Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Τα 5 κράνη και το λεγένι


Η εντυπωσιακή χειρονομία του αγίου Κοζάνης και περιχώρων να δωρίσει 5 γυαλιστερά κράνη στην Αστυνομία μου θύμισε την περιπέτεια του Δον Κιχώτη όπως περιγράφεται  στο κεφάλαιο ΧΧΙ με τον
τίτλο «Η υπέροχη περιπέτεια και πολύτιμη απόχτηση του κράνους του Μαμπρίνου μαζί με άλλα περιστατικά του ανίκητου ιππότη μας» (μετ. Κ. Καρθαίου, εκδ. Εστίας). Θυμίζω κάτι απ’ αυτήν με αφορμή την κρανοδωρέα έτσι για την όποια σημειολογία του πράγματος.
            Στερηθείς το κράνος του μετά την περιπέτεια με τους κόπανους της νεροτριβής ο Δ.Κ. κι ενώ πήγαινε μετά του κυρίου Σάντσο, όπου τους οδηγούσε ο Ροσινάντε  του «νο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπς αυτιρβπετια με τους κΧΙ με τον τπαρατήρησε απ’ αγνάντια ένα καβαλάρη νο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπς αυτιρβπετια με τους κΧΙ με τον τ που ενο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπς αυτιρβπετια με τους κΧΙ με τον τίχε στο κεφάλι του ένα πρνο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπς αυτιρβπετια με τους κΧΙ με τον τάμα που λαμποκοπούσε σα νάταν από χρυσάφι» και θεώρησε πως αυτό ήταν το κράνος του Μαμπνο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπς αυτιρβπετια με τους κΧΙ με τον τρίνο (που έκανε αυτόν που το φορούσε άτρωτον). Ηταν ο κου του﷽﷽﷽﷽﷽﷽υλικεου ξυροταικμε τους κΧΙ με τον τρέας του γειτονικού χωριού ο οποίος ε του﷽﷽﷽﷽﷽﷽υλικεου ξυροταικμε τους κΧΙ με τον τίχε πάρ του﷽﷽﷽﷽﷽﷽υλικεου ξυροταικμε τους κΧΙ με τον τει το μπρούντζινο λεγένι του ξυρίσματος και τραβούσε προς τα εκεί για τη δουλιά του. Ο γενναίος ιππότης παρά τις λογικές ενστάσεις του Σάντσο του όρμησε λέγοντας:
            «-Υπερασπο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽χεταστεαι, μυ ορμησε κς κΧΙ με τον τίσου τον εαυτό σου, άθλιο πλάσμα ο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽χεταστεαι, μυ ορμησε κς κΧΙ με τον τ, ή παράδωσε μου με τη θέλησή σου εκείνο που είναι δικαιωματικά δικό μου
            Ο κουρέας που δο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽χεταστεαι, μυ ορμησε κς κΧΙ με τον τίχως να το περιμένει, μήτε να το φανταστεί καν, εο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽χεταστεαι, μυ ορμησε κς κΧΙ με τον τίδε ξάφνου νάρχεται καταπάνω του εκείνο το στοιχειό, δε βρήκε άλλον τρόπο για να φυλαχτεί από την κονταριά, παρά ν’ αφεστεί και να πέσει από το γάιδαρό του, και μόλις πε ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μ Κιχ καταγς κΧΙ με τον τάγγιξε στο χώμα, σηκώθηκε αμέσως, πιο σβέλτος κι από ζαρκάδι, και βπε ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μ Κιχ καταγς κΧΙ με τον τάλθηκε να τρέχει μες στον κάμπο με τέτοια γρηγοράδα, που δε θα μπορούσε να τονέ φτάσει μηδέ ο άνεμος. Το λεγένι το παράτησε καταγής, κι ο Δον Κιχώτης έμεινε μ’ αυτό ευχαριστημένος, κι είπε πως ο άπιστος εει﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νηγοβατου καστοριος κΧΙ με τον τίχε κάνει πολύ γνωστικά, και πως εει﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νηγοβατου καστοριος κΧΙ με τον τίχε ακολουθήσει το παράδειγμα του καστοριού, που, όταν το στενοχωρήσουν πολύ οι κυνηγοί, δαγκώνει και κόβει με τα ίδια του τα δόντια εκείνο που από φυσικό του ένστιχτο καταλαβαίνει πως είναι η αφορμή που το κυνηγούνε. Τότε πρόσταξε το Σάντσο να πάρει από χάμω το κράνος, ο οποίος παίρνοντάς το στα χέρια είπε:
            - Θε μου τι όμορφο λεγένι ! Και σίγουρα θα τ’ αξίζει τα οχτώ γρόσια στα γεμάτα...»
            κ. λπ.ει﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νηγοβατου καστοριος κΧΙ με τον τπε ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μ Κιχ καταγς κΧΙ με τον τ

Δεν υπάρχουν σχόλια: