Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Απ' ό,τι λαμβάνουμε διαδικτυακώς


Αυτό το Δήμο ποιός θα τον πάρει;


"Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί", Τζιλ Σκοττ-Χέρον, 1971
(The revolution will not be televised, Gil Scott-Hero
n)

40 χρόνια μετά, μετάφραση και προσαρμογή για το Ελληνικό Έτος 2011

Δεν θα μπορείς να κάτσεις σπίτι σου αδελφέ μου
δεν θα μπορείς να ανοίξεις την τηλεόραση, να συντονιστείς και να ξεφύγεις
δεν θα μπορείς να πιεις τσιγάρα και να εξαφανιστείς
να πας για μπύρα στις διαφημίσεις
γιατί η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα είναι προσφορά της Cosmote για συγκεκριμένο χρόνο ελεύθερης ομιλίας
η επανάσταση δεν θα σου δείχνει εικόνες του βουλευτή σου
να κάνει χειραψίες και να χαμογελάει στο τοπικό κανάλι
ή να χορεύει στο πανηγύρι του χωριού του
χέρι-χέρι με τον δήμαρχο πάνω στους τάφους των νεκρών σου
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα είναι προσφορά του Υπουργείου Πολιτισμού
δεν θα πρωταγωνιστούν ο Λάκης Λαζόπουλος, η Έλλη Στάη και ο Σάκης Ρουβάς
ή ο Μπαρμπα Στρουμφ και ο Πίκος Απίκος
η επανάσταση δεν θα κάνει το βλέμμα σου γοητευτικό
η επανάσταση δεν θα σε γλιτώσει από τις αιμορροΐδες
η επανάσταση δεν θα σου χάσει τρία κιλά
επειδή, αδελφέ μου, η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα βγάζεις φωτογραφίες με τον Αντώνη Νικοπολίδη
όταν θα τρέχεις με τα κλοπιμαία γύρω από το τετράγωνο για να δώσεις στους δικούς σου
ή όταν θα πετάς τον υπολογιστή μες στο κλεμένο ασθενοφόρο
η ΕΤ1 δεν θα μπορεί να προβλέψει τον καιρό
και να κάνει το αστυνομικό ρεπορτάζ της
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα δεις εικόνες από γουρούνια να πυροβολούν
αδελφούς σε επανάληψη
γουρούνια να πυροβολούν
αδελφούς σε επανάληψη
δεν θα δεις εικόνες των φορτηγατζήδων να κλείνουν το Σύνταγμα
ούτε των άστεγων να ανοίγουν την εξώπορτα σε αργή κίνηση
με καμάρι για να μπουν στο ξένο σπίτι.

Οι νοικοκυρές σε απόγνωση, ο Σπύρος Παπαδόπουλος και η Τόλμη και Γοητεία
δεν θα είναι στην επικαιρότητα
και οι γυναίκες δεν θα νοιάζονται αν η Ρούλα είναι μόνη ή όχι
γιατί οι άνεργοι θα είναι στον δρόμο ψάχνοντας τη ζωή
και η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα δεις τα καλύτερα στιγμιότυπα της Αθλητικής Κυριακής
των ειδήσεων, του Πάγκαλου και των κυνηγών ταλέτων
ή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου να ιδρώνει
η ηχητική επένδυση δεν θα είναι του Μίκη Θεοδωράκη
και δεν θα τραγουδάει ο Λέκας και η Φαραντούρη
ο Πάριος, ο Φραγκούλης και ο Πανούσης
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα είναι μαζί μας και πάλι σε λίγο
για κάποιο σημαντικό πρόσωπο, σημαντικό λόγο ή σημαντικό νέο
δεν θα χρειαστεί να ανησυχείς για το χρηματιστήριο
για το αμάξι ή το πέος σου
η επανάσταση δεν θα πάει με κόκα-κόλα
η επανάσταση δεν θα σκοτώσει τα μικρόβια που προκαλούν δυσοσμία
η επανάσταση θα σε έχει οδηγό.

Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα αναμεταδοθεί
η επανάσταση δεν θα προβληθεί μαγνητοσκοπημένη, αδελφέ μου.

Η επανάσταση θα είναι ζωντανή.


Κι αυτή την Περιφέρεια ποιός θα την αφήσει άψαυτη;


**********************************************************
Λέγεται ότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, αποφάσισε να τους δώσει δύο αρετές, ώστε να περάσουν καλά.
Έτσι έκανε:
- τους Ελβετούς μεθοδικούς και να σέβονται τους νόμους·
- τους Εγγλέζους επίμονους και μελετηρούς·
- τους Γιαπωνέζους εργατικούς και υπομονετικούς·
- τους Γάλλους καλλιεργημένους και εκλεπτυσμένους·
- τους Ισπανούς εύθυμους και φιλόξενους.
Όταν έφτασε και στους Έλληνες, στράφηκε στον άγγελο που κρατούσε σημειώσεις και του είπε: «Οι Έλληνες θα είναι έξυπνοι, τίμιοι και ΠΑΣΟΚ».
Μόλις τέλειωσε τη δημιουργία, ο άγγελος Του είπε: «Κύριε, σε όλους τους λαούς δώσατε δύο αρετές και στους Έλληνες τρεις. Έτσι θα υπερισχύσουν όλων των άλλων».
«Να πάρει η ευχή! Έχεις δίκιο! Μόνο που δεν μπορώ να τις αφαιρέσω! Ας έχουν λοιπόν οι Έλληνες τρεις αρετές. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, κάθε Έλληνας δεν θα μπορεί να έχει πάνω από δύο συγχρόνως».
Έτσι: Ο Έλληνας που είναι ΠΑΣΟΚ και τίμιος δεν μπορεί να είναι έξυπνος.
Εκείνος που είναι έξυπνος και ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι τίμιος.
Κι εκείνος που είναι έξυπνος και τίμιος δεν μπορεί να είναι ΠΑΣΟΚ.

Φωτο Υστερόγραφο στη Δυτική Περιφέρεια

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

«Ξυπνάτε κοιμώμενοι για τη νέα Ιερουσαλήμ»



Μιαν άλλη αίσθηση εκλογικού λόγου και πράξης έδωσε την Κυριακή 31/10 στο Κοβεντάρειο, με τη δημόσια, προεκλογική κορύφωσή τους, ο συνδυασμός“Κοζάνη τόπος να ζεις”, ο οποίος συντίθεται από ανθρώπινες δυνάμεις του επιχωρίου ΣΥΝ, των Οικολόγων Πράσινων + Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης. Η
“Κοζάνη τόπος να ζεις” με το στατικό και βαλτώδες που περιέχει ως εκ της πραγματικότητας της πόλεως, μου ‘ρχεται σαν καλύτερα να το έλεγαν “Κοζάνη, τρόπος να ζεις” ένας τίτλος που δείχνει κίνηση, προοπτική, προσπάθεια, προτάσεις (όλα αυτά;).
Για την τοπική, αυτοδιοικητική ιστορία ο ανωτέρω συνδυασμός είναι ο δεύτερος στην μεταπολιτευτική περίοδο που ξεκινάει ως μια αυτοοργάνωση, ας το πούμε έτσι, των πολιτών από τη βάση (το λαό που λεν άλλοι εν επιγνώσει της υποτέλειάς του, κι άλλοι εν απογνώσει από την ακούσια “ευτέλειά” του), οργανώνεται όπως όπως και στα γρήγορα, κουράζεται υπέρ το δέον και τελικά φτάνει στην ολοκλήρωση, η οποία είναι η κατάρτιση του συνδυασμού και η κάθοδος στις εκλογές. Είναι ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα αφού οι νόμοι είναι και ήταν θεσπισμένοι πάντα υπέρ των δυνατών κι όχι “υπέρ αδυνάτων” (Λυσίας). Πολυπληθής η σύνθεση αλλά και δυσβάστακτη η παρουσία των γυναικών στους συνδυασμούς σε καθοριστικό ποσοστό (τόσο υποτιμητικό για αυτό το “ισχυρό” φύλο).
Το1982 από τις δυνάμεις του αλήστου ενθύμησης ΚΚΕ εσωτερικού (πενιχρές) και άλλους ελευθερόφρονες συμπολίτες με την αρχηγία του κ. Νίκου Χατζόγλου, πολιτικού μηχανικού, διεκδίκησε τη Δημαρχία και έλαβε το 6% των ψήφων και έναν δημοτικό σύμβουλο. Ακολούθησε βέβαια η αυτόνομη κάθοδος της Οικολογικής Κίνησης με τον αλησμόνητο Χρήστο Μπέσα η οποία έλαβε 8% κατά πανελλήνια έκπληξιν και πρωτιά. Ομως αυτήν δεν την καταχωρώ στις ανεξάρτητες πολιτικές κινήσεις, αλά στις συγκινητικές παρόμοιες.
Η νυν Κίνηση που με τόσες προσπάθειες κι αντιξοότητες συνεστήθη (μήπως νόμιζαν πως οι εκλογές είναι περίπατος), έφτασε ήδη προ του εκλογικού πηγαδιού κι ετοιμάζεται να πιεί νερό.
Ετσι, το τελευταίο βράδυ του Οκτωβρίου πρωτοτύπησε στην τελική της συγκέντρωση. Στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού συμβουλίου (στο οποίο από την άλλη Κυριακή θα υπάρχει και μέλος της εκεί καθήμενο επί των εδράνων του -ο αρχηγός της κ. Ιωαννίδης εκ Μαυροδενδρίου- διοργάνωσε, κόντρα στην οχλαγωγία των δρόμων και των πλατειών, μια εσωτερικού χώρου και λόγου, λίαν αισθαντική εκδήλωση με πολυφωνική μουσική, εκτός από την λιγόλογη, μεστή, συγκινητική αλλά πολιτική ομιλία του προέδρου του. Κατά μήκος δε των διαδρόμων της αίθουσας υπήρχε μια έκθεση φωτογραφίας από την τοπική, πολιτιστική εταιρεία «Φωτοεστίαση» με κορυφαία φωτογραφία αυτήν του κ. Χρ. Λαμπριανίδη, η οποία έλαβε, εκτός από το θερμό χειροκρότημα (ο δημιουργός της δηλαδή) των παρευρισκόμενων και το 1ο βραβείο σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας από οργάνωση της Αμερικής με θέμα το κλίμα.
Αλλ’ ας σταθώ στη μουσική (που αλλού άλλωστε;)
Το μουσικό σύνολο ricercati αποτελούσαν οι: Ερη Κουρμπαλή -αλτο, Χριστίνα Τανή -άλτο, Nicola Harrington –σοπράνο, βιολί, Παναγιώτης Δημόπουλος τενόρος, Μπάμπης Τσινικοσμάογλου μπάσος. Συνόδευαν ο Νίκος Δούρβας με το λαούτο και ο Δαμιανός Καϊλόγλου βιολοντσέλο με τη διεύθυνση της Nicola Harrington.
Το θέμα ήταν μουσική για πολλές φωνές. Ηγουν τραγούδια και συνθέσεις πολυφωνικής απόδοσης. Το πολυφωνικό στη μουσική μήπως συγγενεύει κάπως και με την πολυφωνία στην πολιτική, δηλαδή τη Δημοκρατία, επισήμανε ο Π. Δημόπουλος (είναι υποψήφιος με την Κίνηση) που εισηγούνταν. Γιατί όχι; Τραγούδια από την Ισπανία του 13ου αιώνα, από τη Γαλλία του 14ου, ένα παραδοσιακό από τη Γεωργία, από την Τοσκάνη του 15ου, από την Φλωρεντία και Φλαμανδία, παραδοσιακό από τη Σκωτία και Ιρλανδία, από την Αγγλία του 18ου αι. και τη Γερμανία του 1807 την άρια του Γ. Σ. Μπαχ Μein Freund ist mein.(1) Τέλος από την Ελλάδα το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Πότε θα ξαναμιλήσεις» από τα Τρία κρυφά ποιήματα, το οποίο μελοποίησε την 26.10.2010 ο Παναγιώτης Δημόπουλος.(2)
Ομολογώ πως ήταν μια εξαιρετική θα έλεγα μουσική εμφάνιση. Μετά τη μουσική φοβόσουν πως θα ήταν ελαφρώς ξενέρωτη η πολιτική, αλλά κι αυτή υποχρεώθηκε ν’ ακολουθήσει την ευγένειά της. Η ωραία και χαμηλόφωνη μουσική εξημερώνει κι αφοπλίζει κάθε επίδοξο πολιτικό θορυβοποιό.
Και μόνο γι’ αυτή τη διακριτική και πολιτισμένη, δημόσια ομολογία του πολιτικού τους ήθους, τους σκέφτομαι σοβαρά, ότι ήθελα ν’ απέχω των ψηφοπραγμάτων μας (δηλαδή να αφήσω τους άλλους να αποφασίζουν για μένα). Η ψήφος (ο ψήφος που λεν στα χωριά) άλλωστε κατέστη πλέον προαιρετική αφού είναι απαλλαγμένη πάσης κυρώσεως η αδιαφορία περί αυτής.
Μέχρι πριν λίγες μέρες είχαν γεμίσει τα μάτια και τ’ αυτιά μας από δηλώσεις (μου θύμιζαν τις δηλώσεις μετανοίας των άλλοτε αριστερών ανθρώπων στις φυλακές και τις εξορίες) πως κάποιοι, πολλοί, άπειροι (με πείρα ή άνευ ή μόνον με «πήρας») είναι υποψήφιοι προς εκλογήν τήδε κακείσαι. Μέσα σ’ αυτό το νυμφετό από δηλώσεις όμοιες με τις νιφάδες χιονιού που λιώνουν επί τη εμφανίσει στην πολιτική λαχαναγορά, κι έχουν την αξία των πληθωριστικών χαρτονομισμάτων – ακόμα δεν φτάσαμε ως εκεί αλλά μόνον στα προπτωχευτικά πρανακρούσματα είμαστε – δηλώνω, το λοιπόν κι εγώ πρόθεσιν ψήφου εν γνώσει των συνεπειών του τρόπου μου. Χωρίς την αυταπάτη ότι κάτι το εξαιρετικό διαπράττω, είναι το ίδιο ασήμαντη κι ατελέσφορη η δήλωσή μου αυτή με όλες εκείνες των υποψηφιοτήτων, όμως για συναισθηματικούς λόγους (πολιτικά είμαστε τοποθετημένοι για λόγους ιστορικούς ή πολιτιστικούς κι όχι απ’ άλλο τι) αλλά εκ του αισθητικού και μόνον λόγου υπάρχω σ’ αυτήν την αδίστακτη πολιτική και κομματική πρακτική και διαδικασία, κατά την οποία οι «κυρίαρχοι» πολίτες εγχειρίζονται (μάλλον ευνουχίζονται) φορές χωρίς αναισθητικό!
Λέω να τους ψηφίσω αυτούς τους άδολους εκφραστές της ουτοπίας («Κοζάνη τόπος να ζεις» κλπ) που μας γέμισαν όχι λόγια αλλά μουσική, νότες και τρυφερότητα σαν να ερχόταν από ένα άλλο κόσμο, μάλλον από έναν άλλο πολιτικό πολιτισμό (τι κοινότοπη φράση!) και ως διάττοντες διαλάμπουν, αφού διαγράψουν τροχιές σύγκρουσης με τα καθιερωμένα κατεστημένα (και καθυστερημένα) αλλά αφόρητα νικηφόρα, μέχρι αποπλήξεως πλέον, σχήματα πολιτικού λόγου και πράξης.
Λέω να τους ψηφίσω (3) γιατί μου θύμισαν χρόνους, πρόσωπα, καταστάσεις τα οποία αν και χάθηκαν στην αχλή του καιρού, όταν επιστρέφουν μας παρασέρνουν στο ρυθμό περασμένης βροχής, θέλω να πω αναμνήσεων με τις οποίες φορές ζώμεν και εσμέν και ίσως έτσι είναι και η καλύτερη φυγή προς τα μπρος.
-Που δηλαδή;


ΥΓ 1.
Η άρια του Μπαχ ήταν από την Καντάτα Wacher Auf (“Ξυπνάτε κοιμώμενοι για τη νέα Ιερουσαλήμ”, γραμμένη για την 32 Κυριακή του έτους (στο ρωμαιοκαθολικό εορτολόγιο), δηλ. την 7 Νοεμβρίου…

ΥΓ. 2
Ολόκληρο το ποίημα του Γ. Σεφέρη έχει ως εξής:

Πότε θα ξαναμιλήσεις;

Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά πού θά είσαι τη στιγμή που θά ‘ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;

ΥΓ. 3
Και λοιπόν, θα μπορούσε να πει κάποιος...

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Μνήμη δικαίων καιρών μετ’ εγκωμίων


"...Αλλά και στα Καραγάτσια (δύο θεόρατα και γερασμένα αδελφά δέντρα που έβγαιναν από τη γη σε σχήμα V, στον κορμό και τα κλαδιά των οποίων μεγάλωσαν ως μαϊμούδες γενιές νεαρών και στο «Καναμπαριό» δίπλα τους, με τα δύο τερέν για τις αγώνες με τις μπίλιες (βόλους άκουγαν να τις ονομάζουν οι πολιτισμένοι παίδες της πόλης κι αυτοί ξεκαρδίζονταν στο γέλιο) και το περίφημο επί γης φίδι που μόνο δεξιοτέχνες της μπίλιας το διεξέρχονταν, κι ήταν αυτό το ανώτατο στάδιο του μπιλιεδισμού.
(«Εδώ ας σταθώ» κι ας κλάψω λίγο ένδον, γι’ αυτή τη χρυσο-χρονόσκονη μνήμης που έπεσε πάνω μου και με γέμισε εικόνες «ανηλέητης» νοσταλγίας)."

Από το διήγημα "Ο Μποέμ και οι Βοημοί της μνήμης μας"


"...και τους νερόμυλους, αχ, τους νερόμυλους δίπλα στους οποίους γεννήθηκες, μεγάλωσες μπήκες στη φτερωτή τους και στριφογυρίστηκες στη δίνη του νερού και γύρισαν οι μυλόπετρες του χρόνου, πότε έγιναν αυτά, σε ποια βιβλία τα διάβασες άραγε, και κοιμόσουν με τον κρυστάλλινο ήχο κι απόηχο του νερού που έβγαινε από τη σήραγγα διοχέτευσής του στο λάκκο πιεσμένο από τη στενή τρύπα για να πάρει πίεση και να χτυπήσει τα πτερύγια της φτερωτής να γυρίσει τις μυλόπετρες, να συνθλίψουν με τη φοβερή τριβή τους το αδύναμο στάρι και το σκληρό καλαμπόκι, να γυρίσει τις σκληρές και μαλακές μέρες της ζωής μας, ο μύλος που αλέθει τον καθένα μας και με τον τρόπο του και κατά τα έργα του κι αλληλούια."

Από "Τα 6,6, της Σκηνοπηγίας"

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Βανδαλισμός, το ανώτατο στάδιο του δημοτικού εκχωριατισμού


«Το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής είναι το πεζοδρόμιο...»
φωνή Στέλιου Καζαντζίδη, στίχοι, μουσική Μπάμπη Μπακάλη.
«Η μεγαλύτερη αθλιότητα της ζωγραφικής είναι στο πεζοδρόμιο της Κοζάνης» ζωγραφική Γ. Κόλλα, συγκολλητική ουσία των αφισοκολλητών παντός είδους και αίσχους.

Εδώ και μερικά χρόνια, μιας αποκριάς καιρό, ο κύριος Δήμος Κοζάνης ζήτησε από το ζωγράφο κ. Γ. Κόλλα, να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός δημοτικού ερειπίου το οποίο βρίσκετε στον κεντρικό πεζόδρομο. Να το βλέπουν οι μόνιμοι περαστικοί και ν’ αδιαφορούν αλλά κι οι εφήμεροι επισκέπτες και ν’ αναρωτιούνται για την ωραία ζωγραφική επί τοίχου που καλλιεργείται ως τέχνη στα χέρσα του δήμου. Ο άριστος καλλιτέχνης ζωγράφισε με την αισθαντικότητα που διακρίνει τον καλλιτέχνη ο οποίος ζει πλέον την πόλη και την αισθητική της, περισσότερο από κάθε άλλον τοπικό, μια σύνθεση στην οποία είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού η οικιστική παράδοση της Κοζάνης. Το έργο ιδιαίτερα τιμήθηκε στον καιρό του (φωτογραφήθηκαν, δηλαδή καμάρωσαν μπροστά του, αρκετοί επιφανείς κι επιφανειακοί επί το πλείστον τύποι της πόλεως) με την πάροδο του χρόνου όμως έγινε εύκολη λεία των αφισοκολλητών κάθε είδους ακόμα και του ίδιου Δήμου.
Ο ζωγράφος για ν’ αποδώσει την παλιά, ρομαντική εικόνα της πόλεως και την κεντρική καρίνα της, (ο πεζόδρομος με τις πικροκαστανιές του) στην οποία σήμερα η κνίσα και μόνον αντιλαλεί, κι ιδίως το αρχαίο περίπτερο («Ο τραυματίας της Μούργκάνας;) έψαξε, ρώτησε, έμαθε, είδε, αισθάνθηκε ό,τι δεν αισθάνονται και δεν αισθάνθηκαν ποτέ αυτοί οι επιδερμικοί (αλλά τελεολογικά ...αναντικατάστατοι) άνθρωποι της δημοτικής παρέας, δηλαδή εξουσίας.
Αυτή η δημοτική ακηδία επί του καλλιτεχνικού δείχνει μια βαθιά περιφρόνηση στην τέχνη και τους δημιουργούς της. Θα μπορούσαν να πάρουν από κει το έργο -άλλωστε σε κόντρα πλακέ είναι φτιαγμένο άρα μεταφερόμενο- και να το στήσουν αλλού. Αλλά το αντιμετώπισαν ως αναλώσιμο υλικό της αποκριάς, όπως δηλαδή οι γελοίες κατασκευές της, τις οποίες σωρεύουν χύδην στους χώρους της ανακύκλωσης· έτσι κι αυτό το παρέδωσαν στην αγριότητα και αθλιότητα των ποικίλων ρυπαντών του δημόσιου χώρου, αλλά πάντα υπέρ το λαού.
Ακούσαμε πως ο νυν δήμαρχος, ο οποίος νόμιμα θέλει να δημαρχεύσει και στην ερχόμενη τριετία, δήλωσε ότι ο πολιτισμός είναι ο μοχλός (τι τύπου άραγε;) ανάπτυξης (τι τρόπου εννοείται;) της πόλης και των χωριών της.
Ετσι, ερωτάται το λοιπόν, με ποιά υπομόχλια μπορεί να ξηλωθεί τουλάχιστον το έργο αυτό, να καθαριστεί αν είναι δυνατόν και να κρατηθεί υπό του Δήμου ή να δοθεί όπου δει.
α. Με αυτά της αρμοδίας υπηρεσίας του Δήμου οπότε οδηγείται στον Νιάημερο ένθα ενεδρεύουν τα αδρανή υλικά της κάθε αποκριάς δια τα περαιτέρω.
β. Της ξηλωτικής αυτοδικίας από τη σέχτα των ανωνύμων φίλων του Γ. Κόλλα και της τέχνης γενικώς, η οποία, αν δεν συλληφθεί κλέπτουσα δημόσια περιουσία (διότι το παράγγειλε το έργο ο Δήμος άσχετα αν πλήρωσε τον καλλιτέχνη κι αυτό είναι ένα άλλο πένθιμο κρατούμενο), δεν θα έχει που να το τοποθετήσει εμφανώς· άρα θα το τεμαχίσει άπονα και θα διαμοιράσουν τις επιφάνειες που θα προκύψουν μεταξύ τους, όπως έκανε άλλοτε ένας άλλος καλός καλλιτέχνης των μεγάλων επιφανειών («και των μεγάλων πόντων») κ. Θάνος Καλαμπούκας (Αta), άψογος χειριστής του ρολού (που ταξιδεύει άραγε;) ο οποίος πουλούσε τα έργα του με το μέτρο και το πριόνι όταν χρειαζόταν να κόψει τεμάχιό τους αν ολόκληρος ο πίνακας ερχόταν μεγάλος στο σαλόνι της κυρίας. Διότι αυτά είναι της τέχνης τα φαρμάκια και τα μαρτύρια, να υφίσταται κάποτε και πριονισμόν, όπως οι μάρτυρες της ορθοδόξου ημών πίστεως και πατρίδος.
γ. Της δυναμικής, ολιστικής αντιμετώπισης του πράγματος. Ητοι επίθεση από τους επιχώριους αναρχικούς, προστάτες του κάθε ωραίου και λεπτού αισθήματος, με τσαπιά και σκεπάρνια ώστε να γκρεμιστεί αυτό το τείχος του αίσχους· τουλάχιστον να μη φαίνεται ο βαρβαρισμός της επιφάνειας και να μένει στο βάθος ο εκβαρβαρισμός μιας πόλης, στην οποία ο τρόπος της, επί της τέχνης, του πολιτισμού, των γραμμάτων είναι ο βασικός μοχλός κατεδάφισης κάθε ίχνους δημόσιας ευαισθησίας.

ΥΓ. Φυσικά μπορεί και να μείνει εκεί εσαεί ώστε να αποδεικνύει την αθλιότητα κι αχρειότητα του καλλιτεχνικού και πνευματικού, δημοτικού μας είδους.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Εωθινόν του Κάρλος Φουέντες


CARLOS FUENTES

O χορός της οικογένειας της γειτονιάς

Eφυγα από το σπίτι επειδή με έδερναν με έγδυναν με εξανάγκαζαν
Ο πατέρας και η μητέρα μου
Επειδή πέθαναν και οι δυο και δεν υπήρχε κανένας άλλος στο σπίτι
Επειδή δεν έχω συγγενείς
Επειδή οι τύποι μού έλεγαν μην είσαι μαλάκας βγες στον δρόμο είσαι μόνος στο σπίτι σου σε δέρνουν σε γαμούν σε βρίζουν
Στο σπίτι σου είσαι χαμένος αξίζεις λιγότερο και από κατσαρίδα
Πόσο μόνος μου νιώθω, καταδικασμένος σαν έντομο αναποδογυρισμένο
Θλίψη ρε φίλε
Αμυνα ρε φίλε
Δώσε μου καταφύγιο χωρίς στέγη στον δρόμο
Aντε να ζήσεις ασφαλής στον δρόμο
Ούτε καν να κοιτάς όποιον δεν είναι του δρόμου
Εδώ τουλάχιστον είσαι πιο ασφαλής απ' ό,τι στο σπίτι σου
Εδώ κανείς δεν σου ζητάει τίποτα
Εδώ δεν υπάρχει καμία ευθύνη
Εδώ το μόνο που υπάρχει είναι η περιοχή μας
Εδώ είμαστε η οικογένεια της περιοχής ανάμεσα στο Τάνκε και το Ελ Σέρο
Μην αφήνεις να περάσει κανείς που δεν είναι της οικογένειας της περιοχής ρε φίλε
Δώσ' του να καταλάβει όποιου περάσει τα όρια
Είμαστε στρατός εκατό χιλιάδες παιδιά και έφηβοι αμολημένοι
Μόνοι χωρίς οικογένεια στους δρόμους
Καρφωμένοι στον δρόμο
Θέλετε να φύγετε από τον δρόμο;
Δεν υπάρχει τίποτα
Κάποιοι κατάληξαν στον δρόμο
Οικογένεια είναι ο δρόμος
Γεννηθήκαμε από τον δρόμο
Η μανούλα έκανε έκτρωση στη μέση του δρόμου
Την κλοτσοπάτησαν στη μέση του δρόμου μέχρι να βγάλει το έμβρυο
Στη μέση του δρόμου
Επειδή ο δρόμος είναι η κοιλιά μας
Τα αυλάκια το γάλα μας
Οι σκουπιδοντενεκέδες η ωοθήκη μας
Μην μπαίνεις στον πειρασμό
Ακου αποθηκάριος σε σουπερμάρκετ
Ακου να καθαρίζεις τα τζάμια των αυτοκινήτων
Ακου μικροπωλητής
Ακου σεκιουριτάς για αυτοκίνητα καθοίκι
Ακου να βοηθάς τα χούφταλα
Ακου ζητιάνος
Πες όχι ρε φιλάρα
Ζήσε μ' αέρα μ' αλκοόλ με τσιμέντο
Καλύτερα να πεθάνεις σαν ηλίθια κατσαρίδα
Στους δρόμους στα τούνελ στους σκουπιδοτενεκέδες
Παρά να πεις ότι σε νίκησαν.


Ποίημα από το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Ολες οι
ευτυχισμένες οικογένειες», εκδόσεις Καστανιώτη 2008

poema ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση
poetry e-zine

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Τότε ο Πανάγαθος έκραξεν οργίλος...



Διάβασα σε αναρτήσεις στα τοπικά σάιτ -εκεί πλέον διεξάγεται ο αγώνας της μνήμης κατά της λήθης (Μ. Κούντερα)- τις οργισμένες αντιδράσεις πολυχρόνιου, επώνυμου, δημοτικού υπεράρχοντα (όστις εκ του λόγου της αψυχραιμίας του μπορεί να γίνει δυσώνυμος) κατά μέσου τηλεοπτικής ενημέρωσης, δημοσιογράφων ή δημοσιολόγων αυτού, και υπέρ της λίαν συμπαθούς κ. Γ.Κ. Ζμπλδ., (ήδη αρχηγού της Διαχειριστικής Αρχής της Περιφερείας των νεοελλήνων δυτικομακεδόνων) και λίγο διαισθάνθηκα του πόσο άγριος πρέπει να είναι ο εσωκομματικός, φατριαστικός αγών στο κόμμα του Εθνοφελούς Μνημονίου. (1) Ούτε ο Τάκης Σταματόπουλος με το τετράτομο έργο του «Ο εσωτερικός αγώνας πριν και κατά την επανάσταση του 1821». εκδ. Κάλβος (1979) δεν θα διανοούνταν (εντάξει, τηρουμένων των αναλογιών) ότι συμβαίνουν τέτοια πράγματα...
(Σημ. ένδον. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει τη σημαίνει Επανάσταση του 21 αν δεν διεξέλθη αυτό το μνημειώδες έργο).
Επιπλέον και άλλα, επί το πλείστον φαιδρά, για την εν εξελίξει πολιτική μας αφήγηση (ας χρησιμοποιήσουμε ένα λόγιον στερεότυπον του συρμού). Εξ αυτών μου ‘ρθε κατά νουν λαϊκός ποιητικός λόγος, αλλά και ο έντεχνος, ήγουν του Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892) κάποιες στροφές (σε σύνολο 100 πεντάστιχες) από τη μεγάλη του ποιητική σύνθεση «Διονύσου Πλους" τα οποία υποβάλλω προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες.

***
Τότε ο Πανάγαθος έκραξεν οργίλος
και ο θόλος έτρεμε τ’ ουρανού ο κοίλος…
«Τις εμού, ω κάθαρμα κάλλιον γνωρίζει,
ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζει;»
Κ’ εν ταυτώ το σκήπτρον του αίρ’ η δεξιά του,
δίδ’ εις το μετάφρενον μίαν του Θανάτου…
Και από τότε ο Θάνατος έμεινε κουφός.

***
Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892)
στροφές από το ποίημα «Διονύσου Πλους»

....................................

Άλλους διήγειρε πολλούς
η όψις των θελγήτρων
της κόρης της περικαλλούς,
και ενεψύχου τους δειλούς
ελπίς πλουσίων λύτρων.

Φωνή διέρρει σιγαλή
ως ψίθυρος το πρώτον.
Αλλ΄ εθρασύνοντο πολλοί,
και εξερράγ΄ η απειλή
μετά κραυγών και κρότων.

Των απαισίων οφθαλμών
το μέλαν πυρ ιδέτε.
Εγείρεται πας ο τολμών.
Την κώπην επί των σκαλμών
αφήκαν οι ερέται.

Ήρπασαν όπλα παρευθύς
από των προσπιπτόντων,
λίθους τινες χειροπληθείς,
και ό,τι εύρισκε καθείς
τις κώπην και τις κόντον.

Τα βλέμματα πλήρη φλογών
ηκόντιζον οργίλα,
κ΄ ερρίφθησαν, ως αν αγών
δεινών επέκειτο σφαγών,
και έπαλλον τα ξύλα.

Ο ανδραποδιστής λαός
τους οπαδούς των ξένων
πρώτους λαβών ανηλεώς,
τους έρριψεν εις της νηός
το στόμιον το χαίνον.


Σημ. Είναι γεγονός πως ο «ανδροποδιστής λαός» δεν μπορεί να ησυχάσει με όσα γίνονται στο κόμμα αυτό και γιατί σφάζονται τόσο πολύ και τόσο βαθιά τα κριάρια του στου μνημονίου την αγκαλιά χωμένα κι εντός ολίγου εκεί εκλογικά παραχωμένα.

ΥΓ. Δρυός (pasikikous) και μη εισέτι πεσούσης πας ανήρ του μπορεί πλέον να ξυλεύεται ακωλύτως.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Διαποντισμός βιβλίων και προσώπων



H βιβλιοθήκη Στρατή Tσίρκα (E.KE.BI.)
και η βιβλιοθήκη επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού (Δ. B. Kοζάνης)
εις την κοινή οδό της απωλείας;*


«...ωφέλησεν το Mοναστήριόν του αρκετά, και κατέστησεν εις αυτό και Bιβλιοθήκην
αξιόλογον, ήτις μετά τον θάνατόν του αμελουμένη ωλιγώθη πολύ»


Xαρίσιος Mεγδάνης για τον Nεόφυτον Iερομόναχο, 1678

H ζωή υπάρχει για να καταλήξει σ’ ένα βιβλίο, είπε ο Mαλλαρμέ. Mετά τι γίνεται, επί το πρακτικότερο όμως, το βιβλίο αυτό; Aφού η ζωή υπαρκτή ή φαντασιωμένη κι αρχιτεκτονημένη από του ξυγγραφέα την ξυγγραφή (= «το μετ’ επιμελείας και σπουδαίως συντάξαι», κατά τη Σούδα), γίνει βιβλίο, τι γίνεται αυτό μετά; Ως περιεχόμενο καταλήγει σε κάτι άυλο, κάπως ρευστό στην αρχή, δύσκολο στη νοητική συγκράτησή του, το οποίο ωστόσο αφήνει, αφού ξεχαστεί ως υπόθεση, πάντα κάτι στον αναγνώστη· αυτό το οποίο οι ειδικοί ονομάζουν πολιτισμό και μόρφωση. Ως υλικό αντικείμενο τα βιβλία κατά μόνας ή ως μονάδες μιας βιβλιοθήκης πού καταλήγουν; Στα σπίτια κατ’ αρχήν. O λελογισμένος τους αριθμός επιτρέπει την, για μια γενιά τουλάχιστον, διαιώνισή τους, στους κατιόντες αμέσους ή εμμέσους. Aπό κει κι ύστερα πάνε συνήθως στα παλαιοπωλεία, στις δημοτικές υπηρεσίες ανακυκλώσεως χάρτου και κάποιες φπρές, συνήθως επώνυμες και όχι σε αριθμό βιβλίων ευάριθμες βιβλιοθήκες, καταλήγουν, συντεταγμένες ή ασύντακτες, στις κοινόχρηστες βιβλιοθήκες. Σπανίως οι κτήτορες επώνυμων βιβλιοθηκών - οι οποίοι σφραγίζουν και δι’ ιδιογράφου σφραγιδίου, ex libris, εν έκαστον βιβλίον τους, ικανοποιούντες μια εφήμερη ιδιοκτησιακή και διαρκή αγαπητική σχέση μ’ αυτά- οι ίδιοι δωρίζουν, χαρίζουν, διαμελίζουν ή εκποιούν αυτές. Αν δεν το κάνουν και οι απευθείας ή εκ πλαγίου κατιόντες τους, τότε κατά κανόνα το περιεχόμενό τους συνωθείται και ασφυκτιά στους συνήθως πεπερασμένους χώρους μιας δημόσιας, δημοτικής, σχολικής ή σωματειακής βιβλιοθήκης.
Mας γέννησε τις βιαστικές αυτές σκέψεις ένα άρθρο της, καλής επί των ζητημάτων του πολιτισμού, δημοσιογράφου της “Kαθημερινής”, κ. Oλγας Σελλά, αρκούντως ανησυχητικόν. “Mούχλιασε η συλλογή Tσίρκα. Aφησαν να καταστραφούν 3. 000 βιβλία, μερικά του 18ου και 19ου αιώνα”, ο τίτλος κι ο υπότιτλος. Mε ιδιαίτερες, θυμάμαι, πνευματοτυμπανοκρουσίες εκ μέρους των δωρεοληπτών, έγινε δεκτή η βιβλιοθήκη του έξοχου συγγραφέα στο Eθνικό Kέντρο Bιβλίου, όπου δωρήθηκε από τους απογόνους του, και τοποθετήθηκε σε βίλα στα άνω αθηναϊκά προάστία, όπου και τα πρώτα γραφεία του οργανισμού. Kαι ξεχάστηκε εκεί. Δεν την ξέχασε όμως, ο καιρός και τα συμπαρομαρτούντα αυτού. Eφτά περίπου χρόνια μετά κι αφού το E.KE.BI. μετακόμισε στο αθηναϊκό κέντρο, ο καιρός και μετεωρολογικά , η ερημιά της βίλας και η αχρησία των βιβλίων έκαναν την οχληρή τους εμφάνιση στη βιβλιοθήκη του Στρατή Tσίρκα. Tο αποτέλεσμα, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ της δημοσιογράφου, βασισμένο σε γνωμάτευση βιβλιοθηκονόμου, είναι να χρειάζεται τώρα απεντόμωση στα βιβλία όπου επενέβησαν έντομα, απο-μουχλοποίηση όσων από την υγρασία έπαθαν, τέλος η μεταφορά τους στο κέντρο.
H δωρεά της Bιβλιοθήκης του Στρατή Tσίρκα στάθηκε για την πόλη μας βασικό θεωρητικό και πρακτικό προηγούμενο ή και παράλληλο συμβάν· ότι εκείνους τους χρόνους η Δημοτική Bιβλιοθήκη Kοζάνης (Δ.B.K.) είχε δεχθεί τη μεγάλη, σε όλα τα μεγέθη, βιβλιοθήκη του άλλοτε μητρ. Διονυσίου Ψαριανού με 15 χιλ. τόμους πάνω - κάτω. H χειρονομία ενίσχυε και το επιχείρημα για το άτμητο, το αλώβητο και το αδιαίρετο των μεγάλων και επώνυμων βιβλιοθηκών, είτε εκ της προσωπικότητας των δωρητών είτε εκ του περιεχόμενου της, όπως λ.χ. η δωρεά της βιβλιοθήκης του Γ. Σεφέρη στη Bικελαία Bιβλιοθήκη Hρακλείου, αλλά και τηρουμένων των αναλογίων η δωρεά στη Δ. B. K. της βιβλιοθήκης αρχικά και μετά και του αρχείου του Γ. Λυριτζή, συνταγματάρχου, ερευνητή και συγγραφέα.. Πόσο με θλίβει τώρα το κατάντημα αυτού του αρχείου· μετανιώνω ένδον για τα όσα μεθόδευσα για την απόκτησή του.

Eπί του οικείου προκειμένου.
Στην Kοζάνη, η Bιβλιοθήκη του Mητροπολίτη τοποθετήθηκε (όπως και το σκήνωμά του σε ξεχωριστό τόπο στο κοιμητήριο του Aγίου Γεωργίου, για να ξεχωρίζει η ιδιαιτερότητα της παρουσίας του) σε ειδικό χώρο, όστις για κάποια χρόνια αποτετούσε σημείο αναφοράς για τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα εκεί. Φυσικά με τον καιρό και τους αλλότριους ανθρώπους μετατράπηκε σε ένα διοικητικό, ψηφοσυλλεκτικό ενδιαίτημα. Eνα μέρος της είχε τοποθετηθεί σε άλλο χώρο, στην κυρίως βιβλιοθήκη. Oταν αποφασίστηκε ο δημοτικά ελεγχόμενος κι ενισχυόμενος πολιτισμός των γραμμάτων και των βιβλίων να περάσει από την αναγεννησιακή του, ας την πούμε με κάποια υπερβολή, περίοδο στη φάση της στασιμότητας, γιατί αδυνατούσε η τοπική άρχουσα μετριότητα να παρακολουθήσει τις εξελίξεις ή να τις ελέγξει επ’ ωφελεία της, το μέρος αυτό των βιβλίων, ελαφρά τη καρδία, τέθηκε με συνοπτικές διαδικασίες εκποδών του χώρου των βιβλίων και ερρίφθη σε αποθήκη, ένθα τα βιβλία στοιβάχτηκαν χύδην, όπως σε αμπάρι γαλέρας οι μαύροι την εποχή του δουλεμπόριου. Συνακόλουθα, ευκαιρίας και χώρου δοθέντων, από μια ασφυκτιούσα ανθρωποπανίδα δημοτικών υπαλλήλων πετάχτηκαν πάνω στο σωρό της γνώσης καρέκλες, γραφεία, χαρτιά, ηλεκτρονικά εν αποσύρσει και αποσυνθέσει και άλλα αδρανή υλικά. O σωρός καιρό τώρα περιμένει το μοιραίο, να οδηγηθεί τελικά στην ανακύκλωση. Δεν νομίζω βέβαια, ότι η τελευταία φάση εκτελέστηκε. Oμως, δεν είναι καθόλου απίθανο να συμβεί. H άγνοια οδηγεί σε απόγνωση. H αφασία, όμως, της ημιμάθειας αλλά και η έλλειψη στοιχειώδους ευαισθησίας για ό,τι ξεπερνά ακόμα κι ελαφρώς τις καθορισμένες προσλαμβάνουσες της εν γένει νοημοσύνης εκείνων που από κάποια συγκυρία βρίσκονται σε θέση να καθορίζουν το είναι ορισμένων πραγμάτων, κάθε άλλο παρά εγγυούνται ότι δεν θα οδηγηθούν τα λοιπά βιβλία της μητροπολιτικής βιβλιοθήκης στο τίποτα της αποθηκευτικής αφάνειας, ενώ τα ήδη, κάπως τακτοποιημένα, στη φυσιολογικά επερχόμενη φθορά της.
Eτσι, η κραταιά, ως γνώση, βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη Διονυσίου, την οποία με τόσες πνευματοτυμπανοκρουσίες οδηγήσαμε εκεί που όφειλε να υπάρχει για το παρόν και το μέλλον, τώρα, κατά ένα μέρος της, αλλά και ως ευπρεπές όλον, βρίσκεται κι αυτή σε παράλληλη πορεία απώλειας με τη βιβλιοθήκη Στρατή Tσίρκα. Στην Aθήνα ορισμένα μέτρα θα ληφθούν γι αυτήν. Eδώ πάνω με τα βουνά της παχυδερμίας και άγνοιας που μας κυκλώνουν από παντού, κι ειδικά ό,τι έχει σχέση με τις φθαρμένες σαν τσιμούχες αυτοκινήτων από την πολυκαιρία, μικροεξουσίες πολιτισμού, τα πράγματα είναι κάπως χειρότερα.
Tι γίνεται, όμως, και με τους τηρητές της εκτέλεσης της τελευταίας δήλωσης βουλήσεως του Mητροπολίτη, τους συγγενείς του, για να μην υπεκφεύγουμε. Την άφησαν πλέον στη δρομολογημένη διαδικασία φθοράς και απαξίωσής της. Eίναι τόσο μεγάλη η προσφορά που οδηγεί στην απόγνωση η ευτέλεια της συμπεριφοράς προς τον δωρητή· στη συνέχεια, όπως και σε κάθε άνθρωπο, έρχεται η αποστασιοποίηση· μοιραία η παραίτηση από κάθε εποπτεία και φροντίδα. Iσως, τώρα διαπίστωσαν στην πραγματικότητα, αφού οι λεπτομέρειες κι ο χρόνος αυτό δείχνουν, ότι η πόλη δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτή την εξαιρετική πνευματική εισφορά. Aλλα προέχουν σήμερα στη σκέψη των επικρατούντων. H Δ.B.K. είναι αρκετό να υπάρχει σαν ένα νεφέλωμα ιστορίας, να πηγαίνουν οι μαθητές να διαβάζουν τα μαθήματα της αύριον, και οι λιγοστοί ερευνητές ν’ αντιμετωπίζονται ως βαρετοί πελάτες. Tα βιβλία είναι βάρος ενοχλητικό, ασήκωτο, περιττό, αφού μπορούν πόλεις και άνθρωποι να ζήσουν και χωρίς αυτά. Oσοι δεν τα αντέχουν, νιώθουν να βουλιάζουν σαν να φορτώθηκαν πέτρες· και τότε τα βυθίζουν για να εισπράξουν την ασφάλεια της μη συντήρησής τους, τα εκποιούν ή τα αδειάζουν στις ειδικές χωματερές που ονομάζονται δημόσιες βιβλιοθήκες σε διαδικασία αποσύνθεσης (δ.β.σ.δ.α). Eιδικά επιβαρύνουν με μέγιστο άχθος τους κατιόντες τα μεγάλα ονόματα, οι προσωπικότητες και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τους. Tα δημόσια βιβλιομαυσωλεία, όπως φαντάζουν οι δ.β.σ.δ.α., περιμένουν πάντα στη γωνία να δεχτούν κατ’ αρχήν το κυρίως πληθωρικό βιβλιοσώμα για να το ...κονιορτοποιήσουν στη συνέχεια. Σήμερα, κανείς δεν νοιάζεται για τη βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη Διονυσίου. Oπως και κανείς δεν ενδιαφέρεται, στην ουσία του πράγματος, για τη Δ.B.K., αφού δείχνει ως χώρος, άρα και περιεχόμενο κατά συνέπεια, να τελεί υπό την καθοδήγηση του αυτόματου πιλότου απώλειας.
Kαι το σπαρταριστό της υποθέσεως· επιφανές μέλος της δωρεοδόχου οικογενείας συνέταξε οδηγό πλεύσης στη βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη, μέρος ευρυτέρου …οδηγού της Δ. B. K. Tόσο πολύ, δηλαδή! Yποθέτω πως έχει λάβει πρόνοια για το πώς οι αναγνώστες θα ελίσσονται ανάμεσα από «καρέγλες», τραπέζια, χαλασμένες μηχανές κλπ, για να φτάνουν στη συσσωρευμένη και σωροποιημένη γνώση και το άλγος της, καθότι αυτή ούτως ή άλλως άλγος φέρει· κι εδώ στην κυριολεξία. Θα είναι μια αναζήτηση λίαν ενδιαφέρουσα. H αναζήτηση του χαμένου μας τρόπου για τη δημιουργία εκείνων των ανθρωπολογικών κυρίως όρων και συνθηκών για την ύπαρξη και επιβίωση των βιβλίων στις δημόσιες βιβλιοθήκες· γιατί μας χαρακτηρίζει εσχάτως ως πόλη και Δ B. K. όχι “η ευγένεια των διαβασμένων βιβλίων”, όπως ωραία το είπε τις προάλλες η κ. Nόρα Σκουτέρη - Διδασκάλου, αλλά η κορυφαία αγένεια των πεταμένων βιβλίων.

* ΥΓ. 1 Το άρθρο γράφτηκε πριν μερικά χρόνια με αφορμή τη δωρεά της βιβλιοθήκης του μεγάλου συγγραφέα Στρατή Τσίρκα στο ΕΚΕΒΙ Αθηνών και περιχώρων και τη ζημιά που υπέστη αυτή από τη διαπότιση των βιβλίων με νερό και την αποκολουθήσασα υγρασία σε συνδυασμό με την παρόμοια δωρεά του άλλοτε μητρ. Διονυσίου Ψαριανού στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Θυμηθήκαμε το κοινόν πράγμα με αφορμή την ανακοινωθείσα έκθεση 150 βιβλίων εκ της βιβλιοθήκης του Σ. Τσ. (συνεργασία του νυν ΕΚΕΒΙ με την αεί Δ. Β. Κοζάνης -κι όχι πρόσκαιρα κι ανιστόρητα «Κοβεδάρειον»), στους διαδρόμους της. Δεν ξέρω τι έγινε η βιβλιοθήκη του Τσ. Πιθανόν σώθηκε. Γνωρίζω όμως τι έγινε η μέγιστη βιβλιοθήκη και δωρεά του Μητροπολίτη. Πένθος εν γένει και εν είδει! Η Βιβλιοθήκη, η ιστορία, τα γράμματα της πόλεως για τους επί 20ετίαν επικρατούντες σ’ αυτήν ήταν μια επιλέξιμη επιλογή κατά τον τρόπον που οι αγροτοκτηνοτρόφοι της υπαίθρου μας, δηλώνουν στη υπηρεσία (του ΕΛΓΑ;) τα επιλεγέντα απ’ αυτούς χωράφια, πρόβατα, γελάδια για να επιδοτηθούν δεόντως. Μια εγγενής αδυναμία η οποία ανάγεται στην λειτουργική βιβλιο-αγραμματοσύνη των δημοτικά, θεσμικά ή ευκαιρία διατελούντων στην διακονία των βιβλίων άρα και των γραμμάτων της πόλεως, έφεραν αυτήν στη πνευματική δυστυχία που ποτέ άλλοτε παρόμοια δεν της έτυχε.
Το ότι κάποιο διάστημα τα επιχώρια γράμματα πέρασαν πάνω από τη ρουτίνα και την απελπισία ή η δια των χαρτών επιπλέουν κάπως, από την αφάνεια μας φέρουν κατά νουν τη στροφή του Νίκου Καββαδία (30 χρόνια κι αυτός τώρα δίνει το παρών του στο μεγάλο πουθενά) από το ποίημά του «Θεσσαλονίκη ΙΙ» το οποίο έξοχα αποδίδουν ωδικά οι «Ξέμπαρκοι» στο σιντί τους “S/S IONION 1934”

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.


ΥΓ. 2 Επί των ανωτέρω περισσότερα σπαρταριστά έως και τραγικά στο ημέτερο βιβλίον «Ταξιδιωτικό στα βιβλία· μαθητεία στο ταξίδι», εκδ. Παρέμβαση, Οκτώβριος 2010.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Οι έμποροι της πολιτικής...



Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους
Η αργία εγέννησεν την πενίαν
Η πενία έτεκεν την πείναν
Η πείνα παρήγαγεν την όρεξιν
Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν
Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν
Η ληστεία εγέννησεν την πολιτικήν

Αλεξ. Παπαδιαμάντης "Οι έμποροι των εθνών"

Το σχόλιον ανήκει στην εφημερίδα "Χρονικά της Δυτικής Μακεδονίας" (πρωτομαστάστοράς της ο Αντώνης Παπαβασιλείου) η οποία κυκλοφορεί άπαξ της εβδομάδος στα Γρεβενά και επί το πλείστον με ύλην ωραίαν.
Αυτές τις ημέρες συμπληρώνει 9 εκδοτικούς ενιαυτούς, άθλος πρώτος και μόνος ("μεσ' στην φοβερή ερημία του πλήθους" των ηλιθίων).

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Στην πρώτη θέση φυσικά


Στο Κοβεντάρειο και σε πρώτη θέση παρουσίασε τους συμβούλους του ο υποψήφιος δήμαρχος Κοζάνης κ. Λάζαρος Μαλούτας την 10ην του μηνός Οκτωβρίου αλλά και τους συν αυτώ αγίους του ήγουν: Μαρτύρων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας αυταδέλφων, των αγίων διακοσίων μαρτύρων (ήταν όλοι τους στο ακροατήριο), Βασιανού και Θεοφίλου του Ομολογητού (αυτός ήταν στους κανονικούς υποψηφίους)

Μεθύστερον

Επιτέλους κι ο κος Ρλς Κκλδς έλαβε τη θέση που του αξίζει και διακαώς επιθυμούσε. Στο κέντρον του πάγκου των αναπληρωματικών έτοιμος στην πρώτη αλλαγή να μπει μέσα.
"Θα μπούμε μέσα " που λένε και στα γήπεδα...

Κι ακόμα πιο ύστερον



Η πρώτη εικόνα από άλλη πλευρά τώρα την περιφερειαρχική με τον κ.Ρ. Κ. και πάλι στον πάγκο των αναπληρωματικών.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Μια μπάλα άχυρο στο βάθος...



Την έχω σε τμήμα της οθόνης του υπολογιστή και την κοιτώ, την μόλις αφιχθείσα φωτογραφία του Χρ. Λαμπριανίδη, για τον οποίο τις προάλλες διαβάσαμε ότι διαγωνίζεται λίαν επιτυχώς, είναι ήδη στην τελική λίστα των 20, σε παγκόσμιο φωτο-διαγωνισμό με θέμα το κλίμα μέσα στο οποίο χωνεύουμε ως σώματα και συγχωνεύεται η υπόστασή μας, ως σκέψη.
Γράφω απ’ ευθείας στο καθαρό που λεν, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο εικαστικό φωτοθέμα. Δεν επιμένω και πολύ. Δεν θέλω να τη διαβάσω ζωγραφικά αλλά ν’ απλώσω, όπως μπορώ επί του λευκού μπλόκ κειμένου, τα εντελώς γκρίζα υπονοούμενα του καλλιτέχνη και όπως ήρθαν σε μένα εν τάχει.
Ο ουρανός προς τη νοσταλγία του Ταρκόφκσι να το πάει, η θερισμένη γη προς τον Βαν Γκόγκ μου το φέρνει. Το κλίμα των δύο δημιουργών είναι το κλίμα της γης μας, τώρα δηλαδή της εντελώς δικής μας, η οποία ως μέρος εννοείται και της όλης φάσης και φύσης των γύρωθέν μας πραγμάτων, πάσχει και μας πάσχει. Η θλιβερή παγκοσμιότητα επί του κλιματικού είναι η μόνη, αδήριτη βεβαιότητα, ως προς την ανθρώπινη επερχόμενη φθορά.
Παρακάτω.
Μικρό κορίτσι, πρώτο πλάνο, ταπώνει βουλώνει ήγουν έναν κοντόχοντρο πύργο ψύξεως, όπως το λεν στα εργοστάσια της ΔΕΗ, της κάθε ΔΕΗ του κόσμου του φωτός αλλά και του υποκόσμου. Δίπλα του, στο βάθος πάντα, λιγνά φουγάρα εκτόξευσης στον ουρανό των σωματιδίων της θλίψης. Φρουροί ακίνητοι κι ακοίμητοι μιας συνθήκης που μας επιβλήθηκε εκόντας άκοντας: Καλό κλίμα ή πολύ χρήμα; Αλλά μέσος τρόπος δεν υπάρχει; Οχι... Βλέμμα κάπως μελαγχολικά αποφασιστικό. Εδώ και σε λίγο σε αδρανοποιώ κύριε δυνάστα μου που υποθήκευσες το μέλλον μου, ένα κουβάρι η ψυχή μαζώνεται, μια μπάλα άχυρο η ζωή μας μαζεύεται.
Η θερισμένη γη μυρίζει φθινόπωρο που μας διατρέχει κανονικά και μας διαβρέχει φυσιολογικά. Τότε έρχεται ένα κλίμα κύμα θαλάσσης αγριοτροπικό και μας αλλάζει τα φώτα και σαρώνει όλες τις μέχρι τώρα σιγουριές.
«Πως γίνεται αυτό κύριε καλλιτέχνα», είπες.
«Ως εξής» μου σιωπά αυτός:
Παίρνουμε φακούς, μηχανές, βακτηρία, καιρόν· συν ένα παγούρι νερό από εκείνο του Μιχάλη Κατσαρού, ότι το μέλλον θα έχει πολύ ξηρασία· φεύγουμε. Κατεύθυνση το πουθενά, γιατί όπου και να μας τραβάει η ψυχή το σώμα μας γυρίζει πίσω. Η ανάγκη μας έδεσε στο άρμα της το δρεπανηφόρο και μας θερίζει ένδον κι εκτός. Θα σκύψουμε, θα προσκυνήσουμε, θα φάμε χώμα και πριν αυτό μας φάει ίσως προλάβουμε να πούμε το λόγο, το λίγο μας, σ’ αυτόν τον τόπο και τον τρόπο ζωής.
Και το μικρό κορίτσι της φωτογραφίας; Το αύριο που πρέπει να περάσει από το σήμερα. Η νοσταλγία ουρανός που μας διαφεύγει, η γη μας κρατάει γερά, συμπαθητικά, αγαπητικά μόνη υλική μας πραγματικότητα.
Παραφράζω κάπως.
«Ο καιρός αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιούς θα πας και ποιούς θα αφήσεις...»
‘Η να πεις το μεγάλο ναι ή όχι.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω.
Η τέχνη λυτρώνει. Η φωτογραφία του Χρ. Λ. και μ’ απογειώνει και με προσγειώνει.


Λίγο μετά

Την 1η θέση σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη κατέλαβε η φωτογραφία του Χρήστου Λαμπριανίδη - Επαινετικά σχόλια στην Huffington Post
Το Ιούνιο του 2010 δημιουργείται στο www.deviantart.com ένα group με το όνομα Coolclimate που θα αναλάμβανε να διοργανώσει έναν διεθνή διαγωνισμό με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη. Συγκεντρώνονται περίπου χίλιες δουλειές μεταξύ των οποίων φωτογραφίες, αγάλματα, γραφικά και ζωγραφιές. Οι συμμετέχοντες ήταν από όλες τις γωνιές του πλανήτη.

Ένα πάνελ από αξιόλογους εμπειρογνώμονες Τέχνης επιλέγουν τις 20 finalist οι οποίες δημοσιεύονται στη Huffington Post σε δημόσια ψηφοφορία μέσω της οποίας θα αναδεικνύονταν οι 5 καλύτερες. Οι κριτές ήταν :
• Jackson Browne (μουσικός)
• Chevy Chase (κωμικός) και Jayni Chase (φιλάνθρωπος)
• Mel Chin (καλλιτέχνης)
• Dianna Cohen (καλλιτέχνης)
• Philippe Cousteau (οικολόγος)
• Agnes Gund (συλλέκτης και φιλάνθρωπος)
• Van Jones (Ακτιβιστής)
• Carrie Mae Weems (Καλλιτέχνης)
• David Ross (Επιμελητής)

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Δυο τρεις ίσως και παραπάνω γλυκόπικρες μνήμες του «νιάημερου»



Η επέτειος της Οκτωβριανής επαναστάσεως τιμάται πλέον ως εθνική τοιαύτη στη μισή ασιατική χερσόνησο της Βορείου Κορέας, στην οικογενειοκρατούμενη νήσο Κούβα και στο αειθαλές κι ευσταλές επιχώριον ΚΚΕ. Οι ιστορικοί, τεκμηριωμένα πλέον, γράφουν για πραξικόπημα των Μπολσεβίκων, αφού η επανάσταση έγινε τον Φεβρουάριο του 1917, όταν και κατελύθη το τσαρικό καθεστώς και η αυτοκρατορική οικογένεια των Ρωμανόφ έχασε τον επί ρωσικής στέπας και γης παράδεισο, αλλά κέρδισεν, αναδρομικά έστω, την αιώνιον ζωήν. Εγινε αυτό στους καιρούς μας καθότι αγιοποιήθηκε απαξάπασα η οικογένεια των εκτελεσμένων από την Ορθόδοξο Ρωσική εκκλησία. Μέχρι τότε αιωρούνταν οι ψυχές των μεταξύ κολάσεως και παραδείσου αφού αμλετικά ο σεμνός άγιος Πέτρος δεν αποφάσιζε που θα εντάξει προσώρας τους μακρινούς διαδόχους του Μεγάλου Πέτρου μέχρι την τελική τους κρίση εκ του «Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου» δηλ. του Αλεξ. Ππδ. Σε χάρτινο εικονίδιο αγορασμένο με ένα ευρωτίποτα από την ορθόδοξη εκκλησία των αποστόλων Πέτρου και Παύλου του Κλάρλοβι Βάρι της Τσεχίας προσκυνώ τους νεομάρτυρες. Η ούτω πως επέτειος ακολουθεί την τοπική, Οκτωβριανή, εμποροπανηγυρική επέτειο (εθνική γιορτή της Κοζάνης είναι οι Αποκριές ως γνωστόν) του «Νιάημερου» (στις ανακοινώσεις της τροχαίας και του Δήμου ονομάζεται επί το λογιότερον «Εννιάημερος»). Την αυτή ημέρα, την πρώτη δηλαδή Τρίτη του Οκτωβρίου, όλη η ύπαιθρος του νομού ανεξαρτήτως του Καλλικράτη που της έτυχε, τρυγά τ’ αμπέλια και όταν ο μήνας τυχαίνει 3, εορτή Διονυσίου τους αρεοπαγίτου, συνεορτάζουν με το πανηγύρι της εμπορίας οι νομικοί όλης της χώρας, πλην Κοζάνης. Εδώ η ηθική κι επιστημονική έννοια «νομικός» θεωρείται επιλήψιμος και μόνον ο επαγγελματικός όρος «δικηγόρος» είναι παραδεκτός, δια τους περί την αυτήν επιστήμη και πρακτική, όχι όλους, ενδιατρίβοντες. Πότε είναι του αγίου δικηγόρου δεν το γνωρίζω παρότι ανακατεύω συνεχώς τον συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου. Οπως δεν βρήκα ποιός άγιος είναι ο προστάτης των λιανοπωλητών του ποδαριού που κατά εκατοντάδες και χιλιάδες περιφέρονται στους ανά την επικράτειαν νιάημερους κι εμποροζωοπανηγύρεις.
Από το περασμένο Σάββατο η περιοχή που σήμερα λαμβάνει χώρα το πανηγύρι κατεκλήσθη από τα μαύρα πουλιά της δυστυχίας (εξέλιπαν και τα κοράκια με την βαθμιαία αποσκουπιδοποίηση του τόπου) ενώ «Ξέρω κάτι πουλιά, μαύρα πουλιά πικρά, πουλιά της δυστυχίας» του μέγα Διονυσίου Σαββόπουλου. Εκείνους τους μαύρους συνανθρώπους μας από της Αφρικής την απελπισία που κατέλαβαν την πόλη. Από την εποχή, λίγο μετά την απελευθέρωσή της, την περίοδο του εθνικού διχασμού όταν τελούσε υπό Γαλλική κατοχή (1915-1919) είχε να δει η πόλη τόσο μαύρο εμπορευόμενο πληθυσμό. Τότε η Kοζάνη γέμισε Γαλλικά στρατεύματα από τις αποικίες· Σενεγαλέζους από την Aφρική, μουσουλμάνους από το Mαρόκο, αλλά και βοηθητικούς από το Aνόι του Bιετνάμ που τους λέγαν και Aνναμίτες και διακρίνονταν, όπως γράφουν οι εφημερίδες τότε, για το τρυφερό δέρμα σαν της γυναίκας εξ αυτού δε και κινδύνευαν από τους Σενεγαλέζους συστρατιώτες να υποστούν...οθωμανικόν βιασμό.
Τώρα πουλάνε τσάντες και άλλα παραπλήσια εκ δερματίνης ύλης είδη διακοσμήσεως γυναικών. Αυτοί είναι το κινούν της οικονομίας σήμερα (μαζί με τους βαρελοποιούς και τους χαλιάνθρωπους στο παζάρι) παρότι διώκονται αγρίως από τα ηρωικά παιδιά της τάξεως μας.
«Εικόνες από μια έκθεση» του Moussorgsky.
Εικόνα α. Μαθητάριον στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου περιφρονούσα αυτήν την πανκοζανίτικη πανήγυρι, πες από ιδιοτροπία, αφού θεωρούσα εαυτόν με υψηλότερο πάντων, το αισθητικόν φρόνημα (ο ολιγόνους) και δεν καταδεχόμουν τέτοιες αγοραίες διασκεδάσεις. Φυσικά ο φουστανελοφόρος κύριος Ζαχαρίας, το πρότυπο του νεοέλληνος καταφερτζή (μαζί με τους καραγκιόζηδες κάθε εποχής) με το ελάχιστον μπόι, ουδέποτε ενοχλήθηκε από την απουσία μου! Ετσι ανήμερα ενός νιάημερου που λάβαινε καιρόν τότε στη στροφή προς Γόβλιτσαν του δήμου Ελίμειας και όπου νάναι Κοζάνης, αφού άδειασε το χωριό από μαθητές κι ενήλικες, μόνος, ανιαημέροτος και πένης (του χαλβά), γύριζα στην πλατεία και στα καφενεία ξεφυλλίζων τη «Μακεδονία» στο ένα και τον «Ελληνικό Βορρά» στο δίπλα. Στο πρώτο τρεις συγχωριανοί προς το γέρικο της ηλικίας και λίαν γνωστοί στο αδιαλείπτως χαρτοπαίζειν, αριστεροί στην ψήφο και την ταλαιπωρία, αλλά δεν ξέρω και πόσο στην ιδεολογία, κάθονταν στο τραπέζι ανανεργοί και εις μάτην περίμεναν τον τέταρτο για να γίνει η χαρτοπαικτική τετράς ήγουν να συνθέσουν το Τετρακτίν της τράπουλας. Αμήχανα με ρώτησαν αν ξέρω. Φυσικά, είπα! Παρότι «έπαιζα αντί χαρτιά, βιβλία» ήμουν δεινός στο παρακολουθείν άρα και στο μανθάνειν (Ωχ τ’ απαρέμφατα στη σειρά και να ‘σου ο Ν. Καρούζος:
«...άμα πεθάνω θα ‘χω φύγει / απ’ τη γλώσσα / και θα ‘μαι τρυφερή σιγή, αφού εκεί ελληνικά δεν έχει πια δεν έχει απαρέμφατα / εκεί η νόηση λαδόχαρτο που η γραφή δεν πιάνει...»
Κι αυτό ήταν το μόνο, μήπως το πρώτο της ζωής μου ταξείδιον στο κόσμο και στο τρόπο των χαρτοπαικτών και μάλιστα συν-αγωνισθείς με τους κορυφαίους του είδους κι ηττημένους συναγωνιστές ενός χαμένου καιρού και χρόνου.
Εικόνα β. Τέτοια εποχή πριν χρόνια αμνημόνευτα («Χρόνια αμνημόνευτα σα να 'ταν ξένα τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα...» έγραφε ο λίαν λυρικός ποιητής Ι. Πολέμης στην τρίτομη ποιητική Ανθολογία του Πάνου Παναγιωτούνη με τον υπότιτλο «Το απόσταγμα της ψυχής του έθνους» την οποία αγόραζα σε εβδομαδιαία τεύχη (αυτών «Η μυρωδιά τους με κάνει και κλαίω» τώρα), ο πατέρας έφερε από τη ζωοπανήγυρι μια γλυκιά κοζανίτισσα γαϊδούρα, ονόματι Μαρίτσα! Την έβοσκα στις θερισμένες καλαμιές, στους όχτους και τα μπαΐρια, καθισμένος πάνω της και διαβάζοντας ρώσικη λογοτεχνία (στο μαντρί στο Μπαράκο, όπως αλλού εκθέσαμε, είχε την αποκλειστικότητα ο Σαίξπηρ).
Εικόνα γ. Στις νιαημεροημέρες μας με τη συνήθη εκτροπή του δρόμου των αυτοκινήτων, παράλληλα της κυρίας οδού εξόδου προς Καϊλάρια κλπ. που τον καταλαμβάνουν οι χιλιάδες μικροπωλητές (τους οποίους μυκτηρίζει ο τοπικός εμπορικός σύλλογος ότι τους τρων το ψωμί) ο δρόμος σε περνούσε δίπλα από ένα ποιμνιοστάσιο στο οποίο σταβλίζονταν πρόβατα, γελάδια, άλογα, κότες, σκυλιά. Εκεί πρόχειρα είχε στήσει το στρατηγείο του παραγωγός περιώνυμου χαλβά (ο εν λόγω χαλβάς είναι στην κυριολεξία ως γλυκερόν είδος και μεταφορικά ως σχετλιαστικός χαρακτηρισμός ανθρώπων το σήμα του νιάημερου). Ετσι σε μεγάλο χάλκωμα με ένα παλούκι, που μόλις το είχε γδάρει από την πέτσα του, ανακάτευαν το καφετί χυλό του και δίπλα από τον χαλβαδοπρωτομάστορα κοιτούσαν, μύριζαν και διαπορούσαν τα μικρά και μεγάλα ζώα του στάβλου, την κνίσα ή τον ευωδιάζοντα καπνό. Κι ήταν κάπως όπως τα ζώα της βιβλικής φάτνης που εχνότιζαν τον μόλις γεννηθέντα Χριστό.
Το άλλο και λίαν γνωστό «Χ» του νιάημερου είναι τα χαλιά («ήρθαμε για τα χαλιά» καθώς λεν) τα οποία μεταφέρουν στους ώμους τους κατά εκατοντάδες οι περιηγητές του. Του αξιοτίμου κύριου Ρ. Κκλδ μη εξαιρουμένου, όστις κάποτε μετέφερε κι αυτός στους ώμους του, παιδί του λαού άλλωστε κι όχι του χυλού, το δικό χαλί, πολύ πριν γνωρίσει στην πλάτη του τα χάλια του κομματικού του αχυρώνα, αφού τον απέκλεισαν άσπλαχνα από τη διεκδίκηση κάθε αιρετού, αυτοδιοικητικού αξιώματος. Ας μη λυπείται όμως· κέρδισε την εκτίμηση και τη συμπάθεια, του ακόμα πιο αξιοτίμου εκλογικού κοινού (και κενού) της Περιφερείας μας...
Είπα περιφέρεια και θυμήθηκα τις δύο κυρίες που χρόνια έβλεπα, παραμονή κι ανήμερα της εμποροπανηγύρεως, να κόβουν βόλτες στο κέντρον της μικρής μας (τότε) πόλης και να κάνουν τη λεγόμενη «πιάτσα». Πουλιά κι αυτά της προσωπικής τους δυστυχίας και πρόσκαιρης των άλλων «ευτυχίας». Η μία έφερε μαζί της μια μεγάλη περιφέρεια σχεδόν 4 νομών και η άλλη ήταν λιγνή κι άσχημη ως γύπας. Τι να γίναν άραγε αυτές οι δύο ευλαβείς κυρίες του κεντρικού μας πεζοδρόμου! Καταγόταν από την περιοχή των Μπουτζιακίων ή Καραγιαννίων λέγαν...
Εκλογών επικείμενων από ποιούς άραγε αντικαταστάθηκαν;
- Διαλάγατα διαλάγατα, φώναζε ο διευθυντής πωλήσεων γυναικείων εσωρούχων φτηνής κοπής στον φετινό νιαήμερο. Λίγο πριν αρχίσει ο εκλογικός αντίστοιχος λοιπόν, διαλάγατε τι θα φορεθεί Γενικώ(ο)ς και τι θα μας φορέσουν ειδικώς και διαδημοτικώς.
-Εχουμε δε και φετινές μοντέλες από εσάρπες για να σας τυλίξουμε διαλαλούσε άλλος.


ΥΓ. Ο τόπος της νυν τελέσεως του νιάημερου υπήρξε κάποτε τόπος εκτελέσεως ανθρώπων. Κανονικών! Ας μην εκπλαγούν, ακόμα και οι μετρίως γνωρίζοντες την τοπική ιστορία. Μετά το αποτυχών (ως γελοίον) κίνημα των Σερβίων του 1918, όταν δηλαδή εστασίασε μια στρατιωτική μονάδα που έδρευε στα Σέρβια και το πήγε προς τον έκπτωτο τότε Βασιλιά Κωνσταντίνο, ακολούθησαν πολυήμερα στρατοδικεία με καταδίκες εις θάνατον. Στο σημερινό χώρο με τις μπαλαρίνες, το γύρο του θανάτου, τις βάρκες, τις κούνιες, τα μυριάδες σουβλάκια υπαίθρου κλπ., έγιναν εκτελέσεις όχι λίγων αξιωματικών και στρατιωτών. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία την οποία διηγηθήκαμε («Πέντε παραλλαγές στο ίδιο δικαστικό θέμα») έναν άλλο νιάημερο σε μια εορτή του Διονυσίου Αρεοπαγίτη στην αίθουσα των δικαστηρίων που εκδικάζονται τα κακουργήματα όλης της Δυτικομακεδονικής Περιφέρειας. Δικηγόρος άλλωστε διατελώ, αθώος εισέτι, όπως προέβλεψε και το μικρό πουλί που τσίμπησε από το κυτίον της τύχης το χαρτάκι το οποίο έδωσε στη μικρή μαθήτρια τότε, γυναίκα μου, κι αυτό έγραφε πως θα παντρευτείς δικηγόρο και θα ζήσεις 90, τόσα χρόνια!
- Αμήν.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

"Βήμα ΒΗΜΑ το ΔΙΑΒΑΖΩ..."



Κοζάνη. Με είχε καλέσει σπίτι του. Στο σαλόνι είδα μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών, τακτοποιημένες στη σειρά. «Πρόβλημα με τα σκουπίδια;» τον πείραξα. «Πες το κι έτσι» απάντησε. «Είναι γεμάτες περιοδικά για να τα μοιράσω». «Μόνος;». «Μόνος!». Ηταν ο Βασίλης Καραγιάννης και τα εν λόγω περιοδικά ήταν τεύχη της Παρέμβασης, του παλιού και καλού λογοτεχνικού περιοδικού της Κοζάνης. Τώρα ο Βασίλης εξέδωσε ένα βιβλιαράκι, από αυτά που δεν φτάνουν στις εφημερίδες, με τίτλο «Ταξιδιωτικό στα βιβλία, μαθητεία στο ταξίδι». Διευθυντής στο Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης (ΙΝΒΑ) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, διεκτραγωδεί με τη χαρακτηριστική για όσους τον ξέρουν ροΐδεια γλώσσα του τα βάσανα εν μέσω της αγάπης του για τα βιβλία και της κομματικής τοπικής διελκυνστίδας. Οξύνους, σαρκαστικός, αμφίθυμος, με την ευφορία κάποιου που πιστεύει και τη μελαγχολία κάποιου που δεν πιστεύει πια. Δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί: «Τη θητεία μου ενδυματολογικά χαρακτήριζε ένα σακάκι, μια γκαμπαρντίνα και υποδήματα ιταλικής προέλευσης. Οσοι μ΄ έβλεπαν, κυρίως με τα ρούχα αυτά, και να μην ήξεραν, από ένα διάστημα και ύστερα φυσικά, καταλάβαιναν ότι κάτι το πολιτιστικό λάβαινε χώρα στην πόλη. Ακόμα τα φορώ, τ΄ αγαπώ ως κομμάτι ενός πρώην εαυτού μου».

Στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 3 Οκτωβρίου έγραψε ο Γιάννης Μπασκόζος διευθυντής του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Οι κορδελάκηδες



Να οι αστόχαστα γελοίοι. Θα τους δεις πίσω από κάθε ασπρογάλαζη κορδέλα εγκαινίων (ακόμα και κοτέτσι να είναι) να την κρατούν και να την κόβουν όλοι μαζί. H φωτογραφία ενδεικτικά τους αποτυπώνει. Κατά καιρούς κι ανάλογα με την περίσταση εναλλάσσονται διάφοροι του αυτού φυράματος. Είναι αυτοί που οδήγησαν κι οδηγούν την πόλη, το κράτους, τους πολίτες, τους πιστούς στην καταβύθιση, στην κατάθλιψη, την κατατονία, στο μαρασμό. Χαμογελαστοί χορτάτοι, παντογνώστες. Οπου τους δείτε παραμερίστε θα σας λερώσουν, κι όπου σας καλούν αγνοείστε τους, δε λέω φτύστε τους, αν και σε πολλούς έρχεται αυτή η διάθεση συνεπίκουρη της ναυτίας. Σύμφωνα δε με τον ένλιπο αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης όλοι αυτοί (ή οι σαν αυτούς) μαζί τα φάγανε, αυτά που θα πληρώσει όμως όλος ο κόσμος.
Για τιμωρία ψηφείστε τους ή ευλογηθείτε απ’ αυτούς, τους αξίζει και σας αξίζει. Δηλαδή αυτοί μας αξίζουν αφού όμοιοί τους είμαστε.


Μ.ΜΠΕΡΧΤ Για την αμφιβολία

Να οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλλουν. Η χώνεψη τους είναι άψογη, κι η κρίση τους αλάθευτη. Δεν πιστεύουν

στα γεγονότα, πιστεύουν μόνο στον εαυτό τους. Αν χρειαστεί

πρέπει αυτούς τα γεγονότα να πιστέψουν. Είναι απέραντα υπομονετικοί Å\ με τον εαυτό τους. Τα επιχειρήματα τ’

ακούνε με αυτί σπιούνου.

Στους αστόχαστους που ποτέ δεν αμφιβάλλουν, συνταιριάζουν οι στοχαστικοί που ποτέ δεν μπορούνε. Τούτοι αμφιβάλλουν όχ ι για να πάρουν μιαν απόφαση, αλλά για να μην πάρουν απόφαση καμιά. Τα κεφάλια τους τα χρησιμοποιούνε μόνο για να τα κουνάνε. Με σκοτισμένο πρόσωπο

ειδοποιούν τούς επιβάτες των καραβιών που βουλιάζουν, πως το

νερό είν’ επικίνδυνο. Κάτω απ’ του δήμιου το μπαλτά αναρωτιούνται αν δεν είναι άνθρωπος κι αυτός.

Μουρμουρίζουν σκεφτικά

πως «το θέμα δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμα», και πηγαίνουνε να πέσουν.

Μοναδική τους δράση, ο δισταγμός.

Αγαπητή τους φράση : «Δεν είναι ακόμα ώριμο για συζήτηση».

Γι’ αυτό, αν παινεύεις την αμφιβολία μην παινέψεις

την αμφιβολία που καταντάει απελπισία!

Τι ωφελεί ή αμφιβολία εκείνον που δε μπορεί ν’ αποφασίσει; Μπορεί να πράξει λάθος

όποιος δε γυρεύει πολλούς λόγους για να δράσει. Μ α οποίος πάρα πολλούς γυρεύει μένει άπραγος την ώρα του κινδύνου.

Εσύ, που είσαι αρχηγός, μην ξεχνάς

πως έγινες έτσι είσαι, επειδή είχες αμφιβάλει γι’ άλλους

αρχηγούς! Aσε λοιπόν αυτούς που οδηγείς ν’ αμφιβάλλουνε κι εκείνοι!

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Μουσικήν ποίει και ποίησιν μη απεργάζου


Η ΠΟΙΗΣΗ

Η «Προτελευταία εποχή», ποιητική συλλογή της Μαρίας Δαλαμήτρου είναι μια φθινοπωρινή ελεγεία που απλώνεται σε 3 ραψωδίες. Τα ποιήματα αυτά μου θυμίζουν σε πολλά τους τρόπους από τις μακριές ποιητικές συνθέσεις του Τάκη Σινόπουλου και στο βάθος τους μια σεφερική ηχώ απομακρύνεται. Αυτό βέβαια μπορεί και να συμβαίνει σε μένα μόνον. Επομένως έστω και μ’ αυτό το πλάσμα αίσθησης μου ήρθαν πολύ κοντινά στη διεξαγωγή τους, οικεία ως ατμόσφαιρα αυτά τα ποιητικά «πρόσφορα».
Ναι, μέσα τους σαν κάτι να χάνεται, να σβήνει, να φεύγει οριστικά από έναν κόσμο των τρυφερών αισθήσεων και μιας πραγματικότητας, η οποία είναι λεπτή όπως μια ίνα από ένα σαιξπηρικό όνειρο ή ένα σονέτο του.
Μια ευγενική κι ελεγχόμενη λύπη κατά συνέπεια διαβρέχει τις σελίδες που είναι ξεδιπλώματα ή κυματισμοί μιας συναισθηματικής έντασης που στην μεταβιβάζει η ποιήτρια σχεδόν ανεπαίσθητα και κατά την ανάγνωση επιμέρους αλλά και στο τελείωμα, αυτού του λεπταίσθητου (σελ.45) βιβλίου.
Είναι η σύνθεση μιας απώλειας σ’ ένα φθινοπωρινό τοπίο στο οποίο εισέρχεται με αντίστροφη ημερολογιακά πορεία, αρχίζει από το τέλος της εποχής και τον Νοέμβριο και πηγαίνει προς τα πίσω, δηλαδή μπροστά για να συναντήσει την αφετηρία της αίσθησης. Και ξανά πάλι να επιστρέψει κάνοντας τον κύκλο των εποχών μέσα στο χρόνο στον οποίο υπάρχουμε, μας υπάρχει και μας ζει και μας τελειώνει.
Η Μ.Δ. από την πρώτη στιγμή που δημοσίευσα συνεργασίες της στην «Παρέμβαση» με ξάφνιασε με τον τρόπο της κι όχι μόνον εμένα. Ξεπερνούσε αμέσως, παρά το νεαρόν της ηλικίας της, τα χωρικά και χρονικά εσκαμμένα της σκέψης και της γραφής.
Διαβάζοντας μετά συνεργασίες της, ποιήματα και πεζά, σε περιοδικά της Αθήνας, ομολογώ πως την παρατηρούσα με κάποια μικρή ευχαρίστηση να «συμπλέκεται» με καθιερωμένα ονόματα.
Φαίνεται ότι ήθελε κι ήταν αποφασισμένη γι’ αυτό, να κατακτήσει το δικό της τρόπο έκφρασης διεκδικώντας το μικρό χώρο που ανήκει, που πρέπει να ανήκει, σε κάθε δημιουργό. Αυτό είναι ένα κέρδος γι’ αυτήν πρωτίστως και στη συνέχεια για όσους διαβάζουν τους στίχους της στο μέτρο της πρόσληψης και της συγκίνησής τους ο καθένας.

ΚΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Πως γράφεται η μουσική;

Φυσικά και δεν ξέρω. Μπορώ όμως, εν αμηχανία διατελών, να περιγράψω μια εικόνα. Καθισμένοι(η) στο τραπέζι μπροστά σε μια σειρά από ραβδωτές πεντάγραμμες κόλλες αρχίζ(ει)ουν να σημειών(ει)ουν εκείνα τα σημάδια που ενώ φαίνονται ακατανόητα στο κοινό μάτι, έχουν ξεχωριστή το καθένα φωνή· αφήνουν ήχον εξαίσιον είτε από μόνα τους αλλά κυρίως σε σειρά συντεταγμένα σύμφωνα με τα ευ-αισθήματα εκείνων(ης) που τα χαράζει(ουν) στο χαρτί. Με το ίδιο τρόπο που άλλοτε χαράζονταν (όργωναν) στο βινίλιο με τις χιλιάδες στροφές-αυλακιές οι ήχοι· τώρα απλώνονται στο δίσκο ακτίνας αφού κόψουν πρώτα και μια βόλτα στο αίμα της οικείας ψυχής. Αλλά υπάρχει άραγε, ψυχή;
Δε γράφω, ακούω μουσική, και αυτό κάπως απλοϊκά το φαντάζομαι να συμβαίνει στους ωραίους εκείνους ανθρώπους που καταφέρνουν να χαλιναγωγούν τους ήχους (αφήνοντας συνήθως τα πάθη τους ανεξέλεγκτα) του σύμπαντος κόσμου (του ένδον τους και του έξω). Εκεί άτακτα διασκορπισμένοι περιφέρονται και περιμένουν να τους συνάξουν οι δημιουργοί μετά από επίμοχθη εργασία ή άλλοτε, σπανιότερα, πηγαίνουν και τους βρίσκουν οι ίδιοι. Τότε αυτό θεωρείται κάτι σαν θεία γενναιοδωρία, χάρισμα αγάπης μεροληπτικόν. Καθότι δεν πιστεύεις ότι κάποιες υπερβάσεις του δυνατού και της ωραιότητας σε μουσικά έργα είναι μόνον ανθρώπινης σκέψης κι εργασίας προσπάθεια! Ισχυρίζονται πως απόδειξη της ύπαρξης του Θεού είναι και η ύπαρξη του Μπαχ και της μουσικής του.
Ο καιρός συνήθως είναι στη φθινοπωρινή στάση, γιατί αυτή η εποχή εμπνέει το μουσικό ο οποίος βρίσκεται σε μια ώριμη φάση της ψυχής -όχι της ζωής απαραίτητα- κατά την οποία καταμετριούνται οι οριστικά ήδη ή και οι επερχόμενες απώλειες. Από που έρχονται εκείνοι οι ατελείς ήχοι που γίνονται όμως τόσον μουσικά εντελείς· από το χτες, το τώρα, το αύριο, το πέραν, το υπερπέραν το κάτω, το πουθενά, το οπουδήποτε...

Πως ακούμε τη μουσική;

Φορές με τη σιωπή καθώς σκέφτεσαι τον συνθέτη ή παρατηρείς την κυρία συνθέτρια έναντί σου. Ναι, με τη σιωπή όσο παράλογο κι αν ακούγεται. Και τη φαντασία. Ετσι έχοντας μπροστά σου ένα ερασιτεχνικό στην κατασκευή του, σιντί, αλλά με τον υποβλητικό τίτλο «Suite for Otono» (1. Nοvember, 2 Ocktober, 3. September) δηλαδή μια «Σουίτα για το Φθινόπωρο» μουσική για άρπα, βιολοντσέλο και φλάουτο, σύνθεση της κ. Αγνής Δαδαμόγια, που γράφτηκε με αφορμή, αλλά κι ανεξάρτητα απ’ αυτήν -και πως αλλιώς θα γινόταν;- την ποιητική συλλογή της Μαρίας Δαλαμήτρου “Προτελευταία εποχή”, νιώθεις πως γύρω σου αρχίζει ένα ήσυχο φθινόπωρο το οποίο σε τυλίγει μαλακά όπως οι κουβέρτες της εποχής. Αναρωτιέσαι τι προηγείται η ποίηση που διάβασες ή η μουσική που δεν άκουσες γιατί το μαγνητόφωνο δεν λειτουργούσε. Ομως ο τίτλος της σουίτας από μόνος του ήταν μουσική.
Το πως ακούμε τη μουσική είναι και το πως μπορούμε να ζούμε τον απόηχό της. Η ποίηση είναι μια στιγμή κορύφωσης στην οποία θα επανέλθεις. Η μουσική σε δένει στο συνεχές. Σε ακολουθεί και άλλοτε σε προσπερνάει και περιμένει. Κι έτσι συμβαίνει να την νιώθεις χωρίς να την ακούς και τότε είναι που την έχεις μέσα σου κι υπάρχεις μ’ αυτήν παντού: σπίτι, γραφείο, αυτοκίνητο, στο δρόμο και στα μάτια που προσπερνάς και σε προσπερνούν ή καθώς βλέπεις τα σύννεφα που φεύγουν προς το πουθενά τ’ ουρανού.

Και μετά...

Πρωινό φθινοπωρινό το λοιπόν κι ακούς το σιντί της Α.Δ. Βρέχει· οι άνθρωποι της καθημερινότητας στον πεζόδρομο με ομπρέλες. Εχασες και τη δική σου κι αγόρασες μια καρό ...σκωτσέζικη με 3 ευρώ («Πρώτη κατάθεση δραχμαί τριάντα» εν τω μεταξύ στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη στην κάθε Πρέβεζα της επαρχίας). Πέρασες μια δύο φορές από τη μουσική της κι ύστερα όλη τη μέρα έφερες μαζί σου τα θραύσματά της, σαν μια ευεργετική θλίψη εποχής που κόλλησε στις δίπλες του είναι σου. ‘Η μήπως σαν μια μικρή τύψη για ό,τι αφήνεις και φεύγει; Τι να προλάβεις όμως να εξαντλήσεις από το ωραίο εν γένει και εν είδει στο πέρασμα του καιρού. Εξαντλείσαι με τη σκέψη αυτή καθώς σε γονατίζει ορισμένως· ανοίγεις κι αφήνεσαι στη «Σιγανή Βροχή» του Ναγάι Καφού (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Γι’ ασημαντότητες πως έκλαψα παλιά!
Κι είναι τώρα οι θλίψεις μου τόσο μακριά...
Με λέξεις μυστηριακές όσο κι αν μου μιλάνε
Ανάλαφρα όσο κι αν με καλούνε στη σκιά
Γι’ αυτές τα δάκρυά μου πια δεν κυλάνε.

Οι θλίψεις μου τώρα σαν άγνωστες μου ‘ναι:
Περαστικές ίσως του τότε αγαπημένες
Μα που δεν περιμέναμε να ξαναρθούνε·
Και πέρα εκεί σαν άγνωστες περνούνε
Γιατί τώρα είναι αργά, οι ψυχές είναι κλεισμένες



ΥΓ. Την Παρασκευή το βράδυ (24/9) στο Βιβλιοπωλείο ΣΥΝ. έγινε η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Μαρίας Δαλαμήτρου “Προτελευταία εποχή” από τον συγγραφέα Σέργιο Μαυροκέφαλο η οποία κυκλοφορεί στις εκδόσεις ΑΩ. Από το πολυπληθές κοινόν, ευάριθμον μόνον μέρος του ένιωθε περί τίνος επρόκειτο…

ΥΓ. Στο βάθος σιωπηλός και διακριτικά παρακολουθούσε ο Γιώργος Χρονάς (“Οδός Πανός” κλπ κλπ.)

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πιπεριές, η «Επιθεώρηση Τέχνης» και το Μνημόνιο...


Μια επίσκεψή μου, ξέχασα το λόγο, στο σπίτι της μεγάλης κυρίας της πόλεώς μας στην επιστήμη, τον πολιτισμό, στην κοινωνική της συμμετοχή, (στο Σύλλογο Γυναικών Κοζάνης, 30 τόσα χρόνια ύπαρξης, και ζωή να έχει ο θεσμός) ιατρό οδόντων Αίγλης (τι ωραίο όνομα) Γκατζογιάννη, με έφερε κατέναντι της βιβλιοθήκης της. Γνωρίζοντας το πάθος επί των βιβλίων και τα εξ αυτών πάθη, όπως αυτά της διαρπαγής και κατακράτησης, «Πάρε ό,τι θες» με προέτρεψε. Προς τι όμως αυτές οι περισυλλογές, διαρπαγές, μανικές τελικά καταστάσεις; Το πέλαγος των βιβλίων ποτέ δεν θα διαπεραστεί ή να διασχιστεί από άνθρωπο. Λιγοστός ο χρόνος επί γης και ζωής κι αυτό μεγαλώνει έως απείρου. Από την άλλη το ανικανοποίητο επ’ αυτών (ανάγνωση, απόκτηση, φύλαξη) ούτε κι αυτό κατευνάζεται αλλά αφήνει τον υποτελή του σε μια διαρκή κατάσταση χαρμάνη, αξεχαρμάνιαστου. Ως εκ τούτου δέσμιος των ημών παθών γιατί όχι και των λαθών (η καταβύθισή μου στις γραμμένες και τυπωμένες λέξεις μ’ έκανε να θεωρώ τα ορθογραφικά και τυπογραφικά μου λάθη οδυνηρότερα και να ντρέπομαι γι αυτά περισσότερο από τα λάθη επί του προσωπικού), διάλεξα, άρπαξα δηλαδή, ένα δεμένο τόμο με τα αφιερώματα της «Επιθεώρησης Τέχνης», τα οποία όλα σχεδόν είχα κατά μόνας, αλλά αυτός ήταν δεμένος από παλιά, άρα λίαν ελκτικός. Οπότε; Με την ευκαιρία, ολόκληρη η σειρά αυτού του σπουδαίου, πνευματικού περιοδικού, στον μικρό μας τόπο υπάρχει, αργούσα, ήγουν αχρησιμοποίητη είναι και η μοναδική, σε μια βιβλιοθήκη οίκου, στο σπίτι του αλήστου (αλησμόνητου δηλονότι,) Κυριάκου Σιδηρόπουλου στο Μαυροδένδρι. Αυτός πριν από 22 χρόνια άνοιξε τα φτερά της μηχανής του και πέρασε τα όρια του επέκεινα, χάθηκε δε στο μέγα τίποτα της ύλης και στο ελάχιστο πλέον της μνήμης. Μάζευε στάγδην τα τεύχη της από τα παλαιοπωλεία της Αθήνας και ολοκλήρωσε τη σειρά λίγο πριν ολοκληρώσει την επί γης, τόσο σύντομη ουσία του. Μάζευε και για μένα αλλά δεν νομίζω πως την ολοκλήρωσα. Γι αυτό και τη ψάχνω ακόμα! Ματαιότητες φυσικά. Το δείχνει η αδόκητη τότε φυγή του και η «απαρηγόρητη» (αλίμονο, λέξεις λέξεις μόνον) ανάμνησή του. Με τ’ όνομά του συστήθηκε και υπάρχει, κάπου κάπου δε εμπλουτίζεται με βιβλία τα οποία στέλνουν ή φέρνουν οι άλλοτε φίλοι του (επώνυμοι της επιστήμης, της λογοτεχνίας, της πολιτικής) από την Αθήνα σε μια χειρονομία αναζήτησης της περασμένης (μήπως και «χαμένης» τους) νιότης. Λειτουργεί σποραδικά υπό την εποπτεία του προέδρου του Μορφωτικού (λίαν δραστήριου) Συλλόγου του χωριού. Η μνήμη του ξεθωριάζει, απομακρύνεται στο βάθος του καιρού, όμως ο αέρας του, σε όσους τον έζησαν, ακόμα διατηρεί μιαν «δρόσο» Βαρναλική, αυτός ο τελεσίδικα (τότε) ανιδιοτελής ενεργός πολίτης της επιστήμης (χημικός) των γραμμάτων, κι ο Καβάφης τον έθελγε (αν και χημικός τον δίδασκε στην τάξη του, κι έφυγε κατά τον τρόπο του): «Εν τω μηνί Αθύρ ο Λεύκιος εκοιμήθη». Πρωτίστως δε ο αγόγγυστος κι αγονάτιστος της πολιτικής και της πολιτισμένης (νυν διαλυμένης σε δεκάδες τρίμματα, όχι δεν θα πω ακόμα περιτρίμματα) αριστεράς.
Το άλλο βιβλίο που «χτύπησα» από το ευγενικό σαλόνι της κυρίας Αίγλης και τη βιβλιοθήκη της ήταν άγνωστο σε μένα ως τίτλος «Ο δρομάκος με την πιπεριά» (1959-1960) και συγγραφέας Δήμος Ρεντής (1925-1996), αλλά οικείο ως έκδοση κι αυτό απόρροια της συλλεκτικής μου πάθησης. Ηταν έκδοση των ΠΛΕ ήγουν «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» των πολιτικών προσφύγων στη Ρουμανία μετά τον εμφύλιο, που εξέδιδαν σημαντικά έργα της ελληνική λογοτεχνίας, εκδόσεις φυσικά απαγορευμένες στην μετεμφυλιακή Ελλάδα του διχασμού και της πέτρινης, ιδεολογικής απελπισίας. Τις μάζευα κατά καιρούς από τα υπόγεια στα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης αργότερα τις βρήκα στα τοπικά γραφεία της ολιγοήμερης ...«Ενωμένης Αριστεράς» κι αμέσως μετά από τα πολυχρόνια γραφεία του θρυλικού ΚΚΕ Εσωτερικού. Διάβασα σε ηλεκτρονικές σελίδες για το συγγραφέα, έναν τίμιο κι άδολο εργάτη του πνεύματος της αριστερής, λαϊκής γραφής και πάντα στην υπηρεσία του κόμματος και της ιδεολογίας του. ‘Αλλα πεζά του έργα: «Τα δύο τάγματα», «Τα παιδιά της Αθήνας», «Το κουτί με τα σπίρτα», «Οι Θεοί κατεβαίνουν απ’ τον Ολυμπο», «Ψίχα ροδιού». Ηταν η εποχή που η «Επιθεώρηση Τέχνης» όριζε, με όλες τις δυσκολίες και ιδεολογικές δυσκαμψίες, τα πνευματικά ζητήματα της αριστεράς. Δεν το διάβασα, ασήκωτες πια οι 688 σελίδες του. Ομως το αισθάνομαι σαν κάτι γλυκό που έρχεται από έναν άλλοτε χρόνο, τον οποίο ναι μεν δεν γνώρισα λόγω ηλικίας, όμως θροΐζει μέσα μου ευεργετικά (θα ‘λεγα αδόκιμα, νοσταλγικά) καθώς βιώνουμε το ιδεολογικό ρημαδιό, την σύνθλιψη επί του προσωπικού, την πολιτική φτήνια, τη δυσκολία εφ’ όλης της ύλης των ανθρώπων και των τρόπων τους.
Προς τι όλα αυτά;
Αφορμή στάθηκαν ήταν οι πιπεριές στο χωριό και στη Μάνα-πηγή νερού, όπου η μάνα-μητέρα διαπίστωσε ένα απόγευμα ήσυχο του Σεπτεμβρίου, ότι ο κήπος της εκεί παραβιάστηκε και εκλάπησαν οι πιπεριές του. Ολες! Μόνο οι πιπεριές, όχι οι ντομάτες. Σχεδόν τρυγήθηκαν. Ακουσα παλιότερα στην περιοχή μας το πως κάποιοι, «ευγενείς» πολίτες της (γνήσιοι στην καταγωγή) έκλεψαν όλα τα σταφύλια, αφού μπήκαν νύκτωρ σε ξένο αμπέλι σαν νοικοκυρές. Το τρύγησαν κανονικά. Το λοιπόν, εδώ ο κύριος κλέπτης πήρε όλες τις κάπως στρόγγυλες, που είναι κατάλληλες για τα γεμιστά, αλλά χωρίς κιμά, φαγητόν εξαίσιο. «Να του μαζευτεί το χέρι σαν το πιπέρι» τον καταράστηκε η μάνα. Της είπα να αλλάξει το λόγο κι άλλη «ευχή» να δώσει, ότι οι καιροί είναι δύσκολοι, σε λίγοι θα αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τα δάχτυλα του άλλου. Οπότε το δάχτυλα θα του φάνε! Αμετάπιστη. Ολο το καλοκαίρι της περιποιούνταν και τις μεγάλωνε ευλαβώς. Ως εκ τούτου όποιος δει πολίτη του Δημοτικού Διαμερίσματος Λευκοπηγής κατά τη διάρκεια των νυν εκλογών, με χέρι σουφρωμένο αμέσως θα καταλάβει πως είναι το χέρι που σούφρωσε τις πιπεριές. Ας τον συγχωρέσει όμως αν για λόγους πείνης το έκανε. Επεσε τόση πείνα εκ του αμνημόνευτου Μνημονίου ή απλώς το κλεπτικό έθος των Νεοελλήνων βρίσκεται σε έξαρση και έξαψη; Των πολιτικών του κυρίως οι οποίοι δεν άφησαν τίποτε το άκλεπτον, εφόσον του παίρνει εννοείται - αλλά πως τυχαίνει στην πλειονοψηφία τους να τους παίρνει λίγο πολύ. Αναρωτιέται ο καλόπιστος ή ο ολιγόπιστος γείτων, ο περαστικός ή κι ο άγνωστος: «όλοι κλέβουν ατιμωρητί γιατί όχι κι εγώ;» Πιπεριές; Πιπεριές... Μήπως, όμως τις έβαλε στο χέρι και κανείς εξαρτημένος να τις πουλήσει, να πάρει τα ψυχία της επιούσιας δόσης του. Καθόλου απίθανο αν και τραγικά σπαρταριστό. Σε συνθήκες άγριας οικονομικής περιστολής μια κατηγορία που θα πληγεί θανάσιμα κι ως εκ τούτου θα ξεσαλώσουν είναι και οι ποικίλης φύσεως εξαρτημένοι -δεν εξαιρώ κι εκείνους των βιβλίων. Ηδη πουλούν τα σπιτικά τενεκέδια με το λάδι για το ολίγον της δόσης και το πλατωνικόν «δόσις δ’ ολίγην, φίλην τε» να γίνεται όμως γι’ αυτούς φίδι αμετάκλητα φαρμακερό. Θα αυξηθεί η παραβατικότητα η οποία πλην των άλλων σε οδηγεί μετά θάνατον κατευθείαν στην κοινή ζεματιστή κόλαση όλων (εν ζωή συνυπάρχουμε με την επιλεκτική των άλλων).
Δραγάτες στην ουσία μάλλον δεν έχουμε αν και οι μόλις πριν, τους επανέφεραν στην φύλαξη της υπαίθρου! Ποιος ξέρει που υπάρχουν και σε τι γραφεία και πρωτόκολλα είναι χωμένοι και λανθάνουν ως τη ριμαδοσύνταξη. Ξέφραγα τα χωράφια και τ’ αμπέλια βορά σε κάθε πεινασμένο. Βέβαια ο κλέφτης των πιπεριών (μου θύμισε τον αντίστοιχο της Βαγδάτης ή τον αριστουργηματικό συγγενή του εκ Βουλγαρίας «Κλέφτη των ροδακίνων» που βλέπαμε στις αίθουσες τέχνης) πήρε μόνον τις κάπως στρουμπουλές, τις μυτερές και μικρές τις άφησε μεταξύ των οποίων και λίγες καυτερές. Εστω!
Μέρες Σεπτεμβρίου που είναι θυμίζω τον Γ. Σεφέρη και τον παραφράζω ποσώς:
«Δεν έχουμε ποτάμια
δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές...»
Ή
Δεν έχουμε δραγάτες
δεν έχουμε χωράφια με στρογγύλες πιπεριές
μονάχα κάτι μικρές κι αυτές καυτερές...

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Δευτέρα απόγευμα της 20ης Σεπτεμβρίου 1971 ο Γ. Σεφέρης...



«Πάμε στο νησί...». Πόρος

Πρωί με το πλοίο της γραμμής για τον Πόρο. Σαλαμίνα είδον και Αγ. Σικελιανό, δηλαδή του Νάσου Βαγενά το περίγραμμά του από το βιβλίο: «Στη Νήσο των Μακάρων» (Κέδρος 2010)

Επειτα, δένοντας τα φτερωτά σαντάλια
μας κοίταζες χαμογελώντας
Γιατί ήσουν βέβαιος πως δεν θα γεράσει

ποτέ του και ούτε θα υποφέρει
όποιος έγραφε ατάραχος τη φράση»
«Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι...».

Αίγινα και ελαφρά προσαράξαμεν· κατεβαίνουν οι προσκυνητές του αγίου Νεκταρίου και οι τουρίστες της οσίας θαλασσινής.
...Αδελφέ ευλογημένη η ώρα
που πήρα στο στρατί.
το ευωδιασμένο το στρατί που φεύγει από τη χώρα,
και σ’ ήβρα ως ασκητή.

«Χαιρετισμός στον Ν. Καζαντζάκη» του Α. Σικελιανού.

Οι ταξιδιώτες συνεχίζουν. Πάνω στο καράβι μπρος πίσω το βιβλίο το Τίμου Μαλάνου: Η ποίηση του Γ. Σεφέρη και η κριτική μου, εκδ. Πρόσπερος: «Ο Γ. Σεφέρης ανήκει στην τάξη των ποιητών εκείνων που μόνο δυσοίωνες και σκοτεινές καταστάσεις θερμαίνουν τη φωνή τους»
Ετσι:
Πάει το ταξίδι, φτάσαμε. Τ’ ωραίο νησάκι να το!
Διπλά ακρογιάλια. Τ’ ανοιχτό, φως όλο, το χιονάτο,
με τα γραμμένα ερείπια και με τα μαυροπούλιαα
και τ’ άλλο. Ω δάση από μυρτιές, ω κήποι από ζουμπούλια,
και κάτω από της νεραντζιάς της φουντωτής τα κλώνια,
ω ίσκιοι! οι έρωτες μιλούνε, αντιμιλούν τ’ αηδόνια.
Το εν’ ακρογιαλι Ε δ ώ! μας λέει, το άλλο ακρογιάλι Ν ά μ ε!
Βαρκούλα, που θ’ αράξουμε; Βαρκάρη, που θα πάμε;

(«Ασάλευτη ζωή» Κ. Παλαμάς)
Οι «Μέρες» Ε του Γ. Σφρ. έμειναν πίσω σπίτι. Φέρνουμε γύρες στα εντελώς γνωστά διαβάσματα. Βίλα «Γαλήνη». Στα πόδια της κάτω από ένα αρμυρίκι σε κάτι ασταθείς, μεγάλες θαλασσόπετρες βάζουμε τα πόδια στο νερό. Κι αυτή ήταν η φέτος μας θάλασσα. Αναζητούμε εντωμεταξύ το ναυάγιο της «Κίχλης». Εις μάτην. Ναυτικό στρατόπεδο. Η ξηρά έναντι, ο Γαλατάς. Δεν έχουμε που να αράξουμε τα σώματα μας εκτός από τα κλιματιζόμενα καφέ.
Το απομεσήμερο σε παγκάκι με τα πόδια στην άμμο κάτω από ένα πεύκο παρακολουθούμε τα οικογενειακά στίφη με τα καθημερινόστηθα πως κολυμπούν. Είμαστε ταξιδιώτες, δεν έχουμε τα παραθαλάσσια σύνεργα. Αν βρίσκαμε καμιά ακτή όπως το «περγιάλι το κρυφό» μπορεί και γυμνοί να χωνόμασταν στους στίχους. Μια γέφυρα συνδέει τα δύο νησιά της νήσου που τα διέρχεται λερό, θαλάσσιο αυλάκι. Τα τζιτζίκια σε παροξυσμό δίνουν την καθιερωμένη συναυλία. Σε λίγο χαμηλώνουν. Αλλάζει το ρεπερτόριό τους ή πάνε το αυτό κομμάτι παρακάτω;
«...και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.»

(Γ.Σ.Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946)

Από την "Παρέμβαση" τχ 153
Στη φωτογραφία κάτι σαν την "Κίχλη" επισκευασμένη

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ασάλευτα ταξίδια



Θερινές ΜΕΤΑπολεμικές επιχειρήσεις στο Γράμμο.
Ενα σενάριο για την ανακατάληψή του 61 χρόνια ΜΕΤΑ


«Μες στο φίλμ του Παντελή...(Βούλγαρη)


Αντικειμενικός προορισμός ο Γράμμος, θέμα: κατάκτησή του δια δευτέραν φοράν. ΜΕΤΑ (το ανερμήνευτο αρτικόλεκτον της άτυπης κι άοπλης οργάνωσης του τριημέρου που είχε τη γενική ευθύνη της επι-χείρησης) 61 τόσα χρόνια. Το στρατηγείο στήθηκε στο Νεστόριο Κα-στοριάς. Εκεί συγκεντρώθηκαν (17,18,19 Ιουλίου) οι δυνάμεις που αποτελούνταν από τους απογόνους (μια σύναξη ανθρώπων κοσμικού περισσότερου λόγου και φιλικής έως αγαπητικής διαθέσεως, άγνωστοι επί το πλείστον μεταξύ τους -ας είναι καλά το διαδίκτυο) των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (είναι ο άυλος πλέον θεσμός που λατρεύει το επίγειον ΚΚΕ) οι οποίοι το 1949 έφυγαν όπως όπως κι εγκαταστάθηκαν στην Πολωνία. Τριακόσιες περίπου ψυχές μαζεύτηκαν. Γεννήθηκαν σε άλλη πατρίδα αλλά άκουσαν εκεί για μια άλλη πατρίδα! Ποιά είναι η πατρίδα τους τελικά; «Τι είναι η πατρίδας μας;/ Μην είναι ο κάμποι / Μην είναι τ’ άπαρτα ψηλά βουνά...» («Απαρτος» λέγαν ότι είναι κι ο Γράμμος τότε αλλά το ηρωικόν πτολίεθρον των ανταρτών «επέρσεν» ομηρικά ή «επάρθεν» ποντιακά και λίαν αδελφο-αιματοκυλιστικά. Παρών ο κ. Γιάννης Μότσιος, καθηγητής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, συγγραφέας ποιητής, ακούραστος περπατητής του καθαγιασμένου γι αυτόν, βουνού, αφηγητής δεινός κλπ. Επιζών του τότε, και στη συνάντηση σχεδόν ο μόνος. Ιστορικός και ποιητικός ξεναγός τώρα. Αυτός μας κάλεσε ως φίλιες δυνάμεις πλέον αν και ήμουν ο μόνος απόγονος κι οιονεί αντί-παλός της σύναξης, ότι ο πατέρας μου πολέμησε εκεί με τον Ελληνικό στρατό και τραυματίστηκε.
Το πρώτο απόγευμα - βράδυ στον εξαίσιο χώρο ένθα διεξάγεται το River party, (29 χρόνια τώρα) ο ποταμός Αλιάκμων με αξιοπρεπή την νεροπαρουσία του. Ο κ. Παντελής Βούλγαρης παρών· έφερε το βουνό και την Καστοριά στο κινηματογραφικό (το πρώτον) κι ιστορικό (εκ νέου) προσκήνιο αναφοράς αλλά και διαξιφισμών. Κι η γλυκιά και σπουδαία συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη, σιωπηλή, πολυμυθίης, πολύμοχθη, απλή δε και συγκαταβατική έως παρεξηγήσεως.
Το βράδυ στο χώρο εκδηλώσεων ο καθηγητής μιλά για το Γράμμο στην Ελληνική (και τη δική του δηλαδή) και στη γαλλική, ποίηση, του Π. Ελυάρ. Αλλοι ρήτορες όπως ο πανεπιστημιακός Η. Βράζας, ο σκη-νοθέτης Στέλιος Ελληνιάδης, ο Δήμαρχος Νεστορίου προσέγγισαν στο θέμα, ο καθείς με τα όπλα του, αλλά κατευθείαν στο στόχο.
Την επαύριον πορεία προς το μέτωπο· εφόρμηση στο βουνό με ΙΧ και το λεωφορείο του οικείου Δήμου. Εως το χωριό Πεύκος (17 χιλ.), άσφαλτος, από κει χωματόδρομος. Σχίζουμε τη θάλασσα του βουνού. Περιοχή Τσάρνος, σταυρικό σημείο, όπου και η τελική μάχη ένθα έπε-σαν κορμιά Ελλήνων άσωτα κι ο ξεναγός καθηγητής και ποιητής απο-φαίνεται: «Οταν έπεσε ο Τσάρνος έπεσε κι ο Γράμμος». Καμία συγκί-νηση, γιατί άλλωστε, κάτι το εντελώς ξένο κι αδιάφορο με χωνεύει. Θέλω να αφεθώ σε κάτι το συγκινητικό αλλά η ιστορική πλήξη με συγ-χωνεύει.
Δυο τρία χιλ. πριν τη Γράμμοστα, νυν χωριό Γράμμος, η εκστρατευτική δύναμη χωρίζεται σε δύο κολόνες. Προς τα δεξιά οι πολεμιστές της ανάμνησης (εξ αφηγήσεων) πορεία με αυτοκίνητα στην ανηφόρα, με τα πόδια στο ίσιωμα, για την Πέτρα του Οχράν, το άυλο, δηλαδή το τίποτα, σύνορο με την Αλβανία. Αριστερά κατηφόρισαν τα “γυναικόπαιδα” για τα χαμηλά, στο χωριό που ξανακτίζεται ένθα είχε καφέ, σουβλάκια, μπύρες, αναψυκτικά. Το κοπάδι των απογόνων πο-ρεία «Προς τη ΝΙΚΗ». Ο Γράμμος ανακαταλαμβάνεται, επιτέλους μετά 61 χρόνια. Τραγούδια, κάτι σαν εκδρομή ΚΑΠΗ ή σχολείου (ντε-λικάτων ΜΕΤΑγωνιστών). Σε κάποια μαντριά τσοπάνηδες αρμέγουν ειρηνικά κι άοπλα τα γίδια και πήζουν το τυρί, κοιτάνε δε απορημένοι. Που πάει αυτό το παρδαλό λεφούσι; Νερό, λάκκος γεμάτος, κοντά στην κορυφή («επί των ορέων στήσονται ύδατα...»). Κοπάδια γελάδια βόσκουν στάσιμα στα αλπικά λιβάδια. Ομως, λίγο πριν τον προκαθορισμένο στόχο ακούστηκε: - Οπίσω, στα αυτοκίνητα. Δεν μας παίρνει η ώρα! Ετσι, όπως ο Μωυσής δεν είδε τη γη της επαγγελίας στο απέραντο χάος του μύθου του, κι εμείς δεν είδαμε την τότε γη της επαγγελίας (εκείνων που έφυγαν ηττημένοι, απελπισμένοι, αλλά υπε-ρήφανοι, -όπως διατείνονταν στη συνέχεια-) την Αλβανία, την αείποτε γη της απελπισίας. Τι κρίμα!
Ο καθηγητής -προσωποποίηση του απόρθητου χαρακτήρα, του ακατάβλητου κι ακούραστου ανθρώπου- αφηγείται το πως μετά την ήττα έφυγε από κει, νεαρός δεκαπενταετής αντάρτης (πλοίαρχος του εαυτού του) για τις ήδη πρωτόγονα Σοσιαλιστικές χώρες. Από μια αποθήκη του ΔΣΕ (άγρια πεινασμένος) πήρε σοκολάτες και γέμισε με ζάχαρη παντελόνια και σώβρακά και εκεί μέσα έχωσε κι ένα πιστόλι, που του το χάρισε ένας αξιωματικός εκπνέων. Είναι το πρώτο όπλο που χώθηκε και χάθηκε στη ζάχαρη, η άλλη που χύθηκε στα κανόνια του Εβρου, ήταν, ως γνωστόν κατόρθωμα του αλήστου μνήμης Γιωρ-γίου Παπαδόπουλου, δικτάτορος κάποτε.
Τραγούδια σχολικά δηλαδή ανταρτικά κι εαμικά (τι πλήξη!), φω-τογραφίες ποικίλες με πόζες ληξιπρόθεσμης συγκίνησης. Επιστροφή.
«Σ’ αυτό που μπλέχτηκα ήταν το σωστό...» είπε ένας ομιλητής της βραδιάς στο Νεστόριο. Ισως, αλλά και έτσι όπως τελικά κατέληξε για τον τόπο αυτή η αιματηρή περιπέτεια μάλλον ήταν και το σωστό.
Στην απέραντη θάλασσα του Γράμμου πόσο ασήμαντοι φαντάζουν τώρα οι τότε Ελληνες συντεταγμένοι στρατιωτικά ή ασύντακτοι ιδε-ολογικά, οι οποίοι σκοτώνονταν μεταξύ τους οι μεν για το τίποτε οι άλλοι για το καθόλου... Θα έμοιαζαν στα σημερινά μας μάτια με μύγες...
ΥΓ. 1. Η κ. ΚΝΕ τις ίδιες μέρες σ’ αυτό το «ιερό βουνό» της, έκανε μια αποκάλυψη προτομής ενός τοπικού ήρωός της. Ορεξη να ‘χεις και μπορείς να γεμίσεις κάθε ραχούλα και ρεματιά από τέτοια ενθύμια της εμφύλιας αποτυχίας.
ΥΓ. 2. Αργοτερότερον (19,20/8) στο Νεστόριο έγινε μια λίαν ενδια-φέρουσα επιστημονική ημερίδα με θέμα το Νοσοκομείο εκστρατείας του ΔΣΕ. Διοργανωτής η «Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων Κ-Δ. Μακεδονίας αλλά και Ανω (κάτω λόγω εκλογών) Βοϊου.

* Από το τεύχος 153 της Παρέμβασης που μόλις κυκλοφόρησε
Το σχέδιο κολάζ είναι του Θάνου Καρώνη

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

" Ηταν ένα μικρό καράβι..."


Tαξιδιωτικό στα βιβλία, μαθητεία στο ταξίδι
(1995-2003 χρόνια στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης
και το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης)


Ηταν ένα μικρό καράβι (δις)
που ήταν α α αταξίδευτο
ουεουεουεουε... κ.λπ.


Προοίμιο

«Ανδρα μοι ένεπε μούσα ...» πολύφερνο, δηλαδή, τι σημασία έχει μια προσωπική ιστορία κι εν ταυτώ εμπειρία, μικρού δημόσιου χαρακτήρα, για τον καλόπιστο αναγνώστη; Ισως καμία γι’ αυτόν, λίγα για όσους κάπως μετείχαν του αξιοπερίεργου εγχειρήματος, να έλθει δηλαδή το βιβλίο και η όποια περί αυτού ευαισθησία –θεσμικά από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Δήμο Κοζάνης- στο κέντρο του ενδιαφέροντος μιας πόλης της επαρχίας μέσω του σχεδίου Εθνικό Πολιτιστικό Δίκτυο Πόλεων, του κάποτε υπουργού πολιτισμού Θ. Μικρούτσικου. Για τους πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές και το τσικό του πράγματος, η προσέγγιση έχει ποικίλες αφετηρίες, όπως επιρροές και συγκινήσεις.
Η αφήγηση κινείται σε τρία, ας πούμε, επίπεδα.
α. Στο πρώτο και το πλέον μακρύ υπάρχει η προσωπική έμφαση -πώς θα γινόταν άλλωστε- στο βίο του εγχειρήματος, κυρίως σε κάποιες στιγμές του, αλλά και τα επώνυμα πρόσωπα τα οποία επί το πλείστον άφησαν σ’ αυτό τη θετική τους αύρα συνεργασίας. Οσα στάθηκαν στον αντίπερα λόφο, σε μια εντελώς υποκειμενική εκτίμηση εννοείται, απλά υποδηλώνονται ή αγνοούνται. Αφηγούμαστε φυσικά, δεν γράφουμε ιστορία, καθώς εκθέτουμε τη δράση του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης στην Κοζάνη (ΙΝ.Β.Α.) 1995-2003 σε συνδυασμό με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της (Δ.Β.Κ.), θεσμοί οι οποίοι για λίγο καιρό συνέθεσαν την ημιτελή ρομαντική συμφωνία λόγου και πράξης με τον τίτλο: «Κοζάνη, Πόλη του Βιβλίου».
β. Στο δεύτερο ακολουθούν λίγα κείμενα, ομιλίες ή δημοσιεύματα διευκρινιστικά για ορισμένα πρόσωπα και καταστάσεις. Αλλωστε, ένα μέρος από τις ομιλίες εκείνων των δράσεων αποτελεί το κύριο μέρος του βιβλίου «Προλογύδρια παντός καιρού», εκδ. 2003. Λόγοι και προλογύδρια εκείνου του καιρού και του τρόπου υπάρχουν σε τριπλάσιο όγκο των εκδοθέντων που λανθάνουν έως αφανισμού.
γ. Στο τρίτο μέρος με τα πιο μικρά στοιχεία περιλαμβάνεται αναλυτικός απολογισμός δράσης της περίπου οκτάχρονης θητείας μου στο ΙΝ.Β.Α., όπως αυτή καταγράφηκε στο περιοδικό «Παρέμβαση», το οποίο αποτέλεσε τον μόνο σε όλη τη φάση της ιστορίας του έντυπο χώρο παρακατάθεσης της δραστηριότητάς του.
Γιατί όλα αυτά;
Μα γιατί εκτός από τον ιμπεριαλισμό παλιά, τη μοναξιά πότε πότε, υπάρχει πάντα και η ματαιοδοξία κ.λπ.
Και για το αυτάρεσκο κάπως της ιστορία: τι είχε η πόλη, τι μπορούσε να έχει και τι έχασε!

..............................................................

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προΐμιο

1995
«Πάρε με στο τηλέφωνο»
1996
Τα χρόνια της αθωότητας
1997
…Ο διευθυντής των βιβλίων
1998
«Βλέπεις» είπε «είναι οι άλλοι»
1999
Η ημιτελής του Σούμπερτ
2000
«Όταν έρχονται τα σύννεφα»
2001
«Και τι δεν θα΄δινα να θυμηθώ»
2002
«Αγάπης αγώνας άγονος»
2003
Η τελική έφοδος προς την έξοδο

Κείμενα αναχώματα εν παραρτήματι

Επιστροφή στην Αλεξανδρούπολη!
Θλίψη πόλεως αρχαία
Δέκα στάσεις στον 20ο αιώνα των γραμμάτων της Κοζάνης
‘Ενα «ι» που κάνει τη διαφορά
Μερόνυχτα της Φρανκφούρτης που θα έγραφε κι ο Α. Σουρούνης
Οι Β΄ Χαιρετισμοί της άνοιξης σε χίλιες λέξεις

…και ένας απο(συλ)λογισμός χωρίς αντίκρισμα