Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Δευτέρα απόγευμα της 20ης Σεπτεμβρίου 1971 ο Γ. Σεφέρης...



«Πάμε στο νησί...». Πόρος

Πρωί με το πλοίο της γραμμής για τον Πόρο. Σαλαμίνα είδον και Αγ. Σικελιανό, δηλαδή του Νάσου Βαγενά το περίγραμμά του από το βιβλίο: «Στη Νήσο των Μακάρων» (Κέδρος 2010)

Επειτα, δένοντας τα φτερωτά σαντάλια
μας κοίταζες χαμογελώντας
Γιατί ήσουν βέβαιος πως δεν θα γεράσει

ποτέ του και ούτε θα υποφέρει
όποιος έγραφε ατάραχος τη φράση»
«Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι...».

Αίγινα και ελαφρά προσαράξαμεν· κατεβαίνουν οι προσκυνητές του αγίου Νεκταρίου και οι τουρίστες της οσίας θαλασσινής.
...Αδελφέ ευλογημένη η ώρα
που πήρα στο στρατί.
το ευωδιασμένο το στρατί που φεύγει από τη χώρα,
και σ’ ήβρα ως ασκητή.

«Χαιρετισμός στον Ν. Καζαντζάκη» του Α. Σικελιανού.

Οι ταξιδιώτες συνεχίζουν. Πάνω στο καράβι μπρος πίσω το βιβλίο το Τίμου Μαλάνου: Η ποίηση του Γ. Σεφέρη και η κριτική μου, εκδ. Πρόσπερος: «Ο Γ. Σεφέρης ανήκει στην τάξη των ποιητών εκείνων που μόνο δυσοίωνες και σκοτεινές καταστάσεις θερμαίνουν τη φωνή τους»
Ετσι:
Πάει το ταξίδι, φτάσαμε. Τ’ ωραίο νησάκι να το!
Διπλά ακρογιάλια. Τ’ ανοιχτό, φως όλο, το χιονάτο,
με τα γραμμένα ερείπια και με τα μαυροπούλιαα
και τ’ άλλο. Ω δάση από μυρτιές, ω κήποι από ζουμπούλια,
και κάτω από της νεραντζιάς της φουντωτής τα κλώνια,
ω ίσκιοι! οι έρωτες μιλούνε, αντιμιλούν τ’ αηδόνια.
Το εν’ ακρογιαλι Ε δ ώ! μας λέει, το άλλο ακρογιάλι Ν ά μ ε!
Βαρκούλα, που θ’ αράξουμε; Βαρκάρη, που θα πάμε;

(«Ασάλευτη ζωή» Κ. Παλαμάς)
Οι «Μέρες» Ε του Γ. Σφρ. έμειναν πίσω σπίτι. Φέρνουμε γύρες στα εντελώς γνωστά διαβάσματα. Βίλα «Γαλήνη». Στα πόδια της κάτω από ένα αρμυρίκι σε κάτι ασταθείς, μεγάλες θαλασσόπετρες βάζουμε τα πόδια στο νερό. Κι αυτή ήταν η φέτος μας θάλασσα. Αναζητούμε εντωμεταξύ το ναυάγιο της «Κίχλης». Εις μάτην. Ναυτικό στρατόπεδο. Η ξηρά έναντι, ο Γαλατάς. Δεν έχουμε που να αράξουμε τα σώματα μας εκτός από τα κλιματιζόμενα καφέ.
Το απομεσήμερο σε παγκάκι με τα πόδια στην άμμο κάτω από ένα πεύκο παρακολουθούμε τα οικογενειακά στίφη με τα καθημερινόστηθα πως κολυμπούν. Είμαστε ταξιδιώτες, δεν έχουμε τα παραθαλάσσια σύνεργα. Αν βρίσκαμε καμιά ακτή όπως το «περγιάλι το κρυφό» μπορεί και γυμνοί να χωνόμασταν στους στίχους. Μια γέφυρα συνδέει τα δύο νησιά της νήσου που τα διέρχεται λερό, θαλάσσιο αυλάκι. Τα τζιτζίκια σε παροξυσμό δίνουν την καθιερωμένη συναυλία. Σε λίγο χαμηλώνουν. Αλλάζει το ρεπερτόριό τους ή πάνε το αυτό κομμάτι παρακάτω;
«...και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.»

(Γ.Σ.Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946)

Από την "Παρέμβαση" τχ 153
Στη φωτογραφία κάτι σαν την "Κίχλη" επισκευασμένη

17 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

(ποίημα Άγγελου Σικελιανού)

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Κι όπως κυλά από τʼ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά ένʼ αστέρι.
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απʼ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι πʼ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

Ανώνυμος είπε...

Ρήσεις του Αγίου Νεκταρίου:

Πραότης, ανεξιθρησκεία, ευεργεσία, ευγένεια τρόπων, είναι ο αληθής τύπος Χριστιανού

Ανώνυμος είπε...

Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι και για τους ποιητές ισχύει αυτό εδώ,
ότι δηλαδή δεν δημιουργούν με τη σοφία, αλλά με κάποιο φυσικό χάρισμα,
με κάποια έμπνευση ανάλογη μ' εκείνη των μάντεων και των χρησμωδών.
Γιατί πράγματι αυτοί λένε πολλά και καλά, αλλά δεν γνωρίζουν τίποτα γι' αυτά που λένε.

(Σωκράτης, Απολογία)

Ανώνυμος είπε...

(Σωκράτης)
Αληθινά όμως δεν στέκει ένας άνθρωπος που αγαπάει τις Μούσες να μην έχη ακούσει αυτά τα πράγματα. Νά, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες. Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί από αυτούς τότε τους ανθρώπους τα χάσανε από την τέρψη, που τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν και, χωρίς να το νοιώσουν, πεθάνανε. Απ' αυτούς γεννήθηκε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχει αφότου γεννηθεί καμμιά ανάγκη για τροφή, αλλά, χωρίς να τρώη και να πίνη, ν' αρχίζη ευθύς να τραγουδάει ως που να πεθάνη, κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνη είδηση ποιός από τους ανθρώπους εδώ κάτω ποιάν απ' αυτές τιμάει. Και νά, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοί την ετίμησαν, κάνουν προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη, και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν μ' ερωτικά τραγούδια όμοια και στις άλλες κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει στην κάθε μιά. Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία που έρχεται έπειτα από αυτήν, αγγέλουν εκείνους που περνούνε την ζωή τους με φιλοσοφία και που τιμούν εκείνων την τέχνη. Αυτές δα είναι που πιό πολύ απ' όλες τις Μούσες, έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους, και των θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφότερη φωνή. Για πολλές δα λοιπόν αιτίες πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να κοιμόμαστε το μεσημέρι.
Πλάτωνος Φαίδρος, μετάφραση Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου ("Πλάτωνος Φαίδρος", Γ' έκδοση Αθήνα 1971).
Από το ένθετο του δίσκου "Ημερολόγιο" του Νίκου Ξυδάκη, LYRA

Ανώνυμος είπε...

Γράψε το ποίημα να το γνωρίζουν

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ «ΚΙΧΛΗΣ»

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»

Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.

Ανώνυμος είπε...

Προπαίδευση
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ)

ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ. Στρατιωτική ζωή χωρίς πολλές δυσκολίες, την ανάπτυξη στρατιωτικού πνεύματος και την προετοιμασία για την παραπέρα θητεία στο Ναυτικό.

Από την ημέρα που παρουσιάζεσαι στο κέντρο κατάταξης Παλάσκας (ΚΕ ΠΑΛΑΣΚΑΣ) και εγγράφεσαι στο μητρώο, αποκτάς την ιδιότητα του ναύτη του Π.Ν.

Αυτό σημαίνει ότι από την εγγραφή σου και πριν ακόμα ορκιστείς, γίνεσαι στρατιώτης και υπάγεσαι στους στρατιωτικούς κανονισμούς που ισχύουν στο Πολεμικό Ναυτικό.

Πρέπει να ξέρεις, όμως, ότι στη διάρκεια της προπαίδευσης, όπως και σε όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η θητεία σου, δεν χάνεις τα αστικά πολιτικά σου δικαιώματα, ενώ ισχύουν και για σένα οι εγγυήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας, έτσι όπως καθορίζονται και κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα της χώρας μας.

Η προπαίδευση διαρκεί γύρω στις είκοσι (20) μέρες.

Την πρώτη ημέρα παραμένεις στο κέντρο κατάταξης για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και τη παραλαβή ρουχισμού.

Όλοι οι προπαιδευόμενοι μετακινούνται στο κέντρο εκπάιδευσης Πόρου (ΚΕ ΠΟΡΟΣ), όπου χωρίζονται σε Λόχους από 120 άνδρες ο καθένας ή και παραπάνω, αν η κληρουχία είναι μεγάλη.

Ο κάθε Λόχος έχει 4 διμοιρίες από 30 άνδρες (ή 2 ουλαμούς από 60 άνδρες).

Στον κάθε Λόχο επικεφαλής είναι ένας Αξιωματικός, που έχει βαθμό Σημαιοφόρου και που είναι υπεύθυνος για τη σωστή εκπαίδευση, απόδοση, εμφάνιση και καλή συμπεριφορά των ανδρών του Λόχου του.

Ο επικεφαλής του Λόχου (ο Λοχαγός) έχει για βοηθούς έναν Υπαξιωματικό με το βαθμό του Αρχικελευστή και τέσσερις Κελευστές, που ο καθένας από αυτούς είναι επικεφαλής μιας διμοιρίας.

Όλοι οι εκπαιδευτές έχουν περάσει από ένα ειδικό σχολείο και έχουν αποκτήσει ικανή πείρα και άρτιες γνώσεις.

Η Διοίκηση περιμένει από σένα να τους βοηθήσεις με την προθυμία σου, για να εκτελέσουν με επιτυχία το έργο που έχουν αναλάβει. κλπ.

Ανώνυμος είπε...

Προπαίδευση
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ)

ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ. Στρατιωτική ζωή χωρίς πολλές δυσκολίες, την ανάπτυξη στρατιωτικού πνεύματος και την προετοιμασία για την παραπέρα θητεία στο Ναυτικό.

Από την ημέρα που παρουσιάζεσαι στο κέντρο κατάταξης Παλάσκας (ΚΕ ΠΑΛΑΣΚΑΣ) και εγγράφεσαι στο μητρώο, αποκτάς την ιδιότητα του ναύτη του Π.Ν.

Αυτό σημαίνει ότι από την εγγραφή σου και πριν ακόμα ορκιστείς, γίνεσαι στρατιώτης και υπάγεσαι στους στρατιωτικούς κανονισμούς που ισχύουν στο Πολεμικό Ναυτικό.

Πρέπει να ξέρεις, όμως, ότι στη διάρκεια της προπαίδευσης, όπως και σε όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η θητεία σου, δεν χάνεις τα αστικά πολιτικά σου δικαιώματα, ενώ ισχύουν και για σένα οι εγγυήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας, έτσι όπως καθορίζονται και κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα της χώρας μας.

Η προπαίδευση διαρκεί γύρω στις είκοσι (20) μέρες.

Την πρώτη ημέρα παραμένεις στο κέντρο κατάταξης για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και τη παραλαβή ρουχισμού.

Όλοι οι προπαιδευόμενοι μετακινούνται στο κέντρο εκπάιδευσης Πόρου (ΚΕ ΠΟΡΟΣ), όπου χωρίζονται σε Λόχους από 120 άνδρες ο καθένας ή και παραπάνω, αν η κληρουχία είναι μεγάλη.

Ο κάθε Λόχος έχει 4 διμοιρίες από 30 άνδρες (ή 2 ουλαμούς από 60 άνδρες).

Στον κάθε Λόχο επικεφαλής είναι ένας Αξιωματικός, που έχει βαθμό Σημαιοφόρου και που είναι υπεύθυνος για τη σωστή εκπαίδευση, απόδοση, εμφάνιση και καλή συμπεριφορά των ανδρών του Λόχου του.

Ο επικεφαλής του Λόχου (ο Λοχαγός) έχει για βοηθούς έναν Υπαξιωματικό με το βαθμό του Αρχικελευστή και τέσσερις Κελευστές, που ο καθένας από αυτούς είναι επικεφαλής μιας διμοιρίας.

Όλοι οι εκπαιδευτές έχουν περάσει από ένα ειδικό σχολείο και έχουν αποκτήσει ικανή πείρα και άρτιες γνώσεις.

Η Διοίκηση περιμένει από σένα να τους βοηθήσεις με την προθυμία σου, για να εκτελέσουν με επιτυχία το έργο που έχουν αναλάβει. κλπ.

Ανώνυμος είπε...

Προπαίδευση
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ)

ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ. Στρατιωτική ζωή χωρίς πολλές δυσκολίες, την ανάπτυξη στρατιωτικού πνεύματος και την προετοιμασία για την παραπέρα θητεία στο Ναυτικό.

Από την ημέρα που παρουσιάζεσαι στο κέντρο κατάταξης Παλάσκας (ΚΕ ΠΑΛΑΣΚΑΣ) και εγγράφεσαι στο μητρώο, αποκτάς την ιδιότητα του ναύτη του Π.Ν.

Αυτό σημαίνει ότι από την εγγραφή σου και πριν ακόμα ορκιστείς, γίνεσαι στρατιώτης και υπάγεσαι στους στρατιωτικούς κανονισμούς που ισχύουν στο Πολεμικό Ναυτικό.

Πρέπει να ξέρεις, όμως, ότι στη διάρκεια της προπαίδευσης, όπως και σε όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η θητεία σου, δεν χάνεις τα αστικά πολιτικά σου δικαιώματα, ενώ ισχύουν και για σένα οι εγγυήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας, έτσι όπως καθορίζονται και κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα της χώρας μας.

Η προπαίδευση διαρκεί γύρω στις είκοσι (20) μέρες.

Την πρώτη ημέρα παραμένεις στο κέντρο κατάταξης για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και τη παραλαβή ρουχισμού.

Όλοι οι προπαιδευόμενοι μετακινούνται στο κέντρο εκπάιδευσης Πόρου (ΚΕ ΠΟΡΟΣ), όπου χωρίζονται σε Λόχους από 120 άνδρες ο καθένας ή και παραπάνω, αν η κληρουχία είναι μεγάλη.

Ο κάθε Λόχος έχει 4 διμοιρίες από 30 άνδρες (ή 2 ουλαμούς από 60 άνδρες).

Στον κάθε Λόχο επικεφαλής είναι ένας Αξιωματικός, που έχει βαθμό Σημαιοφόρου και που είναι υπεύθυνος για τη σωστή εκπαίδευση, απόδοση, εμφάνιση και καλή συμπεριφορά των ανδρών του Λόχου του.

Ο επικεφαλής του Λόχου (ο Λοχαγός) έχει για βοηθούς έναν Υπαξιωματικό με το βαθμό του Αρχικελευστή και τέσσερις Κελευστές, που ο καθένας από αυτούς είναι επικεφαλής μιας διμοιρίας.

Όλοι οι εκπαιδευτές έχουν περάσει από ένα ειδικό σχολείο και έχουν αποκτήσει ικανή πείρα και άρτιες γνώσεις.

Η Διοίκηση περιμένει από σένα να τους βοηθήσεις με την προθυμία σου, για να εκτελέσουν με επιτυχία το έργο που έχουν αναλάβει. κλπ.

Ανώνυμος είπε...

Πολυ επιτυχημένη η φωτογραφία της επισκευασμένης Κίχλιας βάρκας και προσφάτως βαμένη.Ωραία, τι ωραία, πόσο ωραία!

Όμως, να της έβαζες και τρία κατάρτια δεν έβλαπτε!

Νομίζω!

Ανώνυμος είπε...

Εκεί στη νήσο των Μακάρων, μακάριοι είναι και οι πτωχοί τω πνεύματι;

Ανώνυμος είπε...

Η Ασάλευτη Ζωή

(Κ.Παλαμάς)

Και τ' άγαλμ' αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.


Και τόπλασα. Κ' οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ' άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ' είδανε σαν αντίμαχους και τ' άγαλμα κ' εμένα.

Και τ' άγαλμα στα σκύβαλα, κ' εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου`
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία`
έσκαψα λάκκο, κ' έθαψα στο λάκκο τ' άγαλμά μου.

Και του ψιθύρισα: " Άφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ' αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ' η ώρα σου` αθάνατ' άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!"

Και μ' ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ' ο λάκκος: "Ναός κανείς, βάθρο ούτε` φως του κάκου.
Για δώ, για κεί, για πουθενά το άνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μεσ' στ' άψαχτα ενός λάκκου.

Ποτέ μην έρθ' η ώρα του! Κι αν έρθη, κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπει και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ' αγάλματ' αψεγάδιαστα, κ' οι πλάστες τρισμεγάλοι`
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ' αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ' όνειρο, δε θάρθ' η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ' αθάνατου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τα τωρινά και τ' αυριανά, βρόχοι και πέλαγα` όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης`
μακρότερη απ' την δόξα σου και μιά του κήπου βιόλα`
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!"

Κ' εγώ αποκρίθηκα: "Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ' εγώ μ' όλο το νου και μ' όλη την καρδιά μου`
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου` από τ' αθάνατα όλα
μπορεί ν' αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου".

Ανώνυμος είπε...

Η Ασάλευτη Ζωή

(Κ.Παλαμάς)

Και τ' άγαλμ' αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.


Και τόπλασα. Κ' οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ' άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ' είδανε σαν αντίμαχους και τ' άγαλμα κ' εμένα.

Και τ' άγαλμα στα σκύβαλα, κ' εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου`
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία`
έσκαψα λάκκο, κ' έθαψα στο λάκκο τ' άγαλμά μου.

Και του ψιθύρισα: " Άφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ' αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ' η ώρα σου` αθάνατ' άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!"

Και μ' ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ' ο λάκκος: "Ναός κανείς, βάθρο ούτε` φως του κάκου.
Για δώ, για κεί, για πουθενά το άνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μεσ' στ' άψαχτα ενός λάκκου.

Ποτέ μην έρθ' η ώρα του! Κι αν έρθη, κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπει και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ' αγάλματ' αψεγάδιαστα, κ' οι πλάστες τρισμεγάλοι`
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ' αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ' όνειρο, δε θάρθ' η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ' αθάνατου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τα τωρινά και τ' αυριανά, βρόχοι και πέλαγα` όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης`
μακρότερη απ' την δόξα σου και μιά του κήπου βιόλα`
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!"

Κ' εγώ αποκρίθηκα: "Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ' εγώ μ' όλο το νου και μ' όλη την καρδιά μου`
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου` από τ' αθάνατα όλα
μπορεί ν' αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου".

Ανώνυμος είπε...

Το ναυάγιο της «Κίχλης».

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει, Παρ' το, σου το χαρίζω· δες, είναι ξύλο λεμονιάς...» Άκουσα τη φωνή καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια∙ το 'λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο, τα κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτος νεκρού σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνονταν γαλήνη Το φως Αγγελικό και μαύρο, φως, γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σε βλέπει ο γέροντας ικέτης πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στο αίμα του που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Αγγελική και μαύρη, μέρα· η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες. Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε... δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη· στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου, σκοτεινή κοπέλα-η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει, κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης∙ όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, στο φως· και είσαι σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα, γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».

(Πόρος, «Γαλήνη», 31 Οχτώβρη 1946).

Ανώνυμος είπε...

Το ναυάγιο της «Κίχλης».

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει, Παρ' το, σου το χαρίζω· δες, είναι ξύλο λεμονιάς...» Άκουσα τη φωνή καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια∙ το 'λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο, τα κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτος νεκρού σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνονταν γαλήνη Το φως Αγγελικό και μαύρο, φως, γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σε βλέπει ο γέροντας ικέτης πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στο αίμα του που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Αγγελική και μαύρη, μέρα· η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες. Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε... δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη· στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου, σκοτεινή κοπέλα-η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει, κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης∙ όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, στο φως· και είσαι σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα, γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».

(Πόρος, «Γαλήνη», 31 Οχτώβρη 1946).

Ανώνυμος είπε...

"ΜΕΡΕΣ' του Γ.Σεφέρη (1945-51)

Πρωτοχρονιά 1945 - Κυδαθηναίων 9 Νομίζω, κανένας χρόνος σαν αυτόν που πέρασε: Tίποτε πιο φριχτό από τους δυο τελευταίους μήνες.

Παρασκευή, 12 Γενάρη Όταν δεν μπορείς να γράψεις ολόκληρο το αίσθημα σου, όλα τούτα γίνονται γρήγορα βαρετά. Τι ολόκληρο μας έχει μείνει; Όλες αυτές τις μέρες, η ελεεινή μονοτονία της ωμότητας, του σαδιστικού πείσματος της καταστροφής.

Χτές, έκανα ένα γύρο στη λαβωμένη πολιτεία: Αθηνάς, Πειραιώς, Γ΄ Σεπτεμβρίου, Αγίου Κωνσταντίνου, Πλατεία Κάνιγγος.
Χαλάσματα, χαλάσματα. Σπίτια τιναγμένα, σμπαραλιασμένα, μ' όλο αυτό το αλλόκοτο και φοβερό χιούμορ που παίρνουν τα έργα των ανθρώπων όταν ξεχαρβαλωθούν και αχρηστευθούν. Κατοικίες ανοιγμένες σαν τα σπασμένα κεφάλια, αφήνοντας να φαίνονται από μέσα τα ίχνη της ζωής που γύρεψε να προστατευτεί, να φτιάξει μιαν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Στην προθήκη του Προμπονά (οδός Πειραιώς, το κατάστημα των κηλεπιδέσμων), μια κούκλα φυσικό μέγεθος πίσω από τα σπασμένα τζάμια.

(...) Μου διηγούνται: Ο Σικελιανός: "Κι εγώ που νόμιζα πως οι Έλληνες είναι ώριμος λαός". Καζαντζάκης: "Μήπως είναι υπερώριμος;" Αισθάνομαι κάποιο κενό καθώς ακούω τέτοιες κουβέντες.
Οι εφημερίδες δημοσιεύουν σήμερα τη χτεσινή ανακωχή Scobie - Ελάς.



Πέμπτη, 19 Απρίλη 1951 (...) To τρένο διασχίζει για κάμποση ώρα το Παρίσι - λεπρά σπίτια, σιδηροδρομικά τοπία, θλιβερά ρούχα που στεγνώνουν στα παράθυρα μέσα από ένα ατέλειωτο ψιχάλισμα: "Grâce de la douleur..." Πόσες φορές, Θεέ μου δώσε μου να γεράσω και να πεθάνω στον τόπο μου. Βγήκαμε απ' το Παρίσι. Ο καιρός πάντα συννεφιασμένος· πάχνες γύρω στα δέντρα, μελοί.

Σημείωση: Ο E΄ τόμος των ημερολογίων του Γεωργίου Σεφέρη καλύπτει τα έτη 1945 - 1951Οι συνταξιδιώτες σκοτώνουν τον καιρό τους με εικονογραφημένα· κανένας δεν σηκώνει κεφάλι.

Παραξενεύομαι· ξεχνούσα πως μπήκαμε στις χώρες όπου δεν κοιτάζουν τον εξωτερικό κόσμο.

Σημείωση για τις "χαμένες πατρίδες"
Μόνο όταν η Ελλάδα εξέλθει ξανά από μια νέα κοινωνική κρίση που θα αναταράξει τον κύριο ζωτικό ιστό της, θα μπορέσει να βρει ξανά μια νέα εθνική ταυτότητα — κάτι που προέκυψε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με την ανάπτυξη και την άνθιση που ακολούθησαν, με την ομοψυχία όλων εντός και εκτός Ελλάδος Ελλήνων.

Γιωργος Σεφερης - ημερολογια (από ετών 25)

Ανώνυμος είπε...

"ΜΕΡΕΣ' του Γ.Σεφέρη (1945-51)

Πρωτοχρονιά 1945 - Κυδαθηναίων 9 Νομίζω, κανένας χρόνος σαν αυτόν που πέρασε: Tίποτε πιο φριχτό από τους δυο τελευταίους μήνες.

Παρασκευή, 12 Γενάρη Όταν δεν μπορείς να γράψεις ολόκληρο το αίσθημα σου, όλα τούτα γίνονται γρήγορα βαρετά. Τι ολόκληρο μας έχει μείνει; Όλες αυτές τις μέρες, η ελεεινή μονοτονία της ωμότητας, του σαδιστικού πείσματος της καταστροφής.

Χτές, έκανα ένα γύρο στη λαβωμένη πολιτεία: Αθηνάς, Πειραιώς, Γ΄ Σεπτεμβρίου, Αγίου Κωνσταντίνου, Πλατεία Κάνιγγος.
Χαλάσματα, χαλάσματα. Σπίτια τιναγμένα, σμπαραλιασμένα, μ' όλο αυτό το αλλόκοτο και φοβερό χιούμορ που παίρνουν τα έργα των ανθρώπων όταν ξεχαρβαλωθούν και αχρηστευθούν. Κατοικίες ανοιγμένες σαν τα σπασμένα κεφάλια, αφήνοντας να φαίνονται από μέσα τα ίχνη της ζωής που γύρεψε να προστατευτεί, να φτιάξει μιαν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Στην προθήκη του Προμπονά (οδός Πειραιώς, το κατάστημα των κηλεπιδέσμων), μια κούκλα φυσικό μέγεθος πίσω από τα σπασμένα τζάμια.

(...) Μου διηγούνται: Ο Σικελιανός: "Κι εγώ που νόμιζα πως οι Έλληνες είναι ώριμος λαός". Καζαντζάκης: "Μήπως είναι υπερώριμος;" Αισθάνομαι κάποιο κενό καθώς ακούω τέτοιες κουβέντες.
Οι εφημερίδες δημοσιεύουν σήμερα τη χτεσινή ανακωχή Scobie - Ελάς.



Πέμπτη, 19 Απρίλη 1951 (...) To τρένο διασχίζει για κάμποση ώρα το Παρίσι - λεπρά σπίτια, σιδηροδρομικά τοπία, θλιβερά ρούχα που στεγνώνουν στα παράθυρα μέσα από ένα ατέλειωτο ψιχάλισμα: "Grâce de la douleur..." Πόσες φορές, Θεέ μου δώσε μου να γεράσω και να πεθάνω στον τόπο μου. Βγήκαμε απ' το Παρίσι. Ο καιρός πάντα συννεφιασμένος· πάχνες γύρω στα δέντρα, μελοί.

Σημείωση: Ο E΄ τόμος των ημερολογίων του Γεωργίου Σεφέρη καλύπτει τα έτη 1945 - 1951Οι συνταξιδιώτες σκοτώνουν τον καιρό τους με εικονογραφημένα· κανένας δεν σηκώνει κεφάλι.

Παραξενεύομαι· ξεχνούσα πως μπήκαμε στις χώρες όπου δεν κοιτάζουν τον εξωτερικό κόσμο.

Σημείωση για τις "χαμένες πατρίδες"
Μόνο όταν η Ελλάδα εξέλθει ξανά από μια νέα κοινωνική κρίση που θα αναταράξει τον κύριο ζωτικό ιστό της, θα μπορέσει να βρει ξανά μια νέα εθνική ταυτότητα — κάτι που προέκυψε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με την ανάπτυξη και την άνθιση που ακολούθησαν, με την ομοψυχία όλων εντός και εκτός Ελλάδος Ελλήνων.

Γιωργος Σεφερης - ημερολογια (από ετών 25)

Ανώνυμος είπε...

http://psoux.blogspot.com/2008/06/blog-post.html

Ο Σεφέρης άνθρωπος