Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Λόγος εναντίον των λευκωμάτων γενικώς και υπέρ Λευκώματος ειδικώς


Είναι ένα βιβλίο, λοιπόν, βάρους μερικών κιλών, 216 σελίδων, σχήματος τετραγώνου, διαστάσεων 27,5 Χ 27,5 εκατοστών με θέμα απ’ αρχής μέχρι τέλους του, τα 40 χρόνια ενός καλλιτεχνικού
θεσμού, του Φεστιβάλ Ολύμπου 1972-2012, ο οποίος εδρεύει στην Κατερίνη την αδελφή – προσωπικά έτσι τη νοιώθω- όμορη αυτή πόλη (άλλοτε κολυμβητικό μας επίνειο κυρίως οι κατά μήκος των ακτών του νομού Πιερίας παραθαλάσσιες και επ‘ άμμου κοινότητες) με την οποία μας χωρίζουν μόνιμα αλλά και μας ορίζουν ευκαιριακά τα λίαν μουσοτραφή Πιέρια όρη, ο δε κυρίαρχος της πόλεως Αικατερίνης, Ολυμπος είναι και ο καθημερινός, παρότι σταθερός εν τούτοις, φευγαλέος, μακρινός κι άπιαστος καθ’ ύψους, ορίζοντάς μας.
Εκ του γεωλογικού και μυθολογικού ορισμού και της γεωγραφικής γειτνιάσεως με την πόλη, νομιμοποιούμεθα κατά αρχήν, να θέσουμε υπ’ όψιν σας, υπόψιν τους ευλαβούς μας κοινού θέλω να πω, το βιβλίο-Λεύκωμα και τα συμπαρομαρτούντα αυτώ, θεατρικά ανακοινωθέντα με την καταλογάδην αναφορά τους, δηλαδή των θερινών θεατρικών τους δρώμενων του Οργανισμού Φεστιβάλ Ολύμπου, (είπα τη λέξη αυτή με πολύ ψυχικό ιδρώτα, απλώς για να δηλώσω την απέχθειά μου στη γραφή και στην ακουστική της καθώς πλεονάζει ως μολυσματικός αφρός στην πτωχονεοελληνική μας διαλεκτική
Κατά λόγον δεύτερον, δηλαδή πρώτον και μόνον επί της ουσίας, γιατί άραγε θα πρέπει να μας ενδιαφέρει εμάς αυτό το βιβλίο ειδικά, που αναμετριέται με το χρόνο μιας άλλης πόλεως όπως και με τους ανθρώπους της μέσα από την εκεί ενεδρεύουσα κι ανθούσα θεατρική τέχνη. Για τους παρακάτω λόγους τον εξής ένα δηλαδή. Γιατί είναι μια ωραιοτάτη και σφόδρα καλαίσθητος έκδοση. Και τίποτε το εκδοτικά ωραίο δεν μας είναι ξένον. Είναι τόσον ωραίο που η ομορφιά του θαρρείς σε κουράζει. Ο,τι το ωραίον απανταχού κι άνευ άλλης ενημερωτικής απανταχούσας, πρέπει να μας ενδιαφέρει και να το επιδιώκουμε παντιοτρόπως, αφού αφ’ εαυτώ, είναι μια αξία αδαπάνητη και πρέπει να την υπάρχουμε όπως όπως –ακόμα και στα όρθια- και στο μέτρον του δυνατού έστω κι αν φορές αυτό εγγίζει το αδύνατο.
Και για να μην αοριστολογώ ατιμωρητί δηλώνω, πως το Λεύκωμα «40 χρόνια φεστιβάλ Ολύμπου», έκδοση επετειακή του οικείου οργανισμού του φεστιβάλ, είναι έργον πρωτίστως του κυρίου Αντωνίου Κάλφα όστις είναι πρωτίστως ποιητής και δευτερευόντως δεκάδες άλλα πράγματα του θεού, των θεών, της φύσης και της τέχνης και του κυρίου Σπύρου Τσιλιγκιρίδη αισθαντικού φωτο-τυπογράφου και επί των καλών γραφιστικών τεχνών, άριστον. Υστερα απ’ αυτούς έρχονται κι άλλοι μέτοχοι ανάργυροι και φιλότιμοι εταίροι μιας ανάδελφης, μοναχικής ωραιότητας αυτής των καλλιτεχνικών βιβλίων.
Εν τω μεταξύ το βιβλίο να σε δυσκολεύει στο πως να το διαχειριστείς. Ως βιβλίο καθ’ εαυτό πρώτα και κύρια, δηλ. ένα υλικό κατασκεύασμα αλλά πνευματικό έργο ανθρώπων, συγγραφέων, επιμελητών, σελιδοποιών, τυπογράφων ή ως περιεχόμενο, που ξεδιπλώνει το βίο και τη θεατρική πολιτεία μιας συμπολιτείας ανθρώπων, καιρών και θεσμών; Τελικά και τα δύο σε έλκουν αλλά κάπου πρέπει να ρίξεις το βάρος κι ας αυτό σε γείρει σαν διάθεση μονόπαντα. Υπάρχεις με τα βιβλία (ως αντικείμενα και περιεχόμενο), με βιβλία θα συνυπάρχεις και γι αυτά θα υπάρχεις.
Οπερ έδει δείξε. Βιβλίο λοιπόν.
Είναι ένα λεύκωμα που αν επιχειρηθεί, διαβάζεται κανονικά με τα κείμενα και τις γλυκείες, ερυθρές, παραπομπές κι υποσημειώσεις τους, κι όχι μόνον περιδιαβάζεται όπως συνήθως γίνεται με τα παρόμοια της κατηγορίας αυτής βιβλιοκατασκευάσματα. Γιατί περιέχει λέξεις, λόγους, θέματα, αναλύσεις, μελέτες, εικόνες που το καθιστούν ελκτικόν στο εκλεκτικόν ομοιοτρόπως αναγνωστικόν κοινόν, μέχρι και στο ελαφρώς ουδέτερον πλήθος του υπαρκτού αναγνωστισμού.
Εγκριτοι εκ της Κατερίνης διανοητές της γραφής και της έρευνας (πλην των αναφερθέντων και οι Ν. Γραίκος, Ν. Βαρμάζης κ.α. καταθέτουν το λόγο τους αλλά και οριακοί δημιουργοί του φεστιβάλ Ολύμπου αυτού του συναρπαστικού θεσμού (κάποτε νόμιζα πως εκεί μαζεύονται ή μπεδρεύονται κάτι δωδεκαθεΐστές παλίμπαιδες) αφηγούνται και θυμούνται την περιεχόμενη 40ραντάχρονη θεατρική ιστορία διεξέρχονται τα θέματα με επιστημονική επάρκεια και γλαφυρά τεχνική της γραπτής αφηγήσεως .
Ο,τι περιέχεται στις σελίδες του μας δείχνει επαρκώς μια συνεχή πορεία ανόδου του θεατρικού τρόπου στις περιοχές της Πιερίας που κυριαρχείται μέχρι δυναστεύσεως από το Δίον το Κάστρο του Πλαταμώνα τις υπώρειες του Ολύμπου κι αλλαχού της Κατερίνης.
Τα εκδοτικά λευκώματα είναι ο γοτθικός ρυθμός στην βιβλιοκατασκευαστική αρχιτεκτονική. Πολυτελή έως πολυτελέστατα περισσότερο διακοσμούν παρά διασκέπτονται και διασυλλογίζονται. Σίγουρα, άπαξ ξεφυλλίζονται και μετά λαμβάνουν περίοπτον θέση με τη ράχη τους προς τα βαριεστημένα βλέμματα των επισκεπτών της οικίας στα εμφανή διακοσμητικά έπιπλα εσωτερικού χώρου, κυρίως εκείνα που είναι δώρα μακρινά, εορτών δεσποτικών ή ατομικών πανηγύρεων. Δίνουν διέξοδο λογία στην αμηχανία κυρίως των αλόγιων όντων, στα προβλήματα της συμβατικής μας καθημερινότητας. Δεν υπήρξαν ποτέ στις επιλογές μου, παρότι κάποια ίσως και να τα νοσταλγούσα και για κάποια μίλησα δημοσίως (Γ. Τσιομπάνου για «Κοζάνη» και Βαγγέλη Nικόπουλου για «Γρεβενά». Αλλά κάμνω μίαν εξαίρεση με το νυν απ’ αυτές που επιβεβαιώνουν τον κανόνα αντιπαθείας μου. Μεροληπτώ σίγουρα αλλά όλοι κάπου και κάπως ζούμε στις εξαιρέσεις των κανόνων μας , κάτι το εντελώς προσωπικό κι ηδονικό, κι ιδίως εκείνες που μας ξεπερνούν από την ισοπέδωση. Οι δημιουργοί των Λευκωμάτων επιμελητές και φροντιστές, συγγραφείς επί το πλείστον σε παράπλευρες αισθαντικές απασχολήσεις, δοκιμάζονται στην τέχνη του συντονισμού των υλικού και στην άψογη κατασκευή και παράθεσή του έτσι ώστε να είναι μια θελκτική ενότητα εικόνας και περιεχομένου. Ο τόμος αυτός της θεατρικής θεωρίας και πρακτικής κι έτσι ας καταλήξω να τον ονομάζω είναι εκτός από το συρμό των Λευκωμάτων άρα εντός των αγαπητικών μου επιλογών και διαθέσεων. Εχει και τα δύο στοιχεία τα οποία κατά τη γνώμη μου αποτελούν τις ελάχιστες κόκκινες γραμμές σοβαρότητας.
Στο εξώφυλλο δεσπόζει o αριθμός 40 χρόνια και ο συνειρμός μας πάει ίσια στο άλλοτε σύνθημα της νεοελληνικής πολιτικής, αγέλης και του εν γένει κομματικά αγελαίου: Σαράντα χρόνια δεξιάς φτάνει πια, (αμ δεν φτάνει) ή στα δημοτικά σαράντα παλικάρια από την Λιβαδειά στο παρά μία τεσσαράκοντα των ρωμαϊκών ραβδισμών στην πλάτη, αλλά και στις σαραντισμένες εικόνες που εμφώλευαν στον νάρθηκα του ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος παρά τον χαμηλόν Αη-Λιά της πόλεως, ανήμερα της Πεντηκοστής. Οριακός αριθμός γεμάτος παράπλευρες ερμηνείες σημαίνοντα και σημαινόμενα.
Αυτά είχα να πω καταθέτων ως μάρτυς υπερασπίσεως ή και κατηγορούμενος δια μεροληψίαν υπέρ του Λευκώματος, τίποτε δηλαδή επί της ουσίας, και γράμματα γνωρίζω.
ΥΓ. Αυτή εδώ η παραδοσιακή φωλιά την οποία ο Δήμος διέσωσε, επιμελώς κρυμμένη ή τραβηγμένη από τα φώτα της δημοτικής δημοσιότητας, σε μια σιωπή έκδηλη προθέσεων και διαθέσεων, ζητά ν’ αποκτήσει φωνή και ύπαρξη στον ρόλο εφ΄ ω ετάχθη ή έστω εσυντηρήθη κι ως ένα σημείο λειτουργεί. Αλλωστε φέρει κι ένα συναρπαστικό όνομα «Μουσείο Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας» υπάρχουν δε στους δημόσιους δρόμους πινακίδες που προτρέπουν τον ξένο να το επισκεφτεί για να το βρει εννοείται μαραμένο και κλειστό, με μόνο θάλλοντα το γεραρό βρωμόδεντρο. Φωνάζει από πέρα και δυνατά πως πρέπει να αποκτήσει λόγο καθημερινό αλλά κι επιστημονικό. Κι αυτό γίνεται με τους νέους ανθρώπους της πόλεως κι όχι με τα προεκλογικά χαρτιά, τη διαρκή γραφειοκρατία και την εν ταυτώ της πόζα. Ο κύριος Δήμος Κοζάνης και περιχώρων που μαθαίνουμε πως πληρώνει τα ενοίκια κι ενισχύει κυβμαλλίζοντες συλλόγους εκ του υστερήματος των δημοτών, κατά σκανδαλώδη διάκριση και μεροληψία, αφήνει ανανεργό έναν οίκο –μουσείο- να ερημώνει και μια πνευματική, επιστημονική δυνατότητα να λανθάνει. Υπάρχουν σκέψεις για το ζωντάνεμα του χώρου στο πλαίσιο του σκοπού του. Ας τους ψάξει και ας μην τρέμει τις σκέψεις των “άλλων” πολιτών γιατί όλοι μας στην αυτή συμπολιτεία καθημερινότητας, προσπαθειών και αγωνίας συζούμε, άρα κανείς δεν περισσεύει ή υπολείπεται.


ΥΓ. Εισήγηση στην παρουσίαση του λευκώματος «40 χρόνια φεστιβάλ Ολύμπου» που έγινε στην αυλή του Μουσείου Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας στις 29 Ιουνίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: