Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

«Πόσα χρόνια έχεις ν’ ακούσεις ακορντεόν...» Πολλά!



        
           23 διαθέσεις για τον Μ. Α.

            1. Προς το βράδυ ένας Βούλγαρος πλανόδιος μουσικός- μήπως και τυφλός;- μετά της κυρίας του, που κρατούσε ντέφι περισυλλογής της ευρω-βοήθειας, γωνία Μ. Περδικάρη και οδός ...Πλατείας (!) Αυλιώτη, παίζει ακορντεόν· βλέπει με τα δάχτυλα, παίζει με την ψυχή του έναν πόνο· μια μουσική σαν ξεχασμένη από παρτιζάνικο τραγούδι ανεβαίνει σε όποια ύψη την ακούν σαν κνίσα θυσιαστηρίου από ταπεινόν σφάγιο! Τελευταία, σε κάθε πλανόδιο ακορντεονίστα -πλήθυναν, περιέργως- καταβάλλω τα επίχειρα της νοσταλγίας του προσώπου και του είναι του.
              «Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες...»
         
   2. Ταξιδεύω συνήθως μονοήμερα για Θεσσαλονίκη· Νοέμβριος. Λίγο πριν από το Κλειδί, στον κάμπο Βέροιας τέλος, η ομίχλη πυκνώνει κι η υγρασία αναθρώσκει από  Αλιάκμονα, Λουδία, Αξιό. Με το που περνάς το Λουδία, στα όρια της Θ., αμέσως σου έρχεται μια άνοδος πολιτισμού και ιδίως συναισθηματισμού. Τον τεράστιο, κοινό δελτο-βιότοπο, που σχηματίζουν οι τρεις χυνόμενοι και διαχεόμενοι στο Θερμαϊκό κόλπο, διαβάζουμε πως τον θέτουν υπό φυλακήν και οικολογικήν επιτήρηση. Στη μνήμη, εκεί πάντα, παίζει ένα ραδιοκασετόφωνο με τραγούδια, ανθολόγιον του στρατού, από τη «Νύχτα θανάτου».
            «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους»
            3. «Κατάθεση ‘73», εκδ. Μπουκουμάνη. Τώρα αρχίζω μάλλον να καταλαβαίνω περί τίνος πρόκειται· με την εκτενή μελέτη σ’ αυτό του Στ. Μπεκατώρου: «ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Η εποχή και το Πρόσωπο, ένα πλησίασμα». Και στα όποια κρύφια, εκείνου του καιρού βιβλία· το «Υπέρ και Κατά σημειώσεις κριτικής» κι αργότερα τα «Συμπληρωματικά» και «Αντιδογματικά».
            4. Ο κ. Μίκης Θδρκς στο Παλαί ντε σπορ στην πρώτη, μεγάλη, μεταπολιτευτική δόση· ασφυξία του κόσμου από την προηγηθείσα, επταετή, μουσική -και όχι μόνον- ασφυξία. «Το ψωμί είναι στο τραπέζι / το νερό είναι στο σταμνί».
            -Και τώρα δύο τραγούδια του σύντροφου ποιητή, Μανόλη Αναγνωστάκη· «Μιλώ» και «Χάρης». Παρακαλώ, ποιητά...!
            Από τον αγωνιστικό χώρο, γεμάτο καρέκλες, σηκώνεται μια φιγούρα ψηλή κάπως σαν βράχος ξεκομμένος· μουστάκι, γυαλιά, μαλλιά, όλα μεγάλα· υποκλίνεται διακριτικά.
            “...Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
            Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
            Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
            Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
            Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
            Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
            Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
            Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

            Ορθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.”
            5. Δεν μπορώ να διαβάσω τα ποιήματα. Τα περισσότερα που αγαπώ έγιναν τραγούδια. Ολο έρχεται η μουσική τους παλίρροια στο στόμα· με βουλιάζει, με χώνει σε μια καταβόθρα και στο τέλος μια άμπωτη λυπηρής νοσταλγίας μ’ αφήνει δι’ ολίγον απόμακρο των εφήμερων πραγμάτων.  
            6. Στο περιθώριό του και τις λευκές σελίδες ζωγραφίζω, γράφω για σώμα, θυμάμαι σώματα. Σκόπελος νήσος δηλαδή, κι η Τ., με τη Δ. εντός της, να ναυτιά. Η θάλασσα μ’ ένα κύμα της νότισε αλμυρά το «Περιθώριο ‘69» στις τελευταίες του σελίδες κι έμεινε πάνω στο χαρτί κάτι προς το υποκίτρινο του καιρού, σαν ξεραμένο αίμα ή ξεφτισμένο σπέρμα. Ενα σχέδιο ναυαγού σαν τον Οδυσσέα στη Σχερία σε μια παραλία.
            “Ζήσαμε πάντα στις υγρές κι ανεξερεύνητες παραλίες
            Με τη μνήμη πληγωμένη από μάτια και ταξίδια
            Δεμένη πίσω απ’ ένα καράβι που δε θα γυρίσει
            Μες στους απέραστους καπνούς και τα βραχνά τραγούδια
            (Πορτ Σάιδ- Αλεξάνδρεια» στις 20 του Ιούλη).”
            7. Επταπύργιο, Κάστρα. Περπατώ την στενή, ευθεία σχεδόν, οδό που αρχίζει από την είσοδο της Μονής Βλατάδων. Στο τέρμα το ταβερνείο «Μακεδονικόν»· σαρδέλες ανοιχτής(!) θαλάσσης και γλώσσες βοός. Ολος ο Πάοκ, της περί των Κάστρων συνοικίας, εκεί. Υπάρχει και τζουκ μποξ. Τη Δ. δεν της αρέσει· μια γενιά που δεν έχει τίποτε μ’ όλα αυτά, αφού ακόμα κι η ακριβώς προηγούμενή της έχει μόνον γνώσεις από αναγνώσεις. Ομως, όλο εκεί γυρίζω. Παγκρατίδης «τετράκις εις θάνατον», ένα πρωτοσέλιδο στον Ελληνικό Βορρά. Απορία· τότε πως είναι δυνατόν να τον σκοτώσουν τέσσερις φορές! Αυτόν άπαξ τον καταδίκασαν κι αρνήθηκε να δηλώσει ότι είχε ήδη διαγραφεί από την πολιτική δύναμη των κατ’ εξακολούθησιν εκτελεσμένων. Σώθηκε κι ακολούθησε τις συνέπειες που του επιφύλαξε η ζωή.
            «Το πρωί
            Στις 5
            Ο ξηρός
            Μεταλλικός ήχος
            Υστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
            Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου»
            8. Και είπε η πολιτεία ότι καλόν είναι να τον αποσπάσουμε από τη δωρική του σιωπή, εμμέσως έστω· που έγινε και φετίχ, διότι και τα χρόνια κλπ. περνούν. Του έδωσαν το μεγάλο των γραμμάτων βραβείο, μετάλλιο κλπ. Τη βραδιά που γινόταν αυτό στην Αθήνα, εδώ εν Κοζάνη, τη 16η Δεκεμβρίου 2002, στο οικογενειακόν κέντρον Πλάτανος φάγαμε, ήπιαμε κλπ. διασκεδαστικά κι εφήμερα διαπράζαμε. Ομως, «Απόψε που τιμάται ο ποιητής, σε ένδειξη τιμής, προσφορά εκ μέρους της Ν. Α. Κοζάνης» (Π. Μητλιάγκας ο Νομάρχης, τότε που το συμφώνησε) έγραφαν τα 50 αντίτυπα σε κάθε πρώτη τους σελίδα του βιβλίου «Τα Ποιήματα 1941-1971», εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ τώρα. Ετσι, σαν ένα πρωθύστερο μνημόσυνο μοιράστηκαν σε ποιητές, λογοτέχνες, συγγραφείς, λαογράφους, ιστορικούς σχετικούς ή ανυποψίαστους εν γένει της τοπικής, εγγράμματης πανίδος.
            «Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
            Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε»
            9. Χρυσοστόμου Σμύρνης 19. Βιβλιοπωλείο «Βιβλιοθήκη» κι οι λίγες ομώνυμες εκδόσεις του· «Ο νεαρός κύριος Τέρλες» του Ρ. Μούζιλ, «Πορνογραφία» του Βίτολντ Γκόμπροβιτς και «Μπίλυ Μπάντ - Μπάρτλμπι» του Χ. Μέλβιλ.  Τον χαζεύω έξω από το τζάμι σκυμμένο σε χαρτιά. Ξεφυλλίζω αμλετικά τα τεύχη της «Κριτικής», δεμένα σε δέμα με σπάγκο και τα 16 τεύχη. Δεν ήξερα ακόμα την αξία τους. Πήρα απ’ εκεί το «Κάνιστρο» του Ράλλυ Κοψίδη σ’ ένα πανέρι προσφορών μέσα. Εκτοτε έψαχνα με αναποτελεσματικό φανατισμό, π.θ. του δηλαδή, να την ολοκληρώσω· τώρα με απόγνωση. Υπάρχει, στο Μαυροδένδρι, το ξέρω, ληθαργούσα, στα κατάλοιπα του Κυριάκου Σ. όστις είναι εδώ και μια 15ετία σκόνη μνήμης. Στην παράλληλη με του Μητροπολίτου Ιωσήφ οδό η γκαλερί «Κοχλίας» του Κ. Λαχά. Κατεβαίναμε ακροποδητί, βουβοί, ούτε μια καλησπέρα κι αυτός ακόμα πιο σιωπηλά μυστήριος. Υπογραφές για να γίνει Σχολή Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη!
            - Σιωπές πρωθύστερες σπουδάζαμε λοιπόν!
            10. Στην «Π» ο Θ. Μρκπλς γράφει γι αυτόν μια εκτεταμένη παρουσίαση Με μια δυσανάγνωστη αφιέρωση, σε γραφικό χαρακτήρα ιατρικό, μας αντιχαιρέτησε
            «Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
            Για το σπίτι που χτίστηκε
            ......
            Για τη μάχη που κερδήθηκε
            .......
            Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια
                                                            ΑΦΙΕΡΩΣΗ»
            11. Μόλις αφίχθην στη Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος του 1971. Γωνία Τσιμισκή  και Διαγωνίου. Βιβλιοπωλείο, εφημεριδοπωλείο, περιοδικοπωλείο «Πρες». Στη βιτρίνα «Τα ποιήματα 1949-1971» σε σκούρο μώβ εξώφυλλο. Τ’ αγόρασα εν αγνοία του τι περιέχουν, τι σημαίνουν, τι σιωπούν! Αλλά μ’ άρεσε το όνομα του ποιητή και το όμικρον που το νόμισα σαν λάθος τυπογραφικό! Εκεί βρήκα αργότερα όλο το απαγορευμένο «Θεμέλιο». Αλλά ποιος είν’ αυτός ο ποιητής; «Ποιός αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω» στα χαμένα σε μια μεγάλη πολιτεία, ερχόμενος από μια μικρή πόλη κι ένα ακόμα μικρότερο χωριό. Διάβαζα σαν στίχο τη σημείωση του εσώφυλλου: «Το βιβλίο αυτό δεν υπόκειται εις την κρίσιν Επιτροπής Κρατικών Βραβείων ή άλλου κρατικού οργανισμού».
            12. «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν”
            Αλλά, όμως
            «Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή...»
            13. Οδός Αιγύπτου κοντά στο λιμάνι. Τελευταία έμαθα πού είναι αυτός ο δρόμος· τον περπατώ πάνω κάτω χωρίς λόγο. Ανακαλύπτω συνεχώς μικρούς τόπους και σημεία της πόλης που χωνεύεται στην αχλύ της μνήμης και στην ομίχλη του λιμανιού. Υπό διάλυση, αναπαλαίωση, ανακατασκευή. Λαδάδικα μεριά και βγάζει προς το κεντρικό Επιβατικό Σταθμό πλοίων. Γιατί όχι «επιβατηγό»· λέξη που θα ταίριαζε με τον ύφος του κτιρίου.
            «Στην οδό Αιγύπτου πρώτη πάροδος δεξιά-
            Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
            ............
            -εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται-»
             14. Η τελευταία περί αυτού -εν ζωή του- ανάγνωση η του Αλ. Αργυρίου στα ευσύνοπτα «Νοούμενα και υπονοούμενα της ποίησής του». Στο τέλος μια επιστολή του.
            ... Δυστυχώς, βρίσκομαι στις παραμονές της δίκης μου μετά πολύμηνο υποδικία-δεν είμαι σήμερα σε θέση να σας γράψω περισσότερα πράγματα, που κοντά στ’ άλλα θα απαιτούσαν και ανάλογη ηθική και ψυχική προετοιμασία. Πιστέψτε με ότι μου δώσατε μια βαθιά ικανοποίηση με τα τόσο καλά λόγια σας, μια χαρά στις σημερινές συνθήκες της ζωής μου...
            Υπόδικος Εμμανουήλ Αναγνωστάκης Εγκληματικαί φυλακαί Επταπυργίου Θεσσαλονίκη.
            15. Νοέμβριος, πέρυσι, και μαζεύτηκαν στις Συκιές της Θεσσαλονίκης, περιοχή κάστρων, προς εκτέλεσιν ημερίδας με θέμα «Μνήμες Επταπυργίου. Η περίπτωση του Μανόλη Αναγνωστάκη». Έσπευσαν όπως όπως να δηλώσουν την αγάπη τους παρούσα παλιοί και νέοι, συνηθισμένοι κι ασυνήθιστοι. 2ο Γυμνάσιο Συκεών-Κέντρο Ιστορίας Δήμου Συκεών. Και να το βιβλίο σε χρώμα σέπια, χρώμα χρόνου, χρώμα ανάμνησης. Εμαθα για την εκδήλωση, δεν πήγα· βρήκα όμως το βιβλίο με το που κυκλοφόρησε. Το ρίχνω κι αυτό στο “Κιβώτιο” που συμμαζεύει τη μη αναγεγνωσμένη εμπειρία μου.
            16. Κι όταν είπαν να δώσουν συνέχεια στα «18 Κείμενα» και τα «Νέα Κείμενα» «Που άναβαν χιλιάδες μικρές πυρκαγιές στην ατίθαση νιότη μας» τον βρήκα εξ αρχής κι εκεί όπως στη συνέχεια όταν ήρθε η «Συνέχεια», να κάνει τον απολογισμό της πνευματικής ζωής τα πρώτα έξι χρόνια της δικτατορίας και να σκιαγραφεί την περίπτωση του Μάρκου Αυγέρη και το ανεξόφλητο χρέος μας.
            17. Επιτέλους, με μια συμπυκνωμένη συγκίνηση και νοσταλγία κάποιος να μαζεύει ενδεικτικά όλες εκείνες τις φωνές που μας συνοδεύουν ή μπορούν να μας συνοδεύουν σε εντελώς προσωπικές, λυρικές στιγμές. «Η χαμηλή φωνή», συγκομιδή από τους ελάσσονες αλλά τρυφερούς τα μάλα, ποιητές, που πέρασαν τον καιρό τους κάτω ακριβώς από το πρώτο επίπεδο της λογοτεχνίας, όμως σ’ αυτούς να βρίσκεται όλο το στρώμα ευαισθησίας και λυρισμού· και τι είναι άλλωστε η ποίηση, αν δεν είναι κι ένα ταπεινό χαλί άφθορης αξίας πάνω στο οποίο κυλιόμαστε χωρίς φόβο, χωνόμαστε, κουβέρτα μαλακιά που μας σκεπάζει τις νύχτες της κάθε απουσίας.
            «Κ’ ενώ της μοίρας σου η ανέμη
            γυρνώντας δένει τη θηλειά,
            καλοκαιριάτικο μελτέμι
            σου αναστατώνει τα μαλλιά...” (Ρήγας Γκόλφης)
            18. Οι φιλολογικοί περίπατοι ανά εβδομάδα· Δευτέρα απόγευμα στο Α’ Πρόγραμμα της ΕΡΑ. Ο διάλογος με τις σημερινές φωνές και τις φωνές του παρελθόντος. Για να περάσει και στο στρατόπεδο της πεζογραφίας με την άλλη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» εκδ. Νεφέλη. Νικόλαος Επισκοπόπουλους Τρελλά διηγήματα, Εμμανουήλ Λυκούδης Διηγήματα κλπ.· μια πεντηκοντάδα περίπου η πρώτη περίοδος, με την πλάγια υπόμνηση στα έσωθεν του βιβλίου. Σύμβουλος έκδοσης  Μ.Α. Τι ωραία που ακούγεται αυτή η μουσική επιμέλεια! 
            19. Και ποιος μίλησε για τη σιωπή της ποίησης, των στίχων και των ήχων της, της ηχούς και του αντίλαλού της; Η τεθλιμμένη, μήπως, κι επίσημη την ώρα μιας κηδείας, η κλαρινο-ευθεία του εθνικού ύμνου, η μυσταγωγική του κονσέρτου, η εκστατική του συμπαντικού είναι; Η σιωπή, σάρκα εκ της σαρκός της ποίησης, βρίσκει άλλο μονοπάτι για σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.
            Σε καιρούς χωρίς ενδιαφέρουσες φάσεις
            Νά ‘σου ο ποιητής Μανούσος Φάσσης
Ετσι:
            FEMINA AETERNA
Εγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη
όμως αυτή δε μου ‘κανε την χάριν
δεν αγαπούσε εμένα αλλά το Λένιν
και μου ‘σκισε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν

Καβγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα
για τον Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! Δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα
του έρωτά μας ήταν προφανής ή κάμψη

Εγώ να θέλω σεξ-και να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα
να βιάζεται να σηκωθεί απ’ το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».

Δεν ήθελε παιδιά και baby lino
μάθαινε ρωσικά μετά μανίας
μου ‘χε κρεμάσει και στον τοίχο το Κρεμλίνο
και έβριζε το καθεστώς της Ρουμανίας.

Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη
αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι
εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη
έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι.
            20. Δημοσιεύσεις στις εφημερίδες, πολιτικές συγκεντρώσεις, στις εκλογές επικεφαλής ψηφοδελτίων· στο «Παρασκήνιο» (1983) της τηλεόρασης με μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο στα δάχτυλα μιλά για τη ζωή του και τη ζωή, τη συνέπεια, την ιστορία, την αλήθεια. Κι έτσι ένιωθα ωραία. Βρέθηκα σε ιδεολογικούς -ας τους ονομάσουμε έτσι-  χώρους, γιατί εκεί υπήρχαν, τους κρίσιμους καιρούς που γίνονταν οι εσωτερικές αναταράξεις και οι εξωτερικές πολιτικές αναδιατάξεις, τα αναγνωστικά μου πρότυπα. Τα “Ποιήματα” του Μ. Αν. κι οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρ. Τσίρκα καθώς κι η πρώτη «Αυγή» της 4ης -Αυγούστου 1974. Γιατί όχι; Πολιτικές τοποθεσίες και ιδεολογικές χειροθεσίες από τις αταξικές, πνευματικές συν-συνταξίες.
            «Ο πατέρας του τού ‘λεγε: « Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο...»
            Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
            (Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιός τα θυμάται...)»
            21. Ο Αύγουστος, πέρσι και διάβασα εκ νέου αλλά από το τέλος προς την αρχή τα «Ποιήματα».Υπογράμμιζα συνεχώς. Κι έτσι έκανα ένα μικρό, προσωπικό δεμάτι στίχων δι’ εκάστην ζήτησιν.
            «Να δεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων, να μάθεις να σιωπάς»
            « Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία»
            « ‘Οταν οι άλλοι σιτίζονται με ράκη προσευχής»
            κ.λ.π., κ.λ.π.
            22. Λίγο πριν αναχωρήσουμε για το ταξίδι στη Γαλλία το φετινό Ιούνιο από προαίσθηση-σιγά το πράγμα· ήταν φανερό προς τα πού πήγαινε, άλλωστε- περνώ ένα χέρι ξανά τα «Ποιήματα», όπως βάφουμε τα παλιά, αγαπημένα δωμάτια με ώχρα, προς απολύμανσιν και φρεσκαρισμόν.
            23 Ιουνίου 2005, Πέμπτη. Πλησιάζουμε υπό συνθήκες εκτάκτου αστραπο-βροντο-μπόρας, στην περιοχή Νορμανδίας, την πόλη Καν. Το σιωπηλό κινητό μίλησε. Από το πρωί ο Σάκης Κ.· και μόνο απ’ αυτόν περίμενα την είδηση.  Οι πολύχρονοι κοινοί μας τόποι είναι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, ακόμα κι από μακριά. Πέφτω σε μια γλιστερή μελαγχολία. Τηλεφωνώ -δηλαδή στέλνω μηνύματα όπου μπορώ- την είδηση στην Ελλάδα, έτσι, σαν μια διέξοδο στη λύπη. Ψάχνω στο λεγόμενο παγκόσμιο διαδίκτυο. Στο ελληνικό μια φωτογραφία του με τη σημείωση: «Ο γιατρός Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη». Φαίνεται πως ο/η συντάκτης του πράγματος τον ήξερε ως γιατρό ακτινολόγο(!) και πως όλα τα «ο» του είναι ωμέγα.
            Ω μέγα της αγνοίας κι υπαλληλίας αδαπάνητον κεφάλαιον!
            Κρατώ πολύτιμη, έντυπη παρακαταθήκη εκείνων των ημερών, το πρωτοσέλιδο της ΑΥΓΗΣ της 24ης Ιουνίου 2005 μ.Χ.
            “Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά τής
                        καινούριας ζωής μας
            Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος.
                        Κανείς δεν προφταίνει.”


Κείμενον παλαιόν σε σχέδιο του Κ. Ντιό

Δεν υπάρχουν σχόλια: