Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Μέρες Νοεμβρίου 1973 τέλος Οκτωβρίου του 2011;

Ανθρωποι που δεν κοιτάνε την παρέλαση

Σκύλος που έτρωγε μισό σάντουιτς με λουκάνικο

         Υπερβολές...
         -Τηρουμένων των αναλογιών...
         Προφανώς και εννοείται. Ομως οι πραγματικότητες κάθε φορά είναι οι πραγματικότητες της εποχής και των ανθρώπων της, πάσα δε μεταξύ τους ομοιότητα είναι προϊόν της ιστορίας κι όχι των συμπτώσεων.



         Κάθε εξουσία θαρρείς κι έχει εξάρτηση από την κοκαΐνη της επίδειξης και στήνεται στις εξέδρες για να θυμιάζεται από τους υπηκόους της, να τους χειροκροτεί η μάζα - ο λαός που φορές μοιάζει με πολτό. Επέτειοι γιορτές άγιοι κ.α. θεσμικές πλέον ανοησίες, όπως τις κατάντησαν· στολές, κουστούμια, ράσα αδειανά. Πατρίς –Θρησκεία - Παρελασιοκρατία. Το τραβάει η ψυχή τους όπως τούτη την εποχή τραβούν το κρασί από τα στέμφυλα.
         Τα πλέον πειθήνια, ως υπάκουα εξ ανάγκης, μέλη του όλου, οι μαθητές και οι στρατιώτες· οι ελπίδες δηλαδή του έθνους, κάθε τόπου, κάθε οικογένειας· κι εδώ ν’ αρχίζει το δράμα: σπουδές κι ανεργία.
         Μαθητές και στρατιώτες στοιχημένοι και ζυγισμένοι στην παρέλαση κι όχι στα άτακτα μπουλούκια σκορπισμένοι.
         Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε. Αλλά έπαψε να είναι έτσι.
         Στις εξέδρες οι μουστακαλήδες (προσοχή όχι οι Μουστακλήδες -λέω το όνομα ενός πρόσφατου αγίου- και οι Γλέζοι), οι άκαπνοι παρασημοφορτωμένοι, οι γενειοφάντες με τις προτεταμένες γαστέρες. Λίγο πίσω οι παρακεντέδες της κάθε φοράς, και της κάθε εποχής οι γυμνοσάλιαγκες. Αυτά είναι τα ηρωικά παιδιά της νυν Ελλάδας τα βολεμένα παιδιά της, που της ξετίναξαν τα πέταλα.
         Τα παιδιά είναι πάντα παιδιά, αλλά δεν θα μείνουν για πάντα έτσι. Στη γωνία του χρόνου, τους την έχουν στημένη οι στημένοι στις εξέδρες για να αποστάξουν κάθε τι ζωντανό που έχουν μέσα τους ρίχνοντάς τα στις μυλόπετρες της ανάγκης (εξ ου και η οργή τους).
         Τώρα όμως καθώς περνούν από μπροστά τους, αφού έτσι τους υποχρέωσαν στο σχολείο με κάτι φουκαράδες γυμναστές να τους ποδηβατούν, τους φτύνουν καταπρόσωπο με τη στροφή της κεφαλής αριστερά. Ο,τι λυπηρότερον και συναρπαστικότερον. Κι αυτοί Ιησούδες ή Ιησουίτες στρέφουν και την άλλη παρειά. Στο μαρτύριό τους οι καημένοι! Που θα πάει, όμως,  θα τελειώσει. Πάλι ωραίοι θα είμαστε.
         Εν τω μεταξύ γελούν χαριεντίζονται, αμηχανεύονται, όπως στις αποκριές και στο καρναβάλι τους.
         Απέναντί τους κόσμος που γιουχάρει άγρια αυτούς κι ό,τι εκπροσωπούν πια σαν συνέχεια ενός πολιτικού συστήματος αξιών που μυρίζει πτωμαΐνη. Δεν είναι πολλοί. Τηρουμένων των αναλογιών τόσοι ήταν και στο Πολυτεχνείο. Θεσσαλονίκη –Αθήνα το 1973. Οι άλλοι, οι πολλοί, πάντα περιμένουν τους λίγους. Δεν πειράζει! (Εμένα μου λες;)
         Γιατί θυμήθηκα εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη. Εχουν τόσα αλλάξει. Εχουμε πρωτίστως δημοκρατία (χρεοκοπημένη) σε όλο το μήκος και το φάρδος της. Ο στρατός, της Ελλάδος ο φρουρός, να περνά μπροστά τους συντεταγμένα και φτάνει. Τότε μέσα στα Πολυτεχνεία  ήταν οι φοιτητές κι έξω τους περίμεναν οι φαντάροι που πάνε πάντα μπροστά. Οπως τότε σαν σήμερα. Τώρα οι μαθητές αντιστέκονται με τον αυθορμητισμό και τον χαβαλεδισμό τους. Παιδιά είναι δεν έχουν να χάσουν τίποτα, ότι τίποτε δεν έχουν να περιμένουν απ’ αυτούς που τώρα κεφαλοαποστρέφονται.

         Χρόνια είχα να βγω στην παρέλαση από τότε που η κόρη μου μονοπωλούσε την πρώτη σειρά κι όχι μόνον λόγω ύψους και μας υποχρέωνε εκόντες άκοντες να συγκινούμεθα.
         Πήγα τώρα.
         Ακουγα και το «Ψωμί παιδεία, ελευθερία / η χούντα δεν τελείωσε το ‘73» και ένοιωθα κάπως. Λες; Τότε τι μας συνέβη τόσα χρόνια; Απλώς μόνο μεγαλώσαμε;
         Η δραξ των ενεργών, ηρωικών πολιτών όλης της χώρας (τηρουμένων των αναλογιών και των εποχών) να εκφράζουν, φορές κι αλυχτώντας, το σιωπηλό πλήθος, το οποίο ένδον ζητούσε περισσότερα. Τι όμως; Να τους ορμήξουν άραγε; Θέαμα ίσως...
         Ακουσα δίπλα μου ένα ξεκάρφωτο κοφτό «ου». Κάπως άτολμο. Είμαι στην απέναντι όχθη των γαυριούντων. Λες να έφυγε από μένα ασυναίσθητα, χωρίς να το καταλάβω; Παρασύρθηκα κι εγώ; Μπορεί! (- Τι μπορεί εσύ ήσουνα). Πάει έφυγε, πέταξε. Δεν το έστειλα  κι ούτε το πήρε κανείς επί του προσωπικού, διευκρινίζει ο μικροαστισμός μου. Αλλά σε ό,τι εκφράζουν αυτοί ούτοι, το οποίο μας χρεοκόπησε και μάλιστα  εφ’ όλης της ύλης μας.
         «Και χάρηκα που μπόρεσα να βλαστημήσω...» με τον Γ. Ρίτσο.
        

         ΥΓ. Κάτι χυδαία μούτρα που δεν απέχουν πολύ από αυτό που ονομάζουν λαμόγια, λοιδωρούν συλλήβδην τη γενιά του Πολυτεχνείου. Οταν η ελληνική ιστορία θα ξαναβγάλει από τα σπλάχνα της γενιά που θα ρισκάρει επί της ουσίας κάτι της, τότε τα ξαναλέμε. Τότε όλοι είχαν όνομα, δεν ήταν ανώνυμοι ασπλάκες και γεωσκώληκες.

         ΥΓ. Ενοχλήθηκε ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας από την ασύντακτη  παρέλαση της οργής  κι έφυγε από την παραλία της Θεσσαλονίκης. Τον εκάστοτε πρόεδρο κατά σύμβασιν τον θεωρούν σύμβολο της ενότητας (ποιάς ενότητας δηλαδή;) του Εθνους δηλαδή όλου του απλού λαού, παρότι δεν τον εκλέγει ο ίδιος αλλά το κομματικό αλισβερίσι. Εστω. Πότε όμως έσκυψε με συντριβή πάνω στην θλίψη, την απελπισία, την αγανάκτηση του κόσμου; Εχει κι ένα μεγάλο όπλο στα χέρια του με το οποίο μπορεί να κόβει τον πολιτικό καιρό στα δυό· την παραίτηση.
         Είναι τόσο λίγος λοιπόν;
        
        

1 σχόλιο:

δημήτριος παν. μεντεσίδης είπε...

Αμφισβητήθηκε το παρελθόν του πολυχρονεμένου μας πασά και κινδυνεύει η δημοκρατία, οι μεν.
Το παρελθόν και το πόθεν έσχες των εκλεκτόρων του είναι στο απυρόβλητο.
Όλα έχουν κάποιο όριο, οι δε.
Οι εκπαιδευτικοί με τα μεταπτυχιακά και τις λαμπρές σπουδές που υποχρεούνται στο όριο των μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού εκατοντάδων ευρώ,λες και δεν υπάρχουν.
Πίκρα για τη ματαίωση της παρέλασης κατά τα άλλα. Σιγά τα ωά.
Ρε άι σιχτίρ βαλκάνιοι άθλιοι με την αισθητική των σταδίων.
Είμαστε τελικά πιο κοντά στον Αλή πασά παρά στο Σωκράτη, όπως είπε κάπου η Σώτη Τ.