Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Πάνος Τζαβέλας. Αντάρτης μέχρι το τέλος


In memoriam Πάνου Τζαβέλα

Του Β.Π. Καραγιάννη

Επιτέλους μια παλικαρίσια αντιμετώπιση του μόνου βέβαιου κι αναπότρεπτου συμβάντος κάθε ζώντος οργανισμού, του θανάτου θέλω να πω. Εστω και στο επίπεδο της είδησης, αφού εκεί κι αν γίνεται ένας τέτοιος θλιμμένος εξωραϊσμός του, που αγγίζει τα όρια μιας αβάσταγης ελαφρότητας και γλυκεράδας. Συνήθως αναφερόμαστε με τα ρήματα: έφυγε, ανεχώρησε, πήρε το ταξίδι χωρίς επιστροφή· φορές για μια πιο λόγια αντιμετώπιση έγραφα (κούνια που με κούναγε δηλαδή) «πέρασε στο επέκεινα». Σιγά τα ωά. Εκεί που ο άλλος, ο όποιος άλλος, από αγαπητός έως κι εχθρός, με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις απλώς και εντελώς πέθαινε. «Βίωνε» δηλαδή την θνητότητά του στα όρια της κι από κει και ύστερα το μηδέν, δηλαδή τη μνήμη των άλλων, που είναι και η μόνη αθανασία.
Διαβάσαμε στο «Θάρρος» της 29ης Ιανουαρίου την “Δήλωση Θανάτου» του Πάνου Τζαβέλα από την εδώ εναπομείνασα συγγένεια του, τον Στέφανο, την Μαρία. Οπως κάνουμε τη δήλωση γεννήσεως, τη δήλωση γάμου ή τη δήλωση εξαφανίσεως στο Δημαρχείο. Αυτά τα οριακά γεγονότα λέγονται με το όνομα τους
Μια παλικαρίσια δήλωση που πήγαινε με τον Πάνο Τζαβέλα, παλικάρι σ’ όλο του το βίο του, με τα όλα του και με όλη τη σημασία του λόγου, αφού πέρασε μέσα από όλες τις μυλόπετρες της ζωής του επαναστάτη και σχεδόν σωματικά κουρελιασμένος άντεξε σ’ όλες τις φάσεις του βίου: στον ΕΛΑΣ, στο δημοκρατικό στρατό, στις φυλακές ήταν πάντα παρών, ακατάβλητος. Οπου τον καλούσε το καθήκον στον πόλεμο και σε ειρήνη ποτέ από το χρέος του μη παραμερίζοντας. Ακόμα και σ’ αυτές τις ασήμαντες περιστάσεις του βίου του, που τον είδα μια τελευταία φορά στην Αθήνα, σε κάποιες εκλογές. Σε ένα Δήμο του Πειραιά, όπου παρευρίσκονταν στο εκλογικό τμήμα ως εκλογικός αντιπρόσωπος των ιδεών του, από τις οποίες ποτέ δεν απομακρύνθηκε. Ναι, ακόμα και εκλογικός αντιπρόσωπος! Οταν με είδε και κάπως με γνώρισε ή και με παραγνώρισε, φώναξε με τη βροντώδη φωνή των τραγουδιών του που ξεσήκωναν:
- Γειά σου πατρίδα Κοζάνη...
***
Αντιγράφω εξ ολοκλήρου από την ΑΥΓΗ της 29ης Ιανουαρίου 2009 ένα κείμενο του Σταμάτη Μαυροειδή.

Αντάρτης μέχρι το τέλος...

Πάνος Τζαβέλας: Ένας ακέραιος άνθρωπος, ένας μαχητής της αριστεράς που βίωσε με απερίγραπτη γενναιότητα τη φρίκη των φυλακών, τα βασανιστήρια, και τις ατέλειωτες εξορίες, πέθανε το μεσημέρι της Τρίτης. Το αγγελτήριο του θανάτου του, έφθασε στα γραφεία μας λίγα μόλις λεπτά πριν αυτή η εφημερίδα πάρει τον "έκτακτο" δρόμο του πιεστηρίου. Προλάβαμε χθες μια μικρή μόνο φωτογραφική αναφορά στο πρόσωπό του. Ο Πάνος έφυγε όρθιος, μετά από μια εξαιρετικά σύντομη παραμονή στο νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός”. Ήταν 84 χρόνων. Υπήρξε θρέμμα μιας συγκλονιστικής γενιάς, μιας γενιάς θυσίας, προσφοράς και στερήσεων. Την άντεξε καρτερικά μέχρι τέλους, έχοντας αποκούμπι-μπάλσαμο για την ψυχή του, την ποίηση και το τραγούδι. Είναι αυτός που μπόλιασε τη γενιά της μεταπολίτευσης με τα αντάρτικα τραγούδια. Τραγούδια που ο ίδιος θεώρησε υποχρέωση να τα καταγράψει και να τα αποδώσει στον λαό, τον πραγματικό δημιουργό τους. Ο Πάνος Τζαβέλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Με την κήρυξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου εντάσσεται στην ΕΠΟΝ και τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με το Δημοκρατικό Στρατό, τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται το δεξί του πόδι. Ακολουθεί φυσικά η γνωστή καταδίωξη που επιφύλασσε σε όλους τους αριστερούς το τότε δεξιό καθεστώς. Έχοντας ήδη καταδικαστεί τρεις φορές σε θάνατο προβάλλεται από τη νόσο του Burgen και το 1959 αναγκάζεται να πάει στην τότε Σοβιετική Ένωση για να θεραπευτεί. Παρέμεινε όμως εκεί και μετά την αποθεραπεία του για να σπουδάσει μουσική και τότε ήταν που γνώρισε τον μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το ‘65 αλλά το '68 η χούντα τον συνέλαβε για «παράνομη δράση» εναντίον της και βρέθηκε και πάλι στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε το '71 λόγω «ανηκέστου βλάβης» της υγείας του και άρχισε να τραγουδά σε μπουάτ της Πλάκας μέσα σε ένα σχεδόν «συνωμοτικό» κλίμα. Έστω όμως και υπό αυτές τις συνθήκες καταφέρνει να μεταδώσει έναν αέρα και βέβαια την αγάπη του για την ελευθερία στο κοινό - κυρίως φοιτητές - που τον παρακολουθούσε φανατικά. Μετά τη μεταπολίτευση και δίχως φόβο πλέον συνεχίζει να ερμηνεύει τα αγαπημένα του αντάρτικα τραγούδια, τη μουσική επένδυση της Εθνικής Αντίστασης, μαζί με την τότε σύντροφο του Νατάσα Παπαδοπούλου. Στα «μαγαζιά» της Πλάκας όπου εμφανιζόταν γινόταν κυριολεκτικά «λαϊκό προσκύνημα» από ένα πλήθος το οποίο ανάπνεε επιτέλους ελεύθερα μετά από επτά χρόνια δικτατορίας και ήθελε να γνωρίσει αλλά και να επικοινωνήσει με τα τραγούδια μιας άλλης εποχής, ήδη μακρινής μεν αλλά όχι και ξεχασμένης, κατά την οποία ο αγώνας για αυτή την ελευθερία δεν ήταν μόνον ανάγκη αλλά και καθημερινή πραγματικότητα και πρακτική.
Ο Τζαβέλας υπήρξε πάντα συνεπής με τον εαυτό του, την ιδεολογία και τις απόψεις του και αυτό ήταν φανερό τόσο στις επιλογές του τραγουδιών άλλων τα οποία ερμήνευε με τον μοναδικό, «επαναστατικό» του τρόπο όσο και στα όχι και τόσα πολλά που έγραψε ο ίδιος. Πιο χαρακτηριστικό από τα τελευταία το «Καλέ Άνθρωπε Κυρ Παντελή», μια σαρκαστική σάτιρα αλλά και ανηλεή επίθεση στον μικροαστισμό και στα ατομικιστικά ιδεώδη του. Ήταν εκείνος που όχι μόνον έφερε ένα είδος τραγουδιού σχεδόν άγνωστο στους πολλούς στο προσκήνιο αλλά και έδειξε ότι περιείχε στοιχεία μα και διαχρονικές αξίες τα οποία το έκαναν επίκαιρο και σημαντικό και σε μία κατά πολύ μεταγενέστερη εποχή. Δυστυχώς όμως το μεταπρατικό σύστημα της μουσικής είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί και πάρα πολλοί άλλοι, άσχετοι ως και εχθρικοί απέναντι σε αυτό, άρχισαν να «πηδούν στο τρένο» του αντάρτικου τραγουδιού μετατρέποντας το σε μόδα. Έτσι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70 ο κόσμος είχε πια κορεστεί από αυτό με αποτέλεσμα να χάσει το ενδιαφέρον του. Η «χρυσή εποχή» για τον Πάνο Τζαβέλα είχε πλέον περάσει οριστικά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: