Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Αποχρώσεις...

Στο Παρίσι  και στον κήπο του Παλαί Ρουαγιάλ, κοντά στο Λούβρο, υπάρχει μια εικαστική-ποιητική Πωλ. ﷽﷽﷽﷽﷽ Βερλοιηι οι οποιες στην πλατη τος κευεδράση θα λέγαμε εν εξελίξει με καρέκλες δύο δύο τοποθετημένες και οι οποίες στην πλάτη τους έχουν γραμμένουςΠωλ. ﷽﷽﷽﷽﷽ Βερλοιηι οι οποιες στην πλατη τος κευεέχουν γραμμένους στίχους ποιηΠωλ. ﷽﷽﷽﷽﷽ Βερλοιηι οι οποιες στην πλατη τος κευετών (μεταξύ και αυτών του Γιάννη Ρίτσου). Είναι οι καρέκλες-ποιήματα. Στην καρέκλα του Πωλ Βερλαίν γράφει: " Όχι το χρώμα, μόνο την  απόχρωση". Απόχρωση… Θυμήθηκα του Κ. Ουράνη τις “Αποχρώσεις”(1956). Ζήτησα απο τον φίλο Δημήτρη Μεντεσίδη (αισθητιστή κατά βίον κι οι επαγγαλμα ση Καψάλη κατασκευαην πλατη τος κευεόχι κατ’ “επάγγελμα” να μου γράψει μια απόχρωση του Κ. Ουράνη από το βιβλίο αυτό.



Ένα πουλί στα τζάμια μου

Σκυμένος στο τραπέζι μου, έγραφα. Στην κάμαρα έκανε κρύο. Έξω πότε-πότε έβρεχε. Ο ουρανός είταν μολυβένιος και το φως της μέρας φτωχό.
   Άξαφνα, επανειλημένα χτυπήματα, χτυπήματα παράδοξα, ελαφρά και μαζί σπασμωδικά, ακούστηκαν στο τζάμι του παραθυριού μου. Σα να τρόμαξα. Ποιος μπορούσε να χτυπάει το τζάμι ενός παραθύρου πρώτου πατώματος; Ασφαλώς άνθρωπος δε μπορούσε να είναι. Ποιος είταν; Σήκωσα τα μάτια κ’ είδα ένα πουλί. Ένα πουλί σταχτί και κίτρινο, που χτυπούσε με το ράμφος του και με τα φτερά του πάνω στο κλειστό τζάμι σα να ζητούσε να του ανοίξουν με κάθε τρόπο.
   Θα ‘λεγε κανένας, από τον επίμονο τρόπο με τον οποίο ζητούσε να περάσει ανάμεσ’ από το τζάμι, από τον απελπισμένο τρόπο με τον οποίο το χτυπούσε με το ράμφος του, πως κάποιος μεγάλος κι αόρατος κίνδυνος το απειλούσε, πως ο κίνδυνος, πλησιάζοντας, το έκανε να τρέμει ολόκληρο και πως βιαζότανε τρομαχτικά.
   -Άνοιξε, άνοιξε λοιπόν ! Δε βλέπεις πως είμαι σε μεγάλο κίνδυνο;  Ώ άνοιξέ μου ! έλεγαν τα ραμφίσματα και τα σπασμωδικά χτυπήματα των φτωχών φτερών. . .
   Είταν τόσο απροσδόκητο και τόσο συγκινητικό μαζί, που ένοιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
   Σηκώθηκα και πήγα ν’ ανοίξω το τζάμι. Πριν όμως να φτάσω ως το παράθυρο, το πουλί είχε χαθεί. Είχε τάχα απελπιστεί από μένα, είταν γιατί ο κίνδυνος που διέτρεχε δεν του έδινε πια άλλη στιγμή να περιμένει ή είταν γιατί δεν είχε πια δυνάμεις και πήγε να πέσει κάπου και να πεθάνει; Δεν ξέρω. . .
   Όλο το πρωινό έμεινα θλιμένος από τη σπαραχτική και μάταιη εκείνη έκκληση του αινιγματικού πουλιού. Όλες οι δεισιδαιμονίες κι όλες οι τρυφερότητες που κατοικούνε στα τρίσβαθα του υποσυνείδητού μας ανέβηκαν και πολιόρκησαν τη σκέψη μου. . .
   «Αυτό το πουλί», έλεγα μέσα μου, «να ‘ναι τάχα η ψυχή κανενός αγαπημένου μου προσώπου που πέθανε μακρυά, πολύ μακρυά  μου, να ‘ναι τάχα η τελευταία του σκέψη για μένα, που ήρθα να ξεψυχήσει στα τζάμια μου σε μια δραματική ύστατη προσπάθεια να φτάσει ως εμένα; Ή να ‘ναι η ψυχή του καλοκαιριού, πληγωμένη από τα φθινοπωρινά βέλη, διαπερασμένη από τα ρίγη της βροχής, που πεθαίνοντας, ζήτησε καταφύγιο κάτω από τη στέγη μου;»
   Γιατί, βέβαια, δεν είταν ένα κοινό πουλί, το σταχτί και κίτρινο αυτό πουλί, που χτύπησε με τέτοιο ανθρώπινο τρόπο τα τζάμια μου, που χτύπησε όπως χτυπάνε οι πληγωμένοι όταν σέρνονται, μέσα στη βαθειά νύχτα, ίσαμ’ ένα ερημικό σπίτι για να ζητήσουν βοήθεια και προστασία. Τα χτυπήματα είχαν την ίδια εκείνη υπεράνθρωπη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων, σωματικών και ψυχικών, είταν έτσι βιαστικά, έτσι ανυπόμονα ! Τα χτυπήματα εκείνα είταν σα μεγάλες πονεμένες κραυγές !

   Ώ, το πουλί έφυγε, πέθανε ίσως- και δε θα μάθω ποτέ, ποτέ, τι σήμαινε η απελπισμένη εκείνη έκκληση, από ποιόν-αν από αγαπημένο νεκρό ή από το καλοκαίρι που έσβησε-μου ερχότανε το δραματικό εκείνο μήνυμα. Ξέρω όμως πως από κείνη τη στιγμή, κι όλο το πρωινό, το δωμάτιό μου είχε γίνει πιο γυμνό κι πιο κρύο και το φως της μέρας, ανάμεσ’ από τα κλειστά τζάμια, πιο φτωχό και πιο πένθιμο ακόμα. . 


Δεν υπάρχουν σχόλια: