Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Οι σαρδέλες της οδού Μοργκεντάου




Άκουγα τη λέξη κι  έκανα χρόνια να μάθω πως επρόκειτο περί δρόμου στη Θεσσαλονίκη. Αν δεν ήταν μπροστά της η οδός Νίκης και το πεζοδρόμιο, θα χυνόταν στη θάλασσα.
Ακόμα δεν ήξερα και τι ήταν  αυτός χάριν του οποίου δόθηκε το όνομα. Έμαθα.
Αμερικάνος διπλωμάτης, κάτι τέτοιο, που φρόντισε για την αποκατάσταση των προσφύγων μετά την καταστροφή της Μικρασίας. Πριν λίγα χρόνια από μια εφημερίδα που το μοίραζε πήρα το βιβλίο ... του αλλά δεν το ξεκίνησα ποτέ. Μόνο το ξεφύλλιζα βουστροφοσελιδόν που θα σημείωνε κι ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος.
            Που να τα ήξερε αυτά η μάννα μου όταν έλεγε και ξανάλεγε την ιστορία και την χειρουργική ουσία της, με την οποία ήρθα και δέθηκα κι εγώ μετά 44 χρόνια επί του αυτού σημείου, με την αυτή τομή (σε εκατοστά) και στο αυτό όργανο αλλά σε άλλο δρόμο τώρα κι έναντι της Ευαγγελίστριας.
Τέλος πάντων...
****
Η στάση του λεωφορείου κοντά σε μια εκκλησία χωμένη στη γη,  απέναντί της κουδούνια και μπακίρια έφτιαχναν. Κατέβηκα στο μεγάλο δρόμο γεμάτο κούρσες κι αμάξια. Έστριψα αριστερά λίγο, μετά δεξιά σε μια μεγάλη πλατεία, στον πάτο της άνοιγε θάλασσα. Σταμάτησα, πρώτη φορά την έβλεπα. Γαλάζια ήταν. Σχεδόν την ακούμπησα κι έστριψα αριστερά. Όλο αριστερά κι ευθεία. Έκαμα ένα Ζ να καταλάβεις. Πήγαινα, μπροστά μου ο Λευκός Πύργος όπως τον έλεγαν. Πριν τον φτάσω πάλι στ’ αριστερό μου χέρι στροφή. Μπήκα στο δρόμο. Ένα διώροφο κλινική του ΙΚΑ. Εκεί θα γινόταν η εγχείριση του πατέρα (σου). Ιδιωτική. Έβγαινα στο μπαλκόνι κι έβλεπα θάλασσα. Το βράδυ όμως θα μ’ έδιωχναν. Που θα πήγαινα; Την επαύριο το χειρουργείο. Αλλιώς έπρεπε να πληρώσω να μείνω. Στο θάλαμο τρεις. Μια γυναίκα εκεί συνοδεία του πατέρα της. Καλή και το έδειξε αμέσως.
- Πού θα πας;
            - Πού ξέρω;
            - Πάμε σπίτι, όπου η φτώχεια μου κι εσύ.
Κατεβήκαμε στον παραλιακό δρόμο και τον πήραμε προς το Λιμάνι, άκουσα να λέει. Λιμάνι; Τι ήταν; Είμασταν σαν σε βόλτα όπως οι άλλοι, πολιτισμένοι. Από πίσω μας δυό φαντάροι μας μιλούσαν. Δυο κι εμείς. Τι ήθελαν; Άκουσα κάτι λόγια να μας λένε, δεν τα είχα ακούσει άλλη φορά. Αυτό ήταν το πείραγμα στα κορίτσια της πόλης. Ετσι γινόταν δηλαδή. Εγώ  είχα το βάσανο. Όχι, πως αλλιώς θα… Συνέχιζαν, εμείς μπροστά. Έτσι φαίνεται κάνουν στις πόλεις που έχουν θάλασσα κι αυτοκίνητα και σπίτια μεγάλα και κλινικές και λιμάνια. Λιμάνια... Η λέξη μου φάνταζε. Πριν φτάσουμε εκεί κάτι μεγάλα πράγματα, λιγνά σαν καραγάτσια ξερά και καμπαναριά, πήγαιναν στον ουρανό, έβλεπα, στρίψαμε αλλά δεξιά τώρα. Στην αγορά. Πουλούσαν απ’ όλα. Πήρε ένα κιλό σαρδέλες.
Πήραμε την ανηφόρα για την απάνω πόλη, όπως την είπε. Ένα χαμηλό σπίτι φτωχικό. ‘Εβαλε να τηγανίσει τις σαρδέλες.
            - Όχι, ξέχνα από δω και στο εξής το τηγάνι, μου το ‘πε κι ο γιατρός μετά. Μόνο βραστά. Το κράτησα χρόνια. Στα χρόνια κοντά στα 70 φεύγα χαλάρωσα.
Λοιπόν. Καθαρίζουμε τις σαρδέλες και τις βάζουμε στο τηγάνι με σειρά. Ένα ποτήρι του καφέ λάδι ένα ποτήρι νερό, λεμόνι, ρίγανη. Τα βράζουμε. Αυτό έκανε. Φάγαμε. Ακόμα τα θυμάμαι. Κι αυτήν Ελένη μού φαίνεται ή μήπως Μαρία, την λέγαν; Δεν πήρα ολόκληρη τη σύσταση, δεν τη ρώτησα λεπτομέρειες, είχα αγωνία.
Την επομένη, Αγίας Βαρβάρας - μεγάλη η χάρη της - έγινε η επέμβαση. Τρεις ώρες. Καλά. Από τότε κάθε γιορτή της σηκώνω ύψωμα στον Άη Πρόδρομο και κάνω λειτουργία. Μεταλαβαίνουμε κιόλας. Καλή γυναίκα η Θεσσαλονικιά, καλός κόσμος, φτωχός λαός προπαντός κι εν τούτοις λοιπόν. Με σμάζωξε στην ανάγκη. Ποιός ο πλούσιος να σε παρασταθεί; Εφυγα από τη Σαλονίκη, ξαναγύρισα, δεν χάνομαν κι είχα βάλει τα σημάδια μου. Το γράμμα ζου (Ζ) μετά το λεωφορείο, κατηφόρα κι όλο αριστερά. (Παναγία Χαλκέων, Αριστοτέλους, Λ. Νίκης, οδός Μοργκεντάου). Τι όνομα κι αυτό;
            Κάμποσα χρόνια ύστερα ξανά-μανά (η μάνα) στα πρακτορεία. Τώρα είχα τη σύσταση στα χέρια δρόμος Περδίκκα 61-63 είχε και μια εκκλησία κοντά, Ιωάννου Χρυσοστόμου. Στο δρόμο μέσα στο λεωφορείο έλεγαν κάτι για Πολυτεχνεία. Φοιτητές διαδηλώσεις, τανκς, σκοτωμένοι, τραυματίες. Τι ήταν αυτά πόλεμο έχουμε; Που κίνησα να πάω κι εγώ; Κι αν ήταν κι αυτός μέσα και δεν βγήκε κι αν κι αν κι αν. Με έζωναν φίδια. Μόλις κατέβηκα απ’ το λεωφορείο ένοιωσα να μ’ αρπάζουν δυό και να με βάζουν στο ταξί χωρίς ανάσα. Ευτυχώς Παναγία μου δεν έπαθαν τίποτε. Ηταν πολύ καλό αυτό το παιδί, αυτός με το οποίο κατοικούσε ο γιός (μου). Ψηλός, ωραίος από την Τρίπολη, που είν’ αυτή; Πελοπόννησο. Την πήγαμε κάποτε εκδρομή με τη ΔΕΗ. Μετά από χρόνια τον μίλησα στο τηλέφωνο και τον ρώτηξα τι κάνουν οι γονείς μάνα πατέρας.
- Καλά είναι εκεί που είναι κυρα- Δήμητρα. Στο χώμα. Είχε και γούστο.
Στην τσάντα είχα κι ένα κατσίκι, μικρό βέβαια, αλλά ολόκληρο ψημένο γι’ αφνούς, τυλιγμένο σε λαδόχαρτο και σε μια εφημερίδα Βραδυνή που την έλεγαν εκείνο τον καιρό. Ήταν σαν πανηγύρι καλοκαιρινό ή Πάσχα μικρό ανοιξιάτικο.
Έστω.

Παρέμβαση τχ. 171 με αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: