Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Ενδο-Δημα χειμωνος 2008

Η εορτή τον ελληνικών
(κολυβο)γραμμάτων

Των Τριών Iεραρχών δηλαδή Βασιλείου του μεγάλου, Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και Ιωάννου του ...Θεολόγου, κατά τη λανθά-νουσα ή ημιμαθή, ημερήσια διαταγή- εγκύκλιο του Υπουργού παιδείας (ωχ) και θρησκευ-μάτων (δύο ωχ), έκανα μια, ας πούμε, σοβαρή (κοινή τοις πάσι) σκέψη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και σε συνδυασμό με τα όσα συμβαίνουν και έχουν σχέση με τους ακά-λυπτους ανθρώπους, τους φωταγωγούς των πολυκατοικιών, τα απροκάλυπτα παίγνια των συγκαλύψεων, τα σκάνδαλα κ.λπ. παραβατικά συμβάντα, ανακαλύπτονται μόνο και μόνο για να συγκαλυφτούν και να χωθούν στο βαθύτερο σημείο των αρχείων εκ των οποίων προσδοκάται εν καιρώ η ...Ανάστασή τους (κατά την χριστιανική εσχατολογία) αλλά και η τυχόν βιβλική τους «Αποκάλυψη». Το κάποτε “Ολοι στον αγώνα” ξέπεσε στο “Ολα στο αρχείο”. Το θέμα είναι οι μέτριοι και κάτω έως και τα λούμπεν στοιχεία και τα πρόσωπα, που μας διαχειρίζονται ως εξουσία στη λογική του ό,τι αρπάξουμε εδώ και τώρα. Αυτό είναι το σημερινό πρόσωπό μας ως κοινωνία αλλά και ζητούμενο στην δυνάμει «συν-κοινωνία» της ανατροπής της.
***
Η γιορτή των Ελληνικών γραμμάτων εορτάστηκε στην πόλη μας από το Πανε-πιστήμιό, στο τέως σινέ Φίλιππο του ελλη-νικού στρατού Κοζάνης. Ολες οι δυνάμεις της πνευματικής και πολιτικής γραφειοκρατίας ήταν παρούσες, ως δε κερασάκι (ενδιαφέρον) στην εντελώς πνευματοειδή αυτή κατάσταση, οι δημοσιογράφοι κ.κ. Τάσος Τέλογλου και Πασχάλης Μανδραβέλης που τοποθετήθηκαν και δέχτηκαν ερωτήσεις περί της σημερινής κρίσης των Μ.Μ.Ε. και της κοινωνίας κατ’ επέκταση. Με λίαν ενδιαφέρουσες απόψεις, συμφωνείς διαφωνείς, και με απαντήσεις επ’ αυτών επαρκείς, διαφώτισαν το κοινό και περικύκλωσαν το σήμερα των Μέσων με το αύριο της απελπισίας μας. Εκεί ακούσαμε πως η τελευταία σε κυκλοφορία και ποιότητα εφημερίδα των Αθηνών (πουλάει δεν πουλάει 800 φύλλα τη μέρα) λόγω ιδεολογικής συγγενείας και της εξ αυτής χαριστικής διαπλοκής, καταχωρεί στις σελίδες της τη μεγαλύτερη δημόσια διαφημιστική επιχο-ρήγηση. Γιατί έτσι μας αρέσει θα απαντήσει δια της σιωπής της η εξουσία της σήψης.
Αμφιτρύων ήταν ο πρόεδρος της διοι-κούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας κ. Μασσαλάς ο οποίος ανακοίνωσε, σχεδόν περιχαρής, συνεπικου-ρούμενος από τον γενικό περιφερειάρχη Δυ-τικής Μακεδονίας πως το μέχρι τώρα πανε-πιστημιακόν τμήμα Διαχείρισης Ενεργει-ακών Πόρων μετονομάστηκε σε Τμήμα Μηχα-νολόγων, Μηχανικών Ενέργειας. Του αυτού προέδρου ένα βιβλίο είδαμε στις τοπικές αλλά και πανελλήνιες προσθήκες των βιβλιο-πωλείων με τον τίτλο: «Ισως είναι και έτσι...» εκδ. GYTENBERG, σε επιμέλεια κ. Μίμη Σουλιώτη (καθηγητού του Φλωρήνησι) και κ. Ιωάννας Μπενιουδάκη (γραμματέως εν γέ-νει). Αρθρα κατά καιρούς δημοσευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά εκ των οποίων διάβασα μόνον το: «Ιχνηλατώντας τη βλα-κεία»., σδτην οποία ο C.M.Cipolla μας διαβεβαιώνει ότι: πάντα και αναπόφευκτα ο καθένας από μας υποτιμά τον αριθμό των ηλιθίων ατόμων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας”. Εκείνο το βράδυ τους μετρούσα στην αίθουσα...
***
Σε αντιπερισπασμό το έτερο ανώτατο πνευματικό καθίδρυμα της πόλεως και περιοχής, ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας θέλω να πω, την ημέρα των ανωτέρω ιεραρχών είχε σκοπό να ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα του τμήματος Διεθνούς Εμπορίου του παρα-ρτήματός του στην Καστοριά, τον Μακα-ριώτατον Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ.κ. Αλέξιον (τα δύο κ.κ. στον ενικό όση αγιοσύνη κι αν περικλείουν, δείχνουν κατεξοχήν ημιμαθείς τύπους ή ευσεβιστές της θλιβερής ώρας). Γιατί του Διεθνούς Εμπο-ρίου; Μάλλον σε ρωμαιοκαθολικό θα πήγαινε καλύτερα αφού η αγία Εδρα διαπρέπει στο χριστιανο-εμπόριο. Οι προκαθήμενοι της Μόσχας έχουν διακριθεί κυρίως για τις υπη-ρεσίες τους προς τις εξουσίες που κατά καιρούς διαφέντευαν την αγία Ρωσία. Ξέρει άραγε ο παρολίγον τιμηθείς πού βρίσκεται η Κοζάνη, μάλλον η Μακεδονία ή μήπως έχει σύγχυση με τη γείτονα σκληρή μας «αδελφή», που μας τα πήρε όλα κι έφυγε! Που τον σκέφτηκαν; Στην ανάγκη ανάπτυξης δημο-σίων σχέσεων του ιδρύματος, πήραν σβάρνα το ανώτατο, ορθόδοξο ιερατείο ανά την υφήλιο και το δοκτοροποιούν ατιμωρητί· μια τακτική που έχει την αυτή πλέον αξία με το μοιράζειν δεξιά κι αριστερά πλακέτες (και λαμβάνειν εννοείται)· ότι αν θέλεις κάποιον να δουλέψεις κανονικά όμως και με το νόμο, του δίνεις μια πλακέτα εκ πλαστικού, μεταλλικού ή άλλου ευγενούς μετάλλου. Ομως τους πρόλαβε ο μακαριώτατος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, που ήταν ήδη εν μακαρίω ύπνω, οπότε και ματαιώθηκε η ανακήρυξη, η οποία ούτως ή άλλως θα γινόταν δι’ αντιπροσώπου όσον αφορά τον εκ Μόσχας κ.λπ. ‘Η μήπως πάτησε απαγορευτικό πόδι ο Φαναρίου και πάσης Οικουμένης; Ομως, πάντα υπάρχει λύση. Ας ανακηρύξουν στη θέση του ως επίτιμο διδάκτορά τους, τον ιερομόναχο Ιλαρίωνα της μονής αγίας Τριάδος στη Λαριού έστω και μόνον για την πολυετή του άσκηση στο τόπο αυτό της μετανοίας του, ο οποίος δεινώς περιβαλ-λοντολογικά πλήττεται από τον δαμασθέντα εκεί ποταμό Αλιάκμονα, και το υπό κατα-σκευή υδροηλεκτρικό φράγμα. Από τους υπό αναζήτησιν προς ανακήρυξιν (πλην του Αλβανίας) είναι κατά πολύ αξιότερος!

Εκοιμήθη εντελώς...

Την κοίμηση ως τελευτή του βίου περιμένουν μόνον όσοι προνομιούχοι έχουν αυτή την ιδιαιτερότητα, δηλαδή να κοιμού-νται (μήπως βλέπουν κι όνειρα;) μόλις παύει οργανικά το όλον τους να λειτουργεί και να επιχωματώνονται επισήμως συνήθως, αλλά και ασήμως και να περιμένουν την έγερση, όταν θα σημάνει γοερά η τρομπέτα κρίσεως της Β’ Παρουσίας. Οι άλλοι, οι απλοί αλλά τυχεροί που τους επισυμβαίνει θάνατος, προσδοκούν απλά Ανάσταση. Είναι κρίσιμη η διαφορά. Σκέψεις στο περιθώριο του πανελ-λήνιου, σχεδόν διασκεδαστικού, τετραήμερου πένθους, επί την εις χουν απέλευσιν του αρχι-επισκόπου Χριστοδούλου του Α’. Ανήμερα της πένθιμης επετείου αργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες. Το πένθος ούτως ή άλλως ται-ριάζει στις χιλιάδες Ηλέκτρες του δημοσίου. Είναι οι δημόσιες μοιρολογίστρες σε κάθε ευκαιρία και διεξέρχονται αυτό το καθήκον με ιδιαίτερη φροντίδα.
Εδώ στην πόλη την παραμονή της Εξο-δίου εξόδου από το εφήμερο, είχαμε εκδη-λώσεις «πένθιμης» ψυχαγωγίας με τον εξαι-ρετικό συνθέτη κύριο Γιάννη Σπανό (αξέ-χαστη ούτως ή άλλως η ΤΡΙΤΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ του σε ποιήματα Ελλήνων ποιητών) και με τα «Ασπρα καράβια τα όνειρά μας» να διασ-κεδάζει, σχεδόν βέβηλα, (Βαβύλης) τους τεθλιμμένους συμπατριώτες στην Αίθουσα Τέχνης. Εκδήλωση που δεν έπαιρνε αναβολή και ήταν μια παραγωγή (κάτι σαν πολιτιστική ...προαγωγή) πληρωμένη αδρά από τη Νομαρ-χιακή Αυτοδιοίκηση, η οποία μόλις πριν δύο μέρες είχε εκδόσει έκτακτο, επίσημο ανα-κοινωθέν συμμετοχής στο δημόσιο πένθος. Την επαύριον ακόμα πιο γεμάτες οι καφε-τέριες και τα άλλα ψυχαγωτήρια ιδρύματα όλων των πόλεων κι όχι μόνον της δικής μας, από τους δημόσια πενθοφορούντας υπά-λληλους της θεσμικής μας γραφειοκρατίας κ.λπ.

«Η Αριστερά έχει μέλλον,
Αν κοιτάζει στο μέλλον»

«...Η δεύτερη και τελευταία μου αναφορά είναι σε όλους αυτούς τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, στελέχη του κόμματος που αφιέρωσαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους στη μεγάλη μας προσπάθεια, στο δύσκο-λο ταξίδι του χώρου μας, απ' όπου και να ξεκίνησαν και που παραμένουν σταθεροί και μαχόμενοι στις πρώτες γραμμές και σήμερα.
Συντρόφισσες και σύντροφοι, δεν ξέρω αν έχουμε φτάσει στην όαση, δεν είμαι βέ-βαιος, αλλά και αν έχουμε φτάσει, αυτοί που οδήγησαν το καραβάνι διασχίζοντας την έρημο είναι ό,τι πιο αξιόλογο υπάρχει στις γραμμές μας. Γιατί για να διασχίσεις την έρημο χωρίς να πέσεις, δεν χρειάζεται μόνο αντοχή, χρειάζονται και γνώσεις. Σύντροφοι και συντρόφισσες, σε όλους εσάς που για χρό-νια στηρίξαμε τόσα πολλά στη δουλειά σας, θέλω να πω με ειλικρίνεια πως σας τιμούμε για το χθες και για το σήμερα, αλλά σας εμπι-στευόμαστε και σας χρειαζόμαστε και για το αύριο.
Σύντροφοι και συντρόφισσες, με αυτά τα λόγια σας χαιρετώ και από τη Δευτέρα ξανά στους αγώνες μας.»
Παραμονή αγίου Χαραλάμπους άκουγα τα παραπάνω στο γήπεδο Τεϊκ Βο Ντο ένθα διεξάγονταν το 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ, από τον κ. Φώτη Κουβέλη, πολιτικό από εκείνο το σπάνιο είδος, πολύτιμο και λαμπυρίζων ως ο μαργαρίτης σε ρύγχος χοίρου της πολιτικής, ο οποίος συναριθμείται μαζί με τις προγε-νέστερες αυτού φυσιογνωμίες στις τάξεις της λεγομένης πολιτισμένης αριστεράς, Ηλία Ηλίου και Λεωνίδα Κύρκο. Διάβασα κάπου πως η “Ανανέωση” του αριστερού λόγου έχει πλέον τη μοίρα του πολυτονικού. Οσο υπάρχουν οι χρήστες της θα υπάρχει. Μετά; Νέος πρόεδρος του ΣΥΝ, στη θέση του λίαν συμπαθούς Αλ. Αλαβάνου, που αποχώρησε οικειοθελώς και πάρωρα (άλλο και τούτο πάλι για τα ξεσκολισμένα πολιτικά, ηγετικά ήθη των Νεοελλήνων πολιτικών), εξελέγει ο κ. Αλέξης Τσίπρας, νέος πρωτίστως, που κατε-τάραξε τα τενάγη ιδίως της όμορης πολιτικής ακινησίας και καθυστέρησης όπως φάνηκε από τις αναταράξεις που ξέσπασαν στα στάσιμά τους ύδατα.
Αρα «Το καραβάνι πάει μπροστά κι ας αλυχτούν οι σκύλοι», όπως γράφει κι ο ποιητής Πωλ Ρόμπινσον.

«Ενα βιβλίο για πέταμα»

Οταν βρίσκομαι στο παραλιακό βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης «Πρωτο-πορία» ρίχνω πάντα και μια πλάγια ματιά στις προσφορές του και ιδίως σ’ εκείνες τις στοίβες των βιβλίων που έχουν πάνω τους την ετικέτα των 2,90 ευρώ. Με θλίψη, (μήπως και με χαιρεκακία...) κοιτώ ποιοί συγγραφείς πήραν την άγουσα για την απώλεια δια της εκποιήσεως, η οποία είναι ακριβώς το λίγο πριν την πολτοποίηση, στάδιο. Κλασικοί συγγραφείς, έλληνες και ξένοι, γνωστοί, ενδιαφέροντες, σπουδαίοι και μη όλη η γκάμα της ματαιότητας εκεί· και γνωστών και η θλί-ψη κάπως να σε βαραίνει. Αγοράζω πάντα κάποια φίλων αντί για σιωπηρό μνημόσυνο.
Στην Αθήνα έτυχα φέτος στο ετήσιο πα-ζάρι εκ-ποίησης του βιβλίου το οποίο διεξά-γεται καθε χρόνο στην πλατεία Κλαθμώνος, κάτω από τέντες και τσαντίρια κι έξω το κρύο σουβλερό. Εκεί κι αν γίνεται της κακομοίρας· ντουνιάς ν’ αγοράζει όπως στα σούπερ μάρ-κετ και να σώζει από τη βέβαια πολτοποίηση ό,τι μπορεί κι όσους συγγραφείς. Οι τιμές εί-ναι σχεδόν ανύπαρκτες. Διέσωσα από την απώλεια κι επειδή λυπόμουν τα βιβλία που τα διάβασα σε άλλους καιρούς και στις ίδιες ή άλλες εκδόσεις: Χωλλ Κέιν “Ο Μαξιώτης” μετ. Αλεξ. Παπαδιαμάντης εκδ. Ινδικτος, Πέτ-ερ Βάις “Ο Τρότσκι εξόριστος”, εκδ. Δωδώνη, STHVENS WALLACE “Εκλογή από τα άπαντα” εισαγ. μτφρ. Γιώργος Σπέντζος εκδ. Δωδώνη, Τ. Ελιοτ “Η ρημαγμένη γη” μετ. Κλείτου Κύρου εκδ. Υψιλον
Εν τω μεταξύ έλαβα από τον εκδοτικό οίκο Πόλις το μυθιστόρημα του Paul Desalmand «Ενα βιβλίο για πέταμα». Ο συγ-γραφέας αφηγείται ακριβώς την τύχη των παραπάνω· ένα βιβλίο αφηγείται την ιστορία του από τη στιγμή που τυπώνεται στη Γαλλία μέχρι την απώλειά του στην Αφρική. Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: “Σε πρώτο επίπεδο το βιβλίο μοιάζει με περιπετειώδες μυθιστόρημα γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Αλλά ταυ-τόχρονα αποτελεί: Σάτιρα του εκδοτικού χώρου*Στοχασμό για τη γραφή και την ανά-γνωση*Κριτική ανάλυση των σχέσεων Δύσης-Τρίτου Κόσμου*Μεταφορά για το θάνατο* Παιχνίδι πάνω στη μυθοπλασία* Παιχνίδι πάνω στη διακειμενικότητα (όλες οι παρα-πομπές και οι αναφορές ομολογημένες ή όχι, βρίσκονται στην ιστοσελίδα www.quidamediteur.com)”.
Εξοχο.

Μικτά ορκωτά δικαστήρια
εν συνεδριάσει, αθώα.

Δηλαδή αν κάποιος διαπράξει έγκλημα ειδεχθές για τη μεγάλη ή μικρή κοινωνία κιν-δυνεύει τις περισσότερες φορές να αθωωθεί εκ της διαδικαστικής παθογένειας του συστή-ματος απόδοσης της επ’ αυτού δικαιοσύνης. Αυτή η φενάκη της λαϊκής συμμετοχής στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, δηλαδή της συμμετοχής απ’ ευθείας του λαού σε μια από τις τρεις εξουσίες, έχει γίνει πλέον κάτι σαν ανέκδοτο. Τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια αποτελούνται από τρεις επαγγελματίες δικα-στές και από τέσσερις πολίτες που κληρώ-νονται από την ειδική λίστα των οργανικά διανοούμενων κατά Γκράμσι(!), που συντάσ-σεται σε κάθε νομό. Οι κύριοι ένορκοι σύρο-νται σχεδόν σαν αιχμάλωτοι στην έδρα για να παίξουν το ρόλο του δικαστή. Κανείς τους δεν επιθυμεί αυτή τη συμμετοχή. Αχθος μέγα βαρύνει τον κληρωθέντα ιδίως σε εγκλήματα που δεν είναι 100% αποδεδειγμένα. Τις περισσότερες φορές το “αθώος” είναι η πλέον προσφιλής ετυμηγορία που πέφτει επί δικαί-ων αλλά ιδίως και επί το πλείστον, επί αδίκων. Είναι δικαιολογημένη αυτή η διά-θεση. Ατομα έχοντα μηδενική πείρα από τις δαιδαλώδεις δικονομικές διαδικασίες, την ψυχολογία των προσώπων που παρελαύνουν ενώπιόν τους, την εκτίμηση των αποδείξεων, με την κοινή γνώμη του ακροατηρίου να συμμετέχει στο θεατρικό, κυρίως με την πλευρά του θύματος, τι να σου κάνουν, πε-λαγώνουν; Το 4 έναντι 3 είναι μόνιμη επωδός. Μήπως η απόφαση που παίρνεται κι αρχίζει με τους λαϊκούς είναι ένα ασφαλές κατα-φύγιο για τους τακτικούς δικαστές να κάνουν το κομμάτι τους εκ του ασφαλούς πλέον, αφού ήδη διαμορφώθηκε η πλειοψηφία από-φαση, μπορεί να λένε ό,τι θέλουν και τους βολεύει. Ιδίως το που ανακοινώνεται δημόσια πως ψήφισαν οι λαϊκοί και πως οι δικαστές, έτσι ώστε να λάβουν την αρά οι πολίτες;
Ερωτήματα ίσως κι εκ του αφελούς αλλά και από υποψιασμένους και με αφορμή το έγκλημα στη Βλάστη της Κοζάνης που έγινε τη βραδιά που όλη η Ελλάδα πανηγύριζε το Γιούρο, στις 4 Ιουλίου 2004, εδολοφονείτο άγρια η 15χρονή Φιλίτσα σε ερημική τοπο-θεσία του ιστορικού χωριού της. Ο προ-σαχθείς ως κατηγορούμενος έλαβε δις την ετυμηγορία του αθώου από τους ενόρκους α’ και β’ βαθμού. Τι να κάνουν κι αυτοί; Την τιμή της δικαιοσύνης (απέδωσε στην ουσία δικαιοσύνη) έσωσε ο εισαγγελέας Εφετών κ. Πέτρος Ραπτόπουλος από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που έχει σήμερα ή εν Ελλάδι δικαιοσύνη κι όχι μόνον η «Ισταμένη».
Η αστυνομία που τόσο ολιγώρησε τον κρίσιμο πρώτο καιρό καλείται τώρα εκ νέου να βρει τον ένοχο...
- Αλλο τί θα κάνει, δηλαδή!
Εορδαία, Εορδαία των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων...

ΥΓ. κάπως μακρύ στο παραπάνω.

«Κοινός ιατρός θεραπεύσει, ο χρόνος έλεγαν οι αρχαίοι. Σήμερα δεν υπάρχει πλέον η φόρτιση. Ολα έγιναν μια αχλύ μνήμης και το πρόβλημα εστιάζεται στον ένοχο ποίος είναι, και τι θα γίνει αν θα βρεθεί, κι αν αυτός που κατηγορήθηκε και καθόταν στο εδώλιο ά-καμπτος για μέρες, ήταν ή δεν είνα;. Το συγκι-νησιακό πλέον κινείται σ’ αυτό το επίπεδο. Εκείνη για την οποία της εψάλλησαν κατά την εξόδια ακολουθία της των κοικημημένων νηπίων ύμνοι, έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, αλίμονο. Ο χρονος παραείναι φορές λυτρω-τής αλλά κι αμείλικτος.
Στο περιθώριο του διαταραγμού της κοινής γνώμης στην Εορδαία, το γεγονός συγκίνησε κόσμο· ο καθένας πήρε θέση είτε φωναχτά είτε σιωπηλά. Το σιωπηλά ίσως είναι και το χειρότερο. Από τη φωναχτή και κραυγάζουσα πλευρά, ένα μικρό έντυπο, 16σέλιδο, με ένα αξιοπρεπές αλλά σπαρα-κτικό ποιητικό «Αντίδοτο στη λήθη» γράφει μεταξύ άλλων:
Είμαι η ΦΙΛΙΤΣΑ
Μόνο που δεν υπάρχω πια
Τουλάχιστον εδώ
στο χωμάτινο κόσμο σας
έπαψα να υπάρχω.
Χωρίς να το θέλω
κόπηκαν το φτερά μου.
Μου τα κόψανε.
Ενα βράδυ την πήραν την απόφαση
και τα ξέσκισαν.
Η απόφαση δια τρίτη φορά.

Τα επιχώρια θεατρικά μας

Οι εγγυημένοι κλασικοί
Με το «Κουκλόσπιτο» του Ιψεν είχαμε μια παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και περιχώρων, που συνεχίζεται ακόμα και συγκεντρώνει μόνο τους συλλογιζόμενους φίλους του θεάτρου και όχι την μάζα προς ψυχαγώγησιν. Ως εκ τούτου δεν είναι και προς θλίψην αν η προηγούμενη ρευστή ύπαρξη δεν ανταποκρίνεται, όπως στην προη-γούμενη θεατρική και διευθυντική περίοδο.
Στο μεσοδιάστημα η «Δις Τζούλια» του Αυγ. Στρίνμπεργκ στο Θεατροδρόμιο που στεγάζεται στην πρώην ΥΕΒ και στο εντελώς οικείο και φιλικό του χώρο, που επιτρέπει μεσαίες από άποψη κόσμου συναντήσεις, άρα και πλέον τρυφερές. Εκεί σε τετάρτη απαγ-γελτική ταχύτητα παίχτηκε το ανωτέρω δράμα από τους Βαγγέλη Τζιμόπουλο (άψο-γος) Νικολέτα Σιώμου, Νατάσα Παπαμάρκου (με ενδυμασία κάτι σαν υποψήφιες της ευρω-βίζιον) και μια πληθή συντελεστών μέχρι και υπεύθυνη υποδοχής και ταξιθέασης (άριστη στο διακόνημα, γνωρίσαμε τις υπηρεσίες της) υπάρχει· σε σκηνοθεσία του κ. Γιώτη Βασι-λειάδη (σχεδόν πρωταγωνιστεί και στο «Κουκλόσπιτο» -θεατροπολυθεσίτης- και με χορηγό του μπουκαλιού κρασιού που χύνεται εν τη θεατρική ρύμη, το κατάστημα της πόλης Α. Καρμαζή. (‘Η μήπως γινόταν κι εξώδικη δωρεάν διανομή του, όπως στους φανούς και δεν το πήραμε είδηση;)
*
Οι υπό δοκιμή νεοέλληνες
Αμέσως μετά οι σύγχρονοι νεοέλληνες όπως ο Νίκος Μανούδης με τις “Εξομο-λογήσεις γυναικών» (δηλαδή τι λένε) σε σκη-νοθεσία εκ των ενόντων του ΔΗΠΕΘΕ, δηλαδή του Γ. Καραχισαρίδη, διευθυντή του που όπως δηλώνεται θα παιχτεί ακολου-θώντας την άγονη γραμμή ξηράς, δηλονότι στα χωριά του ορεινού Βοϊου, όπου στα καφενεία κι ενώπιων των εναπομεινάντων γερόντων, οι οποίοι θα παίζουν ξερή, θα λένε τα θεατρικά τους λόγια. Θα ακούν αυτοί έκθαμβοι τις εσωτερικές, από υστερικές έως μετρημένες κι ελεγχόμενες εξομολογήσεις των γυναικών του σήμερα και θα αναρωτιούνται οι γνήσιοι άνθρωποι της υπαίθρου:
- Ωρέ τι είναι όλα τούτα τα νούμερα!
*
Οι ανέλεγκτοι ως χρήσεις παρελθόντων ετών, τοπικοί θεατροκαρναβαλιστές
Δεν υπάρχει πιο εύκολη υπόθεση από το συμπήξεις θεατρική ομάδα. Αυτό είναι γνω-στό από τα σχολικά χρόνια με τα σκετς στις αίθουσες και στις αυλές των σχολείων κάθε εθνική γιορτή ή επέτειο. Σ’ ένα τέτοιο πρω-ταγωνίστησα κι εγώ παίζων τον Αθανάσιο Διάκο στο δράμα ο «Ηρωας της Αλαμάνας» κι έκτοτε είναι ο εθνικός μου ήρως (όπως άλλοι έχουν τον Ολυμπιακό ή την ΑΕΚ), κι αν δεν δω το ψηφιδωτό του στην εθνική κοντά στη Λαμία, ταξιδεύων νύχτα προς Αθήνα, με το ΚΤΕΛ, κάτι με θλίβει). Με την ευκαιρια είδα πως το Λαϊκο Λαχείο του σεπτού εθνικού μας τζόγου είχε την φυσι-ογνωμία του. Συγκινήθηκα κάπως κι αγόρασα ένα για πρώτη και μόνη φορά. Δεν κοίταξα ούτε τον λήγοντα.
Ετσι ο νεοπαγής συλλογικός θεσμός παραδοσιακών νεο-κοζανιτών με την επωνυ-μία ...«Η Κόζιανη» σύστησε θεατρική ομάδα και επιτίθεται με το σκετς «Θέλεις ρούφα και δάγκουνι θέλεις δάγκουνι και ρούφα» του μεγάλου εν αποκριές αλλά και στον ιδιωματικό λόγο κ.Έμμανουήλ Μαρκόπουλο, ντυμένο πάντα με εκείνον τον εν παντί καιρό καρναβαλισμό της αρσενικοθήλυκης εξαλ-λαγής του ανθρωπίνου είδους, της καλού-μενης και «Τσιτσιούλας».
Ο ημιλόγιος αποκριάνθρωπος κάποτε, που τώρα δημοσιολογεί, κ. Γ. Παφίλης, ξανα-νέβασε το σπαρταριστό έργο του “Αχ μάναμ’ κάηκα” μεσω τώρα του ΔΗΠΘΕ.
Τέλος οι κλασικοί πια «Κασμιρτζήδες» για τις αποκριές ήδη το έργο «Είνι και ψίχα αγκαστρουμέν’» του μέγιστου λογίου του δια ζώσης ιδιώματος -μέτρ- κ. Γιάννη Πλόσκα του-πίκλην και Γιάνν τ’ς Λένκους.
Λαϊκός λόγος έντονα διασκεδαστικός για το ακροατήριο το οποίο πάει εκεί να γελάσει με θόρυβο, εξ ορισμού και οπωσδήποτε ακόμα και με την πιο πένθιμη (λόγω ρου-τίνας) ατάκα. Οι αυτοσχέδιοι ηθοποιοί φορές πετυχαίνουν στιγμές υψηλής υποκριτικής τέχνης, άθελά τους φυσικά, που θα τη ζήλευαν οι επαγγελματίες. Η επιτυχία είναι σίγουρη από την άποψη της αποδοχής του κοινού, το οποίο πάει σ’ αυτά αγεληδόν για να συμπλη-ρώσει τα θεατρικά κενά, που του αφήνει το λόγιον ΔΗΠΕΘΕ και τα ημιλόγια σχήματα που προαναφέραμε στα οποία προσέρχεται συνήθως στάγδην.

Η ρωσική περίπτωση
του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Αποτελεί ένα φαινόμενα ο μεταφραστικός «παροξυσμός» του κ. Δημήτρη Τριαντα-φυλλίδη (κάτοικος φανατικά της περιοχής Μεταξουργείου της Αθήνας), όσον αφορά τη Ρώσικη γλώσσα και λογοτεχνία. Οι μεταφρ-άσεις του δημιουργούν μια μικρή αναστά-τωση στον μεγάλο και διαρκή κόσμο των σημερινών γραμμάτων στην Ελλάδα αλλά και μια διαταραχή στον «μικρό» που θάλλει η αλληλοϋποβολή κι η αλληλο-αγνόηση. Ο Δ.Τρ. μεταφράζει και φέρνει στον Ελληνα αναγνώ-στη, κείμενα των μεγάλων ρώσων όπως του Φ.Ντ. το ογκώδες σε δύο τόμους «Ημερο-λόγιο του συγγραφέα»· άρθρα, επιφυλλίδες, σχόλια, μικρά κείμενα που δημοσίευε ο Φ. Ντ. όταν ήταν διευθυντής σύνταξης του εβδομα-διαίου περιοδικού «Πολίτης» ως ένθετα ή σε ξεχωριστό παράρτημα. Από τους ογκώδες τόμους, ο ίδιος απομόνωσε και μια νουβέλα με τον τίτλο «Μειλίχια» και την κυκλοφορεί σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Προχωρώντας μετα-φράζει το σπαρακτικό “Ρέκβιεμ” της μεγάλης Αχμάτοβα. Στα χαρτιά του έτοιμες έχει τις μεταφράσεις του ποιητού Οσιπ Μέντελσταμ:

Silentium

Αυτή δεν έχει ακόμη γεννηθεί,
Αυτή, είναι η μουσική κι ο λόγος
Είναι ο ακατάλυτος δεσμός
Ολάκερης της πλάσης

Του στήθους ήρεμα αναπνέουν τα πελάγη
Και σα τρελή, φωτίστηκε η μέρα,
Κλαδιά μιας πασχαλιάς χλωμής
Μέσα στο θολό γαλάζιο βάζο είναι.

Την δύναμη τα χείλη μου θα βρουν
Την αρχική αδυναμία να περάσουν
Σα κρυστάλλινη να πουν
Ότι αγνή γεννήθηκε στον κόσμο!

Ακίνητη στάσου Αφροδίτη
Στη μουσική επέστρεψε τον λόγο,
Των άλλων τις καρδιές να λυπηθείς
Με την αρχέγονη ζωή ενώσου!
1910

Καθυστερημένα περί
ημερολογίων τοίχου και βιβλιοθήκης

Από το Σιδηροδρομικό Μουσείο Θεσσα-λονίκης ένα ημερολόγιο τοίχου με χαρακτη-ριστικές φωτογραφίες· κάτι σαν κουκλίστικα τραίνα, εργαλεία, βαγόνια με ό,τι δηλαδή ταξιδεύεις από τόπο σε τόπο και στο χρόνο αφού με την επιστροφή από το ταξίδι, αμέσως φεύγεις στο χρόνο του τον οποίο κάπως τον αποτυπώνει το ημερολόγιο. Εν τω μεταξύ οι ράγες του δικού μας Σ. Σταθμού εξακολου-θούν να μας ταξιδεύουν πεζή:

Επιβάτης αταξίδευτος της βραδινής των 19 και 03 ταχείας
στη μόνιμη γωνιά του καφενείου Σάββατο προς το βράδι
η άφιξη κι αναχώρηση μου κινούνται επί της αυτής ευθείας
στο ίδιο τραπέζι τσάι με Πεσσόα, ένα γλυκόπικρο υφάδι

Κι όταν στις ράγες του σταθμού το τραίνο πλέον ξαπλωθεί
η μυρωδιά του ταξιδιού ένδον μου, άρωμα θ’ απλωθεί.
***
Από την Δημόσια Βιβλιοθήκη Σιάτιστας (με διευθυντή της τον κ. Π. Μάνιο) το έλαβα κι όχι από το εκδόσαντα Μορφωτικό ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων εφη-μερίδων Μακεδονίας-Θράκης αφιερωμένο στους πρωτοπόρους Ελληνες της δημο-σιογραφίας αδελφούς Μαρκίδες Πούλιου από τη Σιάτιστα εκδότες της πρώτης ελλη-νικής εφημερίδας με τον τίτλο «Εφημερίς» στη Βιέννη 1790-1797. Για τους αγνοούντες το μέγεθος εκείνης της πρώτης εφημερίδας ήταν κάτι μεγαλύτερο της παλάμης, προς το μέγεθος δηλαδή που τείνουν οι σημερινές. Το ημερολόγιο εκτάκτως καλαίσθητο, διακοσμεί εκ του φανταστικού, ωραίον σχέδιο των τυπογράφων, μήπως και εκ του φαντασιακού, του ζωγράφου Κώστα Ντιό.
***
Ημερολόγιο από το Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης, αυτού του μεγάλου συλλόγου, επιπέδου όμως, ποδοσφαιρικού σωματείου της υπαίθρου ή σχολικής τάξης. Κρίμα! Ο Σύνδεσμος βρίσκεται σε μεταβατική φάση μετά την ενσώματη φυγή του μεγάλου του Προέδρου (Κ. Σιαμπανόπουλου για να μην μπερδευτούμε γιατί ποτέ δε ξέρεις ποιοί και γιατί θεωρούνε εαυτούς μεγάλους εκτός του ηλικιακού δεδομένου) προσπαθεί να βρει το δρόμο του. Καθιερώθηκε στα καλά σαν ένα Λαογραφικό Μουσείο. Ομως είναι μια βιομη-χανία, μάλλον οφείλει να εξέλιχθεί σε μια βαριά βιομηχανία πολιτισμού και να ενερ-γοποιήσει ουσία τα δύο σκέλη του, Γράμματα και Τέχνες, τα οποία βρίσκονται σε πολύ χα-μηλό έως ανύπαρκτο σημείο καλλιέργειας.
Την περίοδο του μεσοπολέμου στην Κοζάνη, υπήρχε το σωματείο Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων που συγκέ-ντρωνε στο Δ.Σ. και στις τάξεις του ό,τι σημα-ντικότερο έχει να επιδείξει η πόλη μέχρι σήμερα, στον τομέα των γραμμάτων, της τέχνης, της πολιτικής, της κοινωνίας της (Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Μανέντης, Ν.Π. Δελιαλής, Κ. Παπακωνσταντίνου κ.α.). Σκέφτομαι σήμερα ποιοί στελεχώνουν, δια διορισμού ή εκλογής, τους πνευματικούς θεσμούς της πόλεως; Δεν λέω ό,τι το χειρότερο, όλοι τους είναι άνθρωποι καλών προθέσεων αλλά ανε-παρκείς για το ρόλο τους, σχεδόν κωμικο-τραγικά. Δεν είναι μόνον αυτοί, αλλά κάτι τέτοιοι συνήθως επιλέγονται κυρίως ή εκλέ-γονται παρεπιπτόντως. Είναι μια τοπική κοινωνία με μια «ηγεσία» ιδίως, η οποία παρεπιδημεί στην πλέον χαμηλή στάθμη των πνευματικών και πολιτιστικών απαιτήσεων. Δεν τους κόβει κοινώς, όπως και δεν τους κόφτει για τίποτε, πέραν του προσωπικού τους λόγου δημόσιας ύπαρξης. Μια μελαγ-χολία σε κυριεύει απ’ αυτήν την «κατάληψη» που εξηγεί και κάθε είδους ερασιτεχνισμούς μέχρι και ευτέλειες.
Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης και ο Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζά-νης είναι δύο σημαντικοί πυλώνες από τους οποίους περνούν τα σύρματα διανομής του εγγράμματου φωτός. Είναι έγκλημα να υπο-φώσκει η ύπαρξη τους μεταξύ της ζώνης του λυκόφωτος ή του μόνιμου λυκαυγούς.

Περί της «Δακρυσμένης Μικρασίας» βιβλίο του κ. Βασίλη Τζανακάρη από τα Σέρρας

Στον ισόγειο χώρο του Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνης έγινε (21 Φεβρουαρίου) η παρουσίαση του βιβλίου «Δακρυσμένη Μι-κρασία” του Βασίλη Τζανακάρη, εκδ. Με-ταίχμιο σελ. 730. Μίλησαν και ο Θανάσης Καλλιανιώτης επιθεωρητής δημοτικής εκπαί-δευσης, σχολικός σύμβουλος δηλαδή και δρ. ιστορίας (ελπίζω να έχει χριστεί στο διά-στημα της γραφής και της εκτύπωσης της «Π»). Ο δε συγγραφέας από στήθους, από καρδιάς κυρίως αλλά και φορές έμπλεος μετρημένης οργής και άμετρης συγκινήσεως κράτησε το ακροατήριο προσωρινά αιχμά-λωτο στη δια ζώσης αφήγηση, όπως και στο βιβλίο του αλλά εκεί σε κρατά καιρό αυτή η γλυκιά αιχμαλωσία της ανάγνωσης ωραίων βιβλίων.
«...Το βιβλίο έχει στο σώμα του κυρίως δύο τυπογραφικά στοιχεία τα 10 στιγμών και των 9. Στα δεκάρια έχουμε την κύρια αφήγηση στα μικρότερα τη εξήγηση· η παράλληλη ανάγνωση της ιστορίας από τα ντοκουμέντα. Κι είναι πολλά και ζωντανεύουν με την ιστορική αμεσότητα του αρχειακού εγγράφου την κυρία εξιστόρηση. Σημειώνω κάτι που βρήκα στη σελ. 253 και αναφέρεται στην ενότητα «1920 Το ακάνθινο στεφάνι του θριάμβου» και ειδικότερα στο Δημοψήφισμα για τη επιστροφή του βασιλιά της 22ας Νοεμβρίου που χαρακτηρίστηκε από τον λαϊκό «εκβαχισμό» κατά την Πηνελόπη Δέλτα, τόσο πριν όσο και μετά απ’ αυτό. Στην Κοζάνη υπερψήφισαν την επάνοδο του Κωνσταντίνου 10.500 πολίτες και εναντίον της 2. Αν δεν ήταν από λάθος, τότε αυτοί θα έπρεπε, αν ήταν δυνατόν να είναι γνωστοί να επισημαίνονται στην τοπική ιστορία με ανε-ξίτηλα γράμματα όχι τόσο για το πολιτικό τους φρόνημα, που είναι και μια ρευστή υπόθεση εργασίας μεταβαλλόμενη φορές, όσο για τη σταθερότητα πλεύσης τους σε μια θά-λασσα με ενάντια κύματα, δον κιχώτες του ασυλλόγιστου ή του μεγαλοπρεπούς μονα-χικοί μύστες.
Ο Β. Τζ., όπως διαβάζουμε στην εργογραφική του σελίδα, ξεκίνησε την παρου-σία του στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Τα σιωπηλά πένθη». Σήμερα τονίζει την ποίηση του ως δημιουργία με ένα συγ-γραφικό, γοερό πένθος, με ένα βουητό συγκί-νησης που σηκώνει το τελευταίο του βιβλίο γεμάτο από γιατί, εάν και διότι· κι όλα να καταλήγουν σ’ ένα κρεσέντο θλίψης, πένθους, χαμού για τον διαχρονικά δύσμοιρο ελλη-νισμό και για τον βαθμιαίο αφελληνισμό μας τελικά, αφού κατ’ εξοχήν τα πρόσωπα του δράματος είμαστε εμείς, οι λαθρεπιβάτες της ιστορίας, κάτοικοι του κάποτε, του νυν και του αεί του τόπου, που είναι γεμάτος από φλύκταινες μνήμης, πάνω στις οποίες δεν μπορείς ούτε να καθήσεις, να τις κοιτάξεις ή να σταθείς σ’ αυτές χωρίς να ματώσεις. «Δακρυσμένη Μακρασία» είναι μια επιεικής έκφραση με την οποία θέλει μάλλον ν’ αποδραματοποιήσει την μυθιστορία του κα-θότι το διασπαραγμένη, πουλημένη, παρατ-ημένη, εγκαταλειμμένη, προδομένη, δηωμένη ως επιθετικοί προσδιορισμοί προσδιορίζουν καλύτερα το ανθρωπογεωγραφικό τοπίο της συναρπαστικής αφήγησης» .

Περί-Δια-Γραμμάτων Βορείου Ελλάδος
Σάββατο βράδυ (23/2) γύριζα γύρωθεν από το Επταπύργιο (Γεντί Κουλέ), της ορεινής Θεσσαλονίκης. Φωτισμένο, επιβλη-τικό, μυστήριο, σιωπηλό και προσπαθούσα ν’ ακούσω τις φωνές του χρόνου που έβγαιναν από τα σπλάχνα του και τα τείχη του. Δεν άκουσα τίποτε μόνο τα γνωστά της νύχτας καμώματα. Ενα αγαπητικό ζευγάρι να φο-βάται κάπως να περπατήσει πάνω στα ερει-πωμένα σημεία του περιβόλου του κάστρου. Κάτω της Θεσσαλονίκης τα φώτα, ο κόλπος της, η έλλειψη κι η αναζήτηση.
Αργότερα μπήκαμε στο ξενοδοχείο «Φι-λίππειον» και στην αίθουσα χορών και δεξιώσεων “Μακεδονία”. Πόσο μου φαντά-ζουν απόμακρα και κούφια στο προπα-γανδιστικό επίπεδο αυτά τα ηχηρά ονόματα και εν όψει της συντριπτικής μας ήττας επί του Μακεδονικού που δεχτήκαμε πρωτίστως από την απουσία άμυνας (κοινής πολιτικής λο-γικής), ουσιαστικής επίθεσης την ώρα που χρειαζόταν (σουτάραμε στο βρόντο και πάντα στην κερκίδα) κι ενώ στο κέντρο υπήρχαν πάντα οι αδύναμοι κρίκοι της μετριοπάθειας σε καιρούς πολιτικής ευτέλειας και κομ-ματισμού εκτραχηλισμού.
Ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βορείου Ελλάδος) μοίραζε τα ετήσια βραβεία του σε συγγραφείς της Β. Ελλάδος με προσφορά στα ελληνικά γράμματα: Γιώργος Αναστασιάδης, Γιάννης Αρκέτος, Αλίκη Διαμαντή, Δημήτρης Θεο-χαρίδης, Παύλος Κανονίδης, Β. Π. Καρα-γιάννης, Λίνα Μαρμαρίδου, Γρηγόρης Μπι-λίτσας, Γιώργος Ξεινός, Νίκος Παπαδό-πουλος, Eλένη Τέγου, Θεόδωρος Τζαλαμά-νης, Γ. Τσότσος Αβραάμ Χατζηανέστης, Βενι-ζέλος Χριστοφορίδης.
«Με το Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος έκανα τρία και ένα ταξίδια. Το πρώ-το στη Σόφια όπου βίωσα το βαρύ Βαλκανικό χειμώνα, μέλος της επιτροπής για την απο-νομή του βραβείου Αίμου τότε δοθέν εξ ημισείας σ’ ένα ποιητή και πεζογράφο Ελλη-νοαλβανό αλλά και τ. Υπουργό ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αλβανία -αν είναι δυνα-τόν- και σ’ έναν ποιητή από την τότε Φυρομία και τώρα αλίμονο «Μακεδονία»
Το δεύτερο εκ νέου στη Σόφια, όπου γνώρισα τη Βαλκανική άνοιξη μέσα στο Χει-μώνα και τα βιολιά της εκκλησίας και πλα-τείας Αλεξάνδρου Νιέφσκι. Αλλά τώρα το βραβείο δόθηκε στον αειθαλή της νεο-ελληνικής ποίησης Τάκη Βαρβιτσιώτη.
Το τρίτο είναι το σημερινό προς το ψηλό σημείο αυτής της πόλης. Ερχομαι από την Κοζάνη στη Θεσσαλονίκη κι αυτό είναι πάντα ένα ταξίδι, κι όσο κι αν έχει περιοριστεί ο χρόνος, η απόσταση παραμένει και η από-σπαση από τον τόπο σου αποτελούν προϋποθέσεις ταξιδιού. Πάντα το μικρό ταξίδι προς τη Θεσσαλονίκη είναι μια επιστροφή μας, στις μνήμες, στους ανθρώ-πους, στους τρόπους. Η πόλη αυτή αποτελεί τη δεύτερη πατρίδα του σώματος μας αλλά ίσως την πρώτη πατρίδα της ψυχής μας.
Ευχαριστώ τον ΣΕΚΒ και τον πρόεδρό του κ. Χαρ. Μπαρμπουνάκη με το οποίο όμως κάνω διαρκώς και το πιο μακρύ ταξίδι έστω και μόνος μου· το ταξίδι στη μνήμη και στον τόπο αυτόν. Τότε τα χρόνια της δικτα-τορίας που τον γνώρισα, φοιτητής εγώ και αυτός μικρότερος, στο βιβλιοπωλείο επί της Αριστοτέλους, να μας χαρίζει βιβλία για να στήσουμε μια λαϊκή βιβλιοθήκη στο χωριό.
Τους ευχαριστώ δηλαδή για την τιμή που μου κάνανε να με συμπεριλάβουν στην αποψινή παρέα με τους εκλεκτούς ανθρώ-πους της λογοτεχνικής σκέψης κι επιστη-μονικής περίσκεψης, και της οποίας ηγείται κι όχι μόνον αλφαβητικά, ένας πανεπι-στημιακός δάσκαλος, τω καιρώ εκείνω.»

Βελτσου, ναι, ποιηματα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ


ΑΠΟ ΒΗΘΑΝΙΑΣ
εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ



ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΠΟ ΒΗΘΑΝΙΑΣ

Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο.
Μόνο, σε μία γωνιά, την αηδία
Ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο
που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε.
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Έλα να βυθίσεις το χέρι σου
στο στέρνο
Τον λίθο βάλε στη θέση της καρδιάς
κι άσε τους σκύλους γύρω
να λυσσάνε
Μη την πετάξεις
Κυρίως, μη τη σφραγίσεις σε σκεύος ιερό

Χριστός δεν είμαι
να πλένουνε τα πόδια μου μ’ αρώματα
Δεν κρέμομαι επί ξύλου
Ποτέ δεν διπλασίασα ψωμιά
Ενώπιον ξένων τα ποιήματά μου στιχουργώ
Εις ώτα ξένων τραγουδώ
τραγούδι φώκιας

Υποπτεύομαι όσους πατάνε τα νερά
συνδιαλεγόμενοι με τους νεκρούς
καλώντας τους νεκρούς να εγερθούν
ενώ μυρίζουν
Δεν είμαι εγώ η ανάσταση και η ζωή
Απ’ την πλευρά του Λάζαρου
για ησυχία εκλιπαρώ
Κοιμούμαι
Πέντε οργιές βαθύτερα απ’ τον ύπνο
Πέντε φορές ψηλότερα απ’ τον αφρό

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΠΟ ΒΗΘΑΝΙΑΣ Ι

Τι ώρα θα σχολάσουν οι εργάτες
σ’ αυτό το εργοτάξιο
με τη χειροκίνητη μπετονιέρα
και τους ξυλότυπους;
Πότε θα πέσει η πλάκα;
Πότε υψώνουνε σταυρό;
Πότε θ ‘αγιάσει ο πάπαρδος την μπούκα;
Για ποιόν προορίζουνε τον οίκο
χωρίς τα παράθυρα
χωρίς τις κιγκλίδες
το ρόπτρο που ειδοποιεί
και τον φεγγίτη;
Γιατί είναι ο λεγάμενος
σαν το σουδάριο λευκός;
Ποιος αναπαύεται εδώ;

Μην ερίζεις με τον νεκρό
Μη ζηλέψεις τον οίκο του
χωρίς παράθυρα
χωρίς κιγκλίδες
Και σ’ αυτήν που ήρθε να σε φωτογραφίσει μαζί του
μην της αποκαλύψεις το όνομα
Μη δείξεις τη βάρκα του
Μην ερεθίσεις την περιέργειά της
για το ποιόν της τελευταίας συναναστροφής σου
Ασ’ τη να θάβει τους δικούς της νεκρούς
Και συ, ξαναδοκίμασε απ’ την αρχή το θαύμα
Μέσα στην κόχη του ματιού
κόκκος της άμμου δεν χωρά

Με το έλεος του σε καταδιώκει ο Θεός

TRISTITIA

Θλίψη μου
Με το λατινικό σου όνομα
όλη τη λατινογενή σου δυσκολία
τα σύμφωνα που σε κρατούν
μαζί με τη στρυφνή μου ιδιότητα
στα δόντια
όταν στο οδοντικό σου υπόβαθρο
από γή θηραϊκή
χτίζω αργά τη σκοτεινή μου ύλη
όταν μοχθώ να κατοικήσω
ο άστεγος τραγουδιστής της καντσονέτας
που τραγουδούσε η μάνα μου αφηρημένη
άστατη όπως εγώ, ο πασατέμπος της
που τρώει την ανία

Θλίψη μου
Οικογενειακή tristezza
πως πέφτεις με τα ζενερίκ
εμπρός στην Αελλώ και την Ατθίδα!
Εκείνο το μικρό παιδί
πόσες φορές δεν είδε την ταινία σου απ’ το μπαλκόνι
πόσες φορές δεν άκουσε, Ιούνιο, στο άχτιστο οικόπεδο
να στρώνουν το γαρμπίλι!
Ήχος παράξενος, στριγκός
που ακούν ευχάριστα οι πεθαμένοί

Παγκοσμια ημερα ποιησης εν Κοζανη το 2008

Μικρό χρονικό της 21ης Μαρτίου 2008
Παγκόσμια ημέρα ποίησης,

Εαρινή ισημερία, κατά του ρατσισμού,
υπέρ δασοπονίας και του ύπνου ανέφελου ονείρων

Ερμαια της φριχτής εφευρέσεως της ρόδας
θέτουμε ηλίθια ένα ηλίθιο ερωτηματικό:
Η ποίηση είναι θέμα ουσίας ή θέμα μόδας;
Τον Χριστιανόπουλο θέλουμε ή τον Χριστό;
Μάριος Μαρκίδης


Του Β.Π. Καραγιάννη

ΧΡΟΝΟΣ, Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008
ΤΟΠΟΣ, Κοζάνη κεντρικό ισόγειο του Λαογραφικού Μουσείου
ΘΕΜΑ: ΑνωΚατωΔυτικομακεδονική ποιητική έξαψη
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης
Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο
Περιοδικό «η Παρέμβαση»
Δημοτικό Ωδείο Κοζάνης
Χορηγός δενδρυλλίων, Δασαρχείο Κοζάνης
Μέγας Χορηγός Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης.
Εχω χάσει τον αριθμό αλλά όχι ελπίζω και τον ρυθμό αυτών των εορτών της ποιήσεως, που διοργανώνουμε εδώ και δέκα συναπτά έτη σε διάφορες αίθουσες κι από διάφορες θέσεις στην πόλη αυτή, που τη μισούμε στα φανερά σαν τις κρυφές μας αμαρτίες, αλλά και την αγαπούμε κρυφά σαν την άλλη ξένη. Αυτή όμως μας έλαχε, και σ’ αυτή συμπλέουμε, παραπλέουμε, επιπλέουμε, βυθιζόμεθα και εκ νέου σηκώνουμε κεφάλι. Ο φετινός κανόνας ποίησης προέβλεπε: «ΑνωΚατωΔυτικομακεδονική ποιητική έξαψη». Ο πρώτος τίτλος στη θέση του ουσιαστικού είχε τον όρο «σαλάτα» λόγω της έκτακτης ονοματολογικής, εθνικής μας επικαιρότητας, αλλά στην πορεία άλλαξε, ενώ στην ουσία ούτως πως σαλατικώς διεξήχθη η «έξαψη», που έφερε και ως υπότιτλο: «Ελεύθερη ανάγνωση ποίησης καταγγελτικής προς κάθε τι μας δυναστεύει».
Χαιρετισμών ποίηση και «Χαίρε βάθος αμέτρητον ανθρωπίνοις λογισμοίς» αλλά κυρίως υπολογισμοίς. B’ των Χαιρετισμών είχαμε και πλην των άλλων αγίων που καταγράφονται στον Συναξαριστή του αγίου Νικόδημου Αγιορείτη, και του αγίου Σεραπίωνος από Σιδώνος, όστις εν ειρήνη -περιέργως- τελείωσε. Ενας άγιος, δυο ποιητές, τρία ποιήματα έρχονται και μας κουλουριάζονται σαν «Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά του χωρισμού πλοκάμια»: Καβάφης κι Αναγνωστάκης και ο «Ιερεύς εις το Σεράπειον» του Αλεξανδρινού αλλά και τα δύο ομότιτλα, «Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.» του Κ.Π.Καβάφη
...και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.»
και «Νέοι της Σιδώνος 1970 μ.Χ.» του Θεσσαλονικέως,
- Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες!
Ανοιξαν τη βραδιά οι άρχοντες πρωτοψάλτες κ.κ. Αναστάσιος Κτενίδης του Αγίου Γεωργίου Κρανιδίων, Δημήτριος Δασκαλόπουλος Αγίου Γεωργίου Κοζάνης, Αθανάσιος Καρανάνος αγίου Γεωργίου Α’ ΣΣ, με τροπάρια από τον κανόνα των Χαιρετισμών και θερμό χειροκρότημα έλαβον. Μεγάλη πέραση είχε ο τροπαιοφόρος (στο ναό του αγίου Χρυστοφόρου Κοζάνης παραμένει πάντα ακμαίος και ...τροπεοφόρος) άγιος τις μέρες μας. Μόλις την αυτήν ημέρα είδα μια εκπληκτική εικόνα του στη μονή Αναλήψεως Κοζάνης· την Κυριακή που ακολούθησε θεμελιώθηκε ο πυρποληθείς, αγνώστω λόγω και χειρί ναός του στην Αιανή. Ακολούθησαν στο ποιητικό «λογίον» ο Ευαγ. Καραπάτσιος, αντιδήμαρχος Κοζάνης με τον ποίημα του Αρη Αλεξάνδρου «Θα επιμένεις» [Οσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις./Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα/χαράζοντας γραμμές/ εδώ θα επιμένεις δίχως βία/ χωρίς ποτέ να καταφεύγεις στη βολική απόγνωση/ποτέ στην περιφρόνηση]. Ο άλλος αντιδήμαρχος κ. Γ. Παπαγεωργίου που καθάρισε την πόλη από το άγος των σκουπιδιών σε χρόνο ρεκόρ, απλά παρακολουθούσε. Ο ηθοποιός Στάθης Νατσιός διάβασε του ποιητή Κώστα Καναβούρη εξαιρετικόν μακροσκελές ποίημα· ο Θανάσης Καλλιανιώτης, διδάκτωρ επιτέλους της Ιστορίας («Οι πρόσφυγες στη δυτική Μακεδονία 41-46») ένα ποίημα του άλλοτε μαθητή του Δημοτικού σχολείου Αιανής Αντωνίου Κύρινα -νυν μεγάλου-, η δε κ. Μαρία Μπρέτσα, φιλόλογος, το ποίημα του Μιχ. Κατσαρού «Αντίθετα».
***
Παγκοσμιο-ποίηση δηλαδή η ποίηση όλου του κόσμου. Αυτό μας αφορά στο επίπεδο της διάγνωσης και της διαβίωσης και μια χαρά συν δυο τρομάρες. Διαφορετικά και ελλείψει της έπρεπε στη μουσική ν’ ακούμε μόνο την αυθεντική «Γερακίνα», στην ποίηση δε να διαβάζουμε το: «Σε μια ρόγα από σταφύλι έπεσαν οκτώ σπουργίτες κ.λπ.»
Πως αντιστεκόμαστε στην κακιά παγκοσμιοποίηση, και στην βλαβερή χοληστερίνη; η τοπική συνταγή έχει γιαπράκια, η ευρύτερη αγώνες βάδην ατελέσφορους για αιώνες στων κομμάτων τα σοκάκια.
Πως ενδίδουμε στην καλή παγκοσμιοποίηση και πως αυξάνουμε τα αντισώματα της καλής χοληστερίνης; Συν-πίεση στο ελάχιστο κάθε επαγγελματία επαναστάτη και κούρεμα Σύριζα κάθε δοσίλογου ράθυμου γραφειοκράτη, ου μην αλλά και πλουτοκράτη. Αν μπορούμε βέβαια.
***
Μετά απ’ αυτά οδηγήθηκε στο έδρανο απαγγελίας ο κ. Μάκης Μπελιάς εννοείται, μεταβατικός γραμματέας του ΣΥΝ Κοζάνης και μόνιμος στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, με του Κ.Π. Καβάφη τη συνοδεία.
Ο Νομάρχης κ. Γ. Δακής μετά της συζύγου του, κατά το μέσον της ποιητικής διαδρομής αφιχθείς και κατευθείαν στο απαγγελτικόν λογίον αχθείς, Κ.Π.Καβάφη κι αυτός απήγγειλε.
Ο Μάκης Καραγιάννης διάβασε Τάσο Λειβαδίτη, ενώ ο Τάσος Αναστασόπουλος, ιατρός εργασίας στη ΔΕΗ, γενικά Μ. Μπρέχτ («Να οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλουν...» και μας έδειξε κάπως.· η Ρίτσα Γκουρτζιούμη της Μάτσης Χατζηλαζάρου (ποιάς άλλης;) το «Μελαχρινό έρωτά» της· εκ μέρους του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών, που παίρνει τα πάνω του όσον αφορά τις δράσεις των γραμμάτων στο επίπεδο των εκδηλώσεων, όχι ακόμα στην πρωτογενή τους παραγωγή, ο Γ. Γραμματέας του Βαγγέλης Σιαμπανόπουλος, διάβασε ποίημα του Π. Νερούντα. Η κ. Παναγιώτα Παρασκευά από το Μεσόβουνο Εορδαίας διάβασε με έμφαση ένα δικό της ποίημα, αφιερωμένο στο ολοκαύτωμα του χωριού της (1943). Η δε Ελευθερία Παπαδοπούλου την εξαίσια «Φούγκα του θανάτου» του Τσέλαν σε δύο γλώσσες εκτέλεσε.
***
Γελοιο-ποίηση. Δηλαδή για γέλια ποίηση. Δεν υπάρχει δυστυχώς δημόσιος συνήγορος της ποίησης για να προσφύγεις σε περιπτώσεις παραποίησης, ή διασκεδοποίησής της. Μόνον του αφελούς κοινού πολίτη υπάρχει παρόμοια φενάκη. Στον δεύτερο καταφεύγει ο κάθε πικραμένος από την εξουσία, στην άλλη προσφεύγει εν έκαστος πληγωμένος κι ευρισκόμενος σε αισθηματική αφασία, αγωνίζεται δε να φτάσει έστω και στο πρώτο σκαλί της τέχνης της ποιήσεως, να πάρει τα όποια της φάρμακα παυσίπονα ή παυσίλυπα. Αλλά μόνον φαρμάκια καταπίνει κι αυτά πανάκριβα. Συνώνυμό της η κακο-ποίηση ιδίως της ποίησης από τους περαστικούς της χρήστες που την εκλαμβάνουν ως είδος αναλώσιμον το ίδιο όπως τα χαρτικά της δημοσιοϋπαλληλίας και τα είδη καθαριότητες του οίκου.
***
Η δασάρχης κ.Τσιμηνάκη Αναστασία, που κάθε χρόνο στέλνει στην εκδήλωση αντί ανθοδέσμης εκατοντάδες αριζόνες και άλλα δεντράκια προς διανομή χάριν της ημέρας της δασοπονίας, έκανε ένα πέρασμα λόγου για τη μέρα και κάθισε, διακριτική κι ωραία. Αναγνώσεων συνέχεια. Κώστας Δάλλας, ένας Οδυσσέας που το θέρος ναυλοχεί στη Σκάλα Ερεσσού της Λέσβου δεξιοτέχνης τουριστοτρόφος (ταβέρνα blue sardine) και το χειμώνα λιμνάζει στη Λευκοπηγή, αμπελουργός και γεωπόνος, ένα ποίημα εξέγερσης του Δραμινού ποιητή Αλέξανδρου Αραμπατζή. Η σύζυγος του η εκ Μυτιλήνης κ. Ευαγγελία έφερε δέσμη αποξηραμένων ακάνθων και χόρτων, που συνεχώς υπενθύμιζαν την παρουσία τους σε κάθε αναγνώστη· τους άγγιζαν τρυφερά, αφού αυτή συνόρευε με το έδρανο αναγνώσεως, κρεμάμενη και λικνιζόμενη στο ταμπλό, ένθα ήταν καρφωμένα και δύο καλλιτεχνικά πανό του ζωγράφου και γλύπτη Θάνου Καρώνη γεμάτα από θραύσματα λέξεων ποιητικών και φράσεων· όπως και η σιωπηλή εκ Κρήτης ποιήτρια Γεωργία Καστρινάκη έφερε κλαδιά ανθισμένης αμυγδαλιάς κι αγριοκορομηλιάς σε «ορέον βάζων μετ’ ανθέον», αλλά δεν διάβασε τίποτε. Η κ. Σίσσυ Τσομπάνου, με το ωραιότερο (προσωπική θέση) ποίημα της βραδιάς, του Νίκου Καρούζου «Ρομαντικός επίλογος» (Μη με διαβάζετει/όταν/έχετε/δίκιο./Μη με διαβάζετε όταν/δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.../Ωρα να πηγαίνω/δεν έχω άλλο στήθος). Ο νεαρός και με ορμητική άποψη ποιητής Κώστας Ποζουκίδης (φοιτητής αγγλικής Φιλολογίας Α.Π.Θ.) δύο ερωτικά δικά του είπε (έφερε και σεμνό σκουλαρίκι).
***
Πολτοποίηση. Αυτό που κάποτε λέγαμε λαό τώρα ακίνδυνα κι ατιμωρητί τον ονομάζουμε πολτό, άκουσα να λέει στο ΤΡΙΤΟ πρόγραμμα ο κ. Περικλής Κοροβέσης. Το καταγράφουν και όλες οι δημοσκοπήσεις πως η δημο-κλοπία είναι αυτό που κόβει φέτες τον πολίτη στα δυο, στα τρία κ.λπ. αλλά όχι τον καιρό στα δυο, καθώς αυτό το καταφέρνει μόνον η ποίηση, όταν μιλά για αγάπη και φυσικά στον «Ερωτικό Λόγο» του Γ. Σεφέρη σε ωραία λιτή μουσική απόδοση, σχεδόν καταλογάδην. από τους κ.κ. «Χειμερινούς Κολυμβητές» του κ. Μπακιρτζή.
Ο ανωτέρω λαός είναι επιδεκτικός σε κάθε ζυμώση και ειδικά σε κάθε παραδημιουργία, αλλά σε συνθήκες πολτοποίησης και ποδοπατήματος. Δυστυχώς τα ζούμε οργισμένοι εν μετρία εκτάσει, με τα πόδια της δημόσιας ευτέλειας εν πλήρη διαστάσει.
***
Διακριτικά και ήρεμα παρακολούθησε ο πρόεδρος του Συλλόγου για τη διαφύλαξη της κοζανίτικης παράδοσης «Κασμιρτζίδις» κ. Γιάννης Πλόσκας, μετά το εκρηκτικό, θεατρικό, ξεφάντωμά του τη διάρκεια της Αποκριάς. Ο καθηγητής φυσικής Γ. Ξάρχης, από τη Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας, είπε το «Συνέδριο» του Αριστοτέλη Νικολαϊδη· παρούσα αλλά μη προσφωνηθείσα λόγω της κρυπτικής της διάθεσης, η πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ κ. Κούλα Καλογερίδου. Η νέα οδοντίατρος, άριστη στην παιδική ορθοδοντική, κ. Κατερίνα Μαυροδή διάβασε το ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού «Η Διαθήκη» («Αντισταθείτε σ’ αυτόν που λέει καλά είμαι εδώ...» κ.λπ.), ο δε κ. Βίλδος κάτι δικό του και όπως πάντα, ηθικά παραινετικό.
***
Ερημο-ποίηση έχουμε όταν η άμμος συνεχώς κατακτά χρήσιμα ποτιστικά εδάφη και εισχωρεί στα ζωτικά μέρη της ψυχής μας με το δυναμισμό μιας απεργίας του δημοσιοποιημένου φορέα εν όψει απασφαλίσεώς του. Τότε γεμίζουν οι δρόμοι από εμάς κι όχι από σακούλες μαύρες, μπλε, πράσινες. Σ’ αυτές μέσα είμαστε εμείς κομμάτι κομμάτι, και από την κάθε μας μέρα. Ο,τι δεν προωθείται από τα στερεά μας απόβλητα άλλως προς ανακύκλωση, είν’ εκεί για να γίνουμε των σκουπιδιών η πολύβουη χώρα καθώς περνούν αδιάφορα με άδεια έπαρση τα δημοτικά απορριμματοφόρα, όπως ανέμελα διασχίζουν την ακύμαντη θάλασσα τσαχπίνες βάρκες και λυγερά ιστιοφόρα.
***
Η κ. Ολγα Ντέλλα, ποιήτρια («Ακος ψυχής» το τελευταίο της ποιητικό βιβλίο -διάβασε Μ. Σαχτούρη· ένας νεαρός φοιτητής με καβουράκι μαύρο ονόματι Τσιμηνάκης δύο δικά του ποιήματα· η φοιτήτρια του μουσικού τμήματος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Αναστασία Κεχαγιά απήγγειλε με τα μάτια της ψυχής της του Κ. Βάρναλη το ποίημα «Οι μοιραίοι». Φυσικά η αισθαντική ποιήτρια, κυρία Καραβά, είπε ένα δικό της ποίημα με το οποίο έκλεισε εντελώς η βραδιά ποίησης έτους 2008, στην Κοζάνη
***
Ενδυματοποίηση. Δηλονότι το τι φοράς είναι πρώτα ποίημα χεριών, επιλογή έμπειρων χεριών αλλά και ποίηση ψυχής αισθητικής και διάθεσης, ανάλογα βέβαια με τον καιρό. Ενας άδηλος χορηγός της βραδιάς αυτής θα μπορούσε να ήταν νέο κατάστημα ανδρικής ένδυσης στο παλαιό γνώριμο και θελκτικό μοτίβο. «Τ’ αλλάζουμε όλα για να μην αλλάξουμε τίποτα» του Λαμπεντούζα στο «Γατόπαρδο» έρχεται και στο σήμερα, όπου στην παρηκμασμένη τότε εποχή και στη σημερινή απαίσια· κι ενώ «Τα ωραία ρούχα φοριούνται για να αφαιρούνται» Κοκτώ, τα αισθαντικά ενδύματα πήγαιναν μόνο σε αντίστοιχα σώματα και φορές είναι αυτά που από μόνα τους σε κρατάνε όρθιο και μέσα τους.
***
Σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης διέκοπταν με τα δικά τους περάσματα στη μουσική ο σπουδαίος μουσικός Γ. Τζούκας (πιάνο) διευθυντής του δημοτικού Ωδείου Κοζάνης και η ωραιοτάτη κ. Αννα Παπαδοπούλου με το κλασικό τραγούδι, που καταγοήτευσαν το πολυπληθέστατο ακροατήριο, αναγνώστες κι ακροατές της ποίησης, που έχουν λόγο κι έρχονται και συνυπάρχουν σ’ αυτές τις βραδιές, και όχι εξ ανάγκης συρόμενοι για ν’ ακούσουν το συγγενή, το φίλο ή το τέκνον τους το μαθητικό κι αγαπητό τους.
Φωτογράφος της βραδιάς η κ. Μαρία Γιάκου και ζωγράφος της ο κ. Γ. Κόλλας.
Έναρξη ποιητικής βραδιάς 9 και 18’, λήξη κάπου στις 11 προς τα μεσάνυχτα.
***

ΥΓ. 1 Τις βραδιές για την παγκόσμια ημέρα ποίησης καθιερώσαμε στην πόλη εδώ και 10 χρόνια και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Από πέρσι άρχισαν παράλληλα με τις καθιερωμένες και οι βραδιές «Γελοιο-ποίησης». Φέτος μετά από τόσα χρόνια και τόσους τρόπους, θέλησε το ευαγές ίδρυμα των βιβλίων («Πόλη παλιών βιβλίων και πόλη νέων χωρικών») να οργανώσει, με ό,τι του απόμεινε από την κάποτε αίγλη της, και με ό,τι του έλαχε ως ανθρώπους, μια σχολική απαγγελία ποιημάτων. Κάποιος που είδε το ρεπορτάζ στην τοπική τηλεόραση έγραψε: «Πόσο βαθιά μ’ ενόχλησε η διοργάνωση της βιβλιοθήκης! Οι άνθρωποι που είδα δεν μου φάνηκαν απλώς καρικατούρες και αταίριαστοι με το χώρο, μου φάνηκαν και ήταν βέβηλοι. Ενοιωθα να συσπάται το στομάχι του Αναγνωστηρίου από την ενόχληση».
ΥΓ. 2 Την αυτή ημέρα εκδόθηκε ποιητικό ανακοινωθέν από τον Βουλευτή του Πασόκ κ. Αλέξανδρο Αθανασιάδη, για την ημέρα ποίησης. Εχει προϋπηρεσία ο κ. βουλευτής, σε μια παλιότερη βραδιά με όλες τις τοπικές εξουσίες να διαβάζουν, τότς που αυτός απήγγειλε από στήθους (ή δεν θυμάμαι καλά;), ολόκληρο τον «Ματρόζο» του Γεωργίου Στρατήγη!
ΥΓ. 3 Την Κυριακή 23 Μαρτίου, ελαφρώς αλλά νομίμως ετεροχρονισμένα έλαβε χώρα βραδιά ποίησης στη Βιβλιοθήκη Πτολεμαϊδας με διοργανωτή την ακάματη Απαγγελτική Ομάδα Καϊλαρίων. Διάβασαν όποιοι από τους παρευρισκόμενους ήθελαν και πρόλαβαν να πάρουν από το τεντωμένο σχοινί, όπου ήταν κρεμασμένα με μανταλάκια, φύλλα με ποιήματα. Το θέμα ειδικό «Η ποιητική της Ποίησης». Εύγε!. Διευθύντρια του όλου η κυρία ποιήτρια Ολγα Ντέλλα.
ΥΓ. 4 Κανείς από τους «επιφανείς» της πρώτης σειράς δεν αποχώρησε από τη βραδιά κι αυτό καταγράφεται στα αξιοσημείωτα· δεν έμειναν μέχρι τέλους για να δοκιμάσουν την εξαίρετη τραχανόπιτα που προσφέρθηκε με την συνοδεία του κρασιού κατηγορία ‘Ιμερος, αλλά για λόγους αισθητικής, δικής τους. Είναι τόσο ακαλαίσθητο θέμα ν’ αποχωρεί από τα ανολοκλήρωτα σοβαρά θεάματα ο όποιος επώνυμος· οτι τότε εκλαμβάνεται από τους εναπομείναντες και ως ...ελαφρόνυμος!

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Τα φτερα της τεχνης κι ο εκβακχισμος της πολης

«Τα φτερά της Τάνιας που φεύγουν μόνα τους»
κι ο «εκβακχισμός» της πόλης»

Του Β.Π. Καραγιάννη

Στους κλειστούς χώρους που καταφεύγουν σαν καταδιωκόμενες η τέχνη κι ο πολιτισμός ειδικά σε μέρες ευρύτερης διασκεδαστικής αλλοφροσύνης, και με τους τρόπους τους, νιώθω πάντα εντός, παρότι συνήθως είμαι εκτός θέματος. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά επιδιώκω παρόμοια γεγονότα, γιατί θέλω να πω, να γράψω, να δώσω το στίγμα του λόγου, από μια ανάγκη καθημερινής αυτοεπιβεβαίωσης ή απλά γιατί «είναι μεθυσμένος από τον εαυτό του», που έγραφε ο Πεσσόα και δεν μπορεί να συγκρατηθεί στην ...αχόρταγη δημοσιότητα που του επιδαψιλεύει αυτό, το ελάχιστον του πράγματος;
Σημειώνω λίγα λόγια για ένα εικαστικό συμβάν που διαδραματίζεται εντελώς ησύχως και αόπλως, κόντρα στην εφήμερη οχλαγωγία των ημερών, πιστεύοντας πως ο πολιτισμός, τα γράμματα, οι τέχνες είναι μια διαρκής υπόθεση διαπλοκής και συνεργασίας ανθρώπων, ιδεών, ευαισθησιών· είναι δε κι εκτός πάσης ιδιοτέλειας και συναλλαγής.
Το θέμα είναι για «Τα φτερά της Τάνιας (Γκιούρα) που φεύγουν μόνα τους». Μια έκθεση χαρακτικών που λαμβάνει χώρα στο πατάρι του Συνεταιριστικού βιβλιοπωλείου και είναι μια διοργάνωση του περιοδικού «η Παρέμβαση» με χορηγό την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκησης Κοζάνης η οποία δεν μοιράζει μόνον κουπόνια για την ενοικίαση στολών για μασκαράδες στο κοινό του κενού.
Στην πραγματικότητα, ο τίτλος πράξη γίνεται με τον αέρα.
«Αφησε ένα φτερό, στον άνεμο να δεις πως πάει. Ετσι πάει και το έθνος σήμερα» έγραφε ο Σολωμός, και είναι πρωτίστως κλασικός, παρά εθνικός ποιητής, γιατί όσα είπε κι έγραψε ισχύουν στο διαρκές, το δε παραπάνω ειδικά στο νεοελληνικό μας σήμερα.
Πως είναι δυνατό να γίνει αυτό στην τέχνη;
Ως εξής: Πρώτα σου ‘ρχεται η ιδέα που στροβιλίζεται σαν σβολαράκι στο μάτι σου ή σαν κανένα ενοχλητικό μυγάρι.
Θέλεις να τα βγάλεις να ησυχάσεις.
Αμέσως μετά παίρνεις χαρτί και μολύβι ή κάθεσαι στον υπολογιστή και σημειώνεις όλα τα φευγαλέα και τα φευγάτα σου. Αλλοτε στήνεσαι μπροστά στο τελάρο και τραβάς τις τύψεις πλαγίως και τις θλίψεις οριζοντίως, χιαστή, κανονικά ή κι ανακατεμένα. Η χρωματουργία αυτή σιγά σιγά μεταμορφώνει το άσπρο ή το αόριστο και μεταπλάθει το άμορφο σε κάτι σαν τέχνη, τέχνη δηλαδή κανονική. Ετσι αρχίζεις να βγάζεις φτερά που αδυνατούν να σε κρατήσουν για να πετάξεις· ως εκ τούτου αυτά φεύγουν μόνα τους, κινούνται στον κόσμο των ιδεών αυτόβουλα κι υπάρχουν πλέον ανεξάρτητα της αρχικής αιτίας γέννησής τους. Ομως σε φουντώνουν και σε φορτώνουν με επιθυμίες ανολοκλήρωτες, ακραίες διαθέσεις, με σχέδια για φυγή στους κόσμους τους οποίους πάντα, αλλά ατελέσφορα νοσταλγείς, κι ιδίως εκείνους της σκέψης που συνήθως αδυνατείς να προσεγγίσεις στα καλά στρογγυλοκαθούμενα. Κι όλα αυτά έως πνιγμού. Αλλά ωραίου πνιγμού!
Της τέχνης τα φτερά, το λοιπόν, φεύγουν μόνα τους.
Της τέχνης τα φαρμάκια υπάρχουν παράλληλα με τη δημιουργία.
Οι φαρμακείες της τέχνης ελλοχεύουν σε λανθάνουσα διάθεση, να βάλουν την ευεργετική τους τρικλοποδιά, όποτε αυτές το θελήσουν.
Παραμένεις με ό,τι δημιούργησες για να συνεχίσεις επ’ αόριστον αυτή την απόσπασή σου από το φυσικό στο αφύσικο, από το γνωστό στο άγνωστο· να περάσεις από την άμεση υλική εμπειρία στην ακόμα πιο ένυλη διακρίβωση και βίωση της ουσίας των καθημερινών σου ζητημάτων.
Άλλοτε πάλι πέφτεις πάνω σε υλικά κατεργασμένα, φυσικά ή τεχνητά, δυνάμει θύματα της τέχνης, και με κοπίδια, με χρώματα, χαράζεις με το λεπίδι χαρακιές στο πρόσωπο του απροσδιόριστου πόθου σου, όπως οι ναυτικοί στα μπράτσα τους χαράζουν την έλλειψη και την αναζήτηση, κι οι φυλακισμένοι το διαφυγόν κέρδος της ελευθερία τους.
Χαρτιά, ξύλα, λινάτσες, λινόλεουμ, πέτρες, υλικά γήινα, ανθρώπινα, τεχνητά ή φυσικά θα δεχτούν αναντίρρητα, τις εντελώς δικές σου εσωτερικές εγχαράξεις καθώς τις βγάζεις με αυθόρμητη ή συντεταγμένη επίγνωση και τις τοποθετείς στο ακατέργαστο για γεννηθεί το εξαίσιο.
Για να δημιουργήσεις τελικά τη γενεσιουργό μήτρα. Αυτό το πρωταρχικό όργανο εξ ου παράγονται, αναπαράγονται, πολλαπλασιάζονται όλα, από τον άνθρωπο έως αυτά τα λεπτοφυή, υψηλής αισθητικής και τρυφερότητας χαρακτικά έργα, τ’ αντικείμενα δηλαδή της χαρακτικής τέχνης που ήδη είναι επί τοίχου κρεμάμενα.
Ετσι υποθέτω δημιουργεί και η χαράκτρια Τάνια Γκιούρα από την πόλη αυτή, η οποία περιηγήθηκε για να μάθει ή να εκλεπτύνει την καλλιτεχνική της διάθεσή, στη Θεσσαλονίκη και στα Γιάννενα και τις αντίστοιχες, πανεπιστημιακού λόγου, σχολές καλών τεχνών.
Αισθάνομαι πως παραπλάνησα τον αναγνώστη με τον τίτλο της έκθεσης, τον οποίο φόρτωσα στην καλλιτέχνιδα, είχα όμως ένα αποχρώντα λόγο, τον οποίο θα αποδείξω παρακατιών.
Η ενότητα των έργων έχει για πραγματικό τίτλο: «Η μάνα, το νήμα, ο θάνατος». Η μάνα μήτρα απ’ όπου ξεκινάει το ταξίδι της ζωής, το νήμα του βίου το οποίο μας κλώθει ή κλώθεται γύρο μας ή κλωθογυρίζουμε με αιτιώδη λόγο ή και αναίτια, για να φτάσουμε κάποτε στην έξοδο, στο θάνατο, το τελικό κι αδήριτο συμπέρασμα της ύπαρξης.
Τα μικρά αυτά έργα, περίτεχνα περιτυλιγμένα σε πλαίσιο, δείχνουν χωρίς και πολλές αμφιβολίες ακόμα και στα εντελώς φυσιολογικά μάτια, που δεν έχουν κάτι το ειδικευμένο στο κοίταγμα τους, πως η δημιουργός, είναι μια μυστήρια καλλιτεχνική ενότητα έντεχνου λόγου και ποιητικής πράξης. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γ. Μότσιος βρήκε την ίδια ενότητα στον Πάβελ Μπούνιν, χαράκτη και ποιητή από τη Μόσχα, τώρα κοντά στα ογδόντα του. Γράφει: «Είναι η δεύτερη φορά τον τελευταίο καιρό, όταν ανακαλύπτω δύο ζωγράφους και χαράκτες που γράφουν παράλληλα στίχους. Εννοώ καλούς. Ωστε, να αναγνωρίζει κανείς ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις στην τέχνη της ζωγραφικής και στην τέχνη της ποίησης».
Η χαράκτρια, θηλυκή υπόσταση του χαράκτη, είναι ένας κανονικός άνθρωπος με καλλιτεχνικά ζητούμενα αλλά και ιδεολογικά κρατούμενα ευαισθησίας εν παντί καιρώ. Ευκαιρίας δοθείσης και επειδή έτυχε η έναρξη της έκθεσης να γίνεται μέσα σε ηχητικές βιοπραγίες αυτιών κι θλιβερής αισθητικής και σε άγρια, ανθρώπινα ποδοκροτήματα γενικώς αλλά και ειδικώς αυτές τις κοζανίτικες νύχτες και μέρες (1), δίνει με το αθόρυβο και διακριτικό παρών της, ένα μέτρο αντίστασης στο γενικευμένο, ελπίζω όχι μόνιμα, ασυλλόγιστο· μήπως τελικά και παροδικά, συγγνωστό ακαταλόγιστο; Πολύ δε περισσότερο οι φωτιές των φανών και των επιφανών περί αυτών, οι οποίες της είναι περιττές, γιατί έχει μέσα δική της, αυτο-αναφλεγόμενη, κι όχι με τη μεσολάβηση άλλων όντων ή τεχνικών μέσων, ένταση-φλόγα που δεν αφήνει στάχτες αλλά ωραία χαρακτικά μικρής φόρμας- το μικρό είναι όμορφο- σε λινόλεουμ. Αυτά τα χαρακτικά είναι κυρίως μάννες θηλάζουσες, στήθη μιας ώριμης εποχής που αφήνουν στον θεατή τους μια τρυφεράδα αγαπητική κι όχι απαραίτητα αισθησιακή, συμπλέγματα ζωής κόκκινα και διαπλέγματά της σε άσπρο, μαύρο σε ώχρα και πράσινο.
Τι είναι στον εν τέχνη βίω της η κυρία Τάνια Γκιούρα; Γεννήθηκε στην Κοζάνη και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Πλαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης με κατεύθυνση τη ζωγραφική είναι τώρα και φοιτήτρια στο εργαστήριο χαρακτικής του Τμήματος Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.
Μετείχε μέχρι τώρα στις παρακάτω εκθέσεις:
2000 Πολιτιστικές Εκδηλώσεις των Λασσανείων Δήμου Κοζάνης
2004 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννίνων
2005 Καρυάτιδες, Ιωάννινα
2005 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννίνων
2007 Εργαστήριο χαρακτικής του Α.Π.Θ. (Η κρυμμένη διάσταση της χαρακτικής και των τυπωμάτων). Red gallery Αθήνα
Στις 13 ενεστώτος μηνός θα είναι στο κτίριο του ΜΙΕΤ στη Θεσσαλονίκη σε ομαδική έκθεση με τίτλο: «Α.Π.Θ. 10 Χρόνια εργαστήριο Χαρακτικής». Απειλεί δε ότι θα βρεθεί στην Πολωνία, Κρακοβία δηλαδή σε διεθνή έκθεση χαρακτικής μέσα στην άνοιξη.
Είναι πρωτίστως ποιήτρια στην ψυχή και δευτερευόντως χαράκτρια στην πράξη. Ο,τι θέλει να χαράξει στην ύλη που ξαπλώνει μπροστά της ή που της αφήνεται νωχελικά ή με χαδιάρες δυσκολίες, για να θερμουργήσει πάνω τους και να τους δώσει ψυχή απ’ την ψυχή της, οντότητα στην άψυχη κι ακίνητη διακύμανση του τρόπου ύπαρξης στο κόσμο της τέχνης, το συστηματοποιεί πρώτα σε λέξεις, εικόνες, σε ελλειπτικά σχήματα στίχων και απόμακρους ήχους τρόπων ποιητικών. Γιατί η εν λόγω είναι και ποιήτρια της αυτής αισθητικής εμβέλειας με ό,τι χαράζει και κρεμά στον τοίχο, στο αισθαντικό, πατάρι του Συνεταιριστικού βιβλιοπωλείου, το οποίο εξελίσσεται με το χρόνο, εστία αντιστάσεως στην ευτέλεια και διαβρωτικό της πνευματικής ανίας της πόλης, αφού φιλοξενεί μόνον υψηλού λόγου καλλιτεχνικά συμβάντα. Ανεβαίνοντάς το, νιώθεις να σ’ ανεβάζει πολλαπλώς, αλλά ανέρχεσαι πάντα με περίσκεψη αυτό το διακριτό επίπεδο· ποτέ δεν ξέρεις πως θα κατέβεις από κει, κι από κορυφές γενικά, μπορεί και κατρακυλώντας.
Σκοπός η ελευθερία των πράξεων
φτερά που φεύγουν μόνα τους
ακροβατούν χωρίς σώμα
κλέβοντας, αρπάζοντας ζωή, στην παράσταση του αύριο.
Ετσι κάπως μεσιάζει στο ποίημά της «Μαστιγώνονται οι στιγμές», που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Φυγός» των Ιωαννίνων, μια ποιητική διαπίστωση που σε βάζει σε σκέψεις πέρα από τις εικόνες.
Μια αποστροφή ποιητική που μου ‘ρθε ξεκάρφωτη καθώς παρατηρούσα σε ιδιωτική προβολή, δηλαδή την ώρα της ανάρτησής τους, αυτά τα μικρά χαρακτικά, τα οποία μου θύμισαν εκείνα τα καλλιτεχνικά βαγόνια της Σ.Κ.Τ.Θ που στάθμευσαν στο Σ.Σ. Κοζάνης, σε μια κινούμενη επί ραγών, έκθεση ζωγραφικής των μαθητών της, ένα πολύ περασμένο Οκτώβριο.
Φάε αέρα νοσταλγίας
και πιες νερό της λησμονιάς


Σημείωση

(1) Με της πόλης και του νομού τις αφείδωλες οικονομικές ενθαρρύνσεις νομίζες πως βιώνουμε μια κατάσταση όπως η Ρώμη και οι Ρωμαίοι προ της πτώσεως της αυτοκρατορίας. Ενας βάναυσος πολυήμερος «εκβακχισμός» της ύπαρξης μας, που τον ονομάζουν κατ’ ευφημισμόν πολιτισμό, παράδοση, γλέντια (ώρε γλέντια!) κι άλλα τέτοια άδεια, που διαλύει ό,τι έμενε εισέτι τυμπανιαίον και αδιάλυτον τα τελευταία χρόνια. Οι διαδημοτικοί συνάρχοντες δείχνουν να δίνουν τα ρέστα τους σε κάτι που τελειώνει επί του πολιτικού τους προσωπικού.
Αλλά αυτό που τελειώνει δεν είναι παρά μια εποχή, της πολιτισμικής στασιμότητας και του κομφορμισμού, κάτι σαν τα στάσιμα της Μπρεζνιεφικής περιόδου στη Σοβιετική Ενωση, και η οποία αυτό που αφήνει πίσω της είναι κυρίως τ’ αποκαϊδια του φανού, του αγίου Δημητρίου, ας πούμε.

Μικρασιας δακρυα

Περί της « Δακρυσμένης Μικρασίας», βιβλίο του κ. Βασίλη Τζανακάρη από τα Σέρρας

Του Β.Π. Καραγιάννη


Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιάλια
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια... (1)
Γ. Σεφέρης

Στην Τρίτη ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, παραμονές εορτών Χριστουγέννων, όταν στα καφενεία του χωριού άναβε λάθρα έως δημόσια, το επί χρήμασι χαρτοπαίγνιον, δοκίμασα κι εγώ την τύχη μου - για μια φορά στο βίο μου παίζοντας αντί βιβλία χαρτιά. Στο παιχνίδι το λεγόμενο ‘21 ή στην εικοσιμία, με χρήματα εννοείται κι όχι με κάστανα ή με μακαρόνια μπαρίλα που έπαιζα φέτος οίκοι. Σε κανονικό δε καφενείο με παρέα διάφορων συμμαθητών κι εργατικών αλλά και αργόσχολων ανέργων, τραβούσαμε τα χαρτιά περιπαθώς και χάναμε ή κερδίζαμε. Κέρδισα ένα μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή και ιδίως για τη δυνατότητα άμεσης διαχείρισής του. Την επαύριο με το αστικό λεωφορείο στην Κοζάνη και στο βιβλιοπωλείο Δ. Σφήκα στον πεζόδρομο, του οποίου ήμουνα καθημερινός θαμώνας από τη βιτρίνα [παίζοντας με τα κανονικά χαρτιά -βιβλία κυρίως στο επίπεδο της οφθαλμολαγνείας τους]. Ειδικά του εντυπωσιακού τόμου που φάνταζε εκείνη την εποχή στη βιτρίνα του με τη γαλάζια κουβερτούρα και τον τίτλο: «Σπύρου Β. Μαρκεζίνη. Πολιτική Ιστορία των συγχρόνων Ελλήνων 1920-1922». Μου στοίχισε όλο το γέρας του ‘21. Από τότε το έχω σε όλες μου τις βιβλιο-μετοικεσίες στην κατηγορία των αισθητικά περίοπτων αλλά, αλίμονο, λειτουργικά αδιάβαστο. Το ξεφύλλιζα, τσιμπολογούσα παραγράφους, έμεινα σε μια δύο, τρεις σελίδες και ξανά και πάλι. Η μεγάλη ιστορία αυτής της περιόδου μου ήταν και παρέμεινε στις λεπτομέρειές της άγνωστη. Διαβάζονται άραγε από κάποιους πλην των εντελώς ειδικών οι μεγάλες ιστορίες; Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως έχει διεξέλθει την «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» άχρι τέλους, ή και άλλες μικρότερες; Είναι μια δύσκολη προσπάθεια που θέλει προσήλωση, εγκαρτέρηση, υπομονή και έπιπλο γραφείο. Οχι κρεβάτι ή καναπέ στα οποία συνήθως παιδιόθεν, επιδιδόμουν στις αναγνωστικές διαπλοκές και διαπάλες, σε ατημέλητα δηλαδή διαβάσματα αφημένος στη συνήθως λογοτεχνική αφήγηση. «Η ιστορία είναι αφήγηση» έγραψε δεν θυμάμαι ποιός, ίσως ο Τζ. Στάινερ. Η αφήγησή της έχει στοιχεία λογοτεχνίας αλλά και τις συνακόλουθες αρετές της, δηλαδή το αδιάπτωτο ενδιαφέρον. Ετσι ναι μπορούμε να τη διεξέλθουμε πιο εύκολα κι εύπεπτα εμείς, το ευρύ κι ανιστόρητο κοινό που δεν εντρυφεί ούτε κατατρίβεται και ούτε κατατρέχεται στη συνέχεια από τις μονομανίες των λεπτοφυών σημειώσεων. Μπορεί και να έχω άδικο αλλά σ’ εμένα αυτό συμβαίνει.
Μετά, δεν ξέρω από πόσα χρόνια, επέστη ο καιρός να επανορθώσω το αμάρτημα της μη λεπτομερούς αναγνωσίας μιας της καυτερής, ιστορικής περιόδου έστω και δια της αναγνωστικής πλαγίας. Αυτό έγινε με αφορμή το βιβλίο «Δακρυσμένη Μικρασία» του Βασίλη Τζανακάρη το οποίο απόψε παρουσιάζουμε ενώπιον σας, αξιότιμο κοινό της πόλεως, στον ευκτήριο οίκο της τοπικής παράδοσης και ιστορίας.
Ο πολίτης των Σερρών Βασίλης Τζανακάρης, πατριάρχης(2) πασών των ποιοτικών, πνευματικών περιοδικών της υπαίθρου χώρας, ήταν κι είναι πλασμένος για μεγάλα έργα, όπως το περιοδικό «Γιατί», που εκδίδει εδώ και 30 και πλέον συναπτά χρόνια· τι μεγάλος άθλος για κείνους που ξέρουν ακόμα και για κείνους που δεν αντιλαμβάνονται και πολλά, δηλαδή τι σημαίνει να γίνεσαι παρανάλωμα των παθών σου για την έρευνα, τη δημιουργία, τη δημοσίευση, τη διαιώνιση του ταλαίπωρου ανθρώπινου, ιστορικού σώματος. Αποτελεί η θητεία του μια ύψιστη τιμή που τον κατατάσσει στην πρώτη σειρά, με τα λίγα καθίσματα των πνευματικών δημιουργών της εφ’ όλης πνευματικής περιοδικής ύλης στην Ελλάδα. Αρχειοδίφης δεινός αλλά και με μοναδικά ιστοριοδιφικά έργα του με αφορμή κυρίως τον τόπο του, αλλά και με τρεις μεγάλες συνθέσεις:
α. Τότε που ξημέρωνε σκοτάδι ( η άγνωστη Ελλάδα του 1936)
β. Πριν από λίγα χρόνια είχα την προνομία να τον συν-παρουσιάσω -πάλι οι δύο μας με τον Θανάση Καλλιανιώτη που μας έχει μάλλον με ρόγα βαρεμένους στην ανάγνωση και την εμφάνιση των έργων του- στην πόλη αυτή σε άλλο χώρο και με άλλο τρόπο. Κι ήταν εκείνη η παρουσίαση η τελευταία μου μιας οκταετούς σχεδόν βιβλιο-αλλοφροσύνης. Τότε τέλειωσε με το χαρακτηριστικό και λίαν αμφίσημο για πολλές εκδοχές, τόπους κι ανθρώπους, βιβλίο του Β.Τζ. «Τα παλικάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν».
γ. Η παρουσιαζόμενη τοιχογραφία εφ’ υγροίς (δάκρυ και αίμα αμέτρητο) της μικρασιατικής τραγωδίας «Δακρυσμένη Μικρασία»
Γύρω απ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία να κολυμπούν κι άλλα μικρότερα τοπικής, ιστορικής εμβέλειας και αναφοράς όπως: Η σπουδαία τρίτομη εικονογραφημένη «Ιστορία των Σερρών», διηγήματα, ποιήματα, χρονικά. Της πόλης και της περιοχής των Σερρών είναι μέγας χαρτογράφος κι ως ένα σημείο ο χρονογράφος της. Με τη σύνολη παρουσία του στα γράμματα ο Β. Τζ. είναι από κείνους τους μετρημένους στα δάχτυλα δημιουργούς, οι οποίοι αφού εξαντλήσουν-κατά τη διάθεσή τους- την τοπική ύλη φεύγουν απ’ αυτήν κι ανοίγονται στα ευρύτερα στρώματα της αφήγησης στον τόπο και στο χρόνο.
Τα μεγάλα συνθετικά έργα έχουν μια αρχιτεκτονική κατασκευή στην οποία ο συγγραφέας χτίζει όλο του το οικοδόμημα ψηφίδα ψηφίδα, πέτρα την πέτρα, τοίχο τοίχο. Το βλέπουμε και στα προαναφερθέντα βιβλία αλλά και στο αποψινό.
Ο κύριος τίτλος της σύνθεσης είναι: «Δακρυσμένη Μικρασία. 1919-1922 τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα», βιβλίο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και το οποίο εκτείνεται σε 730 μεγάλες σελίδες. με ένθετο εικόνων.
Από κει κι ύστερα έχουμε τις ενότητες αυτού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με όρους μουσικής ως το εθνικό μας ρέκβιεμ, που όλα τα μεγάλα επιμέρους κομμάτια έχουν τη δραματική τους υφή, στο οποίο όλως περιέργως παρεμβάλλονται μέχρι και ιντερλούδια. Οπως η καθημερινή ζωή των πολιτών στη Σμύρνη στην Μ. Ασία αλλά και στην Αθήνα που θέλει, που θέλουν να μη βλέπουν αυτό το μεγάλο στην τραγικότητα που έρχεται. Οπως στις μεγάλες συνθέσεις της μουσικής φιλολογίας έχουμε την κορύφωση έτσι κι εδώ την «Εξοδο» στην κυριολεξία από το προσκήνιο της ιστορίας ενός ελληνικού τμήματος και τη θορυβώδη είσοδό του στη μνήμη.
Οι 5 μεγάλες του ενότητες επιγράφονται:
1. 1919 οι μεγάλοι ειρηνοποιοί μοιράζουν τον κόσμο. Το ειρηνοποιοί σε εισαγωγικά
2. 1920 Το ακάνθινο στεφάνι του θριάμβου
3. 1921 Τα άφθαρτα όρια της δόξας
4. 1922 Ματωμένη Μικρασία
5. Η λαγνεία του αίματος και το επίμετρο «Η αιώνια φρυκτωρία του ελληνικού πνεύματος». (3)
Κάθε ενότητα έχει δεκάδες κεφάλαια που μόνο τους τίτλους να διαβάζεις ακτινογραφείς ως αναγνώστης τα διαδραματιζόμενα κι ακτινογραφείσαι ως αποδέκτης των συνεπειών του. Ο αναγνώστης οδηγείται στέρεα αλλά και αντιστικτικά από μια εκπαιδευμένη γραφίδα μεταξύ δημοσιογραφικού ντοκουμέντου και λογοτεχνικού ιδιόλεκτου και μέσα από πολλούς βαθμούς κι αναβαθμούς της έντασης και της απόλαυσης, στο μεικτό είδος της τελικής γνωστικής, ας πούμε, μέθεξης.
Τα γεγονότα είναι πασίγνωστα στη χοντρική τους πώληση. Στη λιανική τους, στις λεπτομέρειες που συνθέτουν το μεγάλο πίνακα, με το βιβλίο βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα ποτάμι από ξεχωριστές αλλά κυρίως άγνωστες πληροφορίες, ιδωμένες πάντα με λογοτεχνικό τρόπο. Αυτή η μορφή εξιστόρησης της ιστορίας κρύβει κινδύνους με πρώτον να πέσει ο συγγραφέας από το λαϊκό λόγο στον λαϊκίστικο, από το απλό στον απλοϊκό της αφήγησης που θέλει να συγκινήσει πρωτίστως σε βάρος της ουσίας του πράγματος. Ετσι μπορεί να συγκινεί τον αναγνωστικό κοσμάκη, ανήκουν χιλιάδες σ’ αυτή την αναγνωστική τηλεοπτική δημοκρατία, αλλά δεν θέλγει τον κόσμο της γνώσης, σαφώς μικρότερο ως σύνολο αλλά έγκριτο ως κοινό
Ο Β. Τζ δεν γράφει ιστορία όπως ο Σ. Μαρκεζίνης των παιδικών μας χρόνων, αλλά μεταγράφει την ιστορία σε άλλη μορφή πιο εύληπτης υφής, κι εδώ είναι που χρειάζεται ένα πηγαίο ταλέντο που ασκήθηκε πολύ στην υψηλή συρραφή των γεγονότων και την συγγραφή τους.
Η ιστορική αυτή φάση ξεκίνησε με τα φωτεινότερα χρώματα των εθνικών μας ψευδαισθήσεων και τυπικά με όλες τις εξ υπαρχής γκρίζες επιφυλάξεις και διατυπώσεις. Μας θυμίζει ο σ. πως κανένα κράτος από εκείνα που υπέγραψαν τη συνθήκη των Σεβρών, η οποία έκανε επί διπλωματικού χάρτου την Ελλάδα να πατά σε δύο ηπείρους και ν’ αλατίζεται σαν τ’ αμέριμνα γίδια σε 5 θάλασσες (για να φαγωθεί με μεγαλύτερη όρεξη από τον μέγα λύκο πατέρα της νεότερης Τουρκιάς) - κούνια που μας κούναγε ως μεγαλοϊδεάτικο έθνος. Τη συνθήκη αυτή δεν την επικύρωσε καμιά Βουλή των άλλων κρατών, πλην της ατελέσφορης Ελληνικής, άρα ήταν άκυρη. Τα φτερά που άνοιξε το Ελληνικό έθνος ήταν άκαιρα, κολλημένα στις πλάτες με το υπερφίαλο κερί του Ικάρου.
Διαβάζοντας αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο δεν μπορείς να το αποχωριστείς χωρίς μια θλίψη, αναστοχάζεσαι εκείνο τον καιρό με τα συγκλονιστικά γεγονότα που ζούσε η Ελλάδα και αναγκάζεσαι εν αφάτω θλίψη να συγκρίνεις γιατί πράγμα αγωνιούσε και πάλευε τότε ο τόπος, και γιατί ζει και δήθεν παλεύει σήμερα. Ενα ντιβιντί, μια μίζα, μια θέση στο δημόσιο και γαία, πυρί, γυνή, γυμνή μειχθήτω. Βρίσκεται στο κέντρο του αστερισμού όπου η άνοδος των ασήμαντων του Καστοριάδη μας προσδιορίζει καθοριστικά.
Το βιβλίο έχει στο σώμα του κυρίως δύο τυπογραφικά στοιχεία των 10 στιγμών και των 9. Στα δεκάρια έχουμε την κύρια αφήγηση, στα μικρότερα την εξήγηση την παράλληλη ανάγνωση της ιστορίας από τα ντοκουμέντα. Κι είναι πολλά αυτά που ζωντανεύουν με την ζωντάνια του αρχειακού εγγράφου την κυρία εξιστόρηση. Σημειώνω κάτι που βρήκα στη σελ. 253, που αναφέρεται στην ενότητα «1920. Το ακάνθινο στεφάνι του θριάμβου» και ειδικότερα στο Δημοψήφισμα για τη επιστροφή του Βασιλιά, της 22ας Νοεμβρίου, που χαρακτηρίστηκε από το λαϊκό «εκβαχισμό» κατά την Πηνελόπη Δέλτα, τόσο πριν όσο και μετά απ’ αυτό. Στην Κοζάνη υπερψήφισαν την επάνοδο του Κωνσταντίνου 10.500 πολίτες και εναντίον της 2. Αν δεν ήταν από λάθος τότε αυτοί θα έπρεπε, αν ήταν δυνατόν να είναι γνωστοί, να επισημαίνονται στην τοπική ιστορία με ανεξίτηλα γράμματα, όχι τόσο για το πολιτικό τους φρόνημα, που είναι και μια ρευστή υπόθεση εργασίας μεταβαλλόμενη φορές, όσο για τη σταθερότητα πλεύσης τους σε μια θάλασσα με ενάντια κύματα, δον κιχώτες του ασυλλόγιστου ή του μεγαλοπρεπούς μοναχικοί μύστες.
Ο Β. Τζ. όπως διαβάζουμε στην εργογραφική του σελίδα ξεκίνησε την παρουσία του στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Τα σιωπηλά πένθη». Σήμερα τονίζει την ποίηση του ως δημιουργία με ένα συγγραφικό, γοερό πένθος, με ένα βουητό συγκίνησης που σηκώνει το τελευταίο του βιβλίο γεμάτο από γιατί, εάν και διότι· κι όλα να καταλήγουν σ’ ένα κρεσέντο θλίψης, πένθους, χαμού για τον διαχρονικά δύσμοιρο ελληνισμό και για τον βαθμιαίο αφελληνισμό μας τελικά, αφού κατ’ εξοχήν τα πρόσωπα του δράματος είμαστε εμείς οι λαθρεπιβάτες της ιστορίας κάτοικοι του κάποτε, του νυν και του αεί του τόπου, που είναι γεμάτος από φλύκταινες μνήμης πάνω στις οποίες δεν μπορείς να καθίσεις, να τις κοιτάξεις ή να σταθείς σ’ αυτές χωρίς να ματώσεις. «Δακρυσμένη Μακρασία» είναι μια επιεικής έκφραση με την οποία θέλει μάλλον ν’ αποδραματοποιήσει την μυθιστορία του, καθότι το διασπαραγμένη, πουλημένη, παρατημένη, εγκατελελημένη, προδομένη, δηωμένη ως επιθετικοί προσδιορισμοί προσδιορίζουν καλύτερα το ανθρωπογεωγραφικό τοπίο της συναρπαστικής αφήγησης.
Ας μην πω άλλα, αλλά μόνο πως η “Δακρυσμένη Μικρασία” είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο κι ο Β.Τζ. ένας ξεχωριστός πια συγγραφέας του ιστορικού χρονικού ως γραμματολογικό είδος.

Σαν σημειώσεις

1. Στη Σμύρνη το 2000 στο παγκόσμιο συνέδριο για τον Γ. Σεφέρη, ο Ξενοφών Κοκόλης αναλύει το ποίημα που ο Γ.Σ. έγραψε με αφορμή τη Μικρασιατική καταστροφή. Στις 24 Μαρτίου 2001 στην βραδιά ποίησης που διοργανώθηκε στην Κοζάνη το ποίημα αυτό το διαβάζει ένας βουλευτής της Ν.Δ., ας πούμε της περιοχής Κοζάνης και μάλιστα το αναλύει, ο αθεόφοβος, στην ...οικολογική του διάσταση και πως ο ποιητής ήταν φυσιολάτρης κ.λπ. Το νοήμον ακροατήριο της βραδιάς το διασκέδαζε αρκούντως.
2. Το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας ψάχνει Αρχιεπισκόπους και Πατριάρχες να τους χρίσει επίτιμους διδάκτορές του. Τον πασών των Ρωσιών, άγιον Αλέξιον δεν κατάφερε να τον κάνει γιατί συνέπεσε η τελετή με την τελευτή του πάσης Ελλάδος και την αναχώρηση του εκ των εγκόσμιων στα οποία εντρυφούσε με πλείστη όση επιμέλεια, ή και γιατί δεν έδινε άδεια ο Οικουμενικός. Γιατί το λοιπόν δεν ψάχνουν πραγματικούς πνευματικούς ανθρώπους με μεγίστη προσφορά στον τόπο, κι όχι σ’ αυτούς με τα ρούχα της πνευματικότητας και μόνον, να τους κάνουν επίτιμους και προσπίπτουν στα ράσα, τα γένια και τα εξ αυτών χτένια. Ο Βασίλης Τζανακάρης, μέγας περιοδικάνθρωπος αλλά και άνθρωπος των πανελλήνιων γραμμάτων και της προσφοράς γιατί όχι;
3. Φρυκτωρία (γη διαφρυκτών=πυρσών πυρών) ειδοποίησις (σηματοδότησις)// Η νυχτερινή φρουρά δίδουσα σημάδια δια πυρών (Ι. Σταματάκου Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Ο μεγαλοσέλιδος, πολυσέλιδος και πολύτομος (πολύτιμος;) θεσσαλονικιός ποιητής Σαράντος Παυλέας έναν ογκώδη, ποιητικό του τόμο τον είχε τιτλοφορήσει “Φρυκτωρίες”. Ποιός τον διάβασε;


Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στην Κοζάνη

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Γιαννης Ριτσος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο κάμπος των ηλιοτροπίων

Απέραντη πεδιάδα κατάφυτη ηλιοτρόπια. Φυσάει αγέρας.
Λαμποκοπάει ο ήλιος. Τα ηλιοτρόπια τρέχουν, χορεύουν,
χειρονομούν με κυκλικές πυρκαγιές. Αστράφτει το τοπίο.
Αρπάζει ο αγέρας τα μαλλιά της Βάννας. Τα μαλλιά της
σαν χέρια αρσενικά τριχωτά της τυλίγουνε τ’ όμορφο πρόσωπο. Βάννα,
φυλάξου, θα σε πάρει ο αγέρας κρατήσου
εδώ, απ’ τα κάγκελα της γέφυρας· φυλάξου, σου λέω· τα ηλιοτρόπια
έρχονται να σε πάρουν, να σε κρύψουν στη χρυσή τους φαμίλια,
να σε κάνουν και σένα ένα ψηλόλιγνο ηλιοτρόπιο γερμένο ελαφρά προς τον ήλιο.
Α, τα ηλιοτρόπια,
αυτά που φτιάχνουν το σπορέλαιο για το δείπνο των βοσκών και των ψαράδων
αυτά που φτιάχνουνε τους πασατέμπους να μασάνε τα κορίτσια στους υπαίθριους κινηματογράφους,
αυτά που φτιάχνουμε μυριάδες φάσματα μαλαματένια στον αέρα και στη μνήμη,
χωρίς ν’ αφήνουν πια καθόλου θέση για τη θλίψη. Κι η θλίψη
κάθεται καταμόναχη πλάι στο ποτάμι και κλαίει
εγκαταλελειμμένη κι από την ποίηση, την τελευταία της φίλη.


Καληνύχτισμα

Μητέρα νύχτα, νύχτα του παντός, με τα τριζόνια και τ’ αστέρια στα μαλλιά σου,
με τα πουλιά και τα τραγούδια κοιμισμένα στον κόρφο σου, Μητέρα νύχτα,
όλα είναι ήσυχα, ωραία, ευτυχή, σαν ένας έρωτας τυραννικός που έχει τελειώσει
και το κρεβάτι πια δε θυμίζει, παρ’ ότι τα ίχνη
φαίνονται ακόμη στο προσκέφαλο και στο κάτω σεντόνι· - δε θυμίζει.
Μένει μονάχα ο έρωτας απρόσωπος αναμενόμενος, ακέριος.

Το πλοίο φεύγει. Βγάζουμε τα μαύρα μας γυαλιά. Καληνύχτα σου νύχτα.


Το άγαλμα στη βροχή


Καλοκαιριάτικες βροχές. Το άγαλμα βρέχεται ολόσωμο. Χαμογελάει.
Μικρά ποτάμια κυλούν απ’ τα μαλλιά του, απ’ το πιγούνι του, απ’ τους ώμους,
απ’ την κοιλιά, απ’ τα σκέλη, απ’ τα γόνατα. Χαμογελάει
άτρωτο απ’ τη βροχή και το χρόνο. Τα μάτια του αγονάτιστα
στο εδώ και στο πέρα. Ποιός να το ‘φτιαξε τάχα;
πότε; και που; Μήπως εκείνοι; εσείς; εμείς; εγώ; Μήπως
είναι το σύνορο του ασύνορου κόσμου, η μήπως είναι
η ενότητα του κόσμου;
Σταμάτησε η βροχή. Λάμπει ο ήλιος.
Λάμπει βρεγμένο το άγαλμα ολόγυμνο. Το κοιτάζω κρυφά. Διακρίνω:
τα νύχια μεγαλώνουνε στ’ αριστερό του χέρι που κρατάει
ένα μεγάλο καταπόρφυρο σταφύλι.

Πλάι του περνάνε πολυθόρυβα δώδεκα φορτηγά κατάφορτα καρπούζια.

Στην Ασσίζη

Τοιχογραφίες του Τζιότο· σκάλες, τουρισμός· πλακόστρωτοι δρόμοι
Ο στάβλος που γεννήθηκε ο Αγιος Φραγκίσκος. Μπήκαμε
στο δωρικό ναό της Θεοτόκου. Μαύρες πανύψηλες κολώνες.
Μεγάλη, σκοτεινή σιωπή. Η μυρωδιά μιας ανθοδέσμης
από σαρκώδη ολόλευκα κρίνα ανακατεύονταν μ’ εκείνη την άλλη
μυρωδιά σάπιου ξύλου, κεριού και μεταχειρισμένων χάλκινων νομισμάτων.
Εξω, στη λιακάδα,
η βοή των τουριστών κι ο θόρυβος της κρήνης των λεόντων·
ύστερα ακούστηκε η τραγουδιστή φωνή μιας μικρής Ιταλιάνας που πουλούσε
τούλινα σακουλάκια, σαν τις μπομπονιέρες, με λεβάντα για το σκόρο·-
ίσως και να ‘ταν
κείνη η λεβάντα (ή μήπως δάφνη;) που τόσο συνηθίζουν
να χρησιμοποιούν οι ποιητές εναντίον του θανάτου. Εσύ που ξέρεις -ξανάπε-
τη σημάδια των ελάχιστων κινήσεων, ήχων, πράξεων, καταλαβαίνεις.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

H ώρα που αγνοώ

Τα μάτια μου αδύνατο
κάπου μονίμως να προσηλωθούν
τα χέρια μου αδύνατο
να μην αγγίξουν κι άλλα σώματα
το στόμα μου αδύνατο
να μείνει κλειστό σε λόγια και φιλιά
εγώ ολόκληρος αδύνατο να σταθώ
ακίνητος μπροστά στο ίδιο τοπίο
Λένε πως με τη σιωπή και την ακινησία
βαθαίνει η σκέψη, υπερβαίνει τα ευτελή
φτάνει κάποτε να συλλάβει
ως και το απόλυτο. Μπορεί.
Όμως με τις ρηχές και τετριμμένες
κουβέντες, κινήσεις, ηδονές
προσπαθώ να παρατείνω τα εφήμερα
κυρίως να καθυστερήσω όσο παίρνει
τον ερχομό της ώρας που ακόμα αγνοώ.


Τ΄αστέρια που ονειρευτήκαμε

Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ’ αστέρια που ονειρευτήκαμε-
το πολύ καύτρες μες στη νύχτα
απ’ τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι’ αργότερα.

Μια εποχή βεβαιοτήτων

Μέσα στα χρόνια τα πολλά που γράφω
για κάποιον καιρό ύμνησα κι εγώ,
πάντως με χαμηλότερη φωνή από άλλους,
φανταστικές κατακτήσεις του ανθρώπου
πραγματικότητες που αποδείχτηκαν πλαστές
εξουσίες που τις δέχτηκα για λυτρωτικές
ακόμα κι όταν σύνθλιβαν κοντινούς μου
νομίζοντας πως σ’ εμένα θα χαριστούν-
ύμνησα κι εγώ τον έρωτα και τη φιλία για όλους
την ευτυχία σ’ επαρκείς δόσεις για καθένα
τη νέα πίστη που απαντούσε σ’ όλες τις απορίες.
Ξανακοιτάζω ποιήματα τόσων ποιητών
γραμμένα μέσα σε δυο και τρεις γενιές
κελύφη τώρα μιας εποχής βεβαιοτήτων
που έφυγε πριν καν τελειώσει ο αιώνας.

Αναχωρήσεις τρένων

Ω αναχώρηση
με την κρυφή ελπίδα μιας παράτασης
με δηλωμένη την επιθυμία επιστροφής
με αποσκευές πολλές, ν’ αφήνεις σαν σημάδι
μια τσάντα, έναν σάκο, μια βαλίτσα
στον κάθε σταθμό που φτάνεις-
πιο εύκολα έτσι παίρνεις το άλλο τρένο
πιο ανάλαφρος συνεχίζεις το ταξίδι
μόνο που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις
πως όλο και πιο αχνά χαράζονται τα ίχνη σου
πως ίσως δεν μπορέσεις πια να τα ξαναβρείς
όπως καμιά φορά δε βρίσκεις την απόδειξη
από την αίθουσα φυλάξεως αποσκευών.

Ω αναχώρηση
μ’ επιθυμίες κι ελπίδες
παρά τις απρόβλεπτες μεταβολές
στα ωράρια των σιδηροδρόμων.

Σύντομες αναταράξεις

Καθώς το αεροπλάνο τραντάζονταν
η κοπέλα που καθόταν δίπλα
μου είπε ότι γράφει ποιήματα
μάλιστα όταν η πτήση ηρέμησε
μου απάγγειλε ένα από μνήμης.
Τηλεφώνησα μια δυο φορές
την ξαναείδα, μετά χαθήκαμε
έπειτα ξέχασα το όνομά της
αργότερα ξέχασα το πρόσωπό
πού τότε μου είχε φανεί ωραίο
όμως θυμάμαι τον τελευταίο στίχο
εκείνου του ποιήματος
«Το σώμα μου δεν συνδικαλίζεται»

ΔΗΜΟΥΛΑ

ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ


ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ

Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου

σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού

σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι

άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση

εκκενώστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις

και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

ακριβώς
δύο τρία σπίτια παρά κεί
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει

κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω

της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο

κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος

κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου

κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μία καινούργια

βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται.

***

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΜΕ

Όχι ο ύπνος. Ο ούριος άνεμος
φέρνει τα όνειρα

αυτός που έστειλαν οι θεοί
να βυθίσει την άπνοια
ν’ αλυσοδέσει τη φουρτούνα
ώστε ταχύς και ανεμπόδιστος
να πλεύσει ο χωρισμός του Οδυσσέα
από την Καλυψώ

σε κείνην δε αυστηρά διεμήνυσαν
«Φτάνει.
Έτη επτά τον κράτησες αιχμάλωτο
στου ερωτά σου τη σπηλιά.
Διάστημα μεγάλο που κουράζει
και το εφικτό και το ανέφικτο.»

Υπέκυψε η Καλυψώ
αλλά εντός της θρήνος.
Άκουγε κείνος ο φταίχτης
ο ούριος για τους χωρισμούς άνεμος
τον έζωσε μία θυελλώδης ενοχή

μη δέρνεσαι
θα ναυπηγήσω όνειρα της έταξε
για την παράνομη επιστροφή του Οδυσσέα κοντά σου
νύχτα θα σου τον φέρνουνε
αφώτηγο θα σου τονε στερούν.

Από τότε σιωπηρά καθιερώθηκε
με αυτό το μέσον
μέσω δηλαδή των τύψεων της πραγματικότητας
να εξυπηρετούνται πέρα δώθε
και τα δικά μας όνειρα.

Αληθεύει άραγε η επιστροφή;

Δευτερεύον πόθος.
Προέχει
αυτό το ονειρώδες πηγαινέλα
των ονείρων ν’ αληθεύει.

***

ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Η φαντασία
-απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας-

σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε

«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.

Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης

να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
γνωστή παγίδα για τη θήρα
ζωώδους αγριότητας».

Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με πιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύτηκα εγώ.

Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.

Να την ευγνωμονείς.

Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμία πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Κουβελης-Τσιπρας και οι γυναικες τους

Προς τους αξιοτίμους υποψηφίους προέδρους του ΣΥΝ
κ.κ. Φώτιον Κουβέλη και Αλέξιον Τσίπρα
(ή περί γυναικείας ποσοστώσεως)

Του Β.Π. Καραγιάννη

Θα ήθελα, αγαπητοί κύριοι (σύντροφοι είναι μόνον όσοι τρώνε από το αυτό πιάτο στο ίδιο τραπέζι ημείς δε κι υμείς δεν τύχαμε ποτέ σε κάτι παρόμοιο ευτυχώς ή δυστυχώς), να σας κάνω γνωστά τα εξής, μη περιμένοντας φυσικά απάντηση· δια της σιωπής σας θα καταλάβω.
Υμείς που ευαγγελίζεσθε, δε θα πω επαγγέλεσθε, με την ευαγγελικήν έννοια φυσικά, την ανανέωση της πολιτικής σκέψης και πράξης στην «Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά (ΠΕΑ), ο μεν ως ήρεμη δύναμη μεταρρύθμισης ο δε ως παιχνιδιάρης της ανατροπής, και τα δυό αποδεκτά, πως παρακαλώ θα με παρηγορήσετε, ήδη απαρηγόρητος διατελών, από τις προάλλες που πληροφορήθηκα πως στις εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη υποψηφίων ΣΥΝέδρων, ετέθην εκποδών των επιτυχόντων, λόγω ποσοστώσεως υπέρ των κυρίων γυναικών ΣΥΝυποψηφίων, έστω κι αν πόρρω απείχαμε σε ψήφους;
Διαπορών εξηγούμαι:
Τι σημαίνει ποσόστωση, ήγουν γυναίκες σώνει και καλά αποδοκιμαζόμενες από τους εκλογείς να προάγονται ελέω φύλου και να παίρνουν τη θέση ανδρών επιφανών, όπως είναι ο κ. Γραμματέας της Ν.Ε. Κοζάνης του ΣΥΝ ή και αφανών όπως η ημετέρα αναξιότης.
Σε ποιά μορφή δημοκρατικής διαδικασίας εμπίπτει αυτή η προνομιούχος ψήφος ή από την άλλη η υπέρ αδυνάτων χαρακτήρων ψηφο-αντιπαροχή.
Πως δέχονται οι ίδιες γυναίκες του ΣΥΝσας –«τα γύναια χαρά έπλησε», κατά τα στιχηρά της Αναστάσεως- τον εσωτερικό αυτό νόμο της (ΠΕΑ) που τις υποβιβάζει στο ρόλο του αναξιοπαθούντος όντος το οποίο οφείλει να προστατεύει ο άνδρας-κυνηγός (ψήφων) των σύγχρονων σπηλαίων.
Εχει προβλέψει ο ΣΥΝσας ευεργετικές ποσοστώσεις και για άλλες αναξιοπαθούσες κατηγορίες της κοινωνίας όπως τα ΑΜΕΑ, τους πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, τους εντελώς τυφλοί, τους πάσχοντες από χρόνιες ψυχικές παθήσεις, κι αν όχι, γιατί ξεχωρίζετε μόνον τις κύριες και κυρίες γυναίκες σας;
Που πάει η ισότητα των φύλων, των φυλών, των ψήφων, των ζόφων και των ψόφων. Μικροαστικές κατακτήσεις αυτά, ενώ η ΠΕΑ ανακάλυψε την τόσο ρηξικέλευθη ποσόστωση γυναικών. Το πασόκ δικαιολογείται για κάτι τέτοια ότι εκεί είναι όλα δυνατά ως κόμμα- σαμπρέλα ποδηλάτου, που είναι.
Με την ανωτέρω ρύθμιση μήπως μεταφέρετε κοινωνικά τις γυναίκες στα έλλογα, δίποδα μαστοφόρα, προσβάλλοντας βαθύτατα το Ωραίον και καθόλου ασθενικό είδος;
Εχει οριστικοποιηθεί, από την εν Μακόνη της Γαλλίας συνελθούσα σύνοδο το 585 μ.Χ. (Ροϊδης- Πάπισσα Ιωάννα) ότι οι γυναίκες ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Ετσι κάποιες επιτρέπεται να είναι ανώτερες του ανδρός οπότε εκλέγονται με το σπαθί τους ή να είναι κατώτερές του και τότε να χρειάζεται να βοηθηθούν υπό των κομματικών ανδρών τους για να παρατήσουν το «Ολο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» του Ντάριο Φο και Φράνκας Ράμα και να βγουν στο κλαρί της πολιτικής!
Ομως τοιουτοτρόπως, το γνωρίζουν άλλωστε κι οι ίδιες που το δέχονται, πως παρά το εξαιρετικά συμπαθές και περιπαθές φύλον τους, δεν θα γίνουν, δια της ποσοστώσεως, ποτέ ελεύθερες Πολίτισσες (Γαλλική Επανάσταση) αλλά απλά θα υπάρχουν ως συγκυριακά απελεύθερες ΣΥΝ(μ)πολίτισσες μειωμένης πολιτικής και γενικότερης αντιλήψεως (Καταστατικό ΣΥΝ). Αυτές τις γυναίκες θέλετε στον ανερχόμενο γκαλοπικά ΣΥΝασπασμό μας;
Οπως είδατε, κι αν δεν το καταλάβατε κύριοι, δυνάμει πρόεδροι, το απλό γυναικείο είδος του ΣΥΝ υπερασπίζω τώρα, το οποίον επι το πλείστον νιώθει ναυτία σ’ αυτή την υποτίμηση που το γίνεται, αλλά και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια κολλημένη λάσπη στα λαστιχένια υποδήματα της κομματικής ιδιοτέλειας κι ευτέλειας αλλά και της ερμηνείας σας, αφού σ’ αυτή χωρούν όχι μόνον δύο μέτρα και δύο σταθμά αλλά πολύ περισσότερα...
- Ωρέ για ποια Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά σιωπάς, εδώ σφάζονται σαν τα αρνιά, τα κριάρια, τα γίδια και τα γελάδια οι ...

«Σύντροφοι στον Αδη»

νήπιοι οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμο ήμαρ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια

που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο!

Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».

«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».
(Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)
«Ψηφιοποίηση!»


«Μα, τι σου είναι πια αυτή η ψηφιοποίηση; Χρυσωρυχείο, όπως απέδειξαν τα σκάνδαλα των ημερών.
Πιάνεις μια ψηφιοποίηση, σου λέει ο καλός ο μύλος (που όλα τα αλέθει) και ξενοιάζεις. Της φορτώνεις και κανένα εκατομμυριάκι ευρώ ως «κόστος» κι όξω απ΄ την πόρτα.
Ακούς φέρ΄ ειπείν, «ψηφιοποίηση της βιβλιοθήκης Κοζάνης»:
700.000 ευρώ. Ψηφιοποίηση του τάδε αρχείου (που εντελώς συμπτωματικώς κατέχει φίλος του χορηγούντος): 650.000 ευρώ. Έτσι φεύγουν τα εκατομμύρια (Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει...) από τα χέρια προέδρων εκ-πολιτιστικών οργανισμών που αναθέτουν την πανάκριβη «ψηφιοποίηση» στην εταιρειούλα τους και ουδενός «σεμνού και ταπεινού» άρχοντος το αυτί ιδρώνει.
Τι είναι η ψηφιοποίηση μαντάμ, για να μας κοστίζει τόσα εκατομμύρια; Μιζ-αν πλι της άνασσας; Συν μπότοξ; Πώς την παίρνει έτσι ο άνεμος- και η ανέμη;
Φοίβη

Με αυτόν τον λίαν αμφίσημο τίτλο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 16ης Ιανουαρίου 2008, το ανωτέρω σχόλιο που έρχεται σαν συμπλήρωμα εκείνου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 6ης Ιανουαρίου 2008 με τον υπέρτιτλο «Κακοδιαχείριση» και τίτλο «Στο μικροσκόπιο τα κονδύλια του Γ’ ΚΠΣ». Μεταξύ των κονδυλίων αναφέρει, άρα και υπονοεί, την κακοδιαχείριση, στα χρήματα που δόθηκαν για την «Κοινωνία της Πληροφορίας». Σ’ αυτό υπάρχει μεταξύ των άλλων και το κονδύλιο: «Ψηφιοποίηση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, 499.998 ευρώ» (τα γράφει αυτά η κ. Μαρία Θέρμου ή Θερμού). Ρώτησα κι έμαθα φυσικά πως «Μιζ- αν πλι» είναι τεχνική κομμώσεως γυναικών κάτι προς το σγουρό και «Συν Μπότοξ» τεχνική τσιτώσεως του δέρματος γυναικών επί το πλείστον.
Ερωτάται, χωρίς να περιμένουμε και απάντηση (στους δημόσιους και δημοτικούς χώρους έχουν μελετήσει καλά την «Τέχνη της σιωπής» του Αββά Ντινουάρ), έτσι για την ιστορία, ο νέος ισχυρός άνδρας των τοπικών γραμμάτων όπως τον προσδιόρισε το Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης, ως πρόεδρο των Δ.Σ., της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και του ΙΝΒΑ (αλήθεια σε ποιά νομική και λειτουργική αφασική κατάσταση διατελεί άραγε το εν λόγω καθίδρυμα): έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων αυτών ίσως κι άλλων και τι απάντησε;
Αν δεν έλαβε, τώρα που έλαβε τι έχει ν’ απαντήσει όχι στις διαφαινόμενες κι υπονοούμενες, λεκτικές, δημοσιογραφικές κακοήθειες, αλλά στην κοινωνία της πόλης; Τι έγινε με εκείνο το πρόγραμμα «ψηφιοποίησης»; Που βρίσκεται και πότε ο συμπολίτης στην Κοζάνη ή ο πολίτης στη χώρα της γνώσης, θα μπορεί, κι αν ποτέ μπορέσει, να ανοίξει από το σπίτι του τον Η/Υ και να επωφεληθεί των γνώσεων εκείνων των οποίων η πολύ-ευρη «Κοινωνία της Πληροφορίας» θα του προσφέρει. Κάτι τέτοια λέγαν άλλωστε στην έναρξη του προγράμματος.
Επειδή ήδη διοικεί ένα χρόνο τα τοπικά γράμματα, μήπως μπορεί να γίνει πιό σαφής, αναλυτικός και με λεπτομέρειες (άνθρωποι που εργάστηκαν, εταιρείες χρήματα, έργο που έγινε κ.λπ.), κι όχι με γενικότητες (που δηλώνουν εσκεμμένη άγνοια ή για να θολώνουν τα νερά), τι έγινε μ’ αυτή την ιστορία; Για να μην αφήνεται να αιωρείται ότι κάτι το σκανδαλώδες υπάρχει, κι είναι πολύ εύκολοι αυτοί οι επιθετικοί προσδιορισμοί την σήμερον. Για να φυλάξει και τα νώτα και τα ώτα του από τυχόν κακές λέξεις και μπλέξεις. Δεν ξέρω βέβαια αν κατανόησε πως διοικεί το πολυτιμότερο κομμάτι της πόλεως του παρελθόντος και του μέλλοντος· αλλά του παρόντος;
Ας αφήσει τις «Λέσχες ανάγνωσης» για τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία όπως και τα «κομμάτια» δράσεων που θέλει να μοιράσει δίκην ευμεγέθους τραχανόπιττας σε δικαίους κι αδίκους. Είναι μεγάλος και σοβαρός άνθρωπος κι έχει πολύ σημαντικό ρόλο, αν δεν κατάλαβε, να διακονήσει στη θέση που του εμπιστεύτηκαν.

Κοζάνη, Αγίου Αθανασίου 2008

Μεθ’ υπολήψεως

Β.Π.Καραγιάννης

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008

Εορταστικά και αυτο-επικριτικά

ΕΟΡΤΙΟΣ ΑΦΗΓΗΣΗ


Ματαιοσπουδαρχίας, ματαιοπονίας, ματαιοδοξίας κι αδολεσχίας, υπότροπος κατ’ εξακολουθησιν

Του Β.Π. Καραγιάννη


-Καλά δεν έχεις άλλη δουλειά να κάμεις κι ασχολείσαι κατ’ εξακολούθησιν κι υποτροπήν “με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας», δηλονότι με το σχολιασμό των επώνυμων, σοβαρών αλλά πρωτίστως ασόβαρων, τοπικών προσώπων και διαπραγμάτων;
- Εχω!...
Να ξαναδιαβάσω λ.χ., μάλλον να πρωτοδιαβάσω ολοκληρωμένα κι ώριμα, το Δ. Σολωμό στην έκδοση της Στιγμής που επιμελείται ο ομ. καθ. φιλολογίας Ηρακλείου, κ. Στυλιανός Αλεξίου τον οποίο, προβλεπτικός και διορατικός, όπως σε όλα του, ο Δήμος Κοζανιτών, τον ετίμησε ζώντα, δια ονοματοθεσίας σε δρόμο του συνοικισμού Πλατάνια. (Που τον ήξεραν οι αθεόφοβοι;)
***
Ισως να το έλεγε, μήπως το είπε, δηλαδή το έγραψε στις επιστολές του, στον Αλεξ. Παπαδιαμάντη, ο πατήρ του Οικονόμος Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας δηλαδή σφιχτός στη διαχείριση των οικονομικών, οικογενειακών ζητημάτων, καλός καγαθός λευίτης στη διακονία της πίστης των κατοίκων της νήσου Σκιάθου. Αλλωστε, τα ‘βγαζε εκ των περιστάσεων δύσκολα, καθότι πολυφαμελίτης κι ήθελε τον μορφωμένο κανακάρη του κάπως εργαζόμενο εκεί στης Αθήνας, της νέας Βαβυλώνας, τα ιατρεία-διαφθορεία. Τουλάχιστον τον επιούσιόν του! Σίγουρα όμως το σκεφτόταν. Κι Αυτός έγραφε, έγραφε μετέφραζε, έψελνε, έπινε, εζούσε όπως όπως, καθώς οι περιθωριακοί, οι φοβισμένοι της ζωής, οι δειλοί, οι άτολμοι· αλλά εν τω μεταξύ δημιουργούσε, χωρίς να το γνωρίζει ο τάλας, για όλους μας, για τους τότε, τους σήμερα, τους αεί γνώστες κι αναγνώστες του. ‘Η μήπως αυτό το έγραφε, αυτοσαρκαζόμενος, ο ίδιος ο Ππδ., για την απελπιστική καθημερινότητα που περνούσε κοιταγμένη στο βιωμένο του χρόνο αλλά και στη συνέχειά του, μιας και καθόλου δεν ήταν βέβαιος για την αιωνιότητα του έργου του, που για αυτόν ήταν μόνο το μέσον για τον επιούσιο αγώνα ύπαρξης.
Δεν νιώθω προφανώς του αυτού διαμετρήματος ουδέ τα κορδόνια της λογοτεχνικής του αιωνιότητας μπορώ να λυνω-δένω.
Ηθελα να πω στην καθόλου υποθετική ερώτηση της αρχής του παρόντος, πως ναι έχω κι άλλες δουλειές αλλά και δουλείες να κάνω και να υποστώ. Αυτό όμως δεν με απαλλάσσει της αμαρτωλής έξεως να ενδιατρίβω σε φαινόμενα του καθημέρας βίου, που εγγίζουν στην σοβαρότητά τους, το πρώτο διαπίστευμα, αδοκίμως έστω. Νάτην κι η ηθελημένη σεμνοτυφία και ο αυτοοικτιρμός που ‘ναι μια συνθήκη όχι ασυνήθιστη στους κύκλους των περι-διαγραμμάτου όντων.
Η σχολιογραφική, ας μη την ονομάσουμε συγγραφική, εφήμερη ματαιοπονία, που δεν αφίσταται της ματαιοσπουδαρχίας αλλά και μιας κάποιας ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κατάντησε μια εθελούσια σύμβαση προσχώρησης προς το ανωφελές της ιστορίας. Αυτή συνήθως παραπέμπει, για να στηρίξει τα λεγόμενα της σε άλλους, σε τρίτους, σε τέταρτους. Ψάχνει, βέβαια και τώρα να βρει ένα δύο επιχειρήματα, να δικαιολογηθεί ενώπιον εαυτής κι αλλήλοις. Σ’ εκείνους δηλαδή που με καλή προαίρεση και διάθεση, ως οι καλόπιστοι τρίτοι σε ημινόμιμες συναλλαγές, τους μελετούν στις σελίδες του τοπικού τύπου. Τα κείμενα δημοσιεύονται σε όλες τις εφημερίδες, σαν κομματικές προκηρύξεις ή ανακοινώσεις της Ν. Αυτοδιοίκησης λ.χ. περί των επιλεξίμων ειδών στην αγελαδοτροφία, στην σπορά του μαλακού ή σκληρού σίτου, ή διαγκωνίζονται στα τοπικά σάιτ των ηλεκτρονικών κόμβων ποιο θα καταλάβει το διήμερον της διαδικτυακής δημοσιότητος. Διότι είμαστε δυο, είμαστε τρεις, τέσσερις οι οιονεί κήνσορες και κλητήρες του μάταιου λόγου, που πήραμε εργολαβικά αλλά με ζημία (το αζημίωτο ανήκει και μας περιμένει στη σφαίρα του απρόσιτου κόσμου των ιδεών και των ηθικών αμοιβών και της εξ αυτού υστεροφημίας) άλλος να σώσει και καλά τον κόσμο εν θρησκείες, προσευχές, μετάνοιες κι ελεημοσύνες, άλλος να συν-σαρκάσει αυτόν εν εξουσίες κυρίως κι άλλος να καταδιασκεδάσει αυτούς εν τοις ακατασχέτοις προσωπικές και ... λαογραφικές αδολεσχίες.
Ας γίνουμε πιο σαφής στην ήδη αοριστία μας.
Α. Οι άρχοντες κι οι συνάρχοντες κάθε υφής και αποχρώσεως είναι μια εύκολη σχολιογραφική υπόθεση για όποιον θέλει να περάσει την ώρα του σχολιο-διασκεδάζοντας. Αποτελούν εν ασκήσει και αθλήσει μια ακένωτη δεξαμενή έως και σπαρταριστών επεισοδίων στα οποία πρωταγωνιστούν. Για να μην τους αδικούμε τους ανθρώπους, δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί τους οποίους περνούμε από διάφορα κόσκινα, διυλίζοντάς τους- επί το πλείστον μας έχουν γραμμένους κανονικά- δεν αξίζουν σαν άτομα στη ζωή και στους ρόλους τους; Πιστεύω, όμως πως μόλις ντύνονται τη λεοντή της αρχής και της εξουσίας γίνονται άλλοι άνθρωποι, ευεπίφοροι σε κάθε ευτέλεια λόγου και πράξης. Μετέρχονται ή υπακούουν και σε ό,τι γελοίο μπορεί να σοφιστεί η εκδικητικότητα του ανήμπορου πολίτη, για να τιμωρήσει στο πρόσωπό τους την κατάσταση γενικώς.
Β. Οι μόλις παραπάνω επειδή για να παίξουν τους ρόλους τους πληρώνονται από τον κόσμο, το λαό, όλους μας, νομίζουμε πως έχουμε δικαίωμα να ασκούμε εναντίον τους λόγους κρίσης και κατάκρισης. Οφείλουν να τον δέχονται καλόπιστα όσον καιρό πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η εκλογή του (κι ακόμα χειρότερα η επιλογή του) τον δικαιώνει μόνιμα και τον απαλλάσσει κάθε ψόγου, πολύ δε περισσότερο εκείνοι οι «τα φαιά φορούντες και περί την ηθική λαλούντες», οι οποίοι ενώ ισχυρίζονται πως επιλέγονται ελέω Θεού και αγίου Πνεύματος (δικαίως αφού το εν εκ της Τρισυποστάτου θεότητος ασχολείται με τις αρχαιρεσίες τους), εν τούτοις τους πληρώνει όχι η τράπεζα του αγίου Πνεύματος των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά οι ασύδοτα κερδοφόρες ελληνικές τράπεζες, σε βάρος όλων, πιστών κι απίστων. Ολοι τους είναι άψογοι επαγγελματίες στο είδος τους και θέλουν να κάνουν, και καλά κάνουν, τη ζωή τους, όσο καλύτερη μπορούν κι όσον χρόνο περισσότερο, δύνανται. Δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο γήινο ή υπεργήινο. Εντελώς ανθρώπινα, εξηγημένα (κι ευλογημένα, απ’ αυτούς) πράγματα.
Αλιεύω πάραυτα κάποια συμβάντα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου τα οποία ανήκουν στην υπό εξέτασιν κατηγορία των «αχρήστων».
Τις προάλλες πήρε τ’ αυτί μου (μήπως από τον κ. Νομάρχη;) σε μια διασκεδαστική ομήγυρη εμπόρων και δημοσιογράφων πως: «ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός σχεδόν ξεκίνησε από την Κοζάνη και με τα καραβάνια πήγε στην κεντρική Ευρώπη μεγαλούργησε, διέπρεψε, διαδόθηκε και γύρισε πίσω». Κάτι τέτοιο. Κανείς από την «τοπική δημοσιογραφική, μόνιμα πειναλέα, κρίσιμη μάζα» (συνεχώς τραπεζώνεται από τους υπό ιδιοτελή αυλο-βλακο-κολακείαν χρήστες τους -διετέλεσα κι εγώ κάποτε πειναλέως συνδαιτήμων του αείποτε ευλαβούς βουλευτού, και δυστυχούς πολιτευτού κ. Ρούλη Κοκελίδου-) είπε τι, και τι να πει, αφού το πλείστον τους στην παχυλή μη γνώση πάντων κολυμπούν· κι είναι η συντεχνία που ενετάχθη ασφαλιστικά στην κατηγορία των επιστημόνων και συν-απεργεί κατά καιρούς μ’ αυτούς! Τι είναι αυτά που φορές ξεφεύγουν από το έρκος των οδόντων των επωνύμων; Δεν είναι η άγνοια αλλά η ευκολία με την οποία δίδεται στο κοινό το κενό της σκέψης. Η νοσογόνα αυτή κατάσταση ενδημεί στις «ανώτερες» δημόσιες τάξεις κι επιδεικνύεται με τόση έμφαση και συχνότητα ως σημαία και σήμα κατατεθέν της ημιμαθείας, μητέρας πάσης εν γράμμασι, παθήσεως.
-Μυστήριον ξένον!
Ακουσα εσχάτως, ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος Α πρ. «Προς της Ερήμου πολίτης»)
«Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης τω λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού. Δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα».
Τις ανακρίβείες στο ιστορικό και ...σωστικό πεδίο και την εξ αυτού τούτου ασχετοσύνη του συντάξαντος το τροπάριο, αποδείξαμε σε προηγούμενη επιφυλλίδα στο «Θάρρος» του νυν Δεκεμβρίου. Αλλο είναι τώρα το θέμα.
Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωήλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας.
Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα.
Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του.
«Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα».
Το έχουν ανάγει σε ναρκισσιστική φάμπρικα οι τοπικοί αρχιεπίσκοποι να εισάγουν νέα τροπάρια των αγίων που προστατεύουν την πόλη τους, κυρίως στις ημέρες της δόξης τους, λες και δεν τους έφτανε το ειδικό του αγίου, αναγνωρισμένο κι ευλογημένο πανταχόθεν. («Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος…»). Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούν να επιβεβαιώνουν, όμως, τη δική τους επικυριαρχία στους πιστούς στο Θεό αλλά εν εκκλησίες υπηκόους τους, ότι εδώ γίνεται κάτι το εντελώς θεοτικό και σπουδαίο σε και(ε)νοτομία κ.λπ.
Πριν από χρόνια η ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης, μετά την ενοποίηση του Ολυμπιακού και του Μακεδονικού το 1964, είχε πλέον κοινό ύμνο, όπως είθισται σ’ αυτά τα ομαδικά, θορυβώδη κι εξαιρετικώς υβριστικά προς τα θεία, σπορ.
Κοζάνη τηνέ λένε
την ομάδα του Βορρά
που θα φέρει στη Κοζάνη
πρωταθλήματα πολλά ...κλπ.
(Στον βίο της διέπρεψε όντως, αλλά στα πρωταθλήματα Γ’ ερασιτεχνικής και λίγο πιο κάτω Δ’ ας πούμε, εκεί που συν-αγωνίζονταν, αυτή η Δημοτική ΠΑΕομάδα στις μέρες μας, με τις ομάδες των κοινοτήτων με τις οποίες συνέπηξε στη συνέχεια τη Δημοτική Καποδιστριακή Ομάδα).
Κανείς τότε από την πόλη δεν διανοήθηκε να επιβάλει αυτόν στις ποδοσφαιρικές ομάδες των χωριών του νομού να «λέγετος» με όλη την τέχνη της κακοφωνίας που διαθέτουν οι συνήθως βραχνιασμένοι κι οξύθυμοι οπαδοί τους, και μόνο γιατί ήταν ο ύμνος της πρωτεύουσας ποδοσφαιρικής πόλης. Λ.χ. στον Κένταυρο Πρωτοχωρίου, στον Μέγα Αλέξανδρο Λευκοπηγής, ή την ...Δόξα Δράμας Αγίας Παρασκευής, μιλώ για τις ομάδες που γνωρίζω, καθότι σ’ αυτές ποδοσφαιρο-ανδρώθηκα, όπως καλή ώρα επιχειρείται να επιβληθή από την μητρόπολη εκκλησία στις εκκλησίες των κοινοτήτων και σε βάρος του τοπικών αγίων, οι οποίοι πιστεύω ότι θα ενοχλούνται σφόδρα απ’ αυτήν την ψαλτική εισπήδηση. Βέβαια οι πλείστοι εφημέριοι έχουν γραμμένη κανονικά αυτήν την οδηγία, στα παλιότερα των υποδημάτων τους, ίσως κι αλλού, καθότι φοβούνται και την οργή του άϋλου μεν, αλλά πραγματικού, πολιούχου αγίου τους, ο οποίος με το δίκιο του οργίζεται από αυτό τον αθεολόγητο κι αθέμιτο ανταγωνισμό.
Κάποια χωριά και κώμες έχουν μέχρι και δικό τους του ύμνο. Ακουσα το «Μαρς» του Βελβεντού, χαριέστατο, σε στίχους του εγχώριου ποιητού Ν. Φυλακτού. Η αρχαία πόλις της Αιανής, της οποίας δεν διασώθηκε ο εθνικός της ύμνος τότε, στα νεότερα χρόνια την τραγούδησε ο αείμνηστος Τ. Γκατζόφλιας (Εκτελούντε πάσε μεταφορέ με τρίκυκλο, ομοίως και λαϊκά λυπυτερά και μη άσματα), με την μονομελή, συνήθως μπουζουκική μουσική του ύπαρξη (κάποιες φορές είχε κι ένα τυμπανιστή κι άλλοτε μια ντιζέζ ξέχειλη στήθους), τα κυριακάτικα απογεύματα στις αυτοσχέδιες ταβέρνες στα χωριά της Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, ως: «Αιανή Αιανή έχεις καλό τυρί». Δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα αρχαία της γιατί τότε σίγουρα θα την τραγωδούσε ως «Αιανή, Αιανή με το αρχαίο το πολύ». Αλλά και το τυρί δεν ήταν λίγο για την αρχαία πόλη, αφού στον κτηνοτροφικό τομέα την συναγωνίζονταν η όμορος Ροδιανή (σήμερα είναι η συμπρωτεύουσα του ευρύτερου Δήμου Αιανής) και φυσικά στους καιρούς μας την ξεπέρασε αφού διατηρεί σύγχρονο τυροκομείο, ο Ντίντσκος, έχει δε περιπλέον και ναϋδριον στη μνήμη του αγίου Μόδεστου, προστάτη των μικρών και μεγάλων κατοικίδιων ζώων: βόδια, γελάδια, πρόβατα, γίδια, γομάρια κ.λπ. στις 15 Δεκεμβρίου προσέρχονται, έλλογα και άλογα, κι επιδίδονται σε πανύχιους εσπερινούς μετά γλυκυτάτων ψαλμών και τρυφερών ογκανημάτων.
Επίσης η Πρωτεύουσα πόλη Κοζάνη που δεν ηξιώθει του Δημαρχείου εισέτι, δεν επέβαλε στα χωριά να άδεται καλλίφωνα ο δικός της ύμνος: «Της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά...» που κάποτε τον άκουγα στην έναρξη του προγράμματος του Ρ/Σ της τοπικής ΥΕΝΕΔ και τώρα επιβιώνει μόνον στο οπισθόφυλλο του ετήσιου «Δυτικομακεδονικού Ημερολογίου» που εκδίδει η οικογένεια Αν. Μπέλλου.
Ούτε κι εδώ επιχειρήθηκε ακόμα κι όταν η πόλη αιχμαλώτισε δια του «Καποδίστρια» τα γύρωθεν χωριά της και τα ‘φερε στο δικό της δημοτικό μαντρί.
Παρ’ όλα αυτά.
«Καρδία του χειμώνος Χριστούγεννα, Αις Βασίλης, Φώτα...» (2)
Είμαστε μία πόλη με σπουδαίο εμπορικό και διασκεδαστικό παρελθόν και παρόν στην οποία ο νιάημερος και οι αποκριές, βρέξει χιονίσει (Πάσχα- Χριστούγεννα), μας συνέχουν και μας διαπερνούν σε όλες τις εκδηλώσεις. Φέτος οι δημοτικές κι εμπορικές αρχές έφεραν μια βάρκα-κούνια (η λεγόμενη κούνια που τους κούναγε), μεγάλη σαν γαλέρα (κι ως γνωστόν πρέπει να ‘σαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα), με πειρατές ζωγραφισμένους κι έτοιμους να διασπαράξουν τους καταναλωτές της πόλης, και ένα κύκλω περιφερόμενω καρουζέλ οχημάτων και το έστησαν στην πλατεία. Δεν μας φτάνουν οι μόνιμες ρυπαρές καταλήψεις του ελεύθερου χώρου, από τις κάθε είδους κινητικές ή ακίνητες αηδίες των περιπτέρων! Ετσι είπαν να μας διασκεδάσουν τις μέρες των εορτών. Τα παιδιά ανεβαίνουν, δωρεάν, στη μεγάλη βάρκα χωρίς κουπιά και πανιά και λάμνουν προς το πέρα δώθε του πουθενά. Οπως η πόλη κι η χώρα που λάμνει χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, δίχως έρμα και σε μια διαρκή, εορταστική, τριφηλή μακαριότητα κι αργία, παχαίνει.
Όμως την προπαραμονή των Χριστουγέννων η μεικτή χορωδία Ελίμεια (μαέστρος ο κ. Παφίλης κι ένας ακορδεονίστας τους συνόδευε), στον δημοτικό Αχυρώνα που χτίστηκε στην πλατεία για να θυμίζει Εκείνον («Είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό/αμελημένο, κι οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό» Τ. Παπατσώνης «Στο βουνό των ελάτων λίγο πριν από τα Χριστούγεννα»), μας θύμισε πως έχουμε εντελώς Χριστούγεννα και πνευματικά με ύμνους απ’ όλη την παγκόσμια μουσική φιλολογία κι όχι μόνον τη Βυζαντινή («Ευφραίνεσθε δίκαιοι ουρανοί αγαλλιάσθε…). Την παραμονή, την ωραιότερη μέρα του χρόνου («Είσαι ωραία σαν την παραμονή των Χριστουγέννων»), η Πανδώρα στα κόκκινα, μπροστά από μια Φάτνη κι ένα …έλκηθρο (τέλος πάντων) παιάνισε τα τραγούδια της μέρας, διαχέοντας παντού τόνους τους τόνους της νοσταλγίας. Το «Χιόνια στο καμπαναριό» με κάνει ακόμα και κλαίω. Τον πεζόδρομο δε διέρχονταν όμιλοι σοβαρών, μαυροντυμένων με τα λάβαρα τους, οι σύλλογοι ποντίων και μικρασιατών, οι μόνοι εκπαιδευμένοι στις παραδόσεις και την ιστορία τους, που έλεγαν τα τόσο ωραία τους κάλαντα.
***
Επειδή για μη ευρυχωρία των δημοσίων αισθημάτων διακρίνομαι, εκ τούτου χρησιμοποιώ ευχές και λόγια τρίτων για να ευχηθώ. Αντιγράφω την κάρτα που έλαβα από τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης που δείχνει να ξεχωρίζει από όλες τις άλλες για το μήκος της ευαισθησίας, το πλάτος του λυρισμού και το βάθος του νοήματος (άλλωστε τι Σύνδεσμος Γραμμάτων θα ήταν;).
«Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα και τα ελπιδοφόρα μηνύματα που θα διαλαλήσουν χαρμόσυνα οι χρυσόφωνες καμπάνες ας γεμίσουν την ψυχή μας με χαρά και αγαλλίαση, ελπίδα και αγάπη και ας ευχηθούμε να φθάσουν σε ολόκληρη την οικουμένη ώστε το Πανανθρώπινο αξίωμα της Αδελφότητας να κατακτήσει τις καρδιές μας, να γίνει το πύρωμα του νου και οδηγός των ανθρωπίνων πράξεων». Μήπως βέβαια ν’ αρκεστούμε σ’ ότι επισημαίνει ο Μπόρχες που το σκέφτηκαν κι οι Τσέστερτον και Ουίτμαν, «πως αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ότι υπάρχουμε είναι τόσο μεγαλειώδες, ώστε καμιά κακοτυχία δεν πρέπει να μας αποδεσμεύει από την οφειλή κάποιας εγκόσμιας ευγνωμοσύνης».
-Αμήν…


Σημειώσεις

1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Εξάντας, είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;
2. Αλ. Ππδ. «Ερωτας στα χιόνια»