Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

«Το Χαμένο ποίημα» που βρέθηκε παρά τον ποταμόν Ληθαίον Τρικάλων



Σε μια διήμερη επίσκεψή μου στην πόλη αυτή που τη διασχίζει ο Ληθαίος ποταμός (ερχόμουν από πόλη που δεν έχει ποτάμι άρα η ψυχή μου ήταν γεμάτη θλίψη κατά την άγνωστή μου Βουλγάρα ποιήτρια) αλλά και σ’ ένα πέρασμά μου απ’ αυτήν καθ’ οδόν προς ιεράν Μονής Τατάρνης Καρπενησίου, για λίγο καθόμουν στο λυρικό μέρος της πλατείας κι όχι στο ηρωικό της, δίπλα στο ποτάμι. Συνομιλούσα με το τίποτε σχεδόν της προτομής του ποιητή Κλαύδιου Μαρκίνα δηλαδή του Γεωργίου Αργυρόπουλου. Τον αγάπησα χωρίς να γνωρίζω το έργο του. Κάτι λίγα που διάβασα δικά του αργότερα μου τα έστειλε ο Ηλίας και δεν μπορώ να πω ότι τα κράτησα στη μνήμη. Ομως αυτή η χωρίς πολλές αξιώσεις γλυπτική σύνθεση άρα και αναφορά στο σήμερα ενός ποιητή στην πόλη σ’ ένα χώρο τόσο αισθαντικό με έθελγε ως σύνολον θέμα και θέαμα. Μια συγκίνηση φιλολογική αλλά κι ελαφρώς φυσιολογική με νότιζε σαν την περιρρέουσά του υγρασία. Η πόλη ξεχώριζε τον ποιητή με τη λιτότητα και την ευγένεια που επέβαλε η ουσία της δημιουργίας του, ο τρόπος, η ζωή, το έργο του. Αυτό ήταν για μένα αρκετό για να διατηρώ περαστικός από τον τόπο και τα συν αυτά του, μια φευγαλέα συμπάθεια.
Στη δική μας πόλη μας ο ποιητής Γ. Σακελλάριος, γλυκύς ως αρχιμανδρίτης και θρηνώδης ως η Κασάνδρα στο κάστρο του Ιλίου ή η Ελεονόρα στο «Κοράκι» του Πόε, στη ρομαντική του φύση και ποίηση την περίοδο του ύστερου νεοελληνικού διαφωτισμού, τιμάται, φανταστείτε, ως ήρωας του μεγάλου αγώνα, και παρά πόδας του, στα ριζά του βάθρου του θέλω να πω, καταθέτει, σε κάθε επέτειο και εθνική εορτή, στεφάνια η μαρίδα της εκάστοτε εξουσίας. Τι θλίψη, οποία κουφότητα συνεπεία αφόρητης άγνοιας κι έλλειψη στοιχειώδους αίσθησης των ιστορικών, πνευματικών αλλά και δημοσίων πραγμάτων. Ετυχε να ζει εκείνο τον καιρό και σταδιοδρόμησε ως ιατρός των Τούρκων μπέηδων κι αγάδων με πρώτο τον Αλή Πασά. Ετσι ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει.
Καθήμενος έναντι της προτομής του Γ. Αργυρόπουλου συλλογιζόμουν την λεπτότητα της χειρονομίας των Τρικκαίων πολιτών που διαδηλώνουν την εκτίμησή τους προς την ποίηση και τον ποιητή κι αυτό να σημαίνεται στο ποτάμι της καθημερινότητάς μας και στο διαρκώς. Αφού μια πόλη εκτιμά τα παραπάνω επεκτείνοντας κάπως το συλλογισμό μου νομίζω πως το ίδιο θα συμβαίνει με τους σημερινούς της εκφραστές, οι οποίοι διακρίνονται στο ευρύτερο και μέγα πανελλήνιο. Φιλοξενούμεθα με τη γυναίκα μου στο νεοκλασσικό ξενοδοχείο Πανελλήνιο στο οποίο προσεγγίζοντας περί το εσπέρας ακούσαμε την μαγευτική συναυλία των ...χιλιάδων σπουργιτιών που την έδιναν στις φλαμουριές της όχθης. Πρέπει να νιώθει πολύ όμορφα αυτός ο τόπος, δεν είναι απαραίτητο και περήφανα, γιατί αυτό το αίσθημα ανήκει στους συνηθισμένους ανθρώπους, για τον σημερινό μας ποιητή και ξεχωριστό πνευματικό άνθρωπο που εδρεύει σώματι στον Μέλιγο (δεν ξέρω πως και που είναι η πολίχνη) αλλά κατοικοεδρεύει ψυχή, σκέψη και λόγος στις ευγενέστερες πτυχές κάθε καλλιεργημένης οντότητας. Μια από τις νύχτες μου στα Τρίκαλα με βροχή κι αέραν άγριο, τα εντελώς κίτρινα φύλλα σε στρώμα φθινοπώρου, καλή ώρα όπως την εποχή ετούτη, τον εν προτομή ποιητή στην ασάλευτη σιωπή του και τον νυν στα Χάικου του, κατακράτησα σαν πολύτιμο ίζημα στην ψυχή μου τη νοσταλγία για τα όλα της.
Το σήμερά μου εδώ ανανεώνει το ρεπερτόριο της.
Είχα μαζί εννοείται την ποιητική συλλογή του Ηλία Κεφάλα «Σιωπητήριο χιονιού» 134 χαϊκού και υπό το κράτος των ανωτέρω διαθέσεων ευρισκόμενος σε ποιητική έξαψη προέκυψε και σε μένα ένα χάικου εξάνθημα φθινοπώρου ή σημάδι ανολοκλήρωτης κι ατελέσφορης εφηβείας.
Είμαι, ήμουν, διετέλεσα κι εγώ ποιητής σκέφτηκα, και σκέφτομαι τώρα μετά την μπρος πίσω ανάγνωση του βιβλίου του Η.Κ. «Το χαμένο ποίημα» και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει στο οπισθόφυλλό του προχωρώντας μια σκέψη του Τζών Κήτς πως ο ποιητής είναι ο λιγότερο ποιητικός άθρωπος. «Ο ποιητής είναι ποιητής μόνον όταν βρίσκεται μέσα στο ποίημα του, δηλαδή, όταν γράφει. Οταν οι λέξεις τον εγκαταλείψουν κι εγκατασταθούν οριστικά μέσα στο ποίημα, τότε ο ποιητής απομένει ένα κοινός άνθρωπος.» Εξηγείται ούτως από αυτή την ποιητική μέθοδο του Η.Κ. και σε μένα του τι είμαι κάποιες στιγμές στην πολιτεία των γραμμάτων που θέλω να περιδιαβάζω και στη μοναχικότητα των ποιητικών φαινομένων που ενδιατρίβω αλυσιτελώς.
«Ο ποιητής ίσως εξωτερικά και να δείχνει ως ο πλέον ασήμαντος όλων» γράφει. Δεν έχω τι το εξαιρετικό πάνω μου, ένας κοινότατος πολίτης είμαι, ούτε μουστάκι φέρω, ούτε γυαλιά διαρκείας, ούτε ενδυμασία εξεζητημένη, ούτε καν βλέμμα ονειρώδες διαθέτω κ.λπ. Αρα μπορεί εκ τούτου να λάβω τίτλον ποιητικής διαπιστεύσεως ενώπιον τς ιστορίας του τίποτα.
Σε μια παγκόσμια διάσκεψη για την ποίηση στη Θσσλνκ. (τη μέρα του παγκόσμιου, εαρινού εορτασμού της δηλαδή), όταν εις υγείαν της τρωγοπίναμε σαν φίλοι (σπουργίτες) πέφτοντας λιμασμένοι στα σταφύλια του Υπουργείου γραμμάτων και απαγγέλναμε (τσίρι τσίρι τσίρι τρο τσιριτρί τσιριτρό) επί υπουργείας του νυν Υπουργού των όπλων, κλήθηκα στο εδώλιο-έδρανο να διαβάσω κι εγώ κάτι, εντός του ποιητικού θέματος, ως συνδιοργανωτής και θεσμικός παράγων που διατελούσα τότε. Με θεώρησαν δηλονότι ποιητή για την ποιητική μου ίσως δημοσιογραφία που μετέρχομαι στα πεζά κείμενα αλλά και κατά μόνας (μοναχικές ηδονές). Διάβασα ένα ας το πούμε ποίημα για έναν ταπεινό Κοκκινολαίμη. Στο βήμα μ’ ακολούθησε ο άγνωστός μου τότε, ως σώμα ανθρώπου, όχι ως πνεύμα και γραφή, Αργύρης Χιόνης, ποιητής και γεωργός, καλλιεργητής ψυχών πάντων των εν Θροφαρίου Κορινθίας οικούνταν και ευρισκόμενων ευαίσθητων ανθρώπων της υπαίθρου χώρας. Κι αυτός για έναν Κοκκινολαίμη μίλησε. «Αδελφοποιητοθήκαμε» κατά κάποιον τρόπο. Τα δυό πουλιά μας έφεραν το ίδιο όνομα αλλά πόρρω απείχαν μεταξύ τους. Το ποίημα αυτό και τον Αργ.Χ. σκιαγραφεί ο αγαπητός μου Η.Κ. στα ένδον του βιβλίου του, και τώρα κι εγώ κατάλαβα τι ήθελε να πει ο ποιητής και τι ήθελα ίσως να σιωπήσω εγώ, που ξέχασα ακόμα αν και που υπάρχει αυτό το ποιητικό μου σχεδίασμα απελπισίας. Αναφέροντας το ποίημα του Γ. Δροσίνης για τον Γερανό και τον Καλογιάννο (Κοκκινολαίμη) με ρήμαξε η ανάμνηση του χαμένου παιδικού μας άλλοτε.
«Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο Γερανός τα πελαγώνει
Η φλύαρη χελιδονοφωλιά
Χορτάριασε παντέρημη και μόνη...»
Με το βιβλίο αυτό ήδη μαθητεύω σε ζητήματα που μου ήταν και είναι οικεία έως συναναπνοής αλλά και μακρινά ως γνώση συντεταγμένη κι όχι χαλαρή κοντόμακρη άποψη.
Ετσι, το λοιπόν, ήμουν κι εγώ εκεί, όχι με τους Ούννους του Αττίλα, που κάποτε διεξερχόμασταν ενήδονα στα εικονογραφημένα κλασικά, αλλά με τους ποιητές του άνω μας κόσμου. Αμέσως μετά, αλλά και αργότερα, όλο το έλλογο κοπάδι δεν γυρεύαμε ούτε το χαμένο ποίημα ούτε τον κρυμμένο ποιητή, αλλά για την απωλεσθείσα ποιητική αθωότητα της μόλις πράξης, που βάρβαρα παραβιάσαμε τη λεπτότητα της, αφού αύτανδροι βυθιστήκαμε, τι λέω ορμήσαμε, σ’ ένα ψάρι, που μαγιάτικο το λέγαν, μεγάλο σαν μικρό μοσχάρι. Κορασίδες που έχασαν μεν την ανατομική τους ακεραιότητα αλλά βρήκαν κάποιες από τις ουσίες της ζωής.
Οτι ποίηση είναι η επιθυμία του ανέφικτου και η στάγδην πραγματοποίηση του ονειρικού στο πλαίσιο του μίζερα δυνατού.
Επί του πραγματικού τώρα λίγα δικά μου αφού τα πολλά θα τα πει ο παραδίπλα μου ειδικός. Ο Η.Κ. είναι ως γνωστόν γενικώς, ποιητής, πεζογράφος (μυθιστόρημα ευτυχώς δεν έγραψε εισέτι) και κριτικός λογοτεχνίας. Ως πολύ γνωστόν σε μένα, είναι εξέχων ποιητής, δόκιμος πεζογράφος και εμβριθέστατος κριτικός επί της λογοτεχνίας. Η αξιολόγηση αυτή είναι μεν εντελώς προσωπική -άλλωστε δεν υπάρχουν αντικειμενικοί κριτικο-δείκτες- αλλά διεκδικεί κι ευρύτερη αποδοχή χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα θράσους ημιμαθούς ούτε και φιλοφρόνηση φιλίας. «Ποίηση και κριτική πρέπει να βλέπουν το ποίημα» γράφει ο Αντ. Κάλφας (γεν. του Κάλφαντος), στα «Πληγώματα και τις Φαρμακείες» του, ήγουν σχόλια για την ποίηση και την ποιητική τέχνη, και συνεχίζει «Το ποίημα είναι και αυτό που δεν βλέπουμε ή αυτό που οφείλουμε να αφήσουμε στο σκοτάδι». Την ουσία αυτών των φράσεων αλλά και άλλων αναλύει με συναρπαστική αναγνωστική ευχέρεια ο Η.Κ. Η πιο πρόσφατη σύμπτωση μας επί της αυτής κριτικής τραπέζης για παρουσίαση ποιητικού βιβλίου (ερήμην πάντα του ποιητή του ότι είναι κι αυτό μια τέχνη του δημιουργείν έμφαση παρουσίας δια της απουσίας), αυτός σφιχτός κι εμπεριστατωμένος κριτικός κι εγώ πλαδαρός ωσάν γαστέρα αγύμναστη, έλαβε χώρα πριν λίγες μέρες στην Αθήνα και μάλιστα εντός ιερού ναού. Εκεί λειτουργούσαμε αυτός ως ιερέας κι εγώ ως υποδιάκονος, οι δε κανονικοί ιερείς έψελναν αυτά που γνώριζαν καλά.
Στον παρόντα τόμο δοκιμίων με κύριο λόγο την ποίηση-ποιητική θεωρία και πράξη- το κέντρο ενδιαφέροντος του είναι αυτό το περίεργο ον, δίποδον προφανώς, άπτερον καταφανώς (μόνον κάτω από αυστηρές συνθήκες εσωστρέφειας αποκτά νοητά φτερά στην πλάτη του) και ρομαντιώδες αθεράπευτα. Καλείται από τους άλλους «ποιητής» κι αυτό φαίνεται σαν μετρημένος έπαινος, ψόγος ήπιος, ή κρίση συγκατάβασης για τη συγγνωστή ελαφρότητα του να ασχολείται με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Εκεί δηλαδή που πρέπει να κάτσει και να επωάσει τα αυγά ενός μυθιστορήματος το οποίο θα πιάσει τόπο στις προτεραιότητες των εκδοτικών οίκων και στις επιθυμίες του αναγνωστικού κενού, να βγάλει ίσως και χρήματα, εν τούτοις ετούτος, ας πούμε, ο κ. Ηλς Κφλς, όπως κι ο συμπαρακαθήμενος μου Αντ. Κάλφας (γενική του κ.λπ.), κατατρίβονται με της ποιήσεως και της κριτικής τον τρόπο, με τον οποίο όχι μόνον δεν κερδίζεις αλλά απεναντίας χάνεις κανονικά χρήματα, χρόνο, ανθρώπους και άλλα άξια λόγου καθημερινά ουσιαστικά και ρήματα. Ο ποιητής είναι ο χαμένος από χέρι στην υπόθεση της βιβλιο-καθημερινότητας. Υπάρχει για να συνομιλεί ψυχικά ιδιοτελώς αλλά βιώνει υλικά το ανιδιοτελές. Είναι που λέμε για την ιστορία κι όλα τ’ άλλα είναι για αυτόν φιλολογίες.
Μόνον ο ίδιος (ο γνήσιος δηλονότι κι όχι τ’ αμέτρητα καταγραφόμενα ως νούμερα) δεν τολμά να το δηλώσει ενυπογράφως ότι είναι ένας αυτοαπασχολούμενος σ’ αυτή την τέχνη κι εκδίδει δελτία παροχής υπηρεσιών προς τον ανθρώπινο μικρόκοσμο με τον οιονεί εργοδότη του να βρίσκεται στο απέραντο των λέξεων, στο απύθμενο των αισθημάτων, στο άχρονο τώρα στο ορισμένο του απείρου, στο καθημερινό απερινόητο (απροσδόκητο) αφού αυτά μπορεί να τα ορίζει και να ζεύει η σκέψη του, όταν αυτή διαποντίζεται στα θολά βάθη της επιθυμίας και διαπορθμεύεται στη νήσο του ανέφικτου. Αυτό που είναι δηλαδή η επικράτεια της ποίησης στην οποία ο δημιουργός είναι εν ταυτώ εξουσία και λαός και χάνεται είτε γιατί ρεμβάζει είτε γιατί και το συνηθέστερον αναστενάζει (αλλά ποιός τον ακούει;).
Εν τω μεταξύ που πάει η μουσική όταν χάνεται αναρωτιούνται με περισσή αισθαντικότητα ορισμένοι. Μια ωραία ανεικονική εικόνα που θα μπορούσε να ειπωθεί και ως: «Που πάει το ποίημα όταν χάνεται μετά δηλαδή που τ’ ακούς ή το διαβάζεις». Και τα δύο καταλήγουν στον αυτό χωροχρόνο του σύμπαντος καθώς εξαερούνται, αυτά τα μοναδικά αισθήματα τα οποία εκλύονται από τον δημιουργό και ενδύουν τα γυμνά σώματα του ψυχισμού μας ή επενδύουν στα ίδια ποικιλόμορφα κεφάλαια ανθρώπου για μια κερδοφορία στο διαρκές χρηματιστήριο των μη αποτιμώμενων σε χρήμα, αξιών.
Το προκείμενο βιβλίο είναι για τους αναγνώστες ειδικούς της ποίησης αλλά και για τους πάσχοντες ποίηση. Προτάσσει στο αναζητούμενο ουσιαστικό τη μετοχή «χαμένο» η οποία εμπεριέχει μέσα της όμως μια εντελώς ηθική και γλυκιά αίσθηση απώλειας. Ενα ποιητικό συμφραζόμενα που χάνει την νοηματική καθ’ αυτή απαξία του και γίνεται ένα λογοτεχνικό παρακολούθημα. Η λέξη και οι λόγιες προεκτάσεις της συνδέθηκε με πολλά ωραία δημιουργήματα: «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», «Η χαμένη άνοιξη», «Χαμένος ορίζων», «Χαμένοι στη μετάφραση», «Χαμένη Ατλαντίδα», αλλά και τα λίαν λαϊκά ακούσματα «Για σένα άπιστη αργοπεθαίνω για σένα έγινα κορμί χαμένο», «Τα χαμένα» της κ. Γιαρμπή, ή το γενικόν αξίωμα «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» άλλου τινός, μέχρι και το λίαν αισθαντικό «Χάθηκες» του Μ. Θεοδωράκη.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Η.Κ. δεν θα βρεις κανένα χαμένο ποίημα. Αν ήταν έτσι ήδη θα το εύρισκε τηλεοπτικά η ευαγής κυρία Νικολούλη. Θα ανακαλύψεις-ίσως μακάρι- κάτι άλλο μοναδικό και εξόχως συναρπαστικό.
Θα διαπιστώσεις δηλαδή πως έχασες πολύτιμο χρόνο ψάχνοντας στο εφήμερο της ύπαρξης σου ό,τι κατατρώει την ψυχή λεηλατημένος εν τω άμα από πλείστες όσες αδηφάγες μειονότητες ακαλαισθησίας, ευτέλειας, ασημαντότητας κ.λπ., κ.λπ.
Ας αισιοδοξούμε μελαγχολώντας παρ’ όλ’ αυτά οι περί των ποιητικών μας πραγμάτων πάσχοντες ποιητές, αναγνώστες ακόμα και οι προβληματισμένοι έως και προβληματικοί ψηφοφόροι των κομμάτων.
«Απελπισμένοι της ποίησης είστε το νέο μου σύμβολο. Ο υπέρτατος έπαινος σας ανήκει» δια χειλέων του Ηλία Κεφάλα και των λοιπών μετ’ αυτόν μαρτύρων κι αγίων.
Προσυπογράφω και περνώ για μια ύστερη φορά από τη γέφυρα του Ληθαίου ποταμού ο οποίος της λήθης τα επόμενα επεξεργάζεται και στης ποίησης την παραμυθία θύει, θέλω να πω κυλά, ίσως κι ερήμην μας.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Εν εκκλησίαις, τώρα, ανυμνείτε τον Π. Β. Πάσχον


Χθες Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου και των ελάσσονων αγίων Ξανθίπης Νικολάου, Πολυξένης κ.λπ. σήμερα Θέκλης μεγαλ. και η ανάμνηση θαύματος Μυρτιδιωτίσσης, (Της Μυρτώς δηλ.) και Αχμέτ νεομ. 24 Σεπτεμβρίου στη ΛΕΥΚΟΠΗΓΗ, λοιπόν. Κάτω από τον αιώνιο (τι κοινότοπος λόγος, αλλά και πόσο αληθινό συνάμα και μεγαλειώδες πάντα, το δέντρο αναφοράς, αφού πρόκειται για τον πλάτανο, τον ευρωστότερο των ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ) εκεί ξεφυλλίζω, υπογραμμίζοντας με κόκκινη μπογιά σημεία, παραγράφους, λέξεις, εικόνες του ποιητικού βιβλίου του Π.Β.Π «Αγγέλων αγαλλίαμα». Ταυτόχρονα αφήνομαι στη βιωμένη νοσταλγία που λάθρα ζω μέσα από τα αισθήματα των άλλων, δηλαδή του Π.Β.Π., θέλω να πω. Ο ποιητής βρίσκεται σ’ ένα διαρκές πηγαινέλα με τις αφετηρίες του είναι του, οι οποίες διαδηλώνουν την αθωότητα και τον παράδεισο του συντελεσμένου που απομακρύνεται στο βαθμηδόν άδειο της μνήμης και με την αδημονία εκείνου που ίσως και να έρχεται. Ο πλάτανος κατ’ έτος ξεφλουδίζεται, ρίχνει το δέρμα του, δηλονότι ανανεώνεται κι αυτό είναι μια ένδειξη υγείας κι ευρωστίας. Στα οικεία χωρικά χώματα ειρηνικά φίδια αφήνουν το πουκάμισο.. τους και ξαναμπαίνουν μετά τη νάρκη στη ζωή, στα αμπέλια του χωριού, τους χωματόδρομους, τα μονοπάτια, τις πέτρες, τα χωράφια τα έλατα, τα τοπία δηλαδή τα οποία στέκονται συνεχώς σημαδούρες επιστροφής του.
...Ενα θάμβος
με τύλιξε και ξάφνου βρέθηκα μες στα λιβάδια
της Κοζάνης να περιδιαβάζω στα βουνά, στους κάμπους,
όπου το ουράνιο τόξο σμίγει τον αιώνιο πλάτανο
με το καμπαναριό του Αη-Προδρόμου...Τώρα
μπορούσα ν’ ανοιχτώ, με τα πουλιά και τα λουλούδια
σ’ ένα άλλο ύψος, σ’ ένα καθαρότερο ουρανό!
Είναι απόγευμα γαλήνιο του Σεπτεμβρίου και αυτό να μοιάζει με την ηλικιακή και ποιητική ωριμότητα του ποιητή. Δίπλα μου τα φύλλα του μεγάλου δέντρου πέφτουν κατά εκατοντάδες σε λίγο κατά χιλιάδες μια πλατεία γεμάτη με το φτασμένο κίτρινο και το νερό από το λάκκο να πυχτώνει με την ασφυκτική παρουσία των φύλλων. Οπως και οι λέξεις του συγγραφέα, αυτό το πολύβουο μελίσσι- στα υπερεκατό τόσα βιβλία του, σε όλους τους στόνους της συγγραφικής του οντότητας (κι ωραιότητας συμπληρώνω χωρίς επιφυλάξεις).
Τι σημαίνει άραγε το ότι ένας πνευματικός άνθρωπος υψηλών, επιστημονικών προδιαγραφών διακόπτει το ορθολογιστικό αυστηρό, συγκροτημένα επιστημονικά, πανδαιμόνιο γνώσεων και προσφεύγει στο γλυκό μουρμουρητό της ποιητικής αφήγησης, να πει τα λόγια της ψυχής του, λίγα, πολλά δεν έχει σημασία κατά καιρούς, όπως τώρα με την 16 ποιητική του συλλογή ο Π. Να συνομιλήσει με την προσευχή με το Θεό, («Εσύ θα περνάς πότε πότε να με βλέπεις για να κουβεντιάζουμε είπε ο Θεός στον ποιητή») να συζητήσει με τον εαυτό του αλλά και με τους άλλους, που βρίσκονται στη σκιά του τώρα ή στη ζώνη του ημίφωτος (εν αναμονή της τελικής κατάταξης) του επέκεινα (ψυχές λιγωμένες για βάλσαμον τρόπο) γι’ ν’ αναζητήσει το απωλεσθέν διαρκώς ή πρόσκαιρα, κέρδος της ψυχής του να το μοιράσει και να το μοιράζεται, να το διανέμει και να το νέμεται δι εαυτόν;
Κάτι γίνεται, προφανώς σημαντικό στο συμπαντικό χώρο της μικρής ατομικής μας ύπαρξης το οποίο όμως χαράζει και χαράζεται στο χρόνο, σωρεύεται προσθετικά και διαχρονικά σ’ ό,τι ζούμε και σε ό,τι μας ζει και με τον τρόπο του βαθαίνει τις πληγές, καταμετρά τις αγάπες, κι επιμερίζει και επιμετρά τους πόνους. Γιατί άραγε η γη μας- αυτό το αμετάβλητο κι αδιάλλακτο στην απαίτηση για μας χώμα (χους εσμέν αδιαπραγμάτευτο) και η ως λιγνοθροΐζουσα ιτιά γήινη ύπαρξή μας ταυτοχρόνως να μη λυγίζει κάτω από το αμέτρητο βάρος τόσης τρυφερότητας και ευαισθησίας παγκόσμια κι αχρονικά, να μη μπατάρει προς ό,τι σπουδαίο και συνάμα πολύτιμο για τη συνέχειά μας διακονεί αλλά κι επαιτεί η ποίηση των ποιητών, τα έργα των ανθρώπων που κατεργάζονται το ωραίο κι απεργάζονται στα εργαστήρια της δύναμης κι αδυναμίας τους το καλό.
Αλλά οι λέξεις όσο καταπραϋντικές κι αν είναι για την ψυχή, δεν απαλύνουν και τις φλύκταινες της ύλης που φορές δείχνουν να είναι κορυφώσεις της ένδον αιματώσεως. Παραμυθίαν μόνον επιδαψιλεύουν κι αυτό είναι προσώρας ένα φάρμακο για την πεπερασμένη πραγματικότητα που θέλει να χωθεί και να χαθεί στην απαλάμη του Θεού.
Στην ανώτατη έκφραση της εφαρμοσμένης αλλά και ανθρωποκεντρικής γνώσης όσο αυτές φουσκώνουν και εκλεπτύνονται σε ευαισθησία σε κάποια φάση οι αποχρώσεις της ψυχής τείνουν προς την εν γένει κοσμική αλλά κι υπερκόσμια φιλοσοφία. Ετσι ο ενεργός ερημίτης, ο που τα πάντα επιθεωρεί νοητικά αλλά στα ελάχιστα επιστατεί πρακτικά, πνευματικός άνθρωπος, τον οποίο η γραμματολογία συνεπήρε στο βίο του, στην ωριμότητα αποστάζει τις λέξεις κι απασφαλίζεται συναισθηματικά. Δηλονότι επιστρέφει και απλώνεται κατά γης ή δίπλα της γης, γίνεται ο ποιητής δημιουργός του κόσμου του και ο συνθέτης εκείνου του πολύπλοκου μηχανισμού λυρικής άμυνας, μοναχικού, λιτού κι απέριττου με τον οποίο κρατά ορισμένως το χρόνο σε απόσπαση ασφαλείας από την οριστική φθορά του όντος.
Την εποχή αυτή στο πάτριον έδαφος του ποιητή στη Λευκοπηγή δεν άρχισαν ακόμα τα οινοπνευματικά αποστακτήρια να λειτουργούν με τις νοεμβριανές βροχές κι ομίχλες, τον διάκοσμο του είναι του αλλά και διακαμό της ψυχής του. Εικόνες με τις οποίες ο Π.Β.Π. παθαίνεται από ενθύμηση. Χρόνια τώρα με καθηλώνει ο χαμηλότονος αυτός λυρικός βίος του. Παρότι δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός περιδιαβαστής του ποιητικού του λόγου, εν τούτοις ομολογώ ότι οι λέξεις, οι σιωπές, οι εκκλήσεις, οι προσευχές, οι αγωνίες, οι προσμονές του με περιφέρουν σε μια ενδοχώρα γνήσιας πνευματικής μέθεξης, νοσταλγικής αναπόλησης κι αισθητικής ευδίας.
Ο ποιητής είναι ένας εγκόσμιος φυγάς κατά λόγον δημιουργίας και κατά πλάσμα φαντασίας καθώς διασχίζει ένα φθινοπωρινό τοπίο χρόνου (τα ψηλά χόρτα της νοσταλγίας έχουν ήδη κιτρινίσει) κι αυτό του φέρνει σαν διέξοδο την προσευχή στα χείλη ης ψυχής του, στο αναλόγιο δηλαδή της γραφής, όπου σιγοψέλνει τώρα τα τραγούδια του σε βυζαντινούς τρόπους και στους αγιορείτικους αγγελικούς τόπους
***
Το βιβλίο αποτελείται από 3 ποιητικές ενότητες με χωριστούς τίτλους υποσυλλογές θα λέγαμε: «Το Χρυσό καράβι», «Το σκληρό μαχαίρι», και την ενότητα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο «Αγγέλων αγαλλίαμα». Οι επιμέρους αυτοί τίτλοι θα μπορούσαν να διαβαστούν σαν μια συνέχεια από ποιητικά συμφραζόμενα. Πάνω στο καράβι της δημιουργίας με το κοφτερό και σκληρό μαχαίρι της επεξεργασίας και διαλογής σμιλεύεται μια ευφρόσυνη εσωτερική κατάσταση με την οποία ως και οι άγγελοι αγάλλονται. Η κάθε μία ενότητα αποτελείται από 21 ποιήματα μονοσέλιδα, ολιγόλογα και με ολόκληρο το πρώτο μέρος του τρίπτυχου (ποιητικό τρίπτυχο όπως στις εικόνες) δομημένο στο αυστηρό πλαίσιο των δεκαπέντε σειρών.
Κάθε σελίδα σε όλα τα ποιητικά βιβλία του Π.Β.Π. θυμίζουν μικρό, γραφιστικό έργο τέχνης. Η κεφαλίδα του έχει βιεννιέτες, άγγελους ιπτάμενους ή ακίνητους, χαρούμενους, άλλωστε τι αγγέλων αγαλλίαμα θα ήταν, του ζωγράφου Κ. Κουτούμπα. Το εξώφυλλο είναι έργο του πρωτοπρεσβύτερου π. Χριστοδούλου Φεργαδιώτη και του υιού Β.Π.Π., στον οποίον είναι και πάλι αφιερωμένο το βιβλίο γενικά. Φυσικά έχει και τις επιμέρους υποτίτλιες αφιερώσεις, όπως το συνηθίζει ο ποιητής σε φίλους και γνωστούς, ένας χαιρετισμός μακρινός, μια νοητή χειραψία εγκάρδια, ένα νεύμα αγάπης στον καθένα.
Ανορθόδοξα κι εντελώς παρενθετικά αναφέρω τις χειρόγραφες αφιερώσεις του ποιητή πάνω σε βιβλία του τα οποία χαρίζει όπου αυτός νιώθει αυτή την ανάγκη. Γραφικά κι αισθητικά θυμίζουν, γιατί όχι, έργα της μικρογραφικής τέχνης που κάποτε μεγαλούργησε στο περιθώριο των βιβλίων ή στα αρχιγράμματα σπανίων και πολύτιμων εκδόσεων του άλλοτε.
Τι ψάχνεις να βρεις στα ποιήματα του Π.Β.Π. όταν συνήθως τα σκοντάφτεις, στέκεσαι δίπλα τους, παραστέκεσαι πάνω τους. Νιώθεις να μεταφέρεσαι σε ένα άλλο τόπο και τρόπο ύπαρξης έξω από τη σπάταλη καθημερινότητα, στην οποία δεν προλαβαίνεις να κοιτάξεις γύρω σου κι η μέρα πέρασε, ο χρόνος έφυγε, η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση ζωής συνθλίβεται επί τ’ αυτά. Βαδίζεις σ’ ένα ήμερο, ιερό τόπο που μπορεί να τον δυναστεύει η εκκοσμικευμένη μεταφυσική αναζήτηση, αλλά εν τούτοις συχνάζουν και περνούν, άγγελοι αόρατοι, οι πλέον κοινότοπες αλλά ακριβές και πολύτιμες ουσίες της σκέψης. Κατά πως γράφει στο βιβλίο του ΤΕΡΓΕΣΤΗ ο Jan Moris «Οι μυστηριώδη φευγαλέα σιωπή που διακόπτει μια συνηθισμένη συζήτηση και που, όπως λέγεται, σηματοδοτεί το πέρασμα ενός αγγέλου» (Jan Moris). Σε μια πλακόστρωτη αυλή ενός μοναστηριού, ο αύλειος χώρος μιας παραδοσιακής εκκλησίας, στο αδιαπέραστο τοίχο της σιωπής ή της μετρημένης στην μετάφρασή της, αποκάλυψη της αγωνίας, της κατάνυξης, της ελπίδας, της θλίψης, της προσδοκίας. Αυτά δηλ. τα συναισθήματα τα οποία αποτελούν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ανθρώπινης αδυναμίας και είναι μόνιμες προσφυγές όλων των ευαίσθητων ανθρώπων σε ώρα περισυλλογής τους όταν μαζεύονται στο καβούκι της προσωπικής μοναξιάς τους ή απλώνονται στάγδην ή και ποταμηδόν στην άγραφη, λευκή σελίδα της απαίτησης. Η ποίηση του Π.Β.Π., σ’ όλο της τον κορμό έχει πάνω της φυτρωμένα κλαδιά και φύλλα, ρόζους και πέτσες του καιρού, από τα οποία κρέμονται, όπως σε ορισμένα δέντρα τα τάματα των πιστών σε μια παγανιστική θεότητα, προσευχές με συντριβές και παρακλήσεις, διαφυγές (προς τον γενέθλιο άλλοτε ή τους ηγιασμένους τόπους), ενδοσκόπηση με τον έντεχνο λόγο, εργαλείο μετάβασης στον άγνωστο, μακρινό, κόσμο του άχρονου.
Κάτω από τις λέξεις του Π.Β.Π. χωρίς καμιά εκζήτηση φιλολογική, καθαρές, κι απλές όπως ένα κεντητό ακριβής χειροποίητης τεχνικής, απλώνεται η πραότητα και η θαλπωρή του γνώριμου, του οικείου, του καθημερινού αλλά και του διακριτικά αιώνιου.
Το βιβλίο χωρίς να θέλει την ειδική ενίσχυση, αφ’ εαυτού, αυτήν που φορές απαιτείται σαν συμπληρωματικό βοήθημα προς τον αναγνώστη, έχει ένα προλογικό δοκίμιο του κ. Κ. Τσιρόπουλου. Ο έγκριτος διανοητής μιλά γενικά για τους ποιητές τους οποίους για να τους ανακαλύψει και να τους προσεγγίσει ο φιλαμαρτήμων της ποίησης αναγνώστης, σημειώνει πως οι ίδιοι οι δημιουργοί δίνουν «του τείνουν» κάτω από το τραπέζι κάποια κλειδιά, «κλείδες διεισδυτικές» σ’ αυτό. Πάντα άλλωστε η κάτω από το τραπέζι συναλλαγή κρύβει και τη μεγαλύτερη ουσία σε μια επιφανειακά νομότυπη συνύπαρξη. Ο ποιητής επί τω έργω είναι ό,τι φαίνεται σε λέξεις νοήματα, εικόνες, αλλά και ό,τι συνήθως δεν είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού και απλά διαγράφεται αόριστα. Στην ανάγκη αυτή έρχονται οι μελετητές, μελετηροί από χρόνια και βουτηχτές στα ποιητικά νοήματα κι αποκαλύπτουν τις ειδικές σε κάθε ποιητή πηγές τους και τις πληγές του, τα θέλω και τα ήθελα, το τώρα και το αεί, το όλο και το τίποτα.
Ετσι στο εισαγωγικό της συλλογής, δοκίμιο του για τον Π.Β.Π, απαριθμεί και τεκμηριώνει έξη κλείδες αναγνωστικές προς διευκόλυνση της προσέγγισης. Τις αναφέρω επιγραμματικά και παρά το ότι το δοκίμιο είναι γραμμένο το 1996 και διεξέρχεται σχεδόν το μισό της ποίησης του Π.Β.Π, εν τούτοις έχει μια ισχύ εφ’ όλης της ποιητικής του έκτασης και σε όσα μέχρι σήμερα δημοσίευσε αυτός.
1. Δραστική συνείδηση του υπάρχειν. Εννοώ την πράξη όχι μόνον μέσα στον κόσμο όπου εισήλθε με την ερωτική σύλληψη και γέννηση,αλλά και μέσα στον Θεό, καθώς τα εκφράζει η Ορθόδοξη εκκλησία.
2. Ο εγκλεισμός της ποιητικά ανθοφορούσας ύπαρξης μέσα στον κόσμο και μέσα στον Θεό.
3. Ο υπαρξιακός και μαζί λειτουργικός εγκλεισμός του ποιητή σημαίνει την μόνωση του την καταστατική του αυτονομία
4. Η συντριπτική αίσθηση της αμαρτίας και της αδυναμίας.
5. Παραστάτες στη μόνωση του όντος είναι η Προσευχή και η Ποίηση σε συνεχή επαφή, τομή και συλλειτουργία.
6. Η Λευκοπηγή: Για τον τόπο του πρώτου φωτός και του πρώτου σκότους που ο ποιητής έχει συνθέσει πολλά σπαρμένα σε όλες τις συλλογές του ποιήματα.
Αυτή η εξάτιτλος σχεδία του Κ. Τσ. σκιαγραφεί και ορίζει ακτινολογικά και σχηματικά την ποιητική ύπαρξη του Π.Β.Π. Εκεί πάνω της χτίζεται όλο το λυρικό του οικοδόμημα και σ’ αυτή συνήθως ναυαγός των περιστάσεων αφήνεται στα κύματα των συλλογισμών και στους ανέμους του λυρισμού. Θα σταθώ για λίγο στην 5η κλείδα η οποία εισχωρεί σαν καρίνα σταθερότητας στο «Χρυσό καράβι» όλου του ποιητικού του έργου και σ’ όλο το ποιητικό σώμα του Π.Β.Π. Η προσευχή και η ποίηση (ο ποιητής και το έργο του σε μια ενότητα είτε μυσταγωγικής λυτρώσεως είτε εναγώνιας δημιουργίας). Ο ποιητής προσεύχεται αδιαλείπτως αλλά όχι με ευσεβιστική διάθεση με μια συντριπτική φορές επίγνωση του ατελούς. Θα προσπαθήσω ν’ αποδείξω ενστίχως του λόγου το ασφαλές περί του δημιουργού και του δημιουργήματος του ποιητού και του ποιήματος. Από την πρώτη μόνο ενότητα της συλλογής υπογραμμίζω ενδεικτικά:

Το ποίημα, τον ποιητή που θα μας δώσει αίμα
ζωή και όνομα για την αιωνιότητα

Σκύβω μπρος στη χλωμή γαλήνη σου ποιητή μου
και περιμένω την άμπωτη πραμάτεια σου
να πλημμυρίσει το φτωχικό μου ενδιαίτημα
μ’ όλο το φώς της θείας δωρεάς σου

Κάποτε ήθελα να κάνω ένα μνημόσυνο
για τα ποιήματα που δεν πρόλαβαν
να γεννηθούν και σιωπηλά πεθάναν αφήνοντας
μέσα ένα λυγμό, κραυγή ανεπαίσθητη σχεδόν.

Γυμνό κλαδί το ποίημα, προσμένει να ‘βγεί ο χειμώνας
να πάρει απ’ τη ρίζα λίγο αίμα με την άνοιξη
ν’ ανθοβολήσει με την πρώτη ζέστα

Κ’ εγώ που χτίζω σπίτια με τις λέξεις

μία πέννα, ένα μολύβι
είναι η ματωμένη ελευθερία μου

Εξω από κάθε ματαιοδοξία ή ψευδαίσθηση,
ζυγιάζει και ξαναζυγιάζει τους αγαπημένους στίχους

ο ποιητής πορεύεται μονάχος του ανιχνεύοντας
ανάμεσα σε ρίζες και κλωνάρια λέξεων

για τον «Αγνωστο ποιητή»!...

όνειρα κι αχνά περάσματα λησμονημένων
στίχων

δε γεννάει
ποιήματα, να φυλαχτείς φορώντας τα
από την πρώιμη εκείνη ψύχρα
του αινιγματικού και λυπημένου φθινοπώρου

ποίημα που ναυσιπλοεί σ’ όλες τις θάλασσες

να γράφω κάποτε ποιήματα και θρήνους, όπως τώρα
μέσα σε δεκαπέντε στίχους, έστω άτεχνους

Ο Π. έζησε την αγροτική ζωή στην ύπαιθρο και γνωρίζει τα γυρίσματα στο όργωμα. Κι αυτός συνεχώς στα γυρίσματά του είναι που δεν υποδηλώνουν το τέλος της δημιουργίας, αλλά το τέλος του οργώματος και την αναμονή της ανθοφορίας και της παραγωγής. Είναι σε μια διαρκή πορεία διαμόρφωσης του τρόπου του, που όσο πάει γίνεται ελεγχόμενος,. Χωρίς δραματοποιήσεις οι εσχατολογικές του προσεγγίσεις κι όλων των έμψυχων όντων, εν όψει τ’ αναπόφευκτου περάσματος από το υλικό νυν στο άυλο αεί.
Οσο ο ποιητής μας, ο κάθε ποιητής, δημιουργεί και μας συμπαραστέκεται αυτό είναι μια ένδειξη πως στον κόσμο μπορούν και ισορροπούν οι καταστάσεις ή πως μπορεί να φτιάξουν κάποτε τα πράγματα. Είναι μια αγορά μάταιης αλλά ζωτικής παρόλα αυτά ελπίδος. Υπάρχουν δηλαδή ακόμα οι στέρνες είτε στα αυχμηρά «Σουλνάρια» της μικρής πατρίδας του είτε στις πολύβουες Βαβυλώνες του πολιτισμού, που δεν στερεύουν αφού μαζεύουν με ταπεινότητα κι υπομονή ακόμα και τις τελευταίες σταγόνες της βροχής για να προσεγγίζουν εκεί και να πίνουν νερό τ’ αγριοπερίστερα της νοσταλγίας και οι ψυχές των φουρτουνιασμένων· νερό καρτερίας, ελπίδας κι ευφροσύνης, «Αγαλλιάματα» δηλονότι θεία κι υπερκόσμια.
Τα ποιήματα του Π.Β.Π έχουν τη γεύση αλλά και την αφή του αντίδωρου από μια λιτή εσπερινή παράκληση που έχει όσο το δυνατό μικρότερη τελετουργική έμφαση. Σου το δίνει (ευλογία Κυρίου) ταπεινός ιερομόναχος που βιώνει με «εμπάθεια» το ρόλο του στη σκηνική θεία τελετουργία. Βγαίνοντας από τις σελίδες του βιβλίου «Αγγέλων αγαλλίαμα» νιώθεις πως πήρες μέρος σε μια μυσταγωγική ακολουθία στην οποία μετείχαν κατά σειρά ή και αλληλοδιαδόχως η άψογη ποιητική αισθητική, η προσευχή, ο πόνος και ο πόθος, η νοσταλγία, όλα αυτά δηλαδή τα συναισθήματα κι οι καταστάσεις που μας εξανθρωπίζουν κατά τι περισσότερο του συνηθισμένου
Εν τω μηνί Οκτωβρίου ΚΓ’ μνήμη του αγίου Αποστόλου και πρώτου Επισκόπου Ιεροσολύμων Ιακώβου του αδελφοθέου.
-Αμην.


Ομιλία που έλαβε χώρα στον ιερό ναό Αγίας Τριάδος επί της Κηφισίας οδού την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009 στην παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου του Π.Β.Πάσχου «Αγγέλων αγαλλίαμα». Στην παρουσιαστική τράπεζα οι έτεροι φιλέταιροι ήταν οι: Ηλίας Κεφάλας, Αγγελος Καλογερόπουλος και Μαρία Γραμματικού ποιητές εν γένει και εν είδει. Η έναρξη φυσικά έγινε με ψαλμωδίες της ημέρας. Αυτά έλειπε φυσικά...

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

"Κάποιο άγαλμα που μ' είδε με θυμήθηκε..."



Με το εθνικό γαλάζιο σακούλας απορριμάτων τυλιγμένα
περιμένουν την ανάκλησή από τον κόσμο των μη ζώντων
όμως "Τ' αγάλματα είμαστε εμείς" σαν στάχυα θερισμένα
μας αλέθουν άδειες λέξεις στη χώρα των χορτο-νομη -όντων

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Τα τρία επί τρία μουστάκια






Οι νυν τοπικοί πολιτικοί βουλευτές (Πασόκ) και δήμαρχος (Κοζάνης) ξεκίνησαν παρέα πριν 20 τόσα χρόνια με την ψηφοποιΐα του βιοπορισμού τους
Οι φιλόσοφοι και ποιηταί απλώς είναι οι: Μαλλαρμέ, Νίτσε, Χάιντεγκερ με τα "Ψιχία μηδενισμού" τους

"Ηλίθιοι, ερπετά, βάτραχοι, φίδια, κτήνη, μοσχάρια απαρτίζουν την αιώνια παρέλαση των ηθικιστών"

"Η δυστυχία προήλθε από τον διάλογο"

"Γιατί να υπάρχει το ον και όχι το τίποτε" (Λάιμπνιτς).

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Ο άγιος Θωμάς, ο μελισσοκόμος και οι υπνώντες δραγάτες (αντιδήμαρχοι) του Δήμου



Η δημοκρατία επιτάσσει την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων από έναν μικρό αριθμό διεφθαρμένων, βάσει της ψήφου ενός πλήθους ανίκανων
(George Bernard Shaw)

Γιατί παίρνω τακτικά το δρόμο για το λόφο του αγίου Θωμά και στο δασύλλιό του περιφέρω το είναι μου, ώρες απογεύματος; Ξεγελώ εαυτόν ότι τούτο το επιβάλει μια ανάγκη σώματος για περπάτημα κι όχι η απαίτηση της ψυχής που την φορτώνει μια προσδοκία και τη φορτίζει η νοσταλγία. Περπατώ σ’ αυτά τα αδιόρατα σχεδόν μονοπάτια του ενός βήματος πλάτους, που χάνονται βαθμηδόν με τον καιρό και την αβαδησία τους· σφιχτό χώμα, πέτρες, χορτάρι, ένα μείγμα σκληρό α-λασπώδες στη βροχή κι α-κονιορτοποίητο στην ξηρασία. Είναι αυτά τα ήμερα δρομάκια τα οποία όπου συναντώ με σταματούν βαδίζοντας. Γύρω πέτρες ήρεμες κι ασάλευτες απ’ αιώνων μαρτυρούν πάνω τους εκτός από τις στέρνες του καιρού και των διαστολών του, τις ταπεινές ομορφιές της φύσης απαραχάρακτες κι ανεπηρέαστες απ’ των ανθρώπων την πραγματικότητα και τη ωμότητα. Αυτό το τοπίο μοναχικότητας και σιωπής με θέλγει διαρκώς.
Εκεί με βρίσκω.
Παραμονή αγίου Αποστόλου Θωμά τυχαία (τυχαία;) βρέθηκα και πάλι στα μονοπάτια του καχεκτικού, έστω, περιαστικού μας πράσινου. Πριν λίγα χρόνια επιχείρησαν να το κάψουν κι αυτό. Από μακριά ερχόταν το αντιλάλημα, καθώς η ηχώ χτυπούσε την πλαγιά του Αηλιά, από τις πανηγυρικές οχλαγωγίες -ο «γεγαυρωμένος όχλος» (Σοφία Σολομώντος) –αυτός που μόλις θριάμβευσε στις εκλογές- από τους μετόχους και συμμετόχους του εν εξελίξει νιάημερου, που διαλαλούσαν τις υπηρεσίες τους και τα εμπορεύματα (τα χαλιά επ’ ώμου και ο χαλβάς υπό μάλης εκ νέου έκαναν θραύση). Από κοντά διέσχιζαν τα δέντρα κι ερχόταν καταπάνω μου οι εσπερινοί ύμνοι της ομώνυμης ακολουθίας που λάβαινε χώρα στο πανηγύριζον ναΰδριον του Αγίου Αποστόλου Θωμά (έτος ανέγερσης 1969) το λόφο. Είναι η δεύτερη τακτική ακολουθία υπέρ του αγίου εκεί, η άλλη γίνεται την Κυριακή του Θωμά, εορτή της Ψηλαφήσεως με τα ωραία τροπάρια που καταλήγουν «Ο Κύριος μου και Θεός μου» και σου θυμίζουν το άγιον Ορος και τη Σκήτη της Μικρής αγίας Αννας, ότι συνήθως εκεί βρίσκεσαι εκείνες τις μέρες, τόσα χρόνια τώρα, και καταπραΰνεσαι πολλαπλώς.
Στον έξω χώρο του ναού δεσπόζουν επιτείχιοι επενδυμένοι οι Αρχάγγέλοι, εικονικές δεήσεις Κρεοπωλών και Σφαγέων(!) όπως και Παντοπωλών και Οπωροπωλών.
«Ελθόντες επί την του ηλίου δύσιν ιδόντες φως εσπερινό»- μπήκαμε μέσα.
Στον πρόναο καθόμουν σε στασίδι ασταθές κι απάκτωτο (δέηση ΓΕΩΡΓΕΙΟΥ Τ...) δίπλα από μια Αγία Μαρίνα σ’ ένα προσκυνητάρι να τραβάει από τα μαλλιά ένα δαίμονα δικέρατο, πολυ-μακρυνύχι, με φτερά (εκπεσόντες άγγελοι άλλωστε) και ουρά φυσικά, με όλα δηλαδή τα αξεσουάρ της διαβολοσύνης θα ήταν ίσως κάποιος από εκείνους που ξεστράτισαν από τον νιάημερο ο οποίος εκτελούνταν στους πρόποδες του λόφου, και δαιμονίζουν τα παιδάρια στις κούνιες, τα μεσαία στα σουβλάκια ενώ τα ενήλικα όντα παντού, όπου προκόπτουν χαλβά ημέρας ενώ μόλις προχθές προέκοπτον σοφίαν ψηφολογικήν! Ακουγα την ψαλμωδία από το ψαλτήρι ν’ ανεβοκατεβαίνει σε ένταση και ποιότητα σαν βάρκα κυματιζομένη. ‘Εναντί μου μια παράσταση του αγίου, από αυτές είναι γεμάτος ο νάρθηξ, με οικοδομικό το θέμα· στο ειλητάριο του αναφέρεται: «Πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω -Εφ.221». Ο άγιος είναι προστάτης των Οικοδόμων (στις μέρες μας τους έθεσε υπό την προστασία τους για κάμποσο καιρό και το άγιον ΚΚΕ και όπως αυτό νομίμως εκπροσωπούνταν σε κάθε τόπο) και των συναφών επαγγελμάτων: Ξυλουργών, Επιπλοποιών και Μηχανικών εργολάβων.
Κατά τον Συναξαριστή ο άγιος πήγε ως άλλος Αλέξανδρος στις χώρες των Πάρθων, Μήδων, Περσών και Ινδών για να κηρύξει το λόγο του Θεού. Εκεί ο βασιλέας των Ινδών Γουνδιαφόρος στον οποίο δήλωσε πως κατέχει την τέχνη του ξύλου κι είναι εμπειρότατος στο να κατασκευάζει αλέτρια, κωπία, και ζυγούς βοδιών, αλλά και της πέτρας με τις οποίες ήξερε να κάμνει κολόνας, ναούς και βασιλικά παλάτια, άρα ήταν οικοδόμος και τα συναφή επαγγέλματα γνώριζε, του ανέθεσε να του κάμει ένα παλάτι. Αυτός όμως του έφτιαξε μια εικονική πραγματικότητα παλατιού ενώ έχτιζε καλύβες, τα χρήματα δε αυτού διέθετε στην φτωχολογιά. Φυσικά μετά ταύτα μαρτύρησε. Οπως κάνουν δηλαδή κι οι σημερινοί άγιοι δεσπότες που χτίζουν αντί για βίλες και σπίτια για να μένουν, άγιες καλύβες (τις ονομάζουν μάλιστα κατά την αγιορείτικη ορολογία «καθίσματα») και τα χρήματά τους που μαζεύουν με φορτικό τρόπο από τις εκκλησίες τα επενδύουν και τα μοιράζουν στο φτωχό τους ποίμνιο.
Ο καλοκάγαθος κ. Σπύρος Σιδέρης που επιτροπεύει, μάλλον επιστατούσε της εορτής, μου έδειξε μια φορητή εικόνα της Ψηλαφήσεως του Θωμά από το 1889, 10 Μαρτίου. Ηταν από το σωματείο Οικοδόμων κ.λπ. επαγγελμάτων το οποίο μέχρι και σήμερα είναι απόγονος της Συντεχνίας των Κτιστών που συστήθηκε το 1768. Ο Μιχ. Καλλινδέρης στο βιβλίο του «Συντεχνίες της Κοζάνης την περίοδο της Τουρκοκρατίας» αναφέρει πως για το σωματείο αυτό δεν βρήκε τίποτε άλλο εκτός από μια επιγραφή στο εξωκκλήσι (τότε, σήμερα ναός μεγάλος με κήπο πεύκα και πράσινο) του αγίου Αθανασίου, επί δεσποτικής εικόνος: «Ψηλάφησης του Θωμά Δαπάνη της Συντεχνίας μαστόρων εις μνήμην αιωνίαν και των γονέων των. Εν έτει 1885 τη 25η Μαίου». Αυτήν είδαμε κι ημείς το εσπέρας της νυν 6ης Οκτωβρίου, όταν οι δρόμοι της πόλεως έγεμον πανηγυρικά θύματα της φτηνοκαταναλώσεως ποικίλης όψεως και διαθέσεως απ’ όλον τον ντουνιά του νομού. Η εικόνα συμπληρώνει φέτος 120 χρόνια διακονίας στις εκκλησίες αλλά και στις διαμεσολαβήσεις της οίκοι γιατί την πηγαίναν από σπίτι σε σπίτι και παρέμεινε εκεί κατά τα έθιμα της συντεχνίας και των ευλαβών πολιτών, που ήθελαν οι εικόνες των αγαπημένων αγίων τους να τους συντροφεύουν ένα διάστημα στα οικογενειακά τους ενδότερα.
Μιαν που ο λόγος το έφερε στις εικόνες, στον επιβλητικό ναό του αγίου Νικάνορα στο ένδον του, κατάγραφο εικόνων, όπου από τον υπεράγιον λάρυγγα του Παντοκράτορα κρέμεται δυσβάστακτος πολυέλεος (οι δυσεβείς του ναού δεν τον ξελαφρώνουν λίγο παραμερίζοντας την άλυσο), αφίσες διαδηλώνουν πως πρέπει όλοι οι ενορίτες να βοηθήσουν (ωχ!) στην εικονογράφηση της εφέστιας εικόνας του αγίου, μια δαπάνη 30.000 ευρώ! Σιγά κύριε άγιε! Ούτε ο Ελ Γκρέκο να ήταν ο ζωγράφος! Ρώτησα αφελώς μια κυρία επί των κυρίων αρμοδία μάλλον.
-Γιατί τόσο ακριβά; Ας βάλει κι ο άγιος κάτι από τη τσέπη του!
Μπερδεύτηκε κάπως και προσπαθώντας να προστατεύσει τον θαυματουργό όσιο και κανονικό άγιο, απάντησε με βαρυγγομούσα σοφία:
- Γιατί λες από, και δεν λες στην τσέπη του!
Τι εννοούσε;
Επιστροφή στο δασύλλιον του αγίου Θωμά.
Στο δρόμο που άνοιξε εκεί ο κύριος Δήμος Κοζάνης για να περιπατούν οι πολίτες του, εσχάτως, κάποιος άξεστος εγκατέστησε πλήθος από κυψέλες μελισσών. Οι περιπατητές αλλάζουν δρόμο ή διακόπτουν την πορεία τους· φοβούνται με το δίκιο τους να περάσουν μέσα από τη γλυκιά αλλά και επικίνδυνη αποικία. Ο πάσα ένας δηλαδή θεωρεί τους κοινόχρηστους χώρους του Δήμου άφραχτο χωράφι όπου μπορεί να εισβάλει ατιμωρητί και να τους καταπατά εφήμερα ή μόνιμα. Γεμάτοι από οριστικές καταπατήσεις είναι οι γύρωθεν της πόλεως γήλοφοι. Πιθανόν ο εκμεταλλευτής μελισσών να είναι κάποιος μεγαλο-ψηφοφόρος της Δημοτικής πλειονοψηφίας και έτσι δεν υπολογίζει τους δραγάτες της δημοτικής εξουσίας ή κάποιος κοινός αγροίκος μέλος «μιας κοινωνίας χοντροκομμένων κι απληροφόρητων», οι οποίοι εναλλάσσουν με περισσή αφροσύνη και ηδύτητα, σε μόνιμη πια βάση το δικομματισμό (τι πλήξη!) στο σβέρκο τους, (αλλά αλίμονο και στο δικό μας που δεν τους χρωστάμε και σε τίποτα)- και που με το έτσι θέλω, αλλάζει και τη φορά των περιπατητικών πραγμάτων του λόφου. Γιατί όχι και των υπαίθρια ερωτικών νυχτερινών τρόπων ότι εκεί θημωνιές από χρησιμοποιημένα προφυλακτικά αποσυντίθενται δυσκόλως, πιο αργά όμως από το τσαλακωμένο ηθικό των ηττημένων πολιτικών που τους μοιάζουν τόσο). Υπενθυμίζει έτσι ότι η αυθαιρεσία στην πόλη αυτή του αγίου Νικολάου είναι ο κανόνας (πίστεως και εικόνα μη πραότητος).
Οι αντιδήμαρχοι –δραγάτες- φύλακες της ακίνητης περιουσίας του Δήμου (Τεχνικών έργων και Πρασίνης υποανάπτυξης) γνωρίζουν το θέμα από επισημάνσεις πολιτών, αλλά τις μέρες αυτές ίσως και να τρώνε τον χαλβά της πανηγύρεως. Ας μη βόσκουν επί μακρόν εκεί κι ας κινηθούν λίγο από την φάτνη με τα άχυρα της αβελτηρίας απ’ όπου μετ’ ευχαριστήσεως σιτίζονται κι ας απομακρύνουν τον καταπατητή Μελισσοκόμο. Αλλωστε κι ο αντίστοιχος του κ. Θ. Αγγελόπουλου (Μ. Μαστρογιάννη) αυτό έκανε. Επαιρνε τις κυψέλες του κι έφευγε από τους τόπους και τους χρόνους του.
***
ΥΓ.1 Διαβάζω στο ημερολόγιο και στον Συναξαριστή και μένω κάπως
Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς Ερωτηΐς πυρί τελειούται
«Ερωτηΐδα πυρπολούσι παρθένον,
'Ερωτι Χριστού την προπυρπολουμένην».
ΥΓ. 2 Την επαύριον 7 Οκτωβρίου Σεργίου και Βάκχου. Ας προστεθεί σ’ αυτούς κι ο όσιος Μ. Καραγάτσης, ο βιογράφος τους, με το σπαρταριστό συναξάρι, δίτομο και πολυσέλιδο παρακαλώ.
Υ.Γ. 3 «Δύο είναι οι μεγάλες αλήθειες που δεν πρέπει ποτέ κανείς να ξεχνάει σε τούτο τον κόσμο: α) πως η κυριαρχία ανήκει στο λαό και β) πως ο λαός δεν πρέπει ποτέ να την ασκεί». (Rivarol)

Οι σκέψεις των Τζ. Μ. Σω και Ριβαρόλ περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Roland Jaccard "Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού" εκδ. ποταμός

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς Ερωτηΐς πυρί τελειούται


Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης της Ρόδου (Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου)
Ερωτηΐδα πυρπολούσι παρθένον,
'Ερωτι Χριστού την προπυρπολουμένην.

Φυσικά και δεν είναι στη φωτογραφία η την σήμερον εορτάζουσα Μάρτυς αλλά κάποια παλαιοτερα αυτής προφανώς και εμφανώς·
***
Εκεί πήγε το μυαλό μου, διαβάζοντας στο ημερολόγιο πως στις 6 Οκτωβρίου γιορτάζει η μάρτυρας Ερωτηίς, σε ένα μικρό, εξαίσιο άγαλμα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ρόδου, που το φωτογράφισα το καλοκαίρι. Ούτε που θα το φανταζόμουν ποτέ ότι μπορεί να υπάρχει μια τέτοια χριστιανική γιορτή: «Ερωτηίδος μάρτυρος»! Κι όταν την είδα στο ημερολόγιο τάχθηκα ενώπιόν της ευλαβής, όπως θα έκανα και σε μια Πότνια των Μινωικών χρόνων στην Κρήτη. (ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΒΟΝΙΚΟΛΑΚΗΣ)

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Η τελευταία μέρα σχεδόν


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ

του Γιώργου Σεφέρη

Ηταν η μέρα συννεφιασμένη. Κανείς δεν αποφάσιζε
φυσούσε ένας αγέρας αλαφρύς: "Δεν είναι γρέγος είναι
σιρόκος" είπε κάποιος.
Κάτι λιγνά κυπαρίσσια καρφωμένα στην πλαγιά κι η
Θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιο πέρα.
Οι στρατιώτες παρουσίαζαν όπλα σαν άρχισε να ψιχαλίζει.
"Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος" η μόνη απόφαση που
ακούστηκε.
Κι oμως το ξέραμε πως την άλλη αυγή δε Θα μας έμενε
τίποτε πια, μήτε η γυναίκα πίνοντας πλάι μας τον ύπνο
μήτε η ανάμνηση πως ήμασταν κάποτες άντρες,
τίποτε πια την άλλη αυγή.

"Αυτός ο αγέρας φέρνει στο νου την άνοιξη" έλεγε η
φίλη
περπατώντας στο πλευρό μου κοιτάζοντας μακριά "την
άνοιξη
που έπεσε ξαφνικά το χειμώνα κοντά στην κλειστή
Θάλασσα.

κ.λπ.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Αυτή τη Νίκη


Αυτή τη νίκη τελικά ποιός θα την πάρει
4 Οκτωβρίου ημέρα ζώων και των ψήφων
Ακέφαλη έτοιμη στο πουθενά να σαλπάρει
Αγύρτες! Ημιμαθείς! Σε συσκευασίες μύθων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Ίβαρ, που θα πει στ’ αρχαία νορβηγικά τοξότης και στα ελληνικά ταξιδευτής


Δε λέω πως αυτό που βιώνουμε απόψε είναι μια πράξη διαμαρτυρίας ή αντίστασης σε ό,τι διαπράττεται στην πλάτη και τη νοημοσύνη μας αυτόν τον καιρό. Κανείς δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί τελεσφόρως στην λαίλαπα του άδειου λόγου που γεμίζει μ’ άχυρα τα μεγαλύτερα κενά του νοήμονος κοινού, ή ν’ αντισταθεί αποτελεσματικά στην πολιτική κομματική λοιμική. Είμαστε καταδικασμένα χωμένοι σ’ ένα χυλό δημόσιας πραγματικότητας να υπάρχουμε όπως όπως· να τον ανακατώνουμε και ν’ ανακατευόμαστε κι εμείς ως αδρανή ή δραστήρια υλικά συνολικά, το μόνο που μπορούμε είναι να διαφεύγουμε σποραδικά κι ατομικά απ’ αυτόν. Ομως το να βρίσκεσαι με φίλους, συμπαθείς γνωστούς και ωραίους ξένους σε μια εκδήλωση με μόνο γνώμονα την εφήμερη απόλαυση της συγγραφικής και καλλιτεχνικής ουσίας αλλά και της καθ’ αυτό παρουσίας ενός λίαν ενδιαφέροντος αγνώστου ανθρώπου και του έργου του, είναι ένα επαρκές κίνητρο παρουσίας το οποίο τελικά εξελίσσεται δώρημα χαριστήριο στους μίζερους καιρούς μας.
Στο βραδινό αυτό στο οποίο παρεισέφρυσα κάπως ακάλεστος αλλά με φίλια διάθεση, ήρθα όχι γιατί με συγκίνησε το βιβλίο που διεξήλθα χωρίς κόπο αλλά και με ευχαρίστηση αφού αυτό έριχνε ευθύγραμμη ματιά σε γνωστά μου, στα οποία ο συγγραφέας έδινε τη δική του απόχρωση, αλλά πρωτίστως για το βιογραφικό του σ. Φορές τα καθημερινά μας έργα στη ζωή ξεπερνούν εκείνα που σκεφτόμαστε λίγο πριν από τον ύπνο για να γίνουν όνειρα στιγμιαία, που σχεδιάζουμε, που γράφουμε, αλλά δεν ζούμε.
«Αυτό που ζητούσα δεν το βρήκα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα» δηλώνει μια υπογράμμιση στα ποιήματα του Μ. Αναγνωστάκη. Τι δηλαδή, αναρωτιέμαι χρόνια τώρα; «Οπου και να πάω οι άνθρωποι μου λένε: Μη φεύγετε τόσο γρήγορα, μείνετε! Μόνο εγώ ξέρω πόσα μου μένουν ακόμα να δω». Εδώ ο Πωλ Μοράν με τα «Ταξίδια» του, (εκδ. Ολκός).
Το ότι ο φέρων και ελληνικό όνομα αυτό της συζύγου του Ιβαρ Παπαδόπουλος Σαμούελσεν, ξεκίνησε από τη Νορβηγία για το Ιράν με τα πόδια (ενάμιση χρόνο πορεία) και από τη Νορβηγία πάλι για την Ελλάδα με μια βάρκα και ένα κουπί (380 μέρες στη θάλασσα) και τις δύο φορές παράτησε τη μόνιμη δουλειά του γιατί το ταξίδι τον τραβούσε όχι μόνον απ’ το μανίκι αλλά απ’ όλο του το είναι- φαντάζουν σχεδόν απίστευτες ανθρώπινες επιτεύξεις του καιρού μας, για τα χθαμαλά σώματα και τις ακόμα πιο μαλθακές μας προθέσεις. Ζούμε στο σήμερα ελπίζοντας πάντα στο αύριο για να ξεκινήσουμε κάτι άλλο, ένα ταξίδι, μια γνωριμία, μια δουλειά, μέχρι και μια δίαιτα. Η προσμονή του διαφορετικού μας γεμίζει με μια ένταση επιθυμίας και με μια έμφαση προετοιμασίας. Ομως στη συνέχεια διαπιστώνουμε πως μας φεύγει μέσα από τις σφιχτές παλάμες μας ο καιρός, νερό ή άμμος, αφού η πρώτη δύσκολη ακόμα κι ανισόπεδη διάβαση για την πραγματοποίηση, μας γυρίζει πίσω στην αφετηρία της στασιμότητας. Συνήθως δεν έχουμε τα φτερά να πετάξουμε πάνω από τα πράγματα που μας συνήθισαν και τα συνηθίσαμε. Οσες φορές φυτρώνουν ανέλπιστα στην πλάτη μας είναι κολλημένα με το κερί του Ικαρου. Η ανθρώπινη αδυναμία μας καθηλώνει στα γνώριμα. Αν και κάποια στιγμή λέω ευτυχώς δηλαδή. Σκέφτομαι το συγγραφέα πως ξεκίνησε και τι συνάντησε όχι στα ταξίδια στον τόπο μας που περιγράφει αγαπητικά στο βιβλίο του «Η δική μου Ελλάδα –Θραύσματα μιας ελληνικής πραγματικότητας» το οποίο μετέφρασε η σύζυγός του κ. Κυριακή Παπαδοπούλου Σάμουελσεν (κατάγεται από τη Μεσιανή του τόπου μας) και την οποία συνάντησε στη μέση της μεγάλης οδοιπορίας του προς την Ινδία κι από κει περιέπλεξαν τις τύχες και τα ονόματά τους) και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός, αφού είναι εύκολη η πραγματοποίησή τους. Αλλά στις μοναχικές του εισβολές στον κόσμο του δύσκολου κι άγνωστου τρόπου φυγής. Δείχνει να είναι ένα τέρας θέλησης. Είναι όμως, ταυτόχρονα ένας ποιητής της πράξης (το δείχνει και το εντυπωσιακό παρουσιαστικό του) που γράφει πεζοπορώντας ή κωπηλατώντας κάτι σαν μια Οδύσσεια, το έπος του ασυνήθιστου, του απροσδόκητου. Ενας απόστολος χωρίς την τελεολογία του Θείου, ένας ιεραπόστολος μιας ιδεολογίας που δεν έχει αντιστοιχία στα κοινά μας μέτρα. Ισως έχει κάτι από Ζ.Ζ. Ρουσώ με τις εκ πεποιθήσεως οδοιπορίες του, τις «Εξομολογήσεις» του και την απόλυτη φυσικότητα του ζην. Τι γνώρισε και τι πέρασε ή και προσπέρασε. Τι είναι λοιπόν ο. Ιβαρ Π.Σ. συγγραφέας στρατοκόπος, ένας συγγραφέας ριψοκίνδυνος. Εχει προγόνους τους Βίκιγκς και γνώρισε απογόνους του Οδυσσέα. Ενας Μάρκο Πόλο. Ισως και τίποτε εξ ολοκλήρου απ’ αυτούς, αλλά να έχει λίγο από τους μεγάλους της ταξιδιωτικής περιπέτειας.
«Το να φεύγεις σημαίνει να κερδίζεις τη δίκη ενάντια στη συνήθεια». Πάλι ο Π. Μοράν.
Σκέφτομαι την εμπύρετη δημιουργική μοναξιά στα μοναχικά του ταξίδια. Τι σκεφτόταν και τι τον συντρόφευε σε αυτές τις οριακές προσωπικές διαφυγές από την καθημερινή του πραγματικότητα; Ποιές ήταν ποιό ποιητικές του εκδοχές; Οι ομίχλες ή οι ξαστεριές, οι νηνεμίες ή οι θαλασσοταραχές, τα βουνά ή οι πεδιάδες, τα μονοπάτια οι ανοιχτοί δρόμοι, η μνήμη ή η λήθη;
Οταν δεν με παίρνουν στην πλάτη τους τα βιβλία των ταξιδιών, έχω δίπλα μου στο χώρο του ακίνητου μου καθημερινού ταξιδιού προς το άλλο, όλα σχεδόν τα σύνεργα που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος της στάσης, που θέλει αλλά δεν μπορεί, κι ούτε θέλει δηλαδή-καθώς το διαρκές ταξίδι είναι στο αίμα στο DNA- να ταξιδέψει αλλά και με τους άλλους.
«Το ωραιότερο ταξίδι αυτού του κόσμου
Είναι αυτό που κάνουμε ο ένας προς τον άλλον» γράφει ο Πωλ Μοράν.
Μια υδρόγειος μεγάλη σαν πορτοκάλι, δύο πυξίδες, ένα ανεμολόγιο, μια κλεψύδρα, έναν εξάντα, ένα σκάφανδρο, ένα μικρό εντελώς καράβι, μια πρύμνη κεραμική, ένα ναυτικό μαχαίρι, ένα όργανο κυλινδρικό παιχνίδι που ανακινώντας το ακούω ήμερα τα κύματα της θάλασσα καθώς σπάζουν στην ακρογιαλιά.
«Μ’ αυτά όλο να λέω μια μέρα να φύγω για το πουθενά
αλλ’ ενώ ξεκινώ μένω στα ίδια της σκέψης μου στενά»
Κατανοητή η προσωπική μας δυνατότητα η οποία μας καθηλώνει στα διαβάσματα, αλλά και στα ταξίδια που έκαναν άλλοι και φρόντισαν να τα γράψουν. Πολύ δε περισσότερο να τα ζήσουν ως πρωταγωνιστές τους κι όχι ως περιδιαβαστές των χώρων. Τα ταξίδια περιπέτεια όπως αυτά που κάνει κι έκανε ο Ι.Π.Σ. που απόψε θα μας αφηγηθεί όχι το βιβλίο της συγγραφής του αλλά μέρη από το βιβλίο της ζωής του.
Κι αυτό κι αν είναι συναρπαστική εμπειρία για μας και τα στεκούμενα νερά μας.
«Απ’ όλες τις πράξεις του ανθρώπου οι μόνες ίσως χρήσιμες και οι μόνες σκόπιμες είναι η ποίηση και το ταξίδι».
Είναι μια ωραία σκέψη ενός άγνωστου ήδη σε μένα ποιητή, γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι, την οποία χρησιμοποίησα χιλιάκις και σε διάφορες περιπτώσεις μέχρι κι αδόκιμα από το πολύ που μ’ άρεσε, κι αυτό για να διαδηλώσω την πίστη μου σε δύο καθημερινότητες που με συνέχουν. Αυτή είναι και η μόνη κατάθεση μου για τις μέρες που διανύουμε και μη με ψηφίζετεάμα δεν συμφωνείτε!
Εκ προϊμίου, όμως, με όσα έμαθα γι’ αυτόν και μιαν που είναι και των ημερών, εγώ χειροκροτώ αυτόν τον ταξιδιώτη κι όχι εκείνους τους κυνηγούς της απελπισίας των ψήφων. Οτι αυτός μας δείχνει ένα δρόμο ελευθερίας κι απόδρασης από τα πλείστα όσα κελύφη μας φόρτωσαν στις πλάτες οι γενικότερες συνθήκες και η ανεμελιά της υποτέλειάς μας. Εγιναν έτσι πέτσα της συμβατικότητας αδιάτρητη η οποία δεν μας επιτρέπει να διαπεράσουμε την ομίχλη της πραγματικότητας και να διαχυθούμε στην πρόσκληση του άγνωστου και την πρόκληση του διαφορετικού.



*Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Ι. Π. Σάμουελσεν
«Η δική μου Ελλάδα –Θραύσματα μιας ελληνικής πραγματικότητας».

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Habemus Lazarus Malutus -i, et Habet


Οταν η καπνοδόχος του παραδοσιακού Δημαρχείου με τις δωρικές κολόνες, έβγαλε λευκόν καπνόν εκλογής (κατά την εκλογή του Πάπα από το Κογκλάβιόν του, έκαιγαν ειδικά άχυρα προς δημιουργίαν αυτού, μαύρου αποτυχίας, λευκού επιτυχίας), η πόλη πάντων των Κοζανιτών και περιχώρων απέκτησε νέον Δήμαρχον ύστερα από 20 παρά 1 έτη, ονόματι Λάζαρον Μαλούταν (σχεδόν έφτασαν το μυθιστόρημα «Μετά 20 έτη» του Αλέξανδρου Δουμά -πατρός- ο οποίος έγραψε 250 μυθιστορήματα παρακαλώ. Αξιος! Αξιος!. Πριν από χρόνια, τότε δημοτικός σύμβουλος της πλειοψηφίας ευτραφής στην εμφάνιση δήλωνε προφητικά, παραιτούμενος: «Σιγά μη μείνω εγώ να ‘χω Δήμαρχο το Λαζαράκ(η)». Πως γράφεται το κοζανίτικο ιδίωμα, υποφέρω κάθε φορά που το προσπαθώ; Της εκλογής ακολούθησαν οι επίσημες δηλώσεις: α) Δημόσιος ΣΥΝ(ριζικός) κλαυθμυρισμός (άχ, τι πάθαμαν!), β) Εκ του συνδυασμού της Κοζανίτικης τ. Ενότητας, καγχασμός (αχ, την πάθανε!) γ) από τους νουνεχείς ΣΥΝπολίτες ρεαλισμός (τώρα καλά να πάθετε!)
Λήξις προλόγου και άμεσες ερωτήσεις προς νέον Δήμαρχο που εξελέγει την 22ην Σεπτεμβρίου μνήμη Φωκά ιερομ., Ισαάκ και Μαρτίνου μαρτ. Κοσμά.
1. Επειδή ο κύριος Δήμος δια των πνευματικών του υπηρετών δείχνει εσχάτως ιδιαίτερη προτίμηση στους ποιητές και μετά ωδικών κλαπατσίμπαλων τους απονέμει εύφ(θ)η(υ)μον μνείαν μνήμης (χρησιμοποιεί προς τούτο υδροπεπονοφιλόσοφους, φιλολογίζοντα, φυλοροούντα και φυλλοβόλα λαλαρίδια κι αγκρίφια), τότε γιατί απουσιάζουν από την ονοματοθεσία των οδών της πόλεως οι ποιητές Κ. Π. Καβάφης και Κ. Καρυωτάκης (στο γράμμα Κ μόνον), ενώ εκεί υπάρχει ο Νίκος Καρβούνης, ο ποιήσας τον ύμνο του ΕΛΑΣ κι αν ζούσε θα έγραφε και τον ύμνο της ΚΝΕ. Αυτό διαπιστώσαμε (λες να άλλαξε κάτι και δεν το πήραμε είδηση) από την εισηγητική έκθεση και πρόταση της αρμόδιας υπηρεσίας περί την ονοματοθεσίαν προς το Δ. Συμβούλιο Κοζάνης, που ψηφίστηκε “αύτανδρος” και είναι ένα από τα πιο σπαρταριστά κείμενα της 19ετίας σας; (Σ’ αυτό ο Αλ. Παπαδιαμάντης αναφέρεται και ως ηθοποιός…).
Εν τω μεταξύ πέθανε κι ο μέγας Αλέξανδρος Αργυρίου και έτσι στην 8τομη «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» του δεν είναι δυνατόν να περιληφθούν τα και(ε)νοφανή φιλολογικά πορίσματα των δράσεων του Δήμου σας (όχι και δικού μας ως προς αυτά). Ετσι παρά πάσαν δόξαν, λογοτεχνικήν σχολήν και γραμματολογίαν ο Αγγ. Σικελιανός θεωρείται θεωρητικός πρόγονος της εθνοφελούς πολιτικής οργανώσεως «Χρυσή Αυγή», των ποικίλων ελληναράδων, κ.α. ρεμαλιών της εθνικοφροσύνης όπως και των δωδεκαθεϊστών που κατασκηνώνουν στις παρυφές του Ολύμπου ενδεδυμένοι με αρχαίες μακριές σκελέες. Από την άλλη ο Γ. Σαραντάρης, η τοπική οδός του εκβάλει πάνω ακριβώς από την ημιανενεργή Σιδ. Γραμμή, εμβαπτίστηκε ποιητής της Εθνικής υμών (όχι ημών) Αντιστάσεως (1941-1944 μ.Χ.). Ο τάλας, πλην από ωραίος ποιητής και φιλοσοφών, πέθανε τόσο νέος τον Ιανουάριο του 1941). Ο ποιητής αυτός είναι η εκλεκτή, λίαν επαινετή ποιητική συμπάθεια της κ. Προέδρου του Δ. Σμβλ, η οποία κατά την εκλογή για το αξίωμα του νέου Δημάρχου, έλαβε ψήφους δύο, ότι «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα» του Ν. Τσιφόρου και του τ. Δημάρχου δεν θεώρησαν ότι πολιτικά και ηθικά δικαιούται, ο επί 20τίαν ΣΥΝεταίρος τους (μ’ αυτόν νικούσαν τους εχθρούς τους συνεχώς ) να καταλάβει έστω για ενιαύσιαν θητεία, τον δημαρχιακόν θώκον και της είπαν κοζανιστί :-Πρίτς!
2. Γιατί ο ήρωας του ‘21 Νικητάρας ο Τουρκοφάγος, ήγουν Νικήτας Σταματελόπουλος, υπάρχει σε δύο δρόμους της πόλεως μία ως Νικηταράς και η άλλη ως Νικήτας Σταματελόπουλος; Σύγχυση φιλολογικών και ιστορικών φρενών; Πως διέφυγε αυτό από τους πνευματικούς ανθρώπους (οι κορυφές του τοπικού μας είδους) που σιτίζονται από το Δημοτικό συσσίτιο (του δημοτικού ταμείου δηλ.) κι όχι από το συσσίτιο που διανέμεται στους πεινασμένους της πόλεως κι έχει την έδρα του στο διαρπαγέν ιστορικό οικοτροφείο «40 Μάρτυρες» δίπλα στην οδό Ν. Πλακοπίτη. Τον βίο του νεομάρτυρα αυτού αριστερού, διεξήλθεν τις προάλλες ετέρα κομπανία δημοτικών ιστορικών (μετά μουσικής) του επιστημονικού σκοινιού και του ιδεολογικού πασσάλου, όπως γράψαμε κι αλλού.
3. Υπ’ αυτήν την έποψιν γιατί δεν έτυχε τιμής δια της ονοματοθεσίας του σε οδό ο λαϊκός ποιητής εκ Λευκοπηγής (ερμήνευε τις παραστάσεις του καιρού πάνω στις πέτρες, την κίνηση και διαμόρφωση των νεφών, τις κλείδες ψημένων κατσικιών, κι έπαιζε αυτοσχέδιο κλαρίνο με τη λεπίδα του μαχαιριού στο στόμα), ο Νιάνιος τ’ Λαζ’ (του Λαζάρου δηλαδή), όστις έγραψε (είπε) τον εντελώς επίκαιρο στίχο που προσιδιάζει προς τα όσα συμβαίνουν στο Δ. Σ. Κοζάνης με την ονοματοθεσία των δρόμων και την νοητική αδιαθεσία των εγγραμμάτων τους.
«Με το ζερβί το δάχτυλο
ρίξε στα βόδια άχυρο».

***
ΥΓ. 1 Ευρεία διασκεδαστική ερμηνεία του τίτλου στα «Απαντα Εμ. Ροΐδη», τ. Α. Εισαγωγή στην Πάπισσα Ιωάννα, σελ. 107, εκδ. Ερμής, επιμέλεια Αλκης Αγγέλου.

ΥΓ. 2 Το άχυρο, που αναφέρεται παραπάνω αυτό το ταπεινό χρυσάφι πριν σαπίσει («Οι εργάτες που ήταν γεννημένοι και μεγαλωμένοι μέσα στη γλυκειά ανάσα του αχύρου» γράφει στο περίφημο «Εμβατήριο του Ραντέσκυ» εκδ. ΑΓΡΑ ο JOSEPH ROTH), ας μη το αδικούμε αφού κι ο εμβριθέστατος δοκιμιογράφος, ποιητής, μεταφραστής κ.λπ., Γ. Κοροπούλης είχε μια εκπομπή στο Τρίτο πρόγραμμα και δημοσίευε τις λίαν δυσνόητες φιλολογικές του παρεμβάσεις σε εφημερίδες, με τον γενικό τίτλο «Οδός Αχύρου»

ΥΓ. 3 Επί του πολιτικού κι εκλογές έχουμε. Εχω τα μάτια της κάθε μέρα έναντί μου, να με κοιτάνε παρα(προ)κλητικά. Ετσι «Στηρίζω Ελσα» αφού αλλοφρονημάτισε ημάς και τον Λ. Αραγκόν που της έγραψε παλιότερα:
Τόσο βαθιά τα μάτια σου πόσκυψα να πιώ πάνω
Κι είδα τους όλους ήλιους σ' αυτά ν' αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω... κ.λπ

(Μτφρ. Χρ. Λεοντάκης)

Υ.Γ.4. Έσκασα φαίνεται από ζήλια· να λείπω από τα βράδια κατά τα οποία το εντελώς βαρύ πνευματικό ύδωρ της πόλεως εν πλήρει διαχύσει λογοτεχνο-ριγούσε ή φιλολογολαγνουργούσε; Ως εκ τούτου:
«Θα μ’ εύρει εδώ το τέταρτον του αιώνος,
με όψιν σκοτεινήν απατεώνος

να αποστάζω απ’ του βυθού το κατακάθι
έναν Θεό που πίστεψα κι εχάθη».
(Γ. Κρπλς)

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Οι υποψήφιοι, ο κ. Νομάρχης και το ωτάριον!


Από σπόντα, λόγω γειτνιάσεως γραφείων, παρακολουθούσα εγκαίνιον (όρος νεοβενιζελικός άρα κατανοητά τον χρησιμοποιεί ο Κκλπλσμς) εκλογικού γραφείου υποψηφίου όντος για το ελληνικό κοινοβούλιο. Ετσι ουδέτερη η αναφορά για να μη προσδιορίσω εμφανώς το διαγ(κ)ωνιζόμενον είδος και φύλον και θεωρηθεί πως το διαφημίζω. Πώς λέει και γράφει την γνωστή είδηση ο τοπικός τύπος και οι τύπο του: «Ο εκπολιτιστικός σύλλογος –τάδε- (το είδος σουβλακολυμαίνεται τις μικροκοινωνίες), την «χοροεσπερίς» του (με όλη την ηχητική φαυλότητα και την διασκεδαστική, εκπολιτιστική θλιβερότητα), θα την κάνει σε κέντρον της περιοχής· των Μπουτζακίων, ας πούμε, όπου εσχάτως εκεί έλαβε χώρα το Γ’ συνέδριο πολιτιστικών συλλόγων του νομού (ποιά είναι όλα αυτά τα συλλογικά σχήματα που συμφύρονται φύρδην μίγδην σ’ αυτά τα ανθρωπουποσύνολα πολιτισμού, και γιατί τελικά;). «Αντί να φωνασκώ και να συμφύομαι. /Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες/-Μάντεις κακών και οραματιστές-/Οταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου /Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα./ (Και δεν μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)/Πήρα τους δρόμους μονάχος σφυρίζοντας...»). Ενώπιον του υποψηφίου όντος που αγωνιζόταν να πείσει τους εντελώς πεισμένους συγγενείς (από κακό ζόρι), φίλους (από ακόμα πιο κακή υποχρέωση) και τους παντελώς αδιάφορους προσκαλεσμένους και παρευρισκόμενους -από αβρότητα κι όπως πάνε στα μνημόσυνα και τις βαπτίσεις- μια κάποια αίσθηση γελοίου και έναν ελαφρύ κυματισμό ναυτίας διέχεε η στητή εκεί ολόκληρη (που λέει λόγος, δηλαδή η πραγματικότητα) της Ν.Α. μετά του προϊσταμένου της. Σκεφτόμουν εντελώς χωρικά (κι όχι ως ο χωριάτης απ’ τη Σκ’ρκα, που έγραφε κι ο πρασινοοικολόγος πρόεδρος), γιατί ο κ. Νομάρχης (ο κάθε δηλαδή, αλλά κι ο ένας έκαστος Δήμαρχος) δεν απέλυσε όσους εκ των εκλεγμένων συμβούλων του κατέβηκαν υποψήφιοι για βουλευτές; Μη βολευόμενοι στις μέχρι τώρα «καρέγλες» τους βούλονται, να βολευτούν ως βουλευτές.
«...Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.» *
Διότι νομικά δεν το μπορεί, θα πει ο εντελώς αθώος πολίτης ψηφοφόρος το αιώνιον θύμα των εκλογών. («‘Αιντε θύμα άιντε ψώνιο /άιντε σύμβολον αιώνιο/ αν ξυπνήσεις μονομιάς/θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς»). Το μπορεί όμως, πολιτικά και ηθικά. Αφού οι εν λόγω υποψήφιοι βουλευτές (καλά κάνουν οι άνθρωποι να θέλουν κάτι καλύτερο να πετύχουν στη ζωή τους), έφτυσαν σιέλω μακρώ τον αρχηγό τους και ιδίως τους ψηφοφόρους τους (τα μόλις ανωτέρω θύματα δηλαδή), τι άλλη νομιμοποίηση μεγαλύτερη υπάρχει για τον φραστικό λακτισμόν των ατακτούντων;
Λέει ο όποιος υποψήφιος:
- Κοιτάξτε αγαπητά μου, μοναχικά ή εκατονταειδή ψηφονούμερα; Σας έχω τώρα γραμμένους όλους και την κάνω για το παρακάτω στου πολιτικά ανήθικου τη σκάλα και για το παραπάνω στης κερδοφορίας (λέξη που μνημείωσε η κ. Αλεξ. Παπαρρήγα) την κουτάλα. Με επιλέξατε (αρχηγέ μου!) για συνεργάτη και με εκλέξετε ως σύμβουλο νομαρχιακό (μπορεί και δημοτικό) κ.κ. ψηφοφόροι μου, κι εγώ τη στιγμή αυτή πουλώ την ψυχή μου κι εσάς, ακόμα και στον διάβολο του Φάουστ, για κάτι άλλο. Σας εγκαταλείπω, λίαν επιεικώς.
‘Οφειλε ο αρχηγός τους (ο αξιότιμος Νομάρχης δηλονότι) τη μέρα που δήλωσαν την υποψηφιότητά τους και την εγκατάλειψη του, να τους πιάσει απ’ το ωτάριον (όχι ως ο Κύριος στη Γεσθημανή για να επικολλήσει το κομμένο του δούλου Μάλχα, αλλά ως δάσκαλος σωφρονίζων μαθητές, ότι «ο μη δαρείς ου παιδεύεται» κατά τον Μέναδρον) και να τους πει:
-Στο καλό σας καλή επιτυχία, αλλά τώρα παραιτηθείτε εδώ κι αμέσως από το αξίωμα του συμβούλου για λόγους ηθικής και πολιτικής τάξεως. Προδώσατε τους ψηφοφόρους που μας έφεραν εδώ να διαχειριστούμε (τρομάρας μας) τις τοπικές τύχες του (ακόμα μεγαλύτερη τρομάρα του). Εγκαλείστε στο δικαστήριο της λαϊκής ετυμηγορίας για εγκατάλειψη θέσεως.
Ομως, ίσως σκεφτόταν εκείνο που είπε (υιοθέτησε τέλος, πάντων) ο νυν υπηρεσιακός πρωθυπουργός, όταν ήταν ακόμα στα πάνω του: Ο,τι το νόμιμον είναι και ηθικόν! Σωστό, γι’ αυτό βλέπει κι αυτός τώρα περίλυπος την Αλεξάνδρεια που χάνεται...
Ερώτηση.
Τι χρειάζεται να έχει ένας πολιτικός αρχηγός για να μπορεί να πει και να πράξει τοιουτοτρόπως, σώζων τουλάχιστον την αξιοπρέπειά του, ότι αυτός είναι ο πρώτος πολίτης του νομού, ο άρχων αλλά κι ο πρώτος υπηρέτης του, (κι αυτό είναι μεγαλύτερη τιμή του, μη ξεχνάμε πως ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του) και δεν μπορεί ταυτόχρονα να υπηρετεί τα συμφέροντα πολλών άλλων κυριο-κυριών. Η απάντηση είναι μονολεκτική κι όχι αμφίσημος για να μην παρεξηγηθούμε.


*Ο στίχος του Κ.Π.Καβάφη φαντάζει κάπως άσχετος στο κείμενο, όπως οι απαντήσεις που δίναν σε ερωτήσεις οι του ντιμπέιτ (τι χυδαία λέξη!) αρχηγοί. Οι «καρέγλες» είναι εντελώς αισθησιακή έννοια ενώ οι καρέκλες είναι μόνο χρησμοθηρικές και ρουσφετολογικές πρωτίστως ως γνωστόν. Οι άλλοι στίχοι είναι κατά σειράν του Μ. Αναγνωστάκη και του Κ. Βάρναλη

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Σεφερικά της μέρας


Για μια ...χαμένη σεφερική “TETAPTH”
που βρήκε ο τ. Δήμαρχος Kοζάνης
(Επανάληψη στο σήμερα)

Οταν ανοίγω τα «Ποιήματα», εβδόμη εκδ. 1966, του Γ. Σεφέρη, η χειρόγραφη σημείωση στην πρώτη λευκή σελίδα γραμμένη με πένα κονδυλοφόρου της εποχής με σταματάει, σώμα γραφής πάνω στο βιβλίο, μήπως και στο κορμί; «Τρίτην ‘γεννήθη ο Διγενής και Τρίτην θα αποθάνην» 21 του Σεπτέμβρη του 1971...». «Κάποτε συλλογίζομαι πως τούτα εδώ που γράφω δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι» (Γ.Σ.)
Μόλις ξε-σχολισμένος, είχα επιστρέψει από την Θεσσαλονίκη που είχα πάει για τις εισαγωγικές εξετάσεις το Πανεπιστήμιο.
Δρόμο παίρνουν αφήνουν τα χρόνια πέρασαν...
Κλείνουν οι κύκλοι και οι εποχές των ανθρώπων κι όλο κάτι πάει ν’ αρχίσει καινούργιο κι αυτό χειρότερο πάντα να είναι. «Ολα αλλάζουν για να μην αλλάξει τίποτε» που σημείωνε κι ο Λαμπεντούζα στο «Γατόπαρδό» του.
Στις μεγάλες βιβλιοδόξες και λόξες μου (Ανοιξη 1996 - Μάιος 2003) την εποχή που η Κοζάνης ήταν «Πόλη του Βιβλίο» (τώρα είναι πόλη του γελοίου σ’ αυτό το θέμα κι εν γένει στον πολιτισμό της), σε μια από τις ανοιξιάτικες παγκόσμιες ημέρες ποίησης, σύναξα όλες τις τοπικές, ποικιλόμορφες εξουσίες(1) (κατά καιρούς αντιγράφω για αυτές ότι αλληλογλείφονται σαν ερωτιάρες γάτες) να διαβάσουν οι επιφανείς τους ποιήματα της επιλογής τους! Εδώ σε θέλω. Διοργανωτής το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης (θεσμός που είχε συστήσει ο μόλις απελθών Δήμαρχος και ο ίδιος δια πράξεων ή παραλείψεων φρόντισε να αφυδατώσει έως εξαφανίσεως). Αυτά παραμονή 25ης Μαρτίου του 2001 στο καφέ-Αλλοτινό («Αλλοτινές μου εποχές...), κι ο άλλοτε μητροπολίτης Αμβρόσιος ήρθε για την απαγγελία έχων μαζί του το ποίημα του Οδ. Ελυτη: «Η Μαρίνα των Βράχων» σε κορνίζα, ότι ακόμα δεν είχε έλθει η βιβλιοθήκη του στο επισκοπείον (και δεν ήλθε ποτέ δηλαδή).
Αντιγράφω(2) τώρα μέρος, το μεγαλύτερο, από κείμενο που ακολούθησε εκείνη τη βραδιά. Ολόκληρο υπάρχει στα «Προλογύδρια παντός καιρού» εκδ. ΣυνΕταιρεία-Παρέμβαση 2003, το οποίο ίσως είχε κάποιο ενδιαφέρον σήμερα που μελαγχολώ δημιουργικά με αφορμή την επέτειο θανάτου του ποιητή (21/9/1971) και με τους ανθρώπους που κυκλοφορούν στην πολιτική πιάτσα κι είχαν ανέλπιστα κάποιο ρόλο τότε (και τώρα) στον εν γένει σεφερικό θίασο («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνάμε»).

***
...Θα σταματήσω όμως, σ’ έναν απαγγελτή της βραδιάς. Στάθηκε η αιτία ν’ ανακαλύψω ένα ποίημα άγνωστο σε μένα, πασίγνωστο ή έστω γνωστό σ’ όσους όμως, διαβάζουν την ποίηση του Σεφέρη, αλλά στις εκδόσεις των “Ποιημάτων” του που έγιναν μετά τον θάνατό του, ήδη σήμερα έφτασαν στη δεκάτη ενάτη. Στους παλιότερους κι όχι απαραίτητα στην ηλικία, αναγνώστες δημιούργησε ένα μικρό ζήτημα. Θεωρούσα εαυτόν επαρκή γνώστη των ποιημάτων του Γ. Σ., αφού από τα μέσα του Γυμνασίου διάβάζα, ό,τι κι όπως τα καταλάβαινα τότε και ξαναδιαβάζω τα ποιήματα του, έτσι ώστε λέξεις, στίχοι ή ολόκληρα ποιήματα να μου είναι τόσο οικεία και γνωστά ώστε να νιώθω ότι μουλιάζω στην ατμόσφαιρά τους. Eτσι νόμιζα μέχρι το βράδυ της απαγγελίας των ποιημάτων από τους επιφανείς κι ειδικά του Δημάρχου Kοζάνης κ. Π. Kουκουλόπουλο που άφησε τον προσφιλή του, τουλάχιστον σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, Eλύτη αφού με το “Nα λάβουν εκδίκηση τα όνειρα” του τέλειωνε πάντα τις τελικές και νικητήριες προεκλογικές του ομιλίες και διάβασε Γ. Σεφέρη πιό κοντά φαίνεται στις προσωπικές στιγμές. Συγκεκριμένα το ποίημα “H Tετάρτη” από τη ενότητα “Σημειώσεις για μια εβδομάδα” της συλλογής “Tετράδιο Γυμνασμάτων”. Tο ποίημα μου φάνηκε εντελώς άγνωστο. Δεν το είχα ξανακούσει, ούτε ξαναδιαβάσει. Kι ήταν τόσο ωραίο! Πριν τη βραδιά εκείνη όταν έκανα τον διευκρινιστική επίσκεψη ή τηλέφωνο σε εκείνους που ήθελα έπαιρναν μέρος στην εκδήλωση (Mητροπολίτη, Nομάρχη, Bουλευτές, Δημάρχους, προέδρους) στην πρόταση εν αρχή ξαφνιάζονταν. Kάπως έτσι ένιωσα κι εγώ από το ποίημα. Mε ξάφνιασε το πασίγνωστο! Δεν το ήξερα, το άκουγα για πρώτη φορά και μάλιστα σε ανάγνωση που είχε το χρώμα της εσωτερικότητας και του ύφους του. Kι άλλη έκπληξη, τώρα μικρότερη. Tο διάβασε από ένα ανθολόγιο ποιημάτων του Σεφέρη και του Eλύτη που επιμελήθηκε η τελευταία ηγερία του Eλύτη, Iουλίτα, ποιήτρια στο εξής, σε έκδοση του Iκαρου με τη χορηγία της Oλυμπιακής αεροπορίας, η οποία εταιρεία το χαρίζει στους πολυταξιδεμένους πελάτες της στους ουρανούς κι όχι απαραίτητα στην ποίηση. Oμολογώ κάπως ζήλεψα τον ιδιοκτήτη για το απόκτημα του, δεν γνώριζα την έκδοση δεν την είχα, δεν ταξιδεύω με την Oλυμπιακή τόσο τακτικά, απεναντίας. Oμως τώρα μ’ ενοχλούσε περισσότερο η άγνοια παρά η στέρηση. Ψάχνοντας τα “Ποιήματα” του Γ.Σ. στην 7η έκδοση του 1967 διαπίστωσα ότι από την συγκεκριμένη ενότητα έλειπαν οι μέρες “Tρίτη” και “Tετάρτη”. Aπό τη “Δευτέρα” ακολουθούσαν αποσιωπητικές σειρές και πήγαιναν τα ποιήματα στην “Πέμπτη” κλπ. Γιατί άραγε; Δικαιολογήθηκα στον εαυτό μου για την άγνοια, αλλά η αναγνωστική μου αμέλεια δεν συγχωρείται, αφού η 19η έκδοση που κι αυτήν έχω, έχει τα ελλείποντα ποιήματα της έβδομης, αλλά απ’ αυτήν διαβάζω μόνο “Tα τρία κρυφά ποιήματα” που πρόσθεσε αργότερα ο επιμελητής της Γ. Π. Σαββίδης. Tα προηγούμενα θεωρούνταν γνωστά από τη μαθητική κι αγαπημένη έκδοση. Kατέφυγα για τις απορίες μου τηλεφωνικά στο Γιώργη Παυλόπουλου, τον ωραίο ποιητή που μονάζει στον Πύργο Hλείας και κάπου ζηλεύει, όπως λέει, την Kοζάνη για όσα γίνονται εδώ στα γράμματα, γνώστη του σεφερικού έργου, ήταν φίλος του άλλωστε. Tα πράγματα ήταν απλά. Oσο ζούσε ο ποιητής (μέχρι 21 Σεπτ. 1971) οι εκδόσεις των ποιημάτων του κυκλοφορούσαν με την έλλειψη αυτή αφού όταν τυπώθηκαν κι ανατυπώθηκαν, από τα χαρτιά του ποιητή είχαν παραπέσει τα χειρόγραφα με τα ποιήματα TPITH και TETAPTH της ενότητας αυτής. Aμέσως μετά το θάνατο του στην Iταλία, όπως μου είπε ο ποιητής, έγινε μια έκδοση μικρή που περιείχε τα ποιήματα μόνον εκείνης της εβδομάδας.
Παραθέτω παρακάτω το ποίημα που διαβάστηκε εκείνο το βράδυ και που το γνώρισα για πρώτη φόρα. Eχω την εντύπωση πως γνώρισα έναν άγνωστο, ένα θαυμάσιο άνθρωπο που αγνοούσα και ο οποίος λάνθανε δίπλα μου ή λίγο πιό μακριά. Tο ποίημα είναι στη γνωστή ποιητική ατμόσφαιρα του Γ. Σ έχει όμως το ξεχωριστό του νέου για μένα κι άγνωστου κι όπως κάθε νέο κι άγνωστο σε προκαλεί, σε προσκαλεί σε αναγνώσεις πολλαπλές, για αναγνωρίσεις λεπτομερείς ή στις γνωστές καταστάσεις που όταν τις ζεις όλα σου φαίνοται ξεχωριστά κι ας είναι αιωνίως τα ίδια.

TETAPTH

“- Γιατί δε βραδιάζει;
- Kοίταξε αν θέλεις, κάπου θα βγεί το νέο φεγγάρι.
- Oλοι κοιτάζουν τι θα κάνεις
κι εσύ κοιτάζεις τα πλήθη που σε κοιτάζουν·
οι ματιές γράφουν ένα κύκλο στενό
που δεν μπορεί να σπάσει.
Aν γεννηθεί κάποιος ο κύκλος θα πλατύνει
αν πεθάνει κάποιος ο κύκλος θα στενέψει
αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο.
Kι οι τέσσερεις άλλες αισθήσεις ακολουθούνε την ίδια γεωμετρία
Aν αγαπούσαμε θα ‘σπαζε ο κύκλος,
θα κλείναμε τα βλέφαρα μια στιγμή.
Aλλά δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε.

Hταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες που να κοιτάζεις
κι όταν είπες να φύγουμε γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει,
γύρισες και με κοίταξες στα μάτια και μια νυχτερίδα
πέταξε γράφοντας τρίγωνα...
Ξανάρχισε πάλι το γραμμόφωνο.
Oι νυχτερίδες οι δικές μας τώρα
γράφουνε κύκλους που στενεύουν όσο πετάνε
από τον άνθρωπο στον άνθρωπο, στον άλλο άνθρωπο
κανείς δεν ξεφεύγει
κι η ζωή είναι πλούσια γιατί είμαστε πολλοί
κι όλοι μας ίδιοι
κι η ζωή είναι πλούσια γιατί βρήκαμε τελειοποιημένα μηχανήματα
όταν οι αισθήσεις παρακμάζουν.
Aδέρφια, μοιραστήκαμε το ψωμί και τον πόνο.
Kανένας μας δεν πεινά, δεν υποφέρει πια κανένας
κι έχουμε όλοι μας το ίδιο ανάστημα, Kοιτάχτε μας!
Σας κοιτάζουμε, Kι εμείς! Kι εμείς! Kι εμείς!
Δεν είναι τίποτε παραπέρα
- Oμως τη θάλασσα
δεν ξέρω να την έχουν εξαντλήσει.”

Eίπα παραπάνω ότι ζήλεψα το Δήμαρχο γιατί είχε την έκδοση που δεν έχω. Mήπως όμως ζήλεψα γιατί διάλεξε αυτό το ωραίο ποίημα που δεν το ήξερα κι έγινε αφορμή τώρα να το γνωρίσω;

Σημείωση

1. Από τους συμπρωταγωνιστές εκείνης της βραδιάς σήμερα κάποιοι είναι στην πρώτη γραμμή της αναζήτησης ψήφων για την εκλογή τους. Τους καταγράφω κατά σειρά συμπαθείας των ποιητών: Γ. Βλατής (Γ. Σεφέρη), Νίκος Τσαρτσιώνης (Ρ. Κίπλιγκ), Αλέκος Αθανασιάδης (Γ. Στρατήγης), Λαζ. Λωτίδης (Ηλ. Σιμόπουλος), Μ. Παπαδόπουλος (Γ. Κρόκος).
2. Γιατί το κάνω; Δεν ξέρω; Δεν το ξεκαθάρισα μέσα γιατί να θέλω ν’ αναμιχθώ ίσως σ’ αυτό το θλιβερό, πολιτικό, κομματικό αλισβερίσι των ημερών. Μήπως για να δηλώσω βουερά απών με τη σιωπή αγαπημένων ποιητών προτάσσοντας στην αθλιότητα της πραγματικότητας τα «Χάρτινα στήθη των στίχων» του Αρη Αλεξάνδρου.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Οντως το έχω παρακάνει...και μπορεί ο Λ. Τσ. να μου τραβήξει κάπως τ' αυτιά

Το έχει παρακάνει...

Ο –άσπονδος τελικά - φίλος Βασίλης Καραγιάννης, πολυγραφώτατος και πολυδιαβασμένος, συχνά εκτροχιάζεται λόγω της κακής του συνήθειας να τοποθετείται επί παντός επιστητού, χωρίς συχνά να διασταυρώνει τις πληροφορίες του.
Δεν είναι λίγες οι φορές που έπιασε στο στόμα του την Οικολογική Κίνηση και τον υποφαινόμενο, γράφοντας διάφορες μικρόψυχες «χιουμοριστικές» κριτικές, με ανεξήγητα μέχρι στιγμής κίνητρα.
Τελευταίο δείγμα η ειρωνική αναφορά του στη συνέντευξη τύπου που δώσαμε ως Οικολόγοι Πράσινοι, όπου κατηγορηθήκαμε ότι «επιδείξαμε» ένα πυροβολημένο πουλί στα κανάλια. Που είναι το μεμπτόν της υπόθεσης ; Την ώρα της συνέντευξης έφερε κάποιο μέλος μας ένα πυροβολημένο μελισσοφάγο. Σε τέτοιες περιπτώσεις πριν στείλουμε το πτηνό για περίθαλψη προβάλουμε το περιστατικό, ώστε να δείξουμε τις συνεχιζόμενες παραβάσεις της κυνηγετικής νομοθεσίας και να παρακινήσουμε τους πολίτες να μας στέλνουν τραυματισμένα ή δηλητηριασμένα από φυτοφάρμακα πουλιά. Συγνώμη για το .. έγκλημα μας, Βασίλη, άλλη φορά δε θα το ξανακάνουμε.
«Έγκλημα» 2ο. Τις προάλλες ανακοινώσαμε στον τοπικό τύπο την απόφαση της Πολιτείας να ανακηρυχτεί το ΞΕΝΙΑ διατηρητέο κτίριο, απόφαση που οφείλεται σε ενέργειες της Οικολογικής Κίνησης, μετά από υπόδειξη – και τεχνική τεκμηρίωση – του αρχιτέκτονα Κώστα Δεσποτίδη. Τον τελευταίο μάλιστα ευχαριστήσαμε και δημοσίως αφού επισημάναμε την καθοριστική συμβολή του. Ο κ. Καραγιάννης θεώρησε σκόπιμο να παίξει το ρόλο του τιμητή του κ Δεσποτίδη και σχολίασε την ανακοίνωση λέγοντας ότι το επίτευγμα οφείλεται στον «υποψήφιο Βουλευτή του ΣΥΝ (ριζα)» κ. Δεσποτίδη, αλλά και «τους τακτικούς Οικολόγους (σχεδόν εξ επαγγέλματος) και τα άτακτα στίφη αυτών που δεν προτάσσουν στήθη αλλά μονο-λόγους».
Προς τι η ειρωνεία και η απαξίωση ; Μήπως υπονοεί με τους λεκτικούς ακροβατισμούς του ότι οικειοποιηθήκαμε τη δουλειά του Κ. Δεσποτίδη ; Τον πληροφορούμε ότι όταν μας κοινοποίησαν την απόφαση για το ΞΕΝΙΑ επικοινωνήσαμε με τον κ. Δεσποτίδη και επιμέναμε να εκδώσει αυτός την ανακοίνωση, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την ιδιαίτερη συμβολή του. Τελικά ο ίδιος αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι η Οικολογική Κίνηση τράβηξε με συνέπεια όλη την ιστορία και τελικά η ανακοίνωση γράφτηκε από κοινού. Συγνώμη, Βασίλη, άλλη φορά δεν θα παίρνω τον Κώστα για να συνεννοηθούμε ποιος θα υπογράψει μια κοινή μας δράση, αλλά θα ρωτούμε εσένα !
«Έγκλημα» 3ο. Την περίοδο των Ευρωεκλογών ο κ. Καραγιάννης άκουσε από κάποιες γριές ότι κόπηκαν δύο δέντρα κοντά στην «Αγιάννα», αλλά ο Πράσινος Οικολόγος δεν πήρε χαμπάρι, γιατί μάζευε ψήφους κλπ, κλπ. Συγνώμη, Βασίλη, άλλη φορά θα περνώ από όλ’ τ’ς χωρατάδις τ’ς Σκ’ρκας και θα ρωτώ τ’ς μπάμπις μήπως έκοψαν πουθενά κάνα δέντρο …
Δυστυχώς, Βασίλη, δεν μπορώ να σε κρατήσω κακία, όπως θα έκανε κάποιος άλλος στη θέση μου. Κι αυτό, διότι αναγνωρίζω τη συμβολή σου στην πνευματική ζωή του τόπου και παραβλέπω αυτό το κακόβουλο χρόνιο «χιούμορ». Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι τα κίνητρα σου. Ή βαλτός είσαι, όπως λένε κάποια εξοργισμένα μέλη της Οικολογικής Κίνησης, (πράγμα που εγώ δεν το πιστεύω), ή όσο περνούν τα χρόνια το χάνεις …
Διάλεξε και πάρε
Λ. Τσικριτζής
Πρόεδρος της Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης

Αμεσες απαντήσεις εις Λζρν Τσκτζ και την Οκλγκ του Κνσ δηλαδή το κόμμα του τώρα.

1. Ομολογώ πως το έχω παρακάνει. Αλλη φορά θα είμαι ακόμα πιο δηκτικός. Αλλά τι φλύαρος θεέ μου. Τρεις σειρές του 'γραψα με σαραντατρείς απάντησε. Διάρροια κανονική λόγου. Δώσε αφορμή στο χωριάτη να σ' ανέβη και στο κρεβάτι.
2. Ομως να μη λησμονεί πως όταν ένα κίνημα συνείδησης το μετατρέπουν κατά το δοκούν και το καραδοκούν σε κόμμα κάθε τρεις και λίγο, δηλαδή για ν’ αρπάξει κι αυτό και ν’ αρπαχτεί από κάπου, τότε θ’ ακούσ(ουν)ει στη γλώσσα αυτής της τρέχουσας πρακτικής, λόγια. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίζουμε όπως μια περιβαλλοντική οργάνωση ή κάτι μεταξύ κατηχητικού και προσκοπικού φυσιολατρικού ομίλου με τις οποίες προσιδιάζει τον άλλο καιρό το εν λογω πτηνοοικολογικόν σύνολο. Αυτού του κόμματος πλέον λίγο παρακάτω της πόλεως και του νομού στο κέντρον η κατάσταση είναι χειρότερη. Και μη μου αντιτάξουν κακά λόγια για το χάλι αριστεράς (της πολιτισμένης, ότι αυτή μόνον υπάρχει κι αξίζει να υφίσταται ως τέτοια), γιατί εγώ θα πω, αλίμονον, περισσότερα.
3. Με τα χρόνια όλοι τα χάνουμε κάπως.
Εγώ «Λέω πάλι πως το μόνο που έχω χάσει
είναι η ασήμαντη επιφάνεια των πραγμάτων...»

στίχος του Μίλτον που επαναλαμβάνει κι ο Χ.Λ.Μπόρχες.

Β. Π. Καραγιάννης
πρόεδρος του iparemvasi.blogspot.com

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η παγκόσμια Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού και το ελληνικό κυνήγι αυτού


Στον πρόναο του καθεδρικού ανήμερα της εορτής –«Χαίρε ξύλον μακάριο»- (αμφίσημον) δια της πλαγίας κι από συμπαθή μου υπηρέτη του ναού πήρα μιαν μάτσαν βασιλικόν και πλατύφυλλον και σγουρό, ανάμικτο και τον μοίρασα δώθε κείθε αλλ’ αγαπητικά.
Με τον εσπερινό σήμαινε η έναρξις εορταστικά της άλλης μέρας όπου προεξέχων άγιος στο Συναξάρι είναι ο Βησαρίων κλπ., ο περιφεριάρχης δηλ. άγιος πασών των Θετταλών κι ας λέει ο Θουκυδίδης «Απιστα τα των Θετταλών...).
Εν τω μεταξύ τουλάχιστον 4 τελετές λάβαιναν χώρα από κείνη την ώρα κι εφεξής.
1. Στο Κοβεντάρειον που με το λαχανί του χρώμα θυμίζει αίθουσα επιβατών μεγάλου πλοίου (εκεί το μεσημέρι ο πρασινολόγος της οικολογίας επιδείκνυε τραυματισμένον μελισσουργόν -πουλάκι είναι και λαλούσε κι όχι εκμεταλλευτής μελισσών- τον οποίο και οδηγούσε εκόντα άκοντα εις περίθαλψιν στο πτηνιατρείον) ο 19ετής δήμαρχος (ξεπέρασε και τον «Δεκαπενταετή πλοίαρχο» του Ιουλίου Βέρν) αποχαιρετούσε (επιτέλους δι’ αυτόν και αλλήλους) την Αλεξάνδρειάν του κι έβαζε πλώρη για Αθήνα μεριά. Αμετάκλητα, άκουσα στομφωδώς (προς φοβέραν ποίων άραγε;) να διαδηλώνει ότι αποχωρεί (δε χρειάζονταν οι νομικοί όροι ότι η υποψηφιότητα και μόνον ακόμα και στο πλέον ασήμαντο κόμμα σε μια συνιστώσα του ΣΥΝ(ριζα) λ.χ., δημοσίου πολίτη αιρετού, επιφέρει αυτοδίκως παραίτησίν του). Ολοι εχθροί και φίλοι, ο καθείς με τον πόνο του, του εύχονταν κατευόδιο, άλλοι ένδακρυς (κι αυτός) κι άλλοι εύχαρεις. Νωρίτερα διέσχισε μετά της κουστωδίας του τον πεζόδρομο, μια πορεία που έκρυβε συγκίνηση, μελαγχολία και θλίψη. Μέχρι τώρα νικούσε από έναν έως ενάμιση αντιπάλους σε κάθε δημοτική αναμέτρηση, τώρα έχει να τα βάλει με έξη ορκισμένους αντιπάλους (εχθρούς κανονικούς δηλαδή εσωκομματικούς, οι οποίοι θέλουν να διασπαράξουν την ανθρώπινη δημοτική λεία (ή έρμα) που σέρνει στο σκάφος του.
Αποχαιρέτα λοιπόν την Αλεξάνδρεια που χάνεις
καθώς ανοίγεις τα πανιά για βουλευτής Κοζάνης
έχων κρεμμασμένας μπρος και πίσω άπειρας πήρας
οδεύων δημάρχος κραταιός για βουλευτο-κλητήρας

2. Στην Εστία Εθνικής Αντιστάσεως Κοζάνης και περιχώρων λάβαινε την ίδια ώρα σοβαρά συζήτηση περί του ιστορικού κομμουνιστού, οσιομάρτυρα Ν. Πλακοπίτη (τουφεκίστηκε με τους 200 στην Καισαριανή το 1944) υπό εγκρίτων ιστορικών του σκοινιού και του πασσάλου, ως προς την επιστήμη τους, εννοείται. Αγριοπερίστερο του αγώνα ονόμαζαν τον μάρτυρα στην πρόσκληση. Ισως γιατί οι περιστεράιδες τότε σύντροφοί του, που επιχωριάζουν στη Σκρκα ακόμα και σήμερα, αλλά και το κράτος της 4ης Αυγούστου, δεν μπόρεσαν να τον εξημερώσουν!

3. Στο άλλο παραδοσιακό σπίτι του Φιλοπρόοδου ομίλου με την κερασιά στη μέση εγένετο ωδική μνεία της άλλοτε δόξας του λαϊκού τραγουδιού Βίκυς Μοσχολιού· δηλαδή «Τα τραίνα που φύγαν αγάπες μας πήραν» δυστυχώς ακόμα κι αυτό με το μοναδικό δρομολόγιο της Κοζάνης.

4. Εμένα τι με νοιάζουν όλα αυτά και το αν τη μέρα της παγκόσμιας ύψωσις του Τιμίου Σταυρού στην Ελλάδα, στην πόλη και τα χωριά, άρχιζε το άγριο κυνήγι του εκλογικού σταυρού;
-«Χαίρε σταυρέ ζωής ταμείο»!
Πήρα την σκαλοπατημένη οδόν Μαραθώνος στα νότια πλάγια της Σκρκας για το ναό της Μεταμορφώσεως. Τα στένα της, όσα δεν καταπατούνται και πνίγονται από τους κατοίκους της, τώρα υφίστανται σκάψιμο δια την διέλευσιν της τηλεθέρμανσης. Το Ξενία διεσώθη ως μνημείο, με πρωτοβουλία των ευγενών συμπολιτών (εκεί ξεχώρισε ο μηχανικός κ. Κ. Δεσποτίδης υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΝ(ριζα) τις προηγούμενες εκλογές για να μην ξεχνιόμαστε -το χούι μας είναι χούι. «Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη/Ξεχώρισες μια: Είναι η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές») και με άλλους κοζανίτες, τους τακτικούς Οικολόγους (σχεδόν εξ επαγγέλματος) και τα άτακτα στίφη αυτών που δεν προτάσσουν στήθη αλλά μονο-λόγους.
Στο ναό λάβαινε χώρα και ανάμνηση του ιστορικού θραύσματος της εγίρας των Αγραφιωτών που ήρθαν το 1680 από τις περιοχές που επόπτευε ο άγιος Βησαρίων, μετά τους αποτυχημένους ξεσηκωμούς εκεί, στην πόλη κι εποίκισαν κι αυτοί αυτήν, ποσώς. Κάθε παραμονή λοιπόν του αγίου όσοι κρατούν από κείνες τς γενιές των εποίκων τελούν έναν εσπερινό μετ’ αρτοκλασίας με όλους τους τύπους και τους υπογραμμούς. Οι Θεσσαλονικείς απόγονοι φέτος, όμως, δεν διέβησαν τον βουερό Αξιό και το λαδερό Λουδία για να παρευρεθούν. Ομως οι σεβάσμιες γυναίκες του λόφου αλλά και οι απόγονοι εκείνων τήρησαν την πάτρια και ωραία ανάμνηση. Αδιάφοροι για τα διαδραματιζόμενα στο κέντρον της πόλεως, ζούσαν τον τρόπο τους μετρημένοι επώνυμοι ο καθένας στην ανωνυμία τους, αλλ’ όχι όχλος και μάζα φωνασκούντων, όπως ένας χυλός απελπισίας. Ακουσαν κι άκουσα κι εγώ, λαθραναγνώστης της ιστορίας τους, τους εξαίσιους «Χαιρετισμούς του Σταυρού» ένα ποίημα υψηλής στάθμης, θυμήθηκαν ή ξεχάστηκαν στα δικά τους ο καθένας και στον κόσμο της νοσταλγίας του
Ασε τους ψηφάκηδες να κουρεύονται και να καίγονται για τους επίγειους σταυρούς με τους οποίους φυσικά θέλουν να σταυρωθούν και να καρφωθούν μ’ όλο το είναι τους πάνω και στο μεγάλο σταυρό της Βουλής για να σώσουν έτσι το προσωπικό πολιτικό τους σαρκίον (καλή κι ευλογημένη απαίτηση και το καταλαβαίνω) αλλά να σώσουν και την Ελλάδα κι εμάς μαζί; Αυτό δεν το κατανοώ. Αρκετά εσώθημεν έως αφανισμού υπό των ιδιοτελών κομμάτων της εφ’ όλης της ύλης αρπαγής.
Κάπου κάπου έριχνε και καμιά ξεχασμένη σταγόνα βροχής κι ο σύντροφος σκίουρος φέτος δεν φάνηκε.

Γλυκό ήταν της Παγκόσμια Υψωσις του Σταυρού το βράδυ
ο ναός έφεγγε τις σεμνές σκέψεις, αρνητική ακτινογραφία
κι έβγαζαν οι ψυχές το απόσταγμα γνήσιο κρασί και λάδι.
- Ελα εδώ που είμαι, όπως χρόνια, στη στενωπό της ιστορίας.

K. Καρυωτάκη, Μπαλλάντα στους παραληφθέντες πολιτευτές υπο Β.Π.Κ. παραποιηθείσα αγρίως



Aπό λαό και μηχανισμούς παραμελημένοι,
αφού οι αρχηγοί τους ξέχασαν πικροί,
μαραίνονται οι πολιτευτές· τους απομένει
πλούτος η πλήξη κι η οργή η παγερή.
Ευήθεις και με αφέλειες έμπλεοι την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση απειλούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλλάντα στους πολιτευτές ως μλκς που’ ναι.

Για να ζήσουν οι Πάριδες ευτυχισμένοι.
οι Ρούληδες το έπαιζαν για χρόνια μωροί,
η κυρία Βουλή τούς είναι χωρισμένη.
Κι έτσι κανένας όμως δεν ανιστορεί
και η μούντζα τους εσκέπασε βαρύτατη
τους παραλειφθέντες των εκλογών που κλαψουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω γλυκύτατη
μπαλλάντα στους πολιτευτές ως νούμερα πού ναι.

Αν και του κόμματος η περιφρόνηση τούς βαραίνει
αυτοί περνούνε στον πεζόδρομο κορδωμένοι αλλ’ ωχροί.
στην κωμικο-τραγικήν απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου, που θα πάει η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθύκολπη και με γαστέρα χαλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά κι εγώ παραποιώ τη θλιβερή
μπαλλάντα στους πολιτευτές ως λόξες πού ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
-Ποιος νούμερο παρα-ποιητής θέλω να πούνε,
την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλλάντα στους πολιτευτές φουκαράδες πού’ναι;

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

«Οι Εφτά νάνοι»* ή «Εφτά σε παίρνει αριστερά μην το ζορίζεις» του Θ. Μκρτσκ


«Σύμφωνα με τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και την κείμενη νομοθεσία ο δήμαρχος Κοζάνης Πάρις Κουκουλόπουλος θα πρέπει να υποβάλλει την παραίτησή του μέχρι την επόμενη Παρασκευή. Ομως, όπως μας είπε χθες ο ίδιος, θα παραιτηθεί άμεσα, δηλαδή το αργότερο την ερχομένη Δευτέρα, για να μη δημιουργηθεί το παραμικρό ζήτημα!. Ηδη μάλιστα, μάθαμε πως σήμερα θα αρχίσει να μαζεύει τα πράγματά του από το γραφείο στο οποίο κάθισε για 19 συναπτά έτη...»
Οι ειδήσεις
***
1η Mαίου 2003, πριν χαράξει στη Bιβλιοθήκη μάζευα τα τελευταία μου πράγματα· μαζί και δύο φωτογραφίες, μία της Δήμητρας που παίζει πιάνο και η άλλη με τη μάνα μου στο γραφείο, από το οποίο έφευγα οριστικά.
***
Το θέμα δεν είναι το πώς φεύγεις από έναν τρόπο που αγαπάς ούτε αν πας για τα καλύτερα ή τα χειρότερα. Το θέμα είναι ότι φεύγεις οριστικά κι αμετάκλητα (φορές ξεκολλάς ή σε ξεκολλούν βίαια) κι αυτή η βεβαιότητα είναι μια θανάσιμη στην αρχή αγωνία, στη συνέχεια ήπιο πένθος και στην ακολουθία της ζωής ίσως και χαρμολύπη ύπαρξης μπορεί και δημιουργίας.
-Ποιός ξέρει;
***

Γράφει ο Μίλτος Σαχτούρης:

Μια μέρα θα φύγω κι εγώ
Όπως έφυγε ο Ντύλαν Τόμας
Όπως τα μανιτάρια από το πιάτο του παπά
Όπως οι φώκιες της Αλόννησος
Όπως το περιστέρι του ψαρά
Όπως η γάτα του λωτοφάγου
Όπως οι κάτοικοι του Βυσσινόκηπου
Από το κτήμα τους το αγαπημένο
Όλοι φεύγουμε
Που να πάρει ο διάολος...



ΥΓ. Και ο +1 νάνος

Εγινε επι οκταετίαν πρωθυπουργός κι αρχηγός, ύστερα ως άρχοντας των δακτυλιδιών παρέδωσε το δαχτυλίδι του πανικόβλητος. Τον λοιδόρησαν, τον περιέπαιξαν, τον έδιωξαν σκαιώς από τη στάνη του. Αυτός εκεί. Τώρα ξανά τον εξευτέλισε ο έσχατος της δυναστείας των Παπατέτοιων, ο οποίος θέλει δε θέλει θα μας κυβερνήσει, βλέπετε αυτοί είμαστε που είμαστε κι ως λαός αυτοί οι ηγέτες μας ανήκουν και οι ηγέτες απ’ αυτόν τον λαό, εμάς δηλονότι, υπάρχουν.
Υπάρχει μια κατηγόρια στα ασπόνδυλα με την οποία συγγενεύει ο εν λόγω, η αχηβάδα (=μαλάκιον δίθυρον).

Μέρες του 1896 (και του 2009)

Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική (πολιτική) ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα·
κατόπι τη σειρά, και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα (βάλε βάλε) χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις (τον είπαν αρχιερέα των) που θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ’ ένας τύπος που αν σ’ έβλεπαν μαζύ του
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.


Κ.Π.Κβφς και δια την ελαφράν παραποίησιν Β.Π.Κ.


http://www.youtube.com/watch?v=nyG6gSyW5eE

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Οι «Ηγεμόνες εκ Δυτικής Λιβύης» καθώς ορμούν σαν τραίνο στην αυτοδυναμία


Η κεντρική οδός της οποίας έχω αφ’ υψηλού άποψιν καθ’ όλον το μήκος και πλάτος της γεμίζει με άγνωστές και περίεργες φυσιογνωμίες πολιτών, μια φόρα το έτος, το τριήμερον του Νιάημερου- η μόνη λέξη στην ελληνική που τονίζεται πριν από την προπαραλήγουσα -(πλησιάζει και φέτος θα συμπέσει με τον πολιτικό μας) και τις μέρες που έχουν συγκέντρωση τα δύο κόμματα εξουσίας, τα οποία βρίσκονται στον ίδιο παρονομαστή αμετροέπειας λόγων και τρόπων. Τότε από την ενδοχώρα του νομού καταφτάνουν διάφοροι νοματαίοι οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους διπλωμένες τις πλαστικές σημαίες του αγώνα (για την τακτοποίηση των οικείων τους ζητημάτων) που ούτε στιγμή δεν υποστέλλουν και ομπρέλες καλού κακού για τη βροχή. Οι επισκέπτες του νιάημερου συνήθως κρατούν στους ώμους τους χαλιά πωλούμενα (από τους αθίγγανους) όχι μισοτιμής αλλά σε ευτελή τιμή, για να ενδύσουν τις οικίες τους.
Η μια σκηνή είναι γνησίως πολιτική, άσχημη ή άλλη απλώς λαογραφική αλλά χρηστική και οι δύο γνησίως ελληνικές και πατριωτικές.
Από το νιάημερο αγοράζεται ο γνωστός χαλβάς, ενώ από τις συγκεντρώσεις ο πολιτικός. Εχουν και οι δύο την ίδια γλυκεία αίσθηση στη γεύση και τη γλίτσα.
Είχα δει κάποτε πως παρασκευάζεται αυτός δίπλα από τους χώρους του Ν. σ’ ένα αχούρι με όλους τους κατοίκους του παρών (άλογα, πρόβατα, σκυλιά γουρούνια) να κοιτούν διαπορούντες και ίσως και να σιχαίνονται για το πως τρώει τέτοιο χαρμάνι το ανθρώπινο είδος. Ο άλλος ο πολιτικός παρασκευάζεται κι αυτός αποκλειστικά στα κομματικά μαντριά και τους ιδεολογικούς στάβλους.
Το πανηγύρι της ακαλαισθησίας άνοιξε ανήμερα εορτής Μηνοδώρας Μητροδώρας, Νυμφοδώρας μαρτύρων, η πράσινη δυσοσμία για ν’ ακολουθήσει οσονούπω η γαλάζια κακοσμία.
Κι ενώ από μακριά ακούω τον ρόγχο των μεγαφώνων κάτω από το γραφείο μου περνά: «Ενας λαός που δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» μιας πορείας λίαν φανατικών χωρικών και ενός λεωφορειομεταφερόμενου λόχου ΤΕΙ-όπαιδων, (και παρα-λίαν «αισθαντικών»), δύο συμπαθείς κατηγορίες της αυτής υψηλής, νοητικής στάθμης κι αισθητικής, χρόνια τώρα. Εν τω μεταξύ ένας λαός καθόταν στο Ερμιόνιον και βαριόταν αλλά κι αναρωτιόταν. Είκοσι χρόνια πασοκιάς και οκτώ χρόνια δεξιάς δεν μας φτάνουν;
-Μας φτάνουν και μας παραφτάνει!
Πάροδος.
Θυμήθηκα τον αλήστου μνήμης πατέρα του ερχόμενου, πριν από χρόνια και από την αυτή πλατεία να διαλαλεί, εντός υαλίνου κλωβού εγκλωβισμένος και μεθυσμένος από το τίποτα: «Δεν υπάρχουν θεσμοί μόνον λαός». Επί το ελληνικότερον: «Δεν υπάρχουν θεσμοί μόνον κομματικοί εσμοί».
Στο τώρα πάλι. Μια γεγονυία φωνή διέσχισε το πλήθος που πάγωσε: «Ο δήμαρχος Κοζάνης μετά από 19 χρόνια απέδρασε. Η Κοζάνη έχει Δήμαρχο. Ζήτω! (ποιός;)». Προς στιγμήν ολοι όρμησαν προς τα κει που ακούστηκε η φωνή αλλά αντιμετώπισαν το άδειο.
Οι δύο πρωταγωνιστές της βραδιάς, ο ερχόμενος πρωθυπουργούς εν αδυναμία, κι ο απερχόμενος Δήμαρχος εν τέως παντοδυναμία, μου θύμισαν-γιατί άραγε;- τον Κ. Π. Καβάφη και τον «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης»
***
Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.


Σημείωση
Ακούστηκε, μου το είπαν, την αυτή ημέρα από χειλέων οπλαρχηγού του ΣΥΝ-(ριζα). «Εφ’ όσον μπορείς και διαβάζεις Μ. Αναγνωστάκη ψηφίζεις την πολιτισμένη αριστερά».
Ετσι:
«Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα...»

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

"Η ιστορία της ασχήμιας"*


Θα τη ζήσουμε για ένα μήνα -ήδη λιγότερο.
Δεν χρειαζόταν σε κανέναν μας αλλά χρειαζόταν για τους κατ’ εξακολούθησιν εκμαυλιστές της καθημερινότητας, οι οποίοι είτε ως αρχάγγελοι του καθόλου είτε ως άγγελοι του όλα (δηλαδή του εξ ίσου τίποτα), θα φτερουγίζουν δίπλα, κοντά και πλάι μας, μαύρα πουλιά. («Ξέρω κάτι πουλιά μαύρα πουλιά, πουλιά πικρά, πουλιά της δυστυχίας»).
Ο μέγας τιποτολόγος που χρόνια περίμεναν ν’ αποφανθεί και να γυρίσει τη σβούρα της απελπισίας στο πάρτα όλα αφού πρώτα την έριχνε στο βάλτε όλοι, αποδείχτηκε φούσκα(ς), απ’ αυτές που κλοτσούσαμε κοντά στα Χριστούγεννα μικροί στα χωριά, κι ήταν και γουρουνίσια. Το ‘βαλε στα πόδια μπροστά σ’ ό,τι δημιούργησε, όπως τον Ιούλιο του ‘74 το έσκασαν οι ύστεροι φουκαράδες της δικτατορίας μπροστά στο έγκλημά τους (Εντάξει τηρούμε τις αναλογίες). Τώρα θέλει να ξαναγυρίσει στον τόπο του εγκλήματός του και επιτέλους να μας βάλει σε τάξη οριστικά, γιατί μέχρι τώρα βαριόταν να μας επιληφθεί στα σοβαρά, ότι σοβάρεψεν ο αγώνιαστος και στρογγυλοποιημένος ως κολοκύνθη ένσπορη, ρίψασπις και μας επιλαμβάνετε με φανφάρες και παιάνες Τυρταίου. Θα μας οδηγήσει εκ νέου στα λίαν δύσκολα που μόλις άφησε, ενώ ήταν κι είναι ένας παλιάτσος, κακέκτυπον ήρωος του Αριστοφάνη -ο Τρυγαίος- όχι ο αμπελουργός αλλά ο κατ’ επάγγελμα ξαπλουργός, που αγανάκτησε και μας απειλεί με τις πραγματικότητες τις οποίες περιδεής άφησε, αφού ως ο μέγας ανίκανος δημιούργησε. Θα μας επιβάλλει αμέσως μόλις ξανανεβεί με το σκαθάρι στον θρόνο του, στον Ουρανό απ’ όπου και θα επιβάλλει τάξην κι ειρήνην· σφιχτά πράγματα, δηλαδή.
«Έτσι όλοι (θα) είναι ευτυχισμένοι με την επιστροφή της Ειρήνης (Ν.Δ.) στη γη και (ιδίως) στους ανθρώπους (της). Ο Τρυγαίος παντρεύεται την Οπώρα (ο δημόσιος λουφές κατά τον Μακρυγιάννην) και η Θεωρία (δηλονότι η κυματίζουσα λεκτική και νοηματική μλκ..)(1) γυρίζει πίσω στη Βουλή. Όλοι μαζί (χαζο)χαρούμενοι, (το) γλεντούν τρώγοντας και τραγουδώντας (εις υγείαν όπως πάντα των νυν και αεί κορόϊδων νεοελλήνων)».
Μήπως τελικά ως κράτος είμεθα «Ως άνθρωποι πάσχοντες μαλάκαν;»(2) (ήγουν μαλάκυνσιν εγκεφάλου), φράσιν που αλίευσα από το βιβλίο «Αποσπινθηρίζοντας. Σπουδάματα στον Παπαδιαμάντη» του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, εκδ. Ινδικτος,όστις ως στρουθίον μονάζον στης Χαλκίδας τα πάνω-κάτω νερά, φιλολογο-λεπτουργεί.
Τον είπαν στη Βουλή Νονό κι αυτός βαφτίζει ακρίτως
τους νταβαντήδες της αυλής του σώματα χριστιανικά
ν’ αρπάζουν, να κυβερνούν, να ασελγούν αδιακρίτως
-Αλλά ο νονός του, ΣΥΝ-νονός, την έκανε κανονικά...


* Ουμπέρτο Εκο "Ιστορία της ασχήμιας" εκδ. Καστανιώτη
Ο πίνακας είναι του ζωγράφου Γιάννη Βούρου

Σημειώσεις
(1) Γράφει ο Ν.Δ.Τ.: «Ερχονται στιγμές που ζηλεύω τα σημερινά παιδιά για την ασύστολη χρήση της γνωστής τρισύλλαβης λέξης και οικτίρω εαυτόν για την αδυναμία μου να την εκστομίζω ανενόχως, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις»
(2) -Μα φυσικά!

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Τέλος με τις ποιητικο-νεοδημοκρατικές αηδίες. Ας θλιβούμε κάπως


Το ΠΑΣΟΚ και η αυτοδιοίκηση

Φίλος και αναγνώστης της "Αυγής", με μακρά ενασχόληση με τα αυτοδιοικητικά, σχολιάζει τις επιλογές του ΠΑΣΟΚ με αφορμή τον θάνατο Χρήστο Παλαιολόγο:
"Φυσικά και δεν μπορεί ν' αμφισβητηθεί η ανθρώπινη συγκίνηση και στάση των στελεχών του ΠΑΣΟΚ που παραβρέθηκαν και συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον Χρήστο Παλαιολόγο. Ιδιαίτερα του δημάρχου Κοζάνης, πρ. προέδρου της ΚΕΔΚΕ, μέλους του Πολιτικού Συμβουλίου (ανώτατου κομματικού οργάνου του κόμματος) Π. Κουκουλόπουλου που εκφώνησε επικήδειο και σκιαγράφησε με αντικειμενικότητα το έργο και την πληθωρική αυτοδιοικητική προσωπικότητά του.
Δεν μπορεί όμως ν' αποσιωπηθούν οι συνειρμοί που προκλήθηκαν, αφού το 2006 δεν απέχει πολύ.
Τότε που στις δημοτικές εκλογές το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αρνήθηκε τη στήριξη του στον Χρήστο, αλλά του αντιπαρατέθηκε με πάθος στερώντας από τους πολίτες της Λιβαδειάς τον δοκιμασμένο και εμπνευσμένο δήμαρχό τους (η πάνδημη συμμετοχή του λαού της πόλης στο κατευόδιο το επιβεβαιώνει).
Κι αναρωτιέται κάθε καλοπροαίρετος.
Με ποια κριτήρια το ΠΑΣΟΚ χειρίζεται τα ζητήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Τι κατισχύει στις επιλογές του;
Η αναβάθμιση του θεσμού;
Η ενίσχυση της κοινωνίας των ενεργών πολιτών;
Η προώθηση της αποκέντρωσης;
Η περιφερειακή ανάπτυξη;
Ή η διατήρηση αναχρονιστικών πολιτικών μεθόδων και η διαιώνιση πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτών και πολιτευόμενων;
Ποιων οι απόψεις επικρατούν στο κόμμα;
Των Κουκουλόπουλων; Ή κάποιων άλλων;
Συμπέρασμα: Ισχυρές δόσεις αυτοκριτικής χρειάζεται το ΠΑΣΟΚ για να καταστεί αξιόπιστο όταν επικαλείται την περίφημη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων."
(ΑΥΓΗ 2-9-2009)

Τον Χρήστο Παλαιολόγο (1950-2009) γνώρισα από τον πρώτο καιρό στο Πανεπιστήμιο στη Θσσλνκ. από τον φίλο Γρ. Δουγαλή. Εμεναν στην ίδια οικοδομή επί της οδού Λιτοχώρου 18 κι εγώ τους επισκεπτόμουν. Αργότερα σε κοινούς πολιτικούς και κομματικούς τρόπους έγινε πιο ζεστή η γνωριμία παρότι σ' αυτούς τους χώρους δεν ευδοκιμούν και πολύ σχέσεις ανθρώπινες. Τώρα, "Ημίν τοις φίλοις πένθος"

Υ.Γ. Κύριε Κασαπίδα αν εσάς ο νεοδημοκρατικός εσμός σας χτυπά ...κάτω από τη μέση, ο θάνατος αλίμονο, χτυπά στο σταυρό κι ιδίως τους πλέον άξιους