Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

«Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο»



Το φετινό βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία κλήρωσε στον Τούμας Τρανστρέμερ, το σημαντικότερο ποιητή της Σουηδίας σήμερα, ο οποίος γεννήθηκε το 1931. Στα ελληνικά τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου το 2004 από τις εκδόσεις PRINTA
         Απ’ αυτό το βιβλίο καταγράφω κάποιους στίχους του υπογραμμισμένους με το κόκκινο μολύβι εκείνου τον καιρού.

Η Πετρούπολη βρίσκεται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τον αφανισμό
(είδες την όμορφη στον κεκλιμένο πύργο)
και ο δυστυχής αιωρείται ακόμη πάνω από τις παγωμένες γειτονιές
σαν μέδουσα μέσα στο παλτό του

Μια ώρα πάνω από τα βάσανα (20-9-2006)

Και τρώω τη σιωπή που με τυλίγει

Ενα μεγάλο γράμμα προσπαθεί
μάταια να χωθεί στη σχισμή μεταξύ ξύπνιου και ονείρου
                                              (πρωί 1-1- 2005)

Ο Ριζοσπαστικός κι ο Αντιδραστικός συζούν σαν δυστυχισμένο ζευγάρι
ο ένας έχει διαμορφώσει τον άλλο κι εξαρτάται απ’ αυτόν

Ημουνα ανώνυμος
σαν εν αγόρι στην αυλή ενός σχολείου περικυκλωμένο από εχθρούς

Οι σκοτεινοί τόμοι, αμίλητα πρόσωπα

«Σας ζηλεύω. Η φύση δεν μου λέει  τίποτε.
Αλλά οι άνθρωποι σε τοπίο, αυτό μου λέει κάτι»

φύκια που επιπλέουν με τη βοήθεια φυσαλίδων, όπως επιπλέουμε κι εμείς με τη βοήθεια ιδεών

Υπάρχουν μέρες που η Βαλτική είναι μια ήρεμη απέραντη στέγη,
Ονειρέψου τότε αφελώς κάτι που πλησιάζει σερνάμενο στη στέγη και προσπαθεί να ξεμπερδέψει τα σχοινιά της σημαίας
που προσπαθεί να υψώσει
το κουρέλι

η σημαία είναι τόσο φαγωμένη απ’ τον άνεμο και τόσο
καπνισμένη από τις καμινάδες και ξεθωριασμένη απ’ τον
ήλιο που μπορεί ν’ ανήκει σε όλους

Ως την αυγή που έρχονταν οι σκουπιδιάρηδες
κι έκαναν φασαρία με τους τενεκέδες, τις γαλήνιες
γκρίζες καμπάνες κάτω στην πίσω αυλή
που ήχος τους με κοίμιζε        (1-1-2006)

Τους μελαγχολικούς μήνες η ζωή μου έβγαζε σπίθες μόνον όταν έκανα έρωτα μαζί σου
Τους μελαγχολικούς μήνες η ψυχή μου ήταν σωριασμένη
και δίχως πνοή
αλλά το σώμα μου πήγαινε ίσια σε σένα
Ο νυχτερινός ουρανός μούγκριζε
Αρμέγαμε στα κλεφτά το σύμπαν κι επιζούσαμε

Χίλια χρόνια πριν από τη γέννηση της κλειστοφοβίας  (11-4-2006)

Δεν είμαι κενό, είμαι ανοιχτό

Η αλήθεια είναι πάνω στο χώμα
αλλά κανείς δεν τολμά να τη πάρει
Η αλήθεια κείτεται στο δρόμο
Κανείς δεν την κάνει δική του  (Μ. Δευτέρα 17-4-2006)

Με κουβαλά η σκιά μου
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της

Ανθρωποι με μέλλον
αντί για πρόσωπο

Ο Λιστ έγραψε στο χαρτί μερικές συγχορδίες οι οποίες
είναι τόσο βαριές που θα έπρεπε να σταλούν
στ’ ορυκτολογικό ινστιτούτο της Πάντοβας για ανάλυση

Ενας υπόκωφος ήχος τούμπας με διαπερνά
Είναι η φωνή φίλου, άρον τον τάφο σου και περιπάτει

Δες πως κάθομαι
σα βάρκα τραβηγμένη στην  άμμο
Είμαι ευτυχισμένος εδώ.                 (Μάννα, Μ. Πέμπτη 2006)




Δεν υπάρχουν σχόλια: