτες στη μόνωση του όντος είναι η Προσευχή και η Ποίηση σε συνεχή επαφή, τομή και συλλειτουργία.
6. Η Λευκοπηγή: Για τον τόπο του πρώτου φωτός και του πρώτου σκότους που ο ποιητής έχει συνθέσει πολλά σπαρμένα σε όλες τις συλλογές του ποιήματα.
Αυτή η εξάτιτλος σχεδία του Κ. Τσ. σκιαγραφεί και ορίζει ακτινολογικά και σχηματικά την ποιητική ύπαρξη του Π.Β.Π. Εκεί πάνω της χτίζεται όλο το λυρικό του οικοδόμημα και σ’ αυτή συνήθως ναυαγός των περιστάσεων αφήνεται στα κύματα των συλλογισμών και στους ανέμους του λυρισμού. Θα σταθώ για λίγο στην 5η κλείδα η οποία εισχωρεί σαν καρίνα σταθερότητας στο «Χρυσό καράβι» όλου του ποιητικού του έργου και σ’ όλο το ποιητικό σώμα του Π.Β.Π. Η προσευχή και η ποίηση (ο ποιητής και το έργο του σε μια ενότητα είτε μυσταγωγικής λυτρώσεως είτε εναγώνιας δημιουργίας). Ο ποιητής προσεύχεται αδιαλείπτως αλλά όχι με ευσεβιστική διάθεση με μια συντριπτική φορές επίγνωση του ατελούς. Θα προσπαθήσω ν’ αποδείξω ενστίχως του λόγου το ασφαλές περί του δημιουργού και του δημιουργήματος του ποιητού και του ποιήματος. Από την πρώτη μόνο ενότητα της συλλογής υπογραμμίζω ενδεικτικά:

Το ποίημα, τον ποιητή που θα μας δώσει αίμα
ζωή και όνομα για την αιωνιότητα

Σκύβω μπρος στη χλωμή γαλήνη σου ποιητή μου
και περιμένω την άμπωτη πραμάτεια σου
να πλημμυρίσει το φτωχικό μου ενδιαίτημα
μ’ όλο το φώς της θείας δωρεάς σου

Κάποτε ήθελα να κάνω ένα μνημόσυνο
για τα ποιήματα που δεν πρόλαβαν
να γεννηθούν και σιωπηλά πεθάναν αφήνοντας
μέσα ένα λυγμό, κραυγή ανεπαίσθητη σχεδόν.

Γυμνό κλαδί το ποίημα, προσμένει να ‘βγεί ο χειμώνας
να πάρει απ’ τη ρίζα λίγο αίμα με την άνοιξη
ν’ ανθοβολήσει με την πρώτη ζέστα

Κ’ εγώ που χτίζω σπίτια με τις λέξεις

μία πέννα, ένα μολύβι
είναι η ματωμένη ελευθερία μου

Εξω από κάθε ματαιοδοξία ή ψευδαίσθηση,
ζυγιάζει και ξαναζυγιάζει τους αγαπημένους στίχους

ο ποιητής πορεύεται μονάχος του ανιχνεύοντας
ανάμεσα σε ρίζες και κλωνάρια λέξεων

για τον «Αγνωστο ποιητή»!...

όνειρα κι αχνά περάσματα λησμονημένων
στίχων

δε γεννάει
ποιήματα, να φυλαχτείς φορώντας τα
από την πρώιμη εκείνη ψύχρα
του αινιγματικού και λυπημένου φθινοπώρου

ποίημα που ναυσιπλοεί σ’ όλες τις θάλασσες

να γράφω κάποτε ποιήματα και θρήνους, όπως τώρα
μέσα σε δεκαπέντε στίχους, έστω άτεχνους

Ο Π. έζησε την αγροτική ζωή στην ύπαιθρο και γνωρίζει τα γυρίσματα στο όργωμα. Κι αυτός συνεχώς στα γυρίσματά του είναι που δεν υποδηλώνουν το τέλος της δημιουργίας, αλλά το τέλος του οργώματος και την αναμονή της ανθοφορίας και της παραγωγής. Είναι σε μια διαρκή πορεία διαμόρφωσης του τρόπου του, που όσο πάει γίνεται ελεγχόμενος,. Χωρίς δραματοποιήσεις οι εσχατολογικές του προσεγγίσεις κι όλων των έμψυχων όντων, εν όψει τ’ αναπόφευκτου περάσματος από το υλικό νυν στο άυλο αεί.
Οσο ο ποιητής μας, ο κάθε ποιητής, δημιουργεί και μας συμπαραστέκεται αυτό είναι μια ένδειξη πως στον κόσμο μπορούν και ισορροπούν οι καταστάσεις ή πως μπορεί να φτιάξουν κάποτε τα πράγματα. Είναι μια αγορά μάταιης αλλά ζωτικής παρόλα αυτά ελπίδος. Υπάρχουν δηλαδή ακόμα οι στέρνες είτε στα αυχμηρά «Σουλνάρια» της μικρής πατρίδας του είτε στις πολύβουες Βαβυλώνες του πολιτισμού, που δεν στερεύουν αφού μαζεύουν με ταπεινότητα κι υπομονή ακόμα και τις τελευταίες σταγόνες της βροχής για να προσεγγίζουν εκεί και να πίνουν νερό τ’ αγριοπερίστερα της νοσταλγίας και οι ψυχές των φουρτουνιασμένων· νερό καρτερίας, ελπίδας κι ευφροσύνης, «Αγαλλιάματα» δηλονότι θεία κι υπερκόσμια.
Τα ποιήματα του Π.Β.Π έχουν τη γεύση αλλά και την αφή του αντίδωρου από μια λιτή εσπερινή παράκληση που έχει όσο το δυνατό μικρότερη τελετουργική έμφαση. Σου το δίνει (ευλογία Κυρίου) ταπεινός ιερομόναχος που βιώνει με «εμπάθεια» το ρόλο του στη σκηνική θεία τελετουργία. Βγαίνοντας από τις σελίδες του βιβλίου «Αγγέλων αγαλλίαμα» νιώθεις πως πήρες μέρος σε μια μυσταγωγική ακολουθία στην οποία μετείχαν κατά σειρά ή και αλληλοδιαδόχως η άψογη ποιητική αισθητική, η προσευχή, ο πόνος και ο πόθος, η νοσταλγία, όλα αυτά δηλαδή τα συναισθήματα κι οι καταστάσεις που μας εξανθρωπίζουν κατά τι περισσότερο του συνηθισμένου
Εν τω μηνί Οκτωβρίου ΚΓ’ μνήμη του αγίου Αποστόλου και πρώτου Επισκόπου Ιεροσολύμων Ιακώβου του αδελφοθέου.
-Αμην.


Ομιλία που έλαβε χώρα στον ιερό ναό Αγίας Τριάδος επί της Κηφισίας οδού την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009 στην παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου του Π.Β.Πάσχου «Αγγέλων αγαλλίαμα». Στην παρουσιαστική τράπεζα οι έτεροι φιλέταιροι ήταν οι: Ηλίας Κεφάλας, Αγγελος Καλογερόπουλος και Μαρία Γραμματικού ποιητές εν γένει και εν είδει. Η έναρξη φυσικά έγινε με ψαλμωδίες της ημέρας. Αυτά έλειπε φυσικά...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

"Κάποιο άγαλμα που μ' είδε με θυμήθηκε..."



Με το εθνικό γαλάζιο σακούλας απορριμάτων τυλιγμένα
περιμένουν την ανάκλησή από τον κόσμο των μη ζώντων
όμως "Τ' αγάλματα είμαστε εμείς" σαν στάχυα θερισμένα
μας αλέθουν άδειες λέξεις στη χώρα των χορτο-νομη -όντων

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Τα τρία επί τρία μουστάκια






Οι νυν τοπικοί πολιτικοί βουλευτές (Πασόκ) και δήμαρχος (Κοζάνης) ξεκίνησαν παρέα πριν 20 τόσα χρόνια με την ψηφοποιΐα του βιοπορισμού τους
Οι φιλόσοφοι και ποιηταί απλώς είναι οι: Μαλλαρμέ, Νίτσε, Χάιντεγκερ με τα "Ψιχία μηδενισμού" τους

"Ηλίθιοι, ερπετά, βάτραχοι, φίδια, κτήνη, μοσχάρια απαρτίζουν την αιώνια παρέλαση των ηθικιστών"

"Η δυστυχία προήλθε από τον διάλογο"

"Γιατί να υπάρχει το ον και όχι το τίποτε" (Λάιμπνιτς).

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

Ο άγιος Θωμάς, ο μελισσοκόμος και οι υπνώντες δραγάτες (αντιδήμαρχοι) του Δήμου



Η δημοκρατία επιτάσσει την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων από έναν μικρό αριθμό διεφθαρμένων, βάσει της ψήφου ενός πλήθους ανίκανων
(George Bernard Shaw)

Γιατί παίρνω τακτικά το δρόμο για το λόφο του αγίου Θωμά και στο δασύλλιό του περιφέρω το είναι μου, ώρες απογεύματος; Ξεγελώ εαυτόν ότι τούτο το επιβάλει μια ανάγκη σώματος για περπάτημα κι όχι η απαίτηση της ψυχής που την φορτώνει μια προσδοκία και τη φορτίζει η νοσταλγία. Περπατώ σ’ αυτά τα αδιόρατα σχεδόν μονοπάτια του ενός βήματος πλάτους, που χάνονται βαθμηδόν με τον καιρό και την αβαδησία τους· σφιχτό χώμα, πέτρες, χορτάρι, ένα μείγμα σκληρό α-λασπώδες στη βροχή κι α-κονιορτοποίητο στην ξηρασία. Είναι αυτά τα ήμερα δρομάκια τα οποία όπου συναντώ με σταματούν βαδίζοντας. Γύρω πέτρες ήρεμες κι ασάλευτες απ’ αιώνων μαρτυρούν πάνω τους εκτός από τις στέρνες του καιρού και των διαστολών του, τις ταπεινές ομορφιές της φύσης απαραχάρακτες κι ανεπηρέαστες απ’ των ανθρώπων την πραγματικότητα και τη ωμότητα. Αυτό το τοπίο μοναχικότητας και σιωπής με θέλγει διαρκώς.
Εκεί με βρίσκω.
Παραμονή αγίου Αποστόλου Θωμά τυχαία (τυχαία;) βρέθηκα και πάλι στα μονοπάτια του καχεκτικού, έστω, περιαστικού μας πράσινου. Πριν λίγα χρόνια επιχείρησαν να το κάψουν κι αυτό. Από μακριά ερχόταν το αντιλάλημα, καθώς η ηχώ χτυπούσε την πλαγιά του Αηλιά, από τις πανηγυρικές οχλαγωγίες -ο «γεγαυρωμένος όχλος» (Σοφία Σολομώντος) –αυτός που μόλις θριάμβευσε στις εκλογές- από τους μετόχους και συμμετόχους του εν εξελίξει νιάημερου, που διαλαλούσαν τις υπηρεσίες τους και τα εμπορεύματα (τα χαλιά επ’ ώμου και ο χαλβάς υπό μάλης εκ νέου έκαναν θραύση). Από κοντά διέσχιζαν τα δέντρα κι ερχόταν καταπάνω μου οι εσπερινοί ύμνοι της ομώνυμης ακολουθίας που λάβαινε χώρα στο πανηγύριζον ναΰδριον του Αγίου Αποστόλου Θωμά (έτος ανέγερσης 1969) το λόφο. Είναι η δεύτερη τακτική ακολουθία υπέρ του αγίου εκεί, η άλλη γίνεται την Κυριακή του Θωμά, εορτή της Ψηλαφήσεως με τα ωραία τροπάρια που καταλήγουν «Ο Κύριος μου και Θεός μου» και σου θυμίζουν το άγιον Ορος και τη Σκήτη της Μικρής αγίας Αννας, ότι συνήθως εκεί βρίσκεσαι εκείνες τις μέρες, τόσα χρόνια τώρα, και καταπραΰνεσαι πολλαπλώς.
Στον έξω χώρο του ναού δεσπόζουν επιτείχιοι επενδυμένοι οι Αρχάγγέλοι, εικονικές δεήσεις Κρεοπωλών και Σφαγέων(!) όπως και Παντοπωλών και Οπωροπωλών.
«Ελθόντες επί την του ηλίου δύσιν ιδόντες φως εσπερινό»- μπήκαμε μέσα.
Στον πρόναο καθόμουν σε στασίδι ασταθές κι απάκτωτο (δέηση ΓΕΩΡΓΕΙΟΥ Τ...) δίπλα από μια Αγία Μαρίνα σ’ ένα προσκυνητάρι να τραβάει από τα μαλλιά ένα δαίμονα δικέρατο, πολυ-μακρυνύχι, με φτερά (εκπεσόντες άγγελοι άλλωστε) και ουρά φυσικά, με όλα δηλαδή τα αξεσουάρ της διαβολοσύνης θα ήταν ίσως κάποιος από εκείνους που ξεστράτισαν από τον νιάημερο ο οποίος εκτελούνταν στους πρόποδες του λόφου, και δαιμονίζουν τα παιδάρια στις κούνιες, τα μεσαία στα σουβλάκια ενώ τα ενήλικα όντα παντού, όπου προκόπτουν χαλβά ημέρας ενώ μόλις προχθές προέκοπτον σοφίαν ψηφολογικήν! Ακουγα την ψαλμωδία από το ψαλτήρι ν’ ανεβοκατεβαίνει σε ένταση και ποιότητα σαν βάρκα κυματιζομένη. ‘Εναντί μου μια παράσταση του αγίου, από αυτές είναι γεμάτος ο νάρθηξ, με οικοδομικό το θέμα· στο ειλητάριο του αναφέρεται: «Πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω -Εφ.221». Ο άγιος είναι προστάτης των Οικοδόμων (στις μέρες μας τους έθεσε υπό την προστασία τους για κάμποσο καιρό και το άγιον ΚΚΕ και όπως αυτό νομίμως εκπροσωπούνταν σε κάθε τόπο) και των συναφών επαγγελμάτων: Ξυλουργών, Επιπλοποιών και Μηχανικών εργολάβων.
Κατά τον Συναξαριστή ο άγιος πήγε ως άλλος Αλέξανδρος στις χώρες των Πάρθων, Μήδων, Περσών και Ινδών για να κηρύξει το λόγο του Θεού. Εκεί ο βασιλέας των Ινδών Γουνδιαφόρος στον οποίο δήλωσε πως κατέχει την τέχνη του ξύλου κι είναι εμπειρότατος στο να κατασκευάζει αλέτρια, κωπία, και ζυγούς βοδιών, αλλά και της πέτρας με τις οποίες ήξερε να κάμνει κολόνας, ναούς και βασιλικά παλάτια, άρα ήταν οικοδόμος και τα συναφή επαγγέλματα γνώριζε, του ανέθεσε να του κάμει ένα παλάτι. Αυτός όμως του έφτιαξε μια εικονική πραγματικότητα παλατιού ενώ έχτιζε καλύβες, τα χρήματα δε αυτού διέθετε στην φτωχολογιά. Φυσικά μετά ταύτα μαρτύρησε. Οπως κάνουν δηλαδή κι οι σημερινοί άγιοι δεσπότες που χτίζουν αντί για βίλες και σπίτια για να μένουν, άγιες καλύβες (τις ονομάζουν μάλιστα κατά την αγιορείτικη ορολογία «καθίσματα») και τα χρήματά τους που μαζεύουν με φορτικό τρόπο από τις εκκλησίες τα επενδύουν και τα μοιράζουν στο φτωχό τους ποίμνιο.
Ο καλοκάγαθος κ. Σπύρος Σιδέρης που επιτροπεύει, μάλλον επιστατούσε της εορτής, μου έδειξε μια φορητή εικόνα της Ψηλαφήσεως του Θωμά από το 1889, 10 Μαρτίου. Ηταν από το σωματείο Οικοδόμων κ.λπ. επαγγελμάτων το οποίο μέχρι και σήμερα είναι απόγονος της Συντεχνίας των Κτιστών που συστήθηκε το 1768. Ο Μιχ. Καλλινδέρης στο βιβλίο του «Συντεχνίες της Κοζάνης την περίοδο της Τουρκοκρατίας» αναφέρει πως για το σωματείο αυτό δεν βρήκε τίποτε άλλο εκτός από μια επιγραφή στο εξωκκλήσι (τότε, σήμερα ναός μεγάλος με κήπο πεύκα και πράσινο) του αγίου Αθανασίου, επί δεσποτικής εικόνος: «Ψηλάφησης του Θωμά Δαπάνη της Συντεχνίας μαστόρων εις μνήμην αιωνίαν και των γονέων των. Εν έτει 1885 τη 25η Μαίου». Αυτήν είδαμε κι ημείς το εσπέρας της νυν 6ης Οκτωβρίου, όταν οι δρόμοι της πόλεως έγεμον πανηγυρικά θύματα της φτηνοκαταναλώσεως ποικίλης όψεως και διαθέσεως απ’ όλον τον ντουνιά του νομού. Η εικόνα συμπληρώνει φέτος 120 χρόνια διακονίας στις εκκλησίες αλλά και στις διαμεσολαβήσεις της οίκοι γιατί την πηγαίναν από σπίτι σε σπίτι και παρέμεινε εκεί κατά τα έθιμα της συντεχνίας και των ευλαβών πολιτών, που ήθελαν οι εικόνες των αγαπημένων αγίων τους να τους συντροφεύουν ένα διάστημα στα οικογενειακά τους ενδότερα.
Μιαν που ο λόγος το έφερε στις εικόνες, στον επιβλητικό ναό του αγίου Νικάνορα στο ένδον του, κατάγραφο εικόνων, όπου από τον υπεράγιον λάρυγγα του Παντοκράτορα κρέμεται δυσβάστακτος πολυέλεος (οι δυσεβείς του ναού δεν τον ξελαφρώνουν λίγο παραμερίζοντας την άλυσο), αφίσες διαδηλώνουν πως πρέπει όλοι οι ενορίτες να βοηθήσουν (ωχ!) στην εικονογράφηση της εφέστιας εικόνας του αγίου, μια δαπάνη 30.000 ευρώ! Σιγά κύριε άγιε! Ούτε ο Ελ Γκρέκο να ήταν ο ζωγράφος! Ρώτησα αφελώς μια κυρία επί των κυρίων αρμοδία μάλλον.
-Γιατί τόσο ακριβά; Ας βάλει κι ο άγιος κάτι από τη τσέπη του!
Μπερδεύτηκε κάπως και προσπαθώντας να προστατεύσει τον θαυματουργό όσιο και κανονικό άγιο, απάντησε με βαρυγγομούσα σοφία:
- Γιατί λες από, και δεν λες στην τσέπη του!
Τι εννοούσε;
Επιστροφή στο δασύλλιον του αγίου Θωμά.
Στο δρόμο που άνοιξε εκεί ο κύριος Δήμος Κοζάνης για να περιπατούν οι πολίτες του, εσχάτως, κάποιος άξεστος εγκατέστησε πλήθος από κυψέλες μελισσών. Οι περιπατητές αλλάζουν δρόμο ή διακόπτουν την πορεία τους· φοβούνται με το δίκιο τους να περάσουν μέσα από τη γλυκιά αλλά και επικίνδυνη αποικία. Ο πάσα ένας δηλαδή θεωρεί τους κοινόχρηστους χώρους του Δήμου άφραχτο χωράφι όπου μπορεί να εισβάλει ατιμωρητί και να τους καταπατά εφήμερα ή μόνιμα. Γεμάτοι από οριστικές καταπατήσεις είναι οι γύρωθεν της πόλεως γήλοφοι. Πιθανόν ο εκμεταλλευτής μελισσών να είναι κάποιος μεγαλο-ψηφοφόρος της Δημοτικής πλειονοψηφίας και έτσι δεν υπολογίζει τους δραγάτες της δημοτικής εξουσίας ή κάποιος κοινός αγροίκος μέλος «μιας κοινωνίας χοντροκομμένων κι απληροφόρητων», οι οποίοι εναλλάσσουν με περισσή αφροσύνη και ηδύτητα, σε μόνιμη πια βάση το δικομματισμό (τι πλήξη!) στο σβέρκο τους, (αλλά αλίμονο και στο δικό μας που δεν τους χρωστάμε και σε τίποτα)- και που με το έτσι θέλω, αλλάζει και τη φορά των περιπατητικών πραγμάτων του λόφου. Γιατί όχι και των υπαίθρια ερωτικών νυχτερινών τρόπων ότι εκεί θημωνιές από χρησιμοποιημένα προφυλακτικά αποσυντίθενται δυσκόλως, πιο αργά όμως από το τσαλακωμένο ηθικό των ηττημένων πολιτικών που τους μοιάζουν τόσο). Υπενθυμίζει έτσι ότι η αυθαιρεσία στην πόλη αυτή του αγίου Νικολάου είναι ο κανόνας (πίστεως και εικόνα μη πραότητος).
Οι αντιδήμαρχοι –δραγάτες- φύλακες της ακίνητης περιουσίας του Δήμου (Τεχνικών έργων και Πρασίνης υποανάπτυξης) γνωρίζουν το θέμα από επισημάνσεις πολιτών, αλλά τις μέρες αυτές ίσως και να τρώνε τον χαλβά της πανηγύρεως. Ας μη βόσκουν επί μακρόν εκεί κι ας κινηθούν λίγο από την φάτνη με τα άχυρα της αβελτηρίας απ’ όπου μετ’ ευχαριστήσεως σιτίζονται κι ας απομακρύνουν τον καταπατητή Μελισσοκόμο. Αλλωστε κι ο αντίστοιχος του κ. Θ. Αγγελόπουλου (Μ. Μαστρογιάννη) αυτό έκανε. Επαιρνε τις κυψέλες του κι έφευγε από τους τόπους και τους χρόνους του.
***
ΥΓ.1 Διαβάζω στο ημερολόγιο και στον Συναξαριστή και μένω κάπως
Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς Ερωτηΐς πυρί τελειούται
«Ερωτηΐδα πυρπολούσι παρθένον,
'Ερωτι Χριστού την προπυρπολουμένην».
ΥΓ. 2 Την επαύριον 7 Οκτωβρίου Σεργίου και Βάκχου. Ας προστεθεί σ’ αυτούς κι ο όσιος Μ. Καραγάτσης, ο βιογράφος τους, με το σπαρταριστό συναξάρι, δίτομο και πολυσέλιδο παρακαλώ.
Υ.Γ. 3 «Δύο είναι οι μεγάλες αλήθειες που δεν πρέπει ποτέ κανείς να ξεχνάει σε τούτο τον κόσμο: α) πως η κυριαρχία ανήκει στο λαό και β) πως ο λαός δεν πρέπει ποτέ να την ασκεί». (Rivarol)

Οι σκέψεις των Τζ. Μ. Σω και Ριβαρόλ περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Roland Jaccard "Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού" εκδ. ποταμός

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς Ερωτηΐς πυρί τελειούται


Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης της Ρόδου (Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου)
Ερωτηΐδα πυρπολούσι παρθένον,
'Ερωτι Χριστού την προπυρπολουμένην.

Φυσικά και δεν είναι στη φωτογραφία η την σήμερον εορτάζουσα Μάρτυς αλλά κάποια παλαιοτερα αυτής προφανώς και εμφανώς·
***
Εκεί πήγε το μυαλό μου, διαβάζοντας στο ημερολόγιο πως στις 6 Οκτωβρίου γιορτάζει η μάρτυρας Ερωτηίς, σε ένα μικρό, εξαίσιο άγαλμα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ρόδου, που το φωτογράφισα το καλοκαίρι. Ούτε που θα το φανταζόμουν ποτέ ότι μπορεί να υπάρχει μια τέτοια χριστιανική γιορτή: «Ερωτηίδος μάρτυρος»! Κι όταν την είδα στο ημερολόγιο τάχθηκα ενώπιόν της ευλαβής, όπως θα έκανα και σε μια Πότνια των Μινωικών χρόνων στην Κρήτη. (ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΒΟΝΙΚΟΛΑΚΗΣ)