Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Είδα τη θάλασσα της Κατερίνης...


Το πατάρι του Ηλιάτορα προ της ενάρξεως

Μια βραδιά στον «Ηλιάτορα» της πόλεως Κατερίνης
και ένα απόγευμα εντός της

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ηλιο τον Ηλιάτορα1
Οδ. Ελύτης

Του Β.Π.Καραγιάννη

Σκεφτόμουν αυτήν την κατάληξη του Ελύτη καθώς, ψάχνοντας τον «Ηλιάτορα» βιβλιοπωλείο Κατερίνης, βάδιζα στην καρίνα της πόλεως, τον πεζόδρομό της, λίαν εμπορικό αλλά και καφετεριακό δρόμο, που φέρει το όνομα του Μ. Αλεξάνδρου (αυτό έλειπε να μην ονομαζόταν έτσι). Εφθόνησα κανονικά αυτόν το δρόμο, ότι με της πόλεως μας (τον ονομάζουμε και βλακωδώς Ειρήνης, κατάλοιπο του αλήστου μνήμης «ειρηνοφιλίας» που έπληττε, σαν η γρίπη των πτηνών, τις πόλεις και τα χωριά), είναι απελπιστικά -δι ημάς- ασύγκριτος. Γιατί κάνουμε έτσι, όταν βρισκόμαστε εκτός των εδαφικών μας ορίων κι αρχίζουμε αμέσως τις συγκρίσεις. Είναι επί του πραγματικού αυτές οι ένδον συζητήσεις ή μήπως η έμφυτη έφεση (κι άφεσή μας) προς το ξένο, το αλλότριο, το άγνωστο, το διαφορετικό, ο,τιδήποτε τέλος πάντων, μεγεθύνει έως υπερβολής, τις κόρες των ματιών μας. Το πλατάνι τους, γυμνό λόγω χειμώνος, αλλά εδώ η σύγκριση αμέσως κι ευκολότατη: ο κορμός του μισός και μικρότερος από τον πλάτανο της Λευκοπηγής, τα κλαδιά του δε υποδεκαπλάσιας έκτασης και ρώμης. Αυτό το γνωρίζει και μπορεί να το βεβαιώσει ενόρκως ενώπιον πάσης αρχής, ο παλιός και νυν φίλος Ν. Βενιώτης εκ Λευκοπηγής, καθηγητής φυσικής, που ζει εκεί, και άριστος συν τοις άλλοις φωτογράφος. Αναζητώντας και ρωτώντας, βρέθηκα, φέρων και φορών καπαρντίνα, στο ομότιτλο παράρτημά του βιβλιοπωλείου που ‘ναι κάτι σαν χώρος απασχόλησης για μικρά παιδιά –έναντι του εκκλησιαστικού βιβλιοπωλείου Φάρος, (της Ορθοδοξίας ή της χριστιανοσύνης μάλλον), που δεν το έψαχνα. Η κυρία του που κατέβηκε από το πατάρι ίσως με πήρε για εφοριακό (καμπαρντίνα είπαμε) ή ΥΠΕΔΑ και εκ της αγνώστου όψης μου. Μετά τις εξηγήσεις μ’ έστειλε στον ορθό «Ηλιάτορα», που στην πρώτη έρευνα ούτε που τον είδα, κείμενο επί της αριστεράς όχθης του πεζοδρόμου, αλλά στη συνέχεια χωρίς καμιά επιφύλαξη, με τη γρήγορη, κεραυνοβόλα τρυφερότητα, που γίνεται οσονούπω αγάπη, τον λάτρεψα. Ιδίως το πατάρι του. Μιλώ για το βιβλιοπωλείο το οποίο στη βιτρίνα του είχε πλην των βιβλίων και άλλα τρυφερά δώρα για ανθρώπους και σκέψεις. Οπως τα προσομειώματα εργαλείων θαλάσσιων ταξιδιών: πυξίδες, εξάντες, κλεψύδρες. Εχω κι εγώ στον τοίχο του γραφείου μου, τέτοια πράγματα για να ταξιδεύω στο πουθενά των τόπων αλλά στο παν των ανθρώπων. Είδη δηλαδή φιλολογούσας ναυτοσύνης· «Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλη/ με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα/σκαλώνει μες στα σύννεφα πατάει τα φύκια τ’ ουρανού»2. Το ισόγειό του ήδη το ξέχασα πως ήταν, αφού με παράσυρε το πατάρι στο οποίο σε φέρνει ξύλινη σκάλα, και ήταν μια μικρή ανακάλυψη τώρα για πάντα. Το μικρό που είναι όμορφο, αυτή η γλυκιά πλέον κοινοτοπία καθώς λεν, εδώ ξεπερνούσε κάπως τα όριά της. (Ας συγκρατηθώ λίγο). Μου το έλεγε ο Αντνς αλλά δεν πίστευα. Ξύλινες καρέκλες ωραίες με τάξη όπως οι καρέγλες στον Καβάφη («Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε/κι η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες»), απ’ αυτές που με θέλγουν και μου θυμίζουν εκείνες τις ίδιες, που κάποτε αγοράσαμε για την αίθουσα του Μητροπολίτη Διονυσίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (τέως αισθαντικός τόπος) και τα διαλαμβανόμενα εκεί «φιλολογικά βραδινά της βιβλιοθήκης»). Οι τοίχοι γεμάτοι βιβλία, αλλά για την περίσταση σκεπασμένοι με πάνινα στορ, αφού πάνω τους εφημέρευε έκθεση με έργα ζωγραφικής του Γ. Κόρδη, εμπνευσμένα από την ποίηση του Μποντλέρ. Ολα με μια καλαισθησία, που ίσως και να σε κούραζε κάπως, αφού το καθημερινό μάτι κουράζεται από τη διαρκή ομορφιά και ψάχνει φορές το ανόσιο κι τ’ ανισόρροπο. Οταν οι άνθρωποι είναι βαρεμένοι με την τρέλα του ωραίου, αυτή που θα πάει; Εκεί γύρω τους θα ξεσπά, θα γυρίζει και θα διαμοιράζεται, στους τυχερούς που την βιώνουν ευκαίρως ακαίρως. Λίγοι, πολλοί, αδιάφορον τελικά. Αρκεί που συνυπάρχεις με τρόπους σε τόπους και μ’ ανθρώπους τόσον καταδεκτικούς, σεμνούς, ευαίσθητους, φιλόξενους έως παρεξηγήσεως. Οπως δηλαδή οι ιδιοκτήτες του κ. Γιώργος, καθηγητής γης κατά τα άλλα, και η γλυκυτάτη διευθύντρια του οίκου τούτου, κ. Αλέκα, που φιλοξένησε εκεί, παραμονή εορτής του αγίου Αντωνίου, την ταυτόχρονη παρουσίαση δύο βιβλίων: του Παύλου Αυλίδη «Κάψα Χιτ» συγγραφέα, ψυχίατρου και ταξιδευτή (υπάρχει τέτοιο επάγγελμα;) από Θεσσαλονίκη που έγινε από τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα κ. Νίκο Βαρμάζη (παρούσα και η κυρία σύζυγος του Βασιλική Νεράντζη-Βαρμάζη καθηγήτρια στη Φιλοσοφική του ΑΠΦ) και το ημέτερον «Το χρώμα της Νοσταλγίας» που διεξήλθε ο κυρ’ Αντώνης Κάλφας (οι τίτλοι και τα διάσημά του, αμέσως παρακάτω). Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Ετσι εξηγείται, θα πει κάποιος μερικά καλοπροαίρετος, ο ενθουσιασμός μας. Οχι, δεν είναι μόνον από αυτό. Αλλά προκύπτει αβίαστος και είναι αμερόληπτη η κρίση από το όλον του ωραίου που υπέστημεν. Ενας υπερήλιξ κοζανίτης (κ. Μακρής) που ήρθε, μου δήλωσε ότι είναι μακρινός απόγονος του Νάννου Τσόντζα (στην εδώ οδό του έχει τα γραφεία το «Θάρρος»), ο οποίος μετείχε, από τους ελάχιστους κοζανίτες, στην Επανάσταση του 1821 και χάθηκε στα Ψαρά. Παρόντες επίσης ο Γ. Τεκίδης συγγραφέας, που στέλνει διηγήματα του στην «Παρέμβαση», ο Γ. Μεγαλόπουλος παθιασμένος των χαρτών άρα και των ταξιδιών στην ιστορία, ο Τ. Φώτας μηχανικός, έκπαλαι γνωστός από τους χώρους της ανανεωτικής και πολιτισμένης αριστεροσύνης.
Μεσημέρι, μόλις φτάσαμε μέσω Αιγινίου (ο άλλος Αντώνης Νταγλιούδης ...ελησμόνησε να έρθει) με την Τ., κι οδηγώντας πεζή το μηχανάκι του, μας στρίμωξε σε παρακείμενο πεζόδρομο στο «Στενό», ο μέγας Αντώνιος (Κάλφας γενική του Κάλφαντος), των γραμμάτων εν γένει, των ποιημάτων εν είδει, των μελετών, των Πειρασμών, των Φαρμακειών του κ.λπ., μέχρι και «τραμάκια» διαθέτει η χάρη του στα οποία επιβιβάζονται (νταν) νέοι και ημινέοι πλέον ποιητές και πεζογράφοι, για ένα ταξίδι στο εφήμερο της συγγραφικής δόξας και της ομότιμης λόξας· καθηγητής της φιλολογίας όπως ο προστάτης άγιός του, που διετέλεσε καθηγητής της ερήμου κατά τον Συναξαριστή και ψαλμωδό. Εκεί έγινε της προεόρτιας εορτής η γιορτή! Παρούσα κι η μεγαλοεκδότρια Κατερίνης («Ολύμπιον Βήμα» με τον υπέρλαμπρο εκδοτικό της οίκο) και Κοζάνης («Θάρρος»), κ. Μάρω Κορομήλη, λίαν καλή κυρία κι ωραία επιπλέον φίλη.
Περί την εσπερινή ώρα στο ξενοδοχείο μας χαιρέτησε ουδέτερα, μεγαλεπώνυμος πολιτικός εξ Αθηνών, οιονεί ανταγωνιστής της βραδιάς. Μια σκέψη φευγαλέα: ήρθαν τα πάνω κάτω στην Αθήνα και την Ελλάδα για να ‘χουμε και πάλι αυτούς υπουργούς κι επί της εξουσίας! Αλίμονο μας...
Βράδυ, μετά τη λήξη των εις τον Ηλιάτορα συμβάντων, έγινε της απόλαυσης στην ομώνυμη «Απόλαυση», δίπλα από το πάρκο –μνήμες από μαθητικές εκδρομές και τώρα εντελώς διαφορετικό για τους ξένους επισκέπτες-, το καλοκαίρι εκεί κατεβάζει τη θερμοκρασία της πόλεως κατά δυο βαθμούς, παρακαλώ. Ενώπιον μιας λιθογραφίας του Μποστ: «Μπουζουκτσής ψάλων: Αστράκια πούχη η θάλασσα κι άσπρα μαργατητάρια/ δάκρια για ναφτόπουλα που τάφαγαν τα πσάργεια» και μίας γοργόνας, τρώμε ατιμωρητί. Τι άλλο και πάλι να κάνουμε. Στον αισθαντικό χώρο, ας μην κάνω πάλι συγκρίσεις χώρων- πίσω μας κάτι νεανικές και μη φωνές, κόβουν κάτι σαν πίτα, αφηνόμαστε σε μια νυχτερινή, αμαρτωλή χαλάρωση πιάτων. Εν τω μεταξύ συνεχώς κοιτώ τη λιθογραφία και γελώ μόνος μου, ανεξήγητα για τους άλλους.
Οταν σχολάσαμε η νύχτα είχε ήδη γείρει προς την κανονική εορτή και ήδη το «Θάρρος» όδευε σελιδοποιημένο, προς το τυπογραφείο για την εκτύπωσή του και την αποστολή στην Κοζάνη. Θα ακολουθούσε το «Ολύμπιον Βήμα» αδελφοποιητή εφημερίδα με το Θ. Αλλες βραδιές το ταχυπιεστήριο τυπώνει μέχρι και δέκα (πολλές είπα;) εφημερίδες Πιερίας και περιφερείας.
Ψάχνω τον ορισμό της φιλοξενίας σε κάπως αρχαιοπρεπή δόση αλλά βρήκα μόνο το βιβλικό όρο «Αβραμιαίος». Ναι, κάπως έτσι ήταν η ξενία μας στην Κατερίνη.
Περνούν από δίπλα μας οι ομορφιές, συνήθως λιτές, απέριττες, μετρημένες και δεν τις βλέπουμε· δεν τις παρατηρούμε, όσο χρειάζεται. Επιμένουν να μας προσκαλούν. Εκ νέου τις προσπερνούμε. Ξανάρχονται και πάλι ώσπου κάποτε θα αναγκαστούν και θα μας χτυπήσουν κατακέφαλα· και τότε θα σερνόμαστε πίσω τους επαίτες ενοχλητικοί, κλοσάρ αξιοπρεπείς ή υπερήλικες παραλυμένοι. Εως εστί, λοιπόν, καιρός επιληφθείτε (ή επωφεληθείτε) τοιούτων πραγμάτων!
Παραμονή αγίου Αντωνίου σαν τους πειρασμούς που βίωνε εν οράματι και δεν υπέκυπτε ο άγιος, εμείς ζήσαμε τον πειρασμό της ομορφιάς και υποκύψαμε
Καλά κάναμε!


Σημειώσεις

1. Ας λέω εγώ: «Σ’ όλους τους τόπους, κι αν γυρνώ/ μόνον ετούτον αγαπώ»
αυτό δηλαδή που κάθε μέρα ζω, άλλο ποιόν νοσταλγώ. Από τον «Ηλιο τον Ηλιάτορα» του Οδ. Ελύτη
2. Οδ. Ελύτη από τον «Ηλιο τον πρώτο», τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: