Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

'Κατάθεσις Τιμίας Ζώνης"


Καθώς "Ο Αύγουστος μας τέλειωσε..."
στ' ασάλευτα ταξίδια του μας έλιωσε
Κι απ' αύριο που θάμπει ο Σεπτέμβρης
τους πειρατές του Μπρεχτ ψάξε να εύρεις

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

"Σε δύο" και άλλους μουσικούς "εαυτούς"


Σ’ αυτό το καλοκαίρι των ματαιωμένων ή αναβαλλόμενων εκδηλώσεων στα πολιτιστικά Λασσάνεια έτους 2010, τα οποία όπως ανακοινώθηκε δεν θα ξαναϋπάρξουν στη χυλοειδή μορφή τους, όπως γνωρίσαμε εδώ και 20 χρόνια (ίσως δηλαδή να υπάρξουν και χειρότερα) να και μια εκδήλωση που θα γίνει.
Το Σάββατο 28 Αυγούστου στην αυλή του Μουσείου Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας –Βιτσίου 29- πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο φανό της Σκ’ρκας (και για αυτόν ανακοίνωσαν οι αρμόδιοί του πως δεν θα ξαναϋπάρξει στην μορφή που τον γνώριζαν μέχρι τώρα (όσοι τον επισκέπτονταν), κι έτσι τρίζουν οι δύο βασικοί πυλώνες του κοζανίτικου εκπολιτισμού ήγουν Λασσάνεια και Φανοί, το μουσικό σχήμα ΑΛΚΗ (Δημήτρης Γαύρος - Δήμητρα Καραγιάννη) με τους συνεργάτες τους, θα πουν τα τραγούδια από το σιντί τους με τον τίτλο «Σε δύο εαυτούς» και άλλα στο σχήμα και το χρώμα της μουσικής τους ευαισθησίας.
Ωρα έναρξης 8. 30
Είσοδος, έξοδος ελεύθερη για το κοινό.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός στις παρυφές του Αη-λιά



Ησυχο το Αυγουστιάτικο απόγευμα της 23ης προς την 24ην του μηνός, παραμονή της Πανσελήνου με την οποία λιγοθυμούν οι ευαίσθητες και λεπτεπαίσθητες ψυχές όλων των φύλων, των αρχαίων μη εξαιρουμένων.
Εν τω μεταξύ πέρασα από τον δημόσιο δρόμο μπαίνοντας στην πόλη από τη βόρειά της είσοδο ...χιλιάδες φορές· λίγο πριν την κορύφωση της ανόδου του μετά το ΤΕΙ δεξιά και κάτω ουδέποτε ηξιώθην, από σωματική αβελτηρίας ή την βιασύνη, γρήγορα να επιστρέψω -ούτως ή άλλως είναι δρόμος επιστροφής- αλλά και ψυχικής ραθυμίας, να σταματήσω στην μικρή είσοδο που επι-γράφει «Πάρκο Ηπειρωτών». Να κατηφορίσω ακόμα και να γλιστρήσω στο χώρο του. Ακουγα κατά καιρούς διάφορα, ψυχαγωγικά επί το πλείστον γεγονότα που λάβαιναν χώρα εκεί, αλλά τα προσπερνούσα μ’ αυτί κουφού. Δεν πολιτεύομαι και σε κάποιο κομματικό μαντρί ει μη μόνο σ’ εκείνο τον αντιπολιτευτικό χώρο που λέγεται ζωή (όπως την βίωσή της την εκλαμβάνει και την προσπαθεί ο καθένας) παρεπιδημώ, έτσι ώστε να τρέχω (όπως τρέχουν τα σάλια των πεινασμένων σκυλιών όταν βλέπουν κρέας αφάγωτο και κόκαλο άγλειφτο) όπου πανηγύρι και χαρά (γεια σου τάδε μασκαρά) να φανεί όπως όλα τα πολιτικά φρούτα έως και ρεμάλια (όποιος αυτοεξαιρεί εαυτόν απ’ τις χυδαίες αυτές εμφανίσεις μόνο δια το φαίνεσθαι, ας με συχωρέσει για το τσουβάλιασμα).
Αχ πότε να φυσήξει μια
να πάρει όλη τη σβουνιά
κι όλα να τα σαρώσει
κι ό,τι ήθελε ας ξημερώσει.
η οποία περιφέρεται γύρω μας, όπως η μύγα στην κοπριά. Ολα αυτά τα φαιδρά έως ανοήμονα επί το πλείστον, όντα, χωμένα στην προσωπική ιδιοτέλεια και πουλημένα στην πολιτική ευτέλεια να θέλουν μόνιμα να διοικούν και να μας κυβερνούν από παντού και πάντα!
Κατηφορίζοντας στο χώρο του πάρκου ο ανυποψίαστος περαστικός μένει έκπληκτος για ότι βλέπει άρα και νιώθει. Ενας χώρος πανέμορφος εκεί στην πρώην κι απροσδιόριστη αισθητικά, ρεματιά, χερσότοπος, όπου υπήρχε μια βρύση στην οποία πότιζαν τα κοπάδια τους οι παλιοί. Στη νέα βρύση μια πινακίδα θυμίζει πως θεμελιώθηκε το 1932 δημαρχούντος του «αιρετού» δημάρχου Αστερίου Καραγκούνη. Γιατί άραγε τονίζει το αιρετός; Πλατάνια, λεύκες, θάμνοι χαμηλοί, ανοιχτοί χώροι για παιχνίδια, καθίσματα κλπ., όλα δηλαδή τα απαραίτητα αλλά όχι πλεονάζοντα που απαιτεί ένας χώρος ψυχικής και σωματικής ηρεμίας. Ο πρώην βούρκος έλαβε γενναία δόση ωραιότητας με τις φιλότιμες, γενναιόδωρες κι άοκνες προσπάθειες των μελών του Συλλόγου Ηπειρωτών Κοζάνης. Οι εθνικοτοπικοί σύλλογοι διατηρούν μια ενότητα από ανθρώπινες μνήμες, περισσότερο διαμορφωμένες από τους άμεσα προγόνους τους, στο σήμερα κι αυτό τους δίνει μια αίσθηση ιστορικής συνέχειας, την οποία δεν αρνούνται, απεναντίας με φανατισμό διατηρούν και προβάλλουν χωρίς να κόβουν κανένα κρίκο της αλυσίδας στην οποία είναι κλεισμένοι συναισθηματικά κυρίως κι όχι απομονωτικά από τους άλλους.
Οι σημερινοί Ηπειρώτες της πόλεως δεν ξέρω αν πηγαίνουν τις ρίζες τους μακριά στο χρόνο και στους πρώτους έποικους της Κοζάνης που ήρθαν από τη Βόρειο Ηπειρο, νυν Νότια Αλβανία ή είναι απλώς σπέρματα των νεότερων χρόνων. Αλλά τι σημασία έχει;
Διάφορα επίπεδα γης κρατούν τους επισκέπτες, με πρώτο αυτό με το ναΰδριον του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, χωρητικότητος δέκα το πολύ ατόμων – δεσπότης ακόμα και μόνος του δεν χωράει λόγω αμφιοπαγωνιακής περιβολής- στο οποίο οι Ηπειρώτες τιμούν τη μνήμη του πατριώτη αγίου τους, ο οποίος δεν άφησε γης απερπάτητη σ’ όλη την ορεινή Ελλάδα διδάσκοντας, νουθετώντας, σώζοντας, ό,τι μπορούσε να σωθεί στις ανθρώπινες ψυχές. Ο λόγος του «αμφίστομο ξίφος». Μια ρασοφόρα φλεγόμενη ύπαρξη που άναβε πυρκαγιές στις ψυχές και το φρόνημα των υπόδουλων, σε ακριβώς αντίθετη πρακτική (κι εισπρακτική) με τη σημερινή εκκλησιαστική λοιμική των λιμασμένων για δόξα και χρήμα υπηρετών του Μαμωνά. Αυτός ο μέγας οδοιπόρος, επαναστάτης και ορθόδοξος διαφωτιστής.
Ενώπιον λίγων, στην αρχή, πιστών ξεκίνησε ο εσπερινός της εορτής του αγίου. «Ο ήλιος έγνων την δύσιν αυτού» και κοκινίζων κυλούσε από την κορυφή του Αηλιά προς τα κάτω, να χωθεί στα έναντι χαμηλά βουνά. Ενας ψάλτης (τον θυμάμαι να πρωταγωνιστεί σε κάτι αποκριάτικα σκέτς παίζων συνήθως τον ...καθυστερημένο) διεξέρχονταν επιμελώς και καλλίφωνα το ψαλτήρι, ευτυχώς. Δύο μεγάλες κυρίες που έχασαν τις λειτουργίες της Τετράδης στον χαμηλό Αηλιά (Αγία Αννα και Μεταμόρφωση) από την «ταμαχιά» των παπάδων, ηπειρώτισσες στην καταγωγή ήταν εκεί, νοσταλγοί του χαμένου, μικρού τους εκκλησιαστικού παραδείσου. Που να αποταθούν προς ιάσιν του αιτήματος τους, είναι τόσο παραδόπιστοι, σχεδόν όλοι τους, που δεν παίζονται με όρους ανθρώπινους; Τα μέλη του συλλόγου διακονούσαν όσο χρειαζόταν, πύκνωσε και κάπως το εκκλησίασμα όρθιο στο χόρτο του ανοιχτού χώρου και δυο τρία παιδάρια έτρεχαν πέρα δώθε δίνοντας ένα τόνο γλυκιάς προσμονής κάτι άγνωστου.
Τα αυτοκίνητα δίπλα μας περνούσαν εντελώς αδιάφορα και μαρσάροντας στην ανηφόρα. Ενας τροχαίος στην είσοδο του πάρκου καιροφυλακτούσε να συλλάβει τους τρέχοντες. Στο «Κύριε εκέκραξα» και στη «Είσοδο» ο γλυκύς –όχι ως αρχιμανδρίτης – ιερέας θυμίασε τους πάντας αλλά και τη φύση των πραγμάτων. «Φως ιλαρόν» το λοιπόν κι ακόμα ο ήλιος άντεχε βυθιζόμενος.
Δίπλα από τα εύγλυκα πρόσφορα (η αρτοκλασία γινόταν από δύο συλλόγους Ηπειρωτών Κοζάνης και Πτολεμαΐδος) υπήρχε, δωρεάν προσφορά, ένα βιβλίο με το βίο και τις διδαχές του Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου, συνοδευόμενο από σιντί. Θυμήθηκα το βιβλίο του Π. Β. Πάσχου «Κοσμάς ο Αιτωλός», εκδ. Ακρίτας, όπως και τη συναρπαστική του αφήγησή του στην αίθουσα Φίλιππος (είναι δεινός πλην των άλλων αφηγητής ο Π.Β.Π.) για το ταξίδι του (1984) στην Αλβανία, επιστημονική αποστολή του υπουργείου εξωτερικών, να δουν και να αξιολογήσουν αγιολογικά τα τίμια λείψανα του αγίου, που ήταν θαμμένος στη ομώνυμη κι ερειπωμένη μονή του κοντά στο χωριό Κολικόντασι. Ο Κοσμάς κι ο Παΐσιος είχαν δύο κοινά· και οι δύο υπήρξαν Αγιορείτες ο ένας δια βίου κι ο άλλος σποραδικά και είχαν το χάρισμα της προορατικότητας. Αυτή η δυνατότητα «διάγνωσης» μ’ έκανε να μην επισκεφτώ ποτέ στο κελί του τον Παΐσιο στην Παναγούδα του αν και περνούσαμε ξυστά απ’ αυτό σε κάποιες εισόδους μας στο Ορος και ο δρόμος μας έφερνε από κει. Γιατί άραγε; Δεν έδωσα μια πειστική ακόμα εξήγηση στον εαυτό μου.
Ομως στη διάρκεια του λίαν λιτού εσπερινού (τί θεία ευλογία που είναι όταν οι εορταστικοί εσπερινοί γίνονται με την απουσία του δεσπότη κι ερήμην των πολιτικάντηδων της δεκάρας, τότε θαρρείς γλυκαίνει και ηρεμεί ως και η φύση), έδωσα εξήγηση για την εκεί παρουσία μου με τον τρόπο μου φυσικά, που ίσως δεν είναι τόσον ορθόδοξος και κατά την εκκλησιαστική τάξη. Ενιωθα οικείος με τους ανθρώπους και τον τόπο καταγωγής τους, δεν ξέρω αν και της όποιας νοσταλγίας τους. Η γιαγιά μου ήρθε στη Λευκοπηγή από την Πυρσόγιαννη. Οπερ έδει δείξαι! Ομως εκκρεμεί και μια εκ νέου επίσκεψή μου σ’ εκείνο το τόπο της καταγωγής, αλλά μαζί με τον αξιότιμο κ. Δημήτρη Καρακούλα, επιστήμονα στην προώθηση φαρμάκων, ο οποίος ξενιτεύτηκε (ή μήπως επέστρεψε στις μακρινές ρίζες του) στα Γιάννινα, αφού κι αυτού η γιαγιά ήταν συντρόφισσα της δικής μου και από τον ίδιο τόπο.
Ναι, όταν ερχόταν σπίτι μας στο χωριό η γιαγιά του Δημήτρη, επίσκεψη στη δική μου, φώναζε απ’ την πόρτα:
- Συντρόφισσα Βασίλενα...
Ηχοι κι απόηχοι υπέροχοι μιας άλλης εποχής.

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Συνεχίζονται με επιτυχία οι αναβολές και ματαιώσεις εκδηλώσεων στα Λασσάνεια


Την ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα «Ρήματα» εκδ. ΑΓΡΑ είχα μαζί μου και τη διάβαζα στο χωριό Νέα Νικόπολη, κοινώς Σκαφίδι, εκεί που υπάρχει η εκκλησία στην οποία τιμάται η «Απότμιση κεφαλής Προδρόμου» 29 Αυγούστου, αυστηροτάτη νηστεία καθώς γράφουν τα συναξάρια. Ο χώρος πλέον μετατράπηκε σε θλιβερόν «κάθισμα» εκκλησιαστικού, ελέω θεού φυσικά, άνακτος, ο οποίος ισοπέδωσε κάθε παράδοση θρησκευτική, τα τοπικά έθιμα και διέλυσε τις μνήμες των κατοίκων, με τη βοήθεια φυσικά των ακόμα πιο θλιβερών τοπικών εξουσιών (Πολιτεία, Δήμος, Νομαρχία) οι οποίες αλληλοσυνασπίζονται και συνγλείφονται κατ’ αηδιαστικόν τρόπον και λόγον, ως γνωστόν!
Τέλος πάντων...
Στο τέλος του βιβλίου μια σημείωση με κόκκινη μπογιά γράφει: 7/9/2009. Ηταν Κυριακή, μέρα των τελευταίων ευρωεκλογών. Το ξεφύλλιζα στις ώρες της ανίας του δικαστικού αντιπροσώπου.
Απ’ αυτήν την ποιητική συλλογή μεταφέρω κάποιους στίχους και φράσεις υπογραμμισμένες στο βιβλίο, έτσι ξεκάρφωτα και φορές ακατανόητα για τον αναγνώστη και για το λόγο ότι την ποίηση του Π.Μ. (μετά μουσικής) θα διαβάζαμε στην οδό της Ερατούς, την 20η Αυγούστου, μνήμη προφήτου Σαμουήλ, Ηλιοδώρου, Φωτεινής, Λουκίου. Η εκδήλωση ανεβλήθη (μήπως είναι κι ο προσχηματικός λόγος της τελικής ματαίωσης) για καλύτερες εποχές χρωμάτων στα φύλλα στις ένθεν κι ένθεν της οδού φλαμουριές. Ας μην ονομάσουμε το λόγο αυτής της αναβολής, ότι στις κρίσεις μας κατά των έμμισθων υπηρετών μας στη διοίκηση γενικώς, είμαστε λίαν, αλίμονο, αυστηροί και φτάνουμε κάποιες φορές στην υπερβολή.

***

«...άπορα πόριμος»
Αισχύλου Προμηθέας δεσμώτης

Είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε

Πως γίνεται λοιπόν με το ‘να χείλι να μιλήσεις

Και πέντε λέξεις θα ‘θελε να πει,
και πέντε λέξεις είναι βαριές κι ατίμητες
αν έχουν νόημα καρδιάς αιματωμένο
κι αρκούν για να ιστορίσουν έναν άνθρωπο,
Οι άλλες όλες·
υπήρξαν για να υπάρξουν μόνο οι πέντε
Ερως. Καιρός. Τα μάτια σου
......

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα
Πάντως Κυριακή
τότε που δέεσαι στο χρόνο να ειρηνέψει

Εξω μακριά κι απ’ τους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι

απαγορεύειςαποκλείειςοστρακίζεις

γίνεται λάσπη της ζωής
γίνεται ιλύς γενέσεως

τρώει η θάλασσα την άμμο της ζωής μας

πως γίνεται λοιπόν με το ‘να χείλη να φιλήσεις

Μια αγριάδα που τρυπάει την άσφαλτο και αντατρεύει
πανηγυρίζει στη σκιά του γηρασμένου αυτοκινήτου
και προς τον ήλιο αυθόρμητα κινεί

στον οίνο των δακρύων σου να τον μουσκεύω

Ο,τι κι αν πω τα λόγια σου λέω, που με κατέχουν

ΚΙ ο πόθος πάντοτε σκιρτά σαν πτόρθος διψασμένος

Φιλώ τη μνήμη του φιλιού σου
και τη φυλάω πορφυρή στα φύλλα της καρδιάς


Ποιος άλλος απ’ τον έρωτα στον πόνο νόημα δίνει
το χρόνο τον περιγελά κι ας μοιάζει ηττημένος

Ποιός λόγος πιο αιματηρός από το σ’ αγαπάω;

γλυκύπικρον αμάχανον το όρπετον

Ενα ταξίδι θα ‘μαι
Ενα ταξίδι ωραίο
Διπλά ωραίο γιατί έγινε δεν έγινε
μη λιγοστέψει η νοσταλγία κι η λαχτάρα

που στην ελέπτολη οργή του

πως κάθε ζωντανό συλλαβίζει τη ματαιότητα του

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Αναζητώντας το «Κάθισμα» Ιωάννου Προδρόμου στις υπώρειες του Αθωνος


Το κιόσκι έξω της κυρίας, ιστορικής και γενεθλίου του Ορους μονής, Μεγίστης Λαύρας, αποσυνάγωγο σχεδόν κι ανεπιθύμητο για τους μέσα και μόνιμα οικούντες, κείται έναντι ακριβώς, αν και κάπως μακρινή, της νήσου Λήμνου, που φαίνεται σαφώς με καιρό ανέφελο αλλά και τη νύχτα κατάστικτη με άστρα πολλών αστέρων. Εκεί μαζεύονται χαρμάνηδες οι καπνιστές οι οποίοι προσκυνούν, μετά τα λείψανα τα σεπτά, τα άγιά τους πάθη τα καυτά, ίνα ξεχαρμανιάσουν· δεν αντέχουν τις σιωπηρές επιτιμήσεις των καλογερικών σκιών και τη βλοσυρή υπόδειξη του άρχοντα αρχοντάρη, προηγούμενου Βασιλείου Λαυριώτη, εξομολόγου δεινού, παρηγορητού λίαν, μέχρι και συγγραφέα λιγνού βιβλίου (σε ευθεία αντίθεση με τα σωματικά του μέτρα) με τον τίτλο: «Το αγίασμα του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου».
Φτάσαμε εκεί βαδίζοντας το αρχαίο μονοπάτι, γεμάτο αγκάθια κι εγκατάλειψη, ξεκινώντας από το μικρό, ήμερο λιμανάκι, μισή ώρα ανηφόρα, που σκαρφαλώνει σε μερικά σημεία σχεδόν παράλληλα με τον εξωτερικό τοίχο της μεγαλομονής, αφού υπερπηδήσαμε κάποιους αύλακες με ηγιασμένα απόβλητα. Κερασιές προς το άγριο και γέρικες συκιές, αλλ’ ανώριμες εισέτι. Τσιμπολογούμε από το τίποτά τους. Ενας Ρουμάνος ιεροκαλόγερος -ποιος ξέρει τι αξίωμα έφερε, καθότι, παρά τα κοινά μαύρα, εν τούτοις είναι δυσανάγνωστη η ιεραρχία της Ρουμανικής ορθοδοξίας- σκυμμένος σε κόλλες χαρτιού και άλλοτε από στήθους, ξεναγούσε ομάδα ομοεθνών του. Δίπλα τους τρώμε τυρί κι αυγά Λευκοπηγής, ελιές και ψωμί Μικραγιαννανιτών ομού με κοζανίτικο κεφτεδάκι αλλά απ’ αυτά που επιτρέπονται στο Ορος! Ο ξεναγός περιεβόμβιζε τα ωτία μας σαν τη μύγα στο τυρί ή τη μονόχορδη ανάγνωση των κατεβατών στις Ωρες ή το Μεσονυκτικό.
Τέλος πάντων...
Η παρέα, όμως, που έτρωγε καθισμένη στο περβάζι του τοίχου, μετά τον εσπερινό, ήταν γνωστή ορισμένως. Μόλις είχαν κατεβεί από την κορυφή του Αθω, αρνήθηκαν την κρύα μακαρονάδα μετά τόνου που είχε η Τράπεζα, κι αρκέστηκαν στο τυρί, ντομάτα, ρακί, ελιές· μέχρι και γλυκό κουταλιού, που το τρώγαν με μαχαίρι, είχαν. Ορειβάτες δεινότατοι, έκαναν την άνοδο και κάθοδο αυθημερόν σε 11 ώρες ανδρείοι, και δίκαια απολάμβαναν το θαυμασμό χωρίς βέβαια καμιά έπαρση και ακκισμούς.
Μια ένδον φωνή μου ζήτησε να βρω το κάθισμα του Ι. Προδρόμου. «Εστι δε Κάθισμα μικρόν κελλίον εκτός της μονής μετά μικρής περιοχής όπου οικούν 1-3 πρόσωπα, σιτίζονται απ’ αυτή αποτελούντα μέλη της αδελφότητας· τηρούν ίδιον δωμάτιον εντός της, όπως προσέρχονται κατά τας ακολουθίας των επισήμων ημερών καθ’ ας τελούνται αγρυπνίαι κ.λπ.»
Ρώτησες τον πορτάρη πού είναι αυτό και σ’ απάντησε δια της σιωπής. Ομως αντ’ αυτού απάντησε εις εκ της τετραμελούς συνοδείας των ορειβατών:
-Δεν έχουν το κάθισμα του Προδρόμου, μόνο το χέρι Του υπάρχει κι αυτό προσκυνήσαμε!
Φυσικά ο δαίμονας, που εδώ με ιδιαίτερη ηδονή σουβλίζει τους ευάλωτους, σου επέτρεψε να προχωρήσεις το πράγμα, λίγο όμως.
- Οχι, απλά δεν το είδες όταν προσκυνούσαμε τα λείψανα, γιατί σ’ αυτό πάνω πατούσε ο μοναχός λειψανοξεναγός!
Ημαρτον!
Αλλά εδώ είναι μεγίστη η Λαύρα δεν είναι παίξε γέλασε. Αυτή ως παλαιότερη, γεραρότερη, σοβαρότερη, ιστορικότερη τηρεί την πάτρια φιλοξενία και δεν ματζιριάζει, όπως κάτι άλλες νεογιάπικες μονές, που σου βγάζουν το τηλεφωνικό και ψυχικό λάδι ώσπου κι αν σε φιλοξενήσουν. Κουράζονται σίγουρα να υπηρετούν τα στίφη των τουριστών, αλλά τι να γίνει; Κι αυτοί σήμερα απλοί, περαστικοί ενοικιαστές της χιλιόχρονης γης και ιστορίας είναι, δεν μπορούν να ισχυριστούν δικαιώματα αποκλειστικής, μοναχικής χρήσης και πνευματικής απόλαυσης. Το Ορος είναι χρήσιμο, έστω και για μια ψευδαίσθηση πνευματικού, ολιγοήμερου καταφυγίου, για κοσμικούς δικαίους και αδίκους, χωρίς τσαλίμια, μήπως και εχθρικές διαθέσεις.
***
Ημέρα Σάββατο όλα τα μόλις προηγούμενα συμβάντα, αλλά εμάς πρωί Παρασκευής μας προσάραξε η γρήγορη Αγία-Αννα στον ομώνυμό της αρσανά. Μας περίμεναν ο δικαίος Σπυρίδων της Μικρής αγίας Αννας, φωλιάς που μας καλεί και μας περιθάλπει χρόνια τώρα, ως σχολάζοντα κοσμικά στρουθία, και ο αξιότιμος κύριος Καστάνης (έγραψα το όνομα του στην Παράκληση υπέρ υγείας του), μουλάρι καθαγιασμένο, ήσυχο, υπάκουο, λογικό, αγόγγυστο, το οποίο για μια ακόμα φορά μας πήρε στο σαμάρι του. Ο σεβάσμιος πνευματικά αλλά ευσταλής σωματικά Δικαίος το χούγιαζε περιπατών κι ανηφορίζων της ζωής και της μετανοίας του τις σκάλες. «Και τον έπαινον αυτού εξαγγελεί...», μου έρχεται στα χείλη από τη Σοφία Σειράχ.
Σε κάθε δέντρο με καρφωμένο πάνω του ξύλινο σταυρό που συναντάμε, κάνουμε το σταυρό μας. Στη μονήρη μου πεζή επιστροφή φιλώ κάπως το ταπεινό σύμβολο. Δύο βελανιδιές δε αγαπημένες, σε όρθια διάπραξη έρωτα, εντελώς ανθρώπινοι κορμοί.
**
Προς το αυτό μεσημέρι στη Σκήτη.
- Χαίρετε αδελφοί!
«Ο πρώτος λόγος του Χριστού́στις Μυροφόρες ήταν το «Χαίρετε». Η χαρά χαρακτηρίζει τη ζωή́των αληθινών Χριστιανών. Το «χαίρετε» είναι ο καλύτερος και ωραιότερος χαιρετισμός, για παντού́και πάντοτε», γράφει ο γέρων Μωυσής που λείπει αυτές τις μέρες από την Καλύβη του στην εν τω κόσμω διακονία του.
Τράπεζα κατάφορτη: βιβλία, εικόνες, τραπέζια, καρέκλες, ενθυμήσεις, τηλέφωνα, θυμίαμα, ευλάβεια και καλοσύνη ανεπιτήδευτη· οι φωτογραφίες του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη και του πατρός Διονυσίου και οι δυο με ελαφρά σηκωμένο το χέρι στη θέση του «Χαίρετε», που παραπέμπει στο αναστάσιμο «Χαίρετε». Έναντί τους ο πατήρ Μητροφάνης· και οι τρεις ν’ αποτελούν τη συνοδεία στο επέκεινα των μικραγιαννανιτών, πρέσβεις τώρα στο υπερπέραν και δεόμενοι όσο μπορούν κι αυτοί υπέρ ημών και υμών, με μια προτίμηση φυσικά στους συντρόφους τους και σε δεύτερο επίπεδο στους προσκυνητές της Σκήτης· από εκεί και πέρα για όλο τον κόσμο των καλοκάγαθων ανθρώπων, που στο κάτω κάτω με καλή πίστη εισβάλλουν, γίνονται βάρος στην Χερσόνησο και κοντεύουν να τη βουλιάξουν εν παντί καιρώ.
Εδώ παράγονταν ιερές ακολουθίες, χιλιάδες, από τον μέγα Γεράσιμο και παραπέρα παράγεται το ζαλιστικό για τους θνητούς, μεθυστικό στους αγίους, θυμίαμα με πρώτη ύλη πλέον τον Βοζβελία φυτό και δέντρο εισαγωγής. Το μυρίζεις ήδη, καθώς μπαίνεις στο εργοτάξιο. Κυτία, πακέτα με λυρικές και νοσταλγικές ονομασίες· διαβάζεις: Αγιόκλημα, Τριαντάφυλλο, Γαρδένια, Δειλινό, Γαρύφαλλο, Γιασεμί, Μόσχος, Παπαρούνα κι ένα Ανθος της Ερήμου σε θέλγει ιδιαίτερα που το παίρνεις όχι γιατί σε συγκινεί ως αίσθηση μύτης αλλά ως έκφραση με τα σημαινόμενα της. «Τα άνθη της ερήμου», λόγοι Γερόντων της αυχμηράς ερήμου είναι τα διαμάντια της αποφθεγματικής λιτογραφίας.
Το συνταγμένο χάος του Μοναστηριού και το αγαπητικό της Σκήτης! Εκεί είσαι ανώνυμος, ξένος, πιστός, γνωστός, που σε φιλοξενούν εξ υποχρεώσεως υπηρεσιακής και φορές ελαφρογογγύζοντες· εδώ πρόσωπο όπως σ’ αναγνωρίζει ο Θεός, με το μικρό όνομα, που γράφεις στο χαρτάκι της παράκλησης και αραδιάζεις τα πρόσωπα που συνήθως έχεις και στην προσευχή σου, για μια περιπλέον υπόμνηση-ποιος ξέρει άλλωστε στην τελεολογία τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει; Τι α-φύσικα, δηλονότι αιώνια, και τι δεν είναι παρά μόνον μια στιγμή στο φυσικό διηνεκές.
Αλλά ας μη χάνομαι άλλο!
«Αρχή καθάρσεως, ησυχία» γράφει ο Μέγας Βασίλειος από τη δική του έρημο κι όχι την φερώνυμή του στο Ορος, η οποία κείται κι ανθοφορεί πνευματικά με γύρωθέν της τα Κατουνάκια, Κερασιά, Σταυρό, τη μικρή και μεγάλη αγία Αννα κλπ. ηγιασμένα τοπωνύμια.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Ο Ικαρος του Μπρέγκελ, του Οντεν, του Σικελιανού και της Ακρινής


Βρέθηκα στο λίαν φιλικό κι αισθαντικό καλλιτεχνικό οίκο Κ(αραδίσογλου), ειδικό στις καλλιτεχνικές εκτυπώσεις, σελίδο-ποιήσεις περιοδικών (μπροστά μου ήταν ξαπλωμένη μια «Ρωμιοσύνη» -ποία εκ των δύο αυτή που είναι να την κλαις ή η άλλη που δεν πρέπει να κλαις- περιοδικό της ιστορικής κοινότητος Χρωμίου κι ένα άρθρο της με σταμάτησε για τον τίτλο του «περί γεωλογικών της περιοχής πλακών», ότι ομοιοκαταληκτούσε με το περίφημο κι αείποτε επίκαιρο βιβλίο του Ε. Λεμπέση: «Η τεράστια Κοινωνική σημασία των βλακών ...»). Ο χώρος είναι ένα έμπειρο, πολυετές αφισοκατασκευαστήριον· οι τόνοι απολτοποίητα εισέτι βιβλιαρίδια των φανών, που δεν οδηγήθηκαν ακόμα στην ανακύκλωση από περασμένες αποκριές του Δήμου, στο ισόγειον της ΔΕΠΑΚ είναι έργον τους) όπως κι οι αφίσες για τις «Εικαστικές ανοίξεις» της πόλεως κλπ. Εκεί παρασκευάζονται περίτεχνοι φάκελοι για δικηγόρους και άλλα κλειστά επαγγέλματα, (τ’ ανοίγει σε λίγο όλα ο κύριος ΓΑΠ όστις όλα τα σφάζει κι όλα τα μαχαιρώνει πλέον), προσκλητήρια για θρησκευτικούς κυρίως γάμους και απολυτρωτικές του προπατορικού αμαρτήματος εμβαπτίσεις νηπίων. Γενικώς εκεί γίνονται όλες οι ωραίες εργασίες επί χάρτου. Διευθυντής του καλλιτεχνικού ηλεκτρονικού υπολογιστού ο κ. Σωτήρης Σουτζούκης, από την ιστορική έδρα του δήμου Κοζάνης, Αιανή. Σημ. ένδον: Στην αρχαία αυτή πόλη παρά τα αρχαιολογικά συνέδρια και τις γλυπτικές ακολουθίες που διεξάγονται επιτυχώς εκεί, και τους αγώνες των κυρίων μετά των κυριών τους, για να μείνουν Δήμος αυτόνομος, δεν βρήκαν ακόμα αρχαία τείχη, έλλειψη η οποία προστίθεται στις γνωστές μέχρι τώρα: ναού, θεάτρου και γυμναστηρίου. Τότε τι πόλη ήταν; Δεν πάνε να σκάψουν παραδίπλα στην Καισαρειά μήπως και έχουν καλύτερη τύχη!
Οταν είδα στο εργασιακό αυτό υπερώον μια αφίσα του καλλιτέχνη της λαϊκής φωνής, κυρίου Γ. Ικάρου, έμεινα έκθαμβος.
Στο σημαντικό αυτό εικαστικό δημιούργημα ο εικονιζόμενος επ’ αυτού πτερωτός Ικαρος ως κύμα (που φέτος δεν μπήκα μέσα του) θαλάσσιον ή κι υποθαλάσσιον μου έφερε στη σκέψη κάποια από τα πνευματικά συμβάντα, που σχέση έχουν με εκείνον τον μυθολογικό Ικαρο, του οποίου η ελαφρότης (και η πτερωτότης) τον οδήγησε κοντά στον ήλιο (μεσούρανα κι όχι στον δύοντα αγκαθωπό του πασόκ) κι από κει, άπτερον ήδη, στο μετέπειτα Ικάριον πέλαγος. Ετσι σε όλη την ελληνική και παγκόσμια φιλολογία και τέχνη πρέπει να προστεθεί κι ο κύριος Γ. Ικαρος της Ακρινής χώρας των καρβουνόπληκτων, τραγουδιστής φτερωτός, με ασύρματο μικρόφωνο ανά χείρας, γυαλιά ηλίου άνωθεν του ευρύ καθαρού μετώπου του, κόκκινο υποκάμισο, τζιν ξεθωριασμένο, στο ύψος δε των γονάτων του δύο νεαρές κάτι φυσούν ή μήπως και μυρίζουν, δια στόματος. Υψηλή τέχνη μετ’ ανθέων και νοημάτων που αλίμονο δεν μπορώ να την καταλάβω. Ισως αυτός και να υπάρχει στον αντίποδα του μυθολογικού συνονόματου, αφού ο εδώ πατά στέρεα επί γης και δεν αφήνεται σε σάχλες επουράνιες, σαν μικρό παιδί, το οποίο μόλις του έδωσαν την ελευθερία, δεν ήξερε τι να την πρωτοκάνει, και έπαθε αυτά που έπαθε.
Το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά μια ανατροπή στον πολιτισμό της πόλεώς μας. Η εισβολή της κυρίας Ακρινής με τον κ. Ικαρο ανατρέπει τα μέχρι τώρα πολιτισμικά δεδομένα, στα οποία κυριαρχούσε ο ακατάσχετος συναυλιασμός στου Φιλοπρόοδου την κερασιά από κάτω («και από τον ομφαλό πιο κάτω» τις αποκριές), διάφορων ρεταλιών ου μην αλλά και κάπως ρεμαλιών, της ωδικής τέχνης.
Ετσι στα καλά καθούμενα μπήκα στα βαθιά της φιλολογίας και τέχνης κι είπα ν’ αραδιάσω ό,τι θυμάμαι από τις ικάριες σημάνσεις στα γράμματα και τη ζωγραφική, προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες.
Ανδρέα Κάλβου από την ωδή “Εις Σάμον”, το λοιπόν.

«Αυτή και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας· επτέρωσε
τον Ίκαρον' και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
θαλασσωμένος,

Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.»


Δρόμο παίρνουμε βιβλία αφήνουμε, φτάνουμε στον κ. Νάσο Βαγενά ποιητήν ωραίον και κριτικό λογοτεχνίας δεινό, ο οποίος κυκλοφόρησε δύο ποιητικές συλλογές με συγγενές θέμα: «Η πτώση του ιπτάμενου» και η «Πτώση του Ιπτάμενου 2», εκδ. Στιγμή.

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΠΤΑΜΕΝΟΥ Β

Δοκίμαζες μεγάλα φτερά για να πετάξεις.
Όμως σε κράταγε στο χώμα μια χρυσή αλυσίδα.
Όλες σου οι προσπάθειες έμοιαζαν με πράξεις
ηρωικές. Όμως δεν ήταν (πώς να ήταν;). Η ελπίδα

πως θα ξεφύγεις κάποτε, πως θα σ’ αρπάξει
στα ύψη του το γαλάζιο ήταν ασπίδα
στενή, ορειχάλκινη, ριγμένη στις επάλξεις
μιας παλιάς εποχής. Πυξίδα

χωρίς μαγνήτη στην παλάμη ενός στρατιώτη
που ανήμπορος γονατίζει στην άμμο
ή σε μια στέπα με απέραντο χιόνι

ενός ανθρώπου που τον βρίσκουν πρώτοι
οι γύπες, που υποφέρει, που παγώνει
γυμνός, εξαντλημένος χάμω.



Στη ζωγραφική τώρα και στον Βέλγο ζωγράφο Μπρέγκελ, πατέρα.
[Στην ''Πτώση του Ίκαρου' αυτός, (όπως διαβάζουμε σε κάποιο μπλογκ) καταδεικνύει πόσο αδιάφορα είναι αυτά και για τους συνανθρώπους μας. Συγκεκριμένα, μάλιστα, ενώ στο δεξί μέρος του πίνακα διακρίνεται ο Ίκαρος που πνίγεται στη θάλασσα, στο αριστερό ένας αγρότης συνεχίζει να οργώνει αμέριμνος το χωράφι του και ένας βοσκός παρατηρεί το γαλάζιο ουρανό. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι πολλοί θεωρούν πως ο Μπρέγκελ γελοιοποιεί τον Ίκαρο, όπως τον παρουσιάζει, ακριβώς ''για να προωθήσει τις απόψεις των Στωικών: ο άνθρωπος δεν πρέπει να καταπατά τους νόμους του σύμπαντος, αλλά να περιορίζεται στην εκπλήρωση του καθήκοντός του και σε ό,τι του αναλογεί''.
Στην ''Πτώση του Ίκαρου'' εντοπίζεται καθαρά και ένα ακόμα στοιχείο της ζωγραφικής του Μπρέγκελ. Αυτό δεν είναι άλλο από τη μετατόπιση του κύριου θέματος από το κέντρο σε κάποιο άλλο σημείο του πίνακα. Χαρακτηριστικά, ο Ίκαρος περιορίζεται στο δεξί μέρος του πίνακα σε δύο ανθρώπινα πόδια που σπαρταρούν στο νερό].

Συμπληρώνει ο ποιητής Οντεν σε ποίημά του σε μετάφραση του Γ. Σεφέρη, απ’ τις «Αντιγραφές» του, εκδ. Ικαρος.

«...Στον Ικαρο του Μπρέγκελ λόγου χάρη: πως καθετί γυρνά τη ράχη
Πολύ νωθρά στον όλεθρο· μπορεί ο ζευγάς
Ν’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή
Ομως γι αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα· κι ο ήλιος τη δουλιά του
Ελαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βουλιάζαν· στο πράσινο
Νερό· και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώς
Κάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,.
Επρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.»


Τέλος ο Αγγ. Σικελιανός στην τραγωδία του «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη» και πάλι στις εκδόσεις Ικαρος, ολοκληρώνει, ας πούμε:

«Αχ, να’ τος...να τος...
Με πλατιά φτερά ανεβαίνει
πάνω απ’ την άπλα του πελάου, σα να χορεύει!...
Να παίζει τάχα;... Να κλονίζεται;... Ψηλώνει...
Θαρρώ κι ακούω μες στον αγέρα ένα τραγούδι...
Πετάει,πετάει, κ’ ένα παιάνα τραγουδάει....
Κ’ εγώ, Ιέρειες, σας αφήνω γεια και μπαίνω
μπαίνω στην Τρίτη μου Νυχτιά, την πιο μεγάλη...

Καρτέρει με, Ικαρε! Καρτέρει με και φτάνω!
Είμ’ ο πατέρας σου!... Είμ’ ο Δαίδαλος!...»


Αυτά έγραφον την σήμερον, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (κατάλυσις ιχθύος) ημέρα κατά την οποία ο Κύριος Μετεμορφώθη(«Θαβώρ και Ερμών εν τω στόματί Σου αγαλλιάσονται» ψάλλει ο προφητάναξ), πήγε δηλαδή μέχρι τον ουρανό σχεδόν σώος κι επέστρεψε από εκει αβλαβής («έλαμψεν το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού έγιναν άσπρα ωσάν το φως») αφού για λίγο συνομίλησε με τον Μωυσή και τον Ηλία. Ομως ο απόστολός Του (ελέω θεού κι ερήμην του λαού) στην Κοζάνη τον αυτό καιρό, ενώ μετεμορφώθη παρά τον ομώνυμο κι αλειτούργητον (ως ασύμφορον εισπρακτικά) ναό στο λόφο του χαμηλού Αη- Λια, διεμορφώθη σε σκληρόν (σαν βρασμένο μακαρόνι) κι άτεγκτον τηρητήν των δογμάτων Του (πότε τα είπε Αυτός αυτά;). Ετσι άφησε γυναίκα αυτόχειρα (έπεσε από την υψηλή γέφυρα στη θάλασσα της Κοζάνης, ήγουν τη λίμνη Πολυφύτου, εγνωσμένα ιατρικώς σαλεμένη από το βαρύτατο πένθος του χαμού του γιού της στο στρατό, (τα ελληνικά δηλαδή Βενιζελοστρατά, μήπως και σκ...), όπως τον κατάντησαν, άψαλτη κι αδιάβαστη να πιάσει θέση, ως αυτόχειρ, στο β’ τμήμα του 7 κύκλου της Κολάσεως του Δάντη. Πως το επέτρεψε αυτό στον αντιπρόσωπο του; Κύριος οίδε, δηλαδή ο εν λόγω κύριος, ο εφαρμόζων με ευλάβεια δύο μέτρα και δύο σταθμά στις περιπτώσεις αυτές κι αναλόγως της περιστάσεως φυσικά κι εννοείται· και τι δεν εννοείται.

***
ΥΓ. Με τη ευκαιρία άκουσα αυτές τις μέρες έναν κοζανίτικο παραμυθιόμυθο, οποίος δεν έχει φυσικά καμιά σχέση με όσα παραπάνω διεξήλθα και τον οποίο μεταφέρω εδώ προς γενικότερη τέρψιν.

«Ενας παλιός Κοζανίτης είχε ένα γομάρι λίαν άτακτο. Δάγκωνε, κλωσούσε, χτυπούσε, κυνηγούσε τις λεγόμενες γομάρες της γειτονιάς του κι όχι μόνον. Κόντευε και στις γυναίκες να ριχτεί. Αποφάσισε μη αντέχοντάς τον άλλο, να τον πουλήσει, αλλά ποιός θα τον έπαιρνε τόσο άτακτος που ήταν; Ενας γείτονας τον συμβούλευσε να τον πάει στο παζάρι μεθυσμένο, άρα ήσυχο. Μπορεί έτσι και να τσιμπούσε κανένα θύμα! Εβρεξε ένα καρβέλι ψωμί με ρακί. Το έφαγε ο γάιδαρος, μέθυσε, ησύχασε. Στο παζάρι ήταν αρνί. Στον πρώτο αγοραστή που τον ζήτησε του τον έδωσε. Πήρε τα λεφτά και φεύγοντας του είπε πως ο γάιδαρος είναι λίγο π(ούστης). – «Τι με νοιάζει», είπε ο αγοραστής, «ας είναι ό,τι θέλει, μόνον να είναι ήσυχος». Την επαύριο όμως ο αγοραστής έξαλλος του επιστρέφει το γομάρι. – «Αυτός είναι αλήτης μας διέλυσε τα πάντα». Είχε ξεμεθύσει κι ως εικός επανήλθε στη φύση του ο γόμαρος. – «Τι να σου κάνω», είπε ο πρώην κτήτορ του, «εγώ σε προειδοποίησα πως είναι π(ούστης) και από ένα τέτοιον όλα να τα περιμένεις!...»
Ο μύθος δεν δηλοί τίποτα.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο κ. Ρούλης και οι Λάζαροι


Η συγκλονιστική είδηση πως ο κ. Ρούλης (ενώ είναι τόσο ωραίος ως Θεόδωρος αυτός επιμένει στο κάπως περιπαικτικόν για σοβαρόν και στιβαρόν πολιτικόν άνδρα στο...Ρούλης) Κοκελίδης είναι, εκτός από υποψήφιος Περιφερειάρχης, επίτιμον μέλος του Δ.Σ. του Μορφωτικού τμήματος της ΕΣΗΕΑ, μας άφησε ενεούς και μας υποχρεώνει να το βουλώσουμε σχολιάζοντάς τον.
Νομίζω πως η δημοσιογραφική αλλά και η πνευματική περιοχή μας, σε επίπεδο πάντα Δυτικής Μακεδονίας, δικαιώνεται με την επιλογή αυτού στην ανωτέρω διοίκηση. Η επιβράβευση ήρθε ως συνέπεια μετά το τόσο συναρπαστικό κι αποκαλυπτικό δημοσιογραφικό έργο του. Τελευταία ανακάλυψε ότι αυξάνει η ανεργία γενικώς, κάτι που κανείς άλλος νους δεν είχε συλλάβει αυτήν την οδυνηρή πληγή σε όλη την επικράτεια των Νεοελλήνων πασοκανθρώπων κ.α. Αλλά και το μεγάλο πνευματικό έργο που έχει δείξει μέχρι σήμερα: βιβλία, δημοσιεύσεις διαλέξεις, τοποθετήσεις, παρουσίες του εις παρόμοιες δράσεις –των μνημοσήμων μη εξαιρουμένων- μέχρι και σε παρουσίαση ποιητικής συλλογής δημοσίως προέβη μαζί με άλλους ομοιο-συν-παθούντες του- ίνα αποδείξει του λόγου του το μορφωτικό και πνευματικό ασφαλές.
Απορώ πως το πασόκ της περιοχής αλλά και πάσης Ελλάδος δεν το ανακήρυξε ακόμα επίσημο υποψήφιο Περιφερειάρχη Δ. Μακεδονίας; Εχει άλλον αξιώτερον αυτού; Κάθονται και παρακαλούν τους βουλευτές τους, εντελώς ασήμαντα πολιτικά όντα, που ψήφισαν συν τοις άλλοις και το «μνημόνιο» με όλες τις συνέπειες. Τι περιμένουν; Ηλίθιοι είναι; Εχουν τέτοιον αστέρα στο στερέωμά τους και τον αφήνουν στο περίμενε; Πιστεύω πως είναι ο μόνος ικανός να κερδίσει την Περιφέρεια από τον κ. Δακή, ο οποίος εις μάτην περιμένει τον αντίπαλόν του, αν και τρομοκρατημένοι ορισμένοι άρχισαν ήδη να τον πετροβολούν. Κι είναι γνωστόν ποιούς πετροβολούν... Εχει, λοιπόν, βαρεθεί ο αξιότιμος κύριος Ρ. Κ. να είναι μόνιμα υποψήφιος. Σε λίγο θα βάλει υποψηφιότητα (μετά την μόλις αποκτηθείσα δόξα) και για πρόεδρος του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης, ίσως και για πρόεδρος στο Σύνδεσμο μονίμων υποψηφίων για αιρετά αξιώματα.
Θερμά συγχαρητήρια και εις ανώτερα (αυτά που του λέγαμε δηλαδή παραπάνω).

Περί Λαζάρων εκ νέου

1. Ο κ. Λάζαρος Λωτίδης έγραφε τις προάλλες ότι μεταξύ Δημάρχου και Βουλευτού (εννοείται, χωρίς να το λέει, υποψηφίου) επιλέγει το Δημαρχείον. Δεν υπάρχει άλλη λύση; Ο φορτωμένος γάιδαρος της παροιμίας απαντά πως μεταξύ ανηφόρας και κατηφόρας χάθηκε το ίσιωμα; Κι αυτός ας ιδιωτεύσει. Τόσα εκατομμύρια είμαστε σ’ αυτή τη μοίρα! Μάλιστα ας «ιδιωτεύσει μες στο ανερυθρίαστο» που λέει η «Μαρία Νεφέλη» δια του Οδ. Ελύτη. Τι ωραιότερο, έστω και κάπως δύσκολο!

2. Ο κ. Λάζαρος της μεγάλης πόλεως με ιστορική έδρα την Αιανή δεν άκουσε ακόμα το αμφίσημον «Λάζαρε δεύρο έξω!». Τι του τρέχει και δεν φτάνει;

3. Ο τρίτος των Λαζάρων αγνοείται η θλίψη του (κι η πλήξη του) παρότι έγινε περιζήτητη η τοπική πρασινοπραμάτεια του κυρίως από τα ημιδιαλυμένα μαγαζάκια της αριστεράς και της προόδου προς τα πίσω, ή τ’ αναπαλαιωμένα αρχοντικά δίπλα μας.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Πολιτικόν και θρησκευτικόν Παρι-εορτολόγιον


Αγαπητέ κύριε διευθυντά του Kozan.gr

Σε σχόλιο του ανώνυμου σχολιαστή σας (γιατί τέτοια ανωνυμία στα μπλοκ; ) με το προσωνύμιο “Κατάσκοπος” περί της ονομαστικής εορτής του άλλοτε πολυχρόνιου Δημάρχου (νυν βουλευτού του Πασόκ που ψήφισε το επαίσχυντο Μνημόνιον σωτηρίας μας, όπως και όλοι του αυτού κόμματος κι αυτό ας μη το ξεχάσουμε ποτέ όταν έρθει η ώρα) έχω να σημειώσω τα παρακάτω:
Ο εν λόγω δεν εορτάζει την 26η του μηνός Ιουλίου (“Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας οσιομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής προστάτιδος συν τοις άλλοις και των πωλητών ομματοϋαλίων (ηλίου ή μυωπίας αδιάφορον) καθότι έχει επιλέξει τη γραφή του ονόματός του με “ι” (Πάρις) κι όχι με (η) εκ του Παρασκευάς (οσία Παρασκευή) άρα παράγεται από τον ομηρικό Πάρι (του Πάριδος), αυτός δηλαδή που έκλεψε την Ελένη «...Και κάθε Ελένη της επαρχίας της Αθήνας κοιμωμένη».
Ο ομηρικός εκαλείτο Αλέξανδρος, όπως ανέλυσε στα σχόλιά του ο μεταφραστής και της Ιλιάδας, τοπικός λόγιος την περίοδο του ύστερου νεοελληνικού διαφωτισμού, Γεώργιος Ρουσιάδης (πράγματα βέβαια που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από ημάς οι πνευματικοί του σύμβουλοι, αλλά και οι θεσμικοί λαμπτήρες της Δημοτικής Βιβλιοθήκης κλπ.)
Αντιγράφω δια του λόγου το ασφαλές από παλιότερη μου ανάρτηση στο iparemvasi.blogspot.com και το άρθρο “Ωρα που λύνουν απ’ το ζυγό τα βόδια” τα εξής:

Ο Πρίαμος τον Αλέξανδρό του τον είχε για ξέκαμα. Οταν τον γέννησε η Εκάβη, αυτή ονειρεύτηκε πως έτεκεν μια φλόγα. Ολοι οι μάντεις της Τρώας γης γνωμάτευσαν πως το παιδί αυτό θα γίνει η αιτία να καεί η Τροία. Τον έδωσαν στο δούλο Αγέλαο να τον αφήσει στο βουνό. Αλλά μετά από πέντε χρόνια που τον ξαναέψαξε ο δούλος, τον βρήκε εκεί να τρέφεται από μιαν άρκτο. «Ελαβεν αυτό μεθ’ αυτού εις την οικίαν του και ωνόμασεν αυτό Πάριν». Πάρις- Πάρης – Αλέξανδρος. Ονόματα και γραφές ποικίλες του ωραίου μας. Γράφει στις εκτενείς σημειώσεις του σε κάθε ραψωδία ο κοζανίτης λόγιος μεταφραστής του Ομήρου, Γ. Ρουσιάδης: «Τινές θέλουσιν ότι το όνομα αυτού παράγεται από του Παριέναι· επειδή τον κίνδυνον της ζωής αυτού επί το όρος ευτυχώς παρήλθεν· άλλοι, από της Πήρας, εις την οποία ετέθη και εφέρθη επί το όρος· και άλλοι πάλιν, από το Πηρούν· διότι δια της ωραιότητός του θάμβωνε κάθε εις αυτόν ατενίζον όμμα». Αφροδίτη και Ελένη γνωρίζουν εξ ιδίας πείρας το πηρούν του». Πιο είναι το αληθές; Του Γ. Ρουσιάδη ο Πάρις του Πάριδος ή του Δ. Ν. Μ(αρωνίτη), ο Πάρης, ο οποίος είναι πιο κοντά στο Παρασκευάς. Για να το ξεκαθαρίσει (επιτέλους) κι ο άλλοτε Δήμαρχος Κοζάνης που γράφει το όνομά του ως Πάρις, ενώ Παρασκευά τον εβάπτισε ο νονός του εις το όνομα της αγίας Τριάδος.
- Αμήν...

Αρα, μάλλον ως Αλέξανδρος πρέπει να το γιορτάζει και την 30η Αυγούστου, μνήμη Αλεξάνδρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και για δύο περιπλέον λόγους: ότι συνεχώς τον αναφέρετε ως Πατριάρχη της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά κι ως άλλος Αλέξανδρος (“ασήκωσε θεέ μου έναν άλλον Αλέξανδρο…” εκστράτευσε επιτυχώς και κατενίκησε την Τ.Α. α’ βαθμού, πήγε στο βουλευτήριον και τώρα ίσως ν’ ανοίγει τα πανιά του για τα πελάγη (μήπως και τενάγη;) της περιφερειαρχικής κλπ. διοικήσεως.
- Ωχ, άλλη εικοσαετία που μας περιμένει.

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Ο πλάτανος της Δημοκρατίας στη Λευκοπηγή


Πλατεία Εξαρχείων, εντελώς ειρηνική, καθημερινή. Πού είναι όλα αυτά που ακούμε και διαβάζουμε για τους περίφοβους περίοικούς της («να φοβάσαι αυτόν που θέλει να ζήσει ήσυχα είναι αδίστακτος σε οτιδήποτε χρειαστεί για να έχει την ησυχία του») ή τους μπάτσους της φυσιολογικής ή ελεεινής μορφής. Αφήνουμε τους «Χάρτες» (των ονείρων μας) επί της Βαλτετσίου και κάτω από το θερινό σινεμά ΒΟΞ, ο καφές τούτη τη φορά είναι κρύος. Το βράδυ στην αυλή του παίζει την ταινία «Το αδελφάτο των ιπποτών της ελεεινής τραπέζης». Μια σπαρταριστή μαύρη κωμωδία. Την αυτή μεσημβρινή ώρα της 24ης, στο προεδρικό μέγαρο, διάφορα αδελφάτα, συνήθως με τους αντιπροσώπους τους, εορτάζουν (το γλεντούν δηλαδή, κάπως πιο σεμνά φέτος λόγω του Μνημονίου) την επιστροφή της Δημοκρατίας που γύρισε σ’ αυτόν τον τόπο, πριν 36 τόσα χρόνια· είχε χαθεί για μόλις 7. Επί του προσωπικού, νομίζω πως η μεταπολίτευση μετρά από την 23η Ιουλίου· το πολιτικό κατεστημένο και στη συνεχεία καθυστερημένο ήταν που ονόμασε γιορτή την 24η, ξημερώματα της οποίας γύρισε από την αυτοεξορία του ο μεγάλος σταρ της βραδιάς («Αλληλογραφία με τον Κόστα» που έγραφε κι ο Μπόστ). «Κοράκου χρώμα τα μαλλιά κι ασπρίσανε /απ’ τη μεριά της εξορίας γυρίσανε» οι άλλοι όμως, αλλά αυτοί θα είναι συνεχώς στο «Εικοναστάσι των ανωνύμων αγίων» της σκέψης μας κρεμασμένοι. Μήπως τελικά ως μαύρη ή γκρίζα κωμωδία πρέπει να βιώνουμε αυτές τις γιορτές της «αποκατάστασης» (θυμίζουν τις ΕΑΠ ήγουν Επιτροπές Αποκατάστασης Προσφύγων) με τις οποίες την καταβρίσκει όλο το ψευτοσόι της κρατικής γραφειοκρατίας πολιτικής, θρησκευτικής, στρατιωτικής, δικαστικής και του εν γένει αλληλοσαλιαρίσματος, επί του ορθίως. Ολοι αυτοί θα έσπευδαν παντού όπου θα τους καλούσε η όποια νόμιμη ή γελοία εξουσία, αρκεί να ήταν αυτοί μέσα στα πράγματα. Αλλά κι οι φύσει και θέσει μαϊδανοί (από σεβάσμιοι έως νούμερα) όπως πάντα εκεί αλίμονο…
Πού είναι, άραγε, το προεδρικό μέγαρο, όπου μαζεύονται κάθε τόσο διάφοροι; Μήπως περνώ απ’ έξω του, πηγαίνοντας στο καφενείο του εθνικού κήπου, όπου για να πιεις μια μπύρα σε δυο ποτήρια πληρώνεις 5 ευρώ· σ’ αυτό το ελεεινό μαγαζί και τραπέζι της αρπαχτής. (Αλλά, ας μην πήγαινες...)
Παρακαλώ τον κύριο πρόεδρο επί της ελληνικής δημοκρατίας, του χρόνου, καλά να ‘μαστε, να καλέσει και εμένα μαζί με μια παρέα φίλων από το χωριό (Λευκοπηγή) σ’ αυτή του την αυλή, δια τους εξής νόμιμους, βάσιμους κι αληθινούς λόγους:
Τω καιρώ εκείνω, μέρες 23 προς 24 ο Ιούλιος του 1974, φοιτητές στο χωριό γυρίζαμε, ανώδυνα «ρεμάλια», αστράτευτοι κι ακάλεστοι ως αγύμναστοι, από την επιστράτευση της πλάκας της 20ης Ιουλίου, όταν μπήκαν στην Κύπρο οι Τούρκοι, και περιμέναμε, άγρια φορτισμένοι δε λέω, να πέσει η χούντα. Παίζαμε τάβλι και χαρτιά ή παρακολουθούσαμε. («Είκοσι χρόνια παίζοντας αντί χαρτιά βιβλία») στα καφενεία της πλατείας δίπλα στο λάκκο γεμάτο υγιεινό νερό (κι όχι όπως στο γελοίο εθνικό αυλάκι το «Σάπιο νερό») και κάτω από τον τρισμέγιστο πλάτανο.
Ακούσαμε την 23η το μεσημέρι στο σταθμό των Παρισίων, με ευχάριστη αδημονία να λένε πως κάτι έκτακτο συμβαίνει στην Ελλάδα ενώ στη χωρική τηλεόραση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ένας Κ. Ράλλης αν καλά θυμάμαι, να σοβαρλολογεί: «Μην ακούτε τους διαδοσίες». Ομως η πολιτική αλλαγή ήταν ήδη γεγονός. Οι πολιτικοί ξαναπήραν την εξουσία στα χέρια τους (κι οι επίγονοί τους κατάφεραν κι έφεραν, 36 χρόνια μετά, τον τόπο στη χρεοκοπία και τη διάλυση)· η δικτατορία πέρασε στις πίσω μας σελίδες.
Εμείς, νέοι τότε μιας άλλης πατρίδας και παρτίδας απόψεων (και «χαρτοπαιγνίων») το μόνο που κάναμε, έτσι για να δείξουμε την οργή μας, ήταν κάποιος μας να κλωτσίσει το πιλήκειο («Μηδέν στο πηλίκειο» που λέει κι ο επιμνημόνιος πρωθυπουργός μας») από έναν κάπως βλάκα, χωροφύλακα, ο οποίος παρακολουθούσε τα παίγνια ως θεατής· κι αυτό πήρε την άγουσα προς το λάκκο.
Εκείνη τη μέρα (μήπως την άλλη τι σημασία έχει βέβαια τότε οι πρώτες μέρες της πολιτικής αλλαγής ήταν όλες το ίδιο φωτεινές) ο μπάρμπα-Μήτρος Ζάκας, ο οποίος είχε το καφενείο δίπλα στο λάκκο, θέλησε να φυτέψει τους ...διαδόχους του μεγάλου πλάτανου. Με εμάς βοηθούς φυτεύτηκαν δύο τρία πλατάνια. Δεν επιβιώσαν όλα, μόνον ένα, αλλά είναι τόσο βεβαίας χρονολογίας, όσο είναι ο καθένας μας για τα ήδη χρόνια του επί γης. «Ο πλάτανος της Δημοκρατίας» τον είπαμε και τον λέμε ακόμα, όταν συνδαυλίζουμε εκείνες τις μνήμες, δείχνει και συνεχίζει σφριγηλός προς τα πάνω, τα δίπλα, τα κάτω του. Τώρα έσπασε και τα πέτρινα δεσμά του, που περιέβαλαν τον κορμό του, αφού οι ρίζες του ψάχνουν με αγωνία, έκδηλη φορές στα φύλλα του, για ζωτικό χώρο. Ο πλάτανος όπως η Δημοκρατία και το ποδήλατο, όπως έλεγε κι ο Λεωνίδας Κρκς (τον είδα εκεί στην αυλή του προέδρου καθισμένο πάνω στα χρόνια και στα κονιορτοποιημένα του όνειρα) για να ζήσει, πρέπει να προχωρήσει.
Αυτά τα γενναία, λοιπόν, κάναμε εμείς τότε. Καταφέραμε να φυτέψουμε έναν πλάτανο ο οποίος μεγάλωσε και μέχρι σήμερα μας θυμίζει πως υπήρξαν (κι υπήρξαμε) κάποια χρόνια «θύματα» μιας γλυκιάς κι ολοζώντανης πολιτικής περιόδου, στην οποία προλάβαμε, κατά τον τραγουδοποιό, «να δούμε τους ποιητές», ότι μόνον τσαλαπατητές κάθε ωραίου βλέπουμε και ζούμε σήμερα.
Νομίζω πως αξίζει να αναγνωρίσει αυτά ο κυρ’ Πρόεδρος και να τιμήσει την αξόδευτη τότε συναισθηματική φόρτιση των νέων -δεν είμασταν όλοι της άμεσης πράξης- και τελικά να μας καλέσει (τον Γ., τον Γργ. τον Κ., τον Ν. τον …ποιόν άλλο;) στον κήπο του, μαζί με όλους τους άλλους –μαργαρίτες και μη-, να κόψουμε κι εμείς βόλτες, πίνοντας αναψυκτικά, έστω, να φωτογραφιζόμεθα, να αλλάζουμε κουβέντες ή σιωπές· μπορεί να μας δείξει κι η τηλεόραση, και έτσι να περάσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα.
Ας κοπανήσω και την ύστερη στροφή μου, ως αόριστη κι ανεπιτυχή συμπύκνωση ενός τρόπου που μας συνείχε άλλοτε, ως πράξη και τώρα ως μνήμη.

Σε πλάτανο βεβαίας χρονολογίας κάποτε ενηλικιωθήκαμε
ως μιας εποχής συμβάντα χωρίς έρμα πείρας ανοχύρωτοι
σε περιδινήσεις μιας φευγαλέας αίσθησης λησμονηθήκαμε
χωρίς σκοπούς ψυχής και σώματος· πόθοι ανεκπλήρωτοι.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Γυνή στο θέρος πλέουσα


Γυνή -όχι γυμνή- πλέουσα στην επιφάνεια της θαλάσσης
αμέτρητων χρόνων, και το νερό να διαγράφει την ειδή της
στα ρούχα, που άλλοτε θα λαχτάριζες να προσπελάσεις.
Τώρα εκεί περιγράφονται μόνον τ’ άφτερα πτεροειδή της.

Παλιά κυρία που χώθηκες και χάθηκες σε κύματα απείρου
και λησμονήθηκες στης πράξης τα θέλω και τα μη πρέπει.
Αν το λογάριασες λίγο να διαβείς τα σύνορα του ονείρου
η λαιμητόμος του καιρού να αφεθείς δεν σου το επιτρέπει

στου Ν. Καββαδία πάνω τo φτερό του καρχαρία να ταξιδέψεις.
Δεν σε κρατάει πια η μοίρα σου καθώς ελάφρυνες πολύ
απ’ του ωραίου το μερίδιο που σ’ αναλογεί να κλέψεις.
Ομως η θάλασσα, ο ήλιος, το νησί σε νιώθουν σαν πουλί.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ και του Δρεπάνου


...Τι του ‘ρθε Κυριακή 18 Ιουλίου περί το εσπέρας με λίαν ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα –καλοκαιριάτικες οι μπόρες κι άγριες με τις επί γης πτώσεις κεραυνών και ενουράνιων μπουμπουνηγμάτων, να πάρει τον παλιό δρόμο, από Δρέπανο προς Θεσσαλονίκη! Με την Εγνατία πόσο άσπλαχνα λησμονήθηκε αυτή η διαδρομή με την οποία πραγματοποιήσαμε την πρώτη έξοδο από τα χωρικά χώματα της πόλης και του χωριού, προς τον άλλο πολιτισμό και τους ανθρώπους του. Το πρωί στην πόλη, σ’ ένα στύλο με φανάρι δρόμου, μια μικρή αφίσα, δύο παλάμες έκταση, έλεγε πως το βράδυ στον ιερό ναό του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ (υπήρχε τέτοιος λοιπόν στην περιοχή μας;) θα διεξαχθεί εσπερινός, ότι την επαύριο ξημέρωνε η γιορτή αυτού του Ρώσου αγίου.
Λίγο πριν βγεις από το Δρέπανο δεξιά παίρνεις μία οδό στο λοχία Π. Αποστολίδη του αλβανικού πολέμου ήρωα, αφιερωμένη, παρισινών προδιαγραφών (τηρουμένων των μεγάλων αναλογιών πάντα) και φεύγεις προς τα πάνω στους λόφους· φλαμουριές και άλλα δέντρα μικρά μετά μεγάλων ένθεν κι ένθεν του δρόμου, ο οποίος κράτησε επ’ αρκετό τη σκέψη μου με την αισθητική και την όποια του αναφορά σε ταξίδια, αναγνώσεις, προσδοκίες, ποίηση τελικά.
Στην βόρεια πλάτη της εκκλησίας σαν δύο αφίσες απ’ αυτές που κρεμά ο επερχόμενος μεγάλος Δήμος των ασήμαντων ανθρώπων, στο Δημαρχείο του και τελαλούν τις εκδηλώσεις διαφόρων-συνήθως γελοίων- καλλιτεχνικών όντων, δύο εντοιχισμένες ωραίες εικόνες του αγίου Γεωργίου και του οσίου Σεραφείμ. Ο ναός από παλιά ευλαβούνταν στη μνήμη του πρώτου μεγάλου αγίου και στη συνέχεια, κοντά στα δύο χρόνια τώρα, ετοιμάζονται να προσθέσουν παρεκκλήσι, αφιερωμένο στον νεοφανέντα Ρώσο άγιο. Αυτός γεννήθηκε το 1759 στο Κούρκ της Ρωσίας, βαπτίστηκε Προχόρ και στα 17 του μπήκε στο μοναστήρι του Σάρωφ. Εκεί «διψώντας» να πλησιάσει περισσότερο το Θεό, ως μοναχός Σεραφείμ πια, τον παρακάλεσε να τον αξιώσει ν’ αποσυρθεί (τον είχαν φθονήσει κι οι συν-μονάζοντές του δια το ατσαλάκωτον της πίστης του) σε κάποια ερημική περιοχή. Ετσι για 16 χρόνια βρέθηκε βαθιά μέσα στο δάσος σε μια καλύβα με μόνους σύντροφους και φίλους (αυτός ο μετέπειτα «Φίλος του Θεού») τα δέντρα και τα ζώα του δάσους, για να αφοσιωθεί στη μελέτη, στη σιωπή, στην άσκηση και στην έντονη προσευχή, αγωνιζόμενος μέρα τη μέρα ν’ ανεβεί την κλίμακα που οδηγεί στα ουράνια. Τότε έκανε και τη γνωστή άσκηση «Χίλιες νύχτες προσευχής» (οι «Χίλιες και μια νύχτες» αφήγησης είχαν προηγηθεί). Πάνω σε μια μεγάλη πέτρα (αυτή κι αν ήταν «πέτρα της υπομονής») ξαγρυπνούσε προσευχόμενος επί χίλιες νύχτες! Στο δάσος κάποτε του ρίχτηκαν ληστές να του πάρουν το θησαυρό που ...έκρυβε (αυτός τον μόνο θησαυρό που είχε ήταν της ψυχής του). Τον χτύπησαν τόσο πολύ που μόλις επιβίωσε. Σύρθηκε ως το μοναστήρι όπου και σώθηκε κι έκτοτε περπατούσε «συγκύπτων». Θυμήθηκα τα παρόμοια πάθη του ιερομόναχου Ιλαρίωνα στη Λαριού από τη συμμορία του μέγα Μπάμπη (πάει κι αυτού η δόξα, πρόωρα έγινε τροφή σκωλήκων, όπως και κάθε άλλη εγκόσμια φυσιολογική ή αφύσικη που τότε εγγίζει στη λόξα) τον έδειραν έως θανάτου να τους αποκαλύψει κι αυτός, που έκρυβε τις λίρες του, ο πολυτάλας μοναχός. Εξελίχτηκε σε μέγα «στάρετς» στο μοναστήρι του Σάρωφ μέχρι το τέλος του βίου που επισυνέβη το 1833. Κηρύχτηκε άγιος το 1903.
Είχα διαβάσει μια βιογραφία του γραμμένη από τον Π. Β. Πάσχο κι από κει τον πρωτογνώρισα κάπως και αγάπησα, ας πούμε.
Τις προάλλες μου ζήτησαν ένα κείμενο λίγων λέξεων (οι 300 για την αδολεσχία μας είναι ελάχιστες...) για το ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων. Εκεί το ‘φερε και το θέμα και θυμήθηκα τον άγιο με την ιστορία των διψασμένων μουλαριών στον Αθω. Στην νεότητά του αυτός ξενυχτούσε στις θερισμένες καλαμιές τα μουλάρια και τ’ άλογα. Ούτε που ήξερα πότε εόρταζε πολύ δε περισσότερο ότι εδώ δίπλα μας πως υπήρχε εκκλησία, έστω κατά το ήμισυ δική του. Υπάρχει δε και τεμάχιο λειψάνου του, το οποίο δεν προσκύνησα και δεν ξέρω γιατί.
Προΐστατο του εσπερινού ο άγιος άνθρωπος του Θεού, αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος (Μύρου) συγγραφέας και πολλών βιβλίων, ο οποίος είπε το λόγο του ζεστά κι αγαπητικά για τον Σεραφείμ κι εντός του κηρυγματικού χρόνου, χωρίς να γίνει ούτε λεπτό βαρετός, όπως συνήθως συμβαίνει με τους μεγαλοσχήμονες του κλήρου και του λήρου.
Εφυγα με μια γλυκόπικρη αίσθηση νοσταλγίας (για τί πράγμα και για ποιό λόγο;) από αυτόν τον εσπερινό στο Δρέπανο ευγνωμονώντας εκείνους του κατοίκους του χωριού που είχαν την πρωτοβουλία (δεν ρώτησα να μάθω ποιοί και γιατί, αν και ο παπα-Ηλίας του τώρα είχε σίγουρα το λόγο του) κι έφεραν εδώ δίπλα μας την υλική -εν εκκλησίαις- μνήμη του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ.
Στο λεκανοπέδιο της πρώην λίμνης Σαρί Γκιόλ, με θερισμένα όλα πλέον τα χωράφια του, τα φουγάρα των εργοστασίων εν κονιορτο-θριάμβω, νύχτωνε κι άναβαν στα χωριά οι λύχνοι της αγίας καθημερινότητας, γιατί όχι κι οι στιγμιαίοι λαμπτήρες της ανατροπής της, όπως επισυνέβη και εις ημάς αυτούς, ανέλπιστα με τον όσιο Σεραφείμ του Δρεπάνου.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Αποκαλυπτήρια ή αισθητικά και πολιτιστικά κατεδαφιστήρια



Στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου τυλιγμένος στο επίσημο γαλάζιο πλαστικό του περιμένει ο ανδριάντας του Κ. Ε. Σιαμπανόπουλου τον ...Οικουμενικό Πατριάρχη να τον αποκαλύψει! Απελπισία! Ενας δάσκαλος πρωτοπόρος, ορθολογιστής και κάθε άλλο παρά θρησκευόμενος και σκοταδιστής, να υφίσταται τέτοια βεβήλωση η μνήμη του από τους επιγόνους του! Η τοπική πολιτεία δια του κ. Νομάρχου της, που χρηματοδότησε την κατασκευή του, παραμερίζεται περιφρονητικά. Επαρχία γαρ και «Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, ανίατα μεσοπόλεμος» (Βύρων Λεοντάρης).
***
Αυτά γράφαμε τον περασμένο Απρίλιο. Τώρα, όμως, όλα έλαβαν τέλος. Μεσούντος του Ιουλίου κι απούσης της επίσημης («αγαπημένης» κατά τον σύζυγο της κυρίας Γκερέκου) καλεσμένης κ. Υπουργού επί της θλιβεράς παιδείας και διαφόρων άλλων ακόμα εκπαιδευτικών ...θριχών και τίτλων, λόγω επανειλλημένων υποχρεώσεών της, ο κ. Νομάρχης αποκάλυψε τον ανδριάντα του μέγα Εκλιπόντα, χυθέντα σε μπρούντζο. Μου κάνει εντύπωση, αλλά είπαμε, «είμαστε ανίατα μεσοπόλεμος», το γιατί παραγνωρίζουν τον μόνο ευεργέτη του ...ανδριάντα, την Ν.Α. Κοζάνης και τον κ. Νομάρχη αυτής (οσονούπω διαλυόμενα και τα δύο και εις περιφερειαρχεία μετατρεπόμενα, του κυρίου Ρούλη Κκλδ (γιατί αργούν οι κύριοι και οι συν-κυρίες του πασόκ να τον χρίσουν εντελώς ως άνθρωπό τους) καραδοκούντα να τα καταλάβει εξ εφόδου ο αθεόφοβος, και κάθε φορά θέλουν να κολλούν δίπλα στους τοπικούς άρχοντες κάποια τσόντα, διάφορους δηλαδή τύπους από Πατριάρχες εν αγία αδιαφορία, έως Υπουργούς εν αγρία κομματική απελπισία.
Στητός αγέροχος, όπως στάθηκε σ’ όλες τις δυσκολίες της ζωής του –στις ασήμαντες μόνο λύγιζε- είδαμε στον ανδριάντα του και φυσικά αυτό έλειπε να μην κάνουμε σχόλια! Επεμβαίνουμε τελικά σχεδόν σε όλα με ταχύτητα (και φορές τραχύτητα) λες και δεν έχουμε άλλη δουλιά να γράψουμε, και με την ίδια χρονική συνέπεια, όπως κι ο παραπάνω οιονεί βουλευτής (μια φορά βουλευτής, πάντα βολευτής, όπως λεν στους προσκόπους) όστις καταθέτει ερωτήσεις σωρηδόν κι επερωτήσεις τσουβαληδών, προς το τίποτα, έτσι για να υπάρχει στην πιάτσα των τοπικών ΜΜΕ, στα οποία οι περισσότεροι τον παίρνουν και στα σοβαρά!
- Μήπως το αυτό πάσχουμε κι ημείς, αλίμονο;
1. Στα αποκαλυπτήρια ενός αγάλματος, την ανώτερη μετά θάνατον τιμή που γίνεται σ’ έναν επώνυμο (εν ζωή προτομές αξιώθηκαν μόνο ο κύριος Μέγας Αλέξανδρος Κούδας, ποδοσφαιριστής κι ο επίσης κύριος Πέτρος Γαλακτόπουλος παλαιστής δεύτερος ολυμπιονίκης- αν ήταν χρυσός θα δικαιούτο ανδριάντα), αφού έτσι περνάει στο πάνθεο της όποιας, τέλος πάντων, ιστορίας, καλείς, ως θεσμός, κόσμο να λαμπρύνει την εκδήλωση. Τιμάς ούτω πως ιδιαιτέρως τη μνήμη του τιμώμενου. Οχι, όπως γράφουν στα μνημόσυνα: «Ιδιαίτερες προσκλήσεις δεν θα σταλούν» κι ούτε φυσικά τυπώνεις αφίσες και καλείς εν γένει τον κόσμο, όπως καλή ώρα κάνει ο κύριος Φιλοπρόοδος Σύλλογος («Στην κερασιά από κάτω» που συνήθως πέφτουν τα σάπια κεράσια) -οποία πολυχρόνια γλυκεράδα μας λανσάρεται ως πολιτισμός νέου τύπου!-, ή οι εκδηλώσεις για τα θερινά πανηγύρια των χωριών καθώς και οι επέτειοι των κέντρων διασκέδασης (τα «Νανάκια» Ροδιανής λ.χ. γιορτάζουν τα 20 χρόνια της νανοσφαγεύσεως των πουλιών τους υπέρ των καταπιόνων και των στομάχων όλης της Περιφέρειας (όσην δηλαδή άφησαν αφάγωτη οι λε(γ)ούρδηδες και λοιπά όντα σημαντικά κι ασήμαντα.
2. Συνήθως τα μαυσωλεία είναι γεμάτα μάρμαρα, όπως και στην περίπτωση μας, αλλά και κυπαρίσσια. Τα δύο λιγνά και σεμνά που στέκονται σαν τους φρουρούς δίπλα από τον Αγέρωχο, θυμίζουν τους Ηρακλείς του στέμματος, κάποτε στα δραχμικά μας αποθέματα (Αχ, που ‘σαι δραχμή),, τώρα παραπέμπουν σε νεκροταφεία αφού εκεί συνηθίζονται διότι οι ρίζες τους πηγαίνουν, προς τα κάτω για να μην ξεσκεπάζουν κόκαλα.
3. Η έλλειψη ενός δέντρου στο οικόπεδο πίσω από τον ανδριάντα, όπου ήταν άλλοτε η περίφημη ιτιά, για την οποία διεξήχθη η μάχη του μεγάλου Απόντα με τον άλλο απόντα Χρ. Μπέσα, και τα σκάγια πήραν ημάς (όπως, όταν παλεύουν στο βάλτο τα βουβάλια και την πληρώνουν κ.λπ...) είναι απελπιστικά φανερή. Ισως πρέπει να πείσουν τους κυρίους του διασκεδαστηρίου χώρου «Αν» να φυτέψουν κάτι για να καλύψουν τας μελαγχολικάς, τουλάχιστον, κυπάρισσους.
Θυμίζω, αλλά αυτό το γνωρίζουν μάλλον τα εντελώς εγγράμματοι μέλη του Δ.Σ. του Σ.Γ. και Τ.ν. Κοζάνης (κατά τεκμήριον οι πιο μορφωμένοι της περιοχής) πως το θεατρικό «Πέρα απ’ τον ίσκιο των Κυπαρισσιών» του Γιάννη Ρίτσου, πρωτοανέβηκε στην Κοζάνη 9 Φεβρουαρίου 1945, από το θέατρο του Λαού στο θίασο μέλος (ηθοποιός) του οποίου ήταν κι αυτός. Εδώ ως μονόπρακτο «Η Αθήνα στ’ άρματα» και σε λίγο το έκανε τρίπρακτο με τον τίτλο «Η Μάνα» για να λάβει την οριστική μορφή το 1958. Ο Μιχ. Παπακωνσταντίνου (θείος του νυν ψυχρού ολετήρα των φτωχών) έγραψε την «Πέτρινη πόλη» του τότε (και του τώρα και του αεί).
«Η πολιτεία κοιμάται
βαθιά-βαθιά κοιμάται η πολιτεία
με το πρόσωπο χωμένο στις πέτρινες παλάμες της...»
άρχιζε ο Γ. Ρίτσος το θεατρικό του.
4. Ο γλύπτης εκ της Βορείου Ηπείρου της νοτίου Αλβανίας, Βαγγέλης Τσεκρετζής, φρόντισε να χαράξει επί του έργου του (δεν συνηθίζεται στο σώμα αλλά στη βάση του) το όνομά του αδέξια και βιαστικά για να υπάρχει. Ηξερε φαίνεται πως οι του Συνδέσμου οικειοποιούνται (επιτυχώς ή με χωρική πονηριά) τα ξένα έργα λόγου και τέχνης.
5. Στα αναθηματικά, μεταλλικά φύλλα (καρακιτσαρία και της πλάκας στην κυριολεξία κι επ’ αυτής) με το «Δάσκαλος» (να υποδηλώνεται άραγε «του γένους», όπως βλακωδώς τον είπαν αμετροεπείς τοπικοί, πολιτικοί, τα κατεξοχήν ημιμαθή όντα, και «ιδρυτής του Λαογραφικού Μουσείου κλπ.». όπως και με την όλη σύνθεση του ερήμην σώματος, ταφικού μνημείου, θύουν στο αυτονόητο, όμως δεν παραλείπουν και το ελαφρώς ανόητο. Είναι μέσα στα αισθητικά και στα ιδεολογικά μέτρα του αγαλματοποιηθέντος, άρα είναι και όντως πετυχημένο. Το μουσείο στο Μπούρινο δείχνει του λόγου το ασφαλές. Επομένως κι εν κατακλείδι όλα καλά έγιναν και καλώς καμωμένα ήδη υφίστανται. Αυτός είναι ο θεσμικός μας πολιτισμός, οι άνθρωποί του, οι δυνατότητές τους. Αυτά μπορούν, τόσοι ήταν. Δίπλα τους ο νομαρχιακός χειρότερός τους και παραδίπλα ο Δημοτικός τρις χειρότερος.
6. «Κι όλα αυτά χωρίς καμιά έξαρση, καμιά καταγγελία, κανένα βεβιασμένο γέλιο, μόνο μ’ έναν ανάλαφρο, ανάλαφρο, ανάλαφρο πέπλο θλίψης» κατέληγε ο Μίλαν Κούντερα στο νέο βιβλίο του «Συνάντηση» μετ. Γ. Η. Χάρης, εκδ. Εστίας (μόνον για εκλεκτούς αναγνώστες όμως).


ΥΓ. Διαβάζουμε για τα οικονομικά προβλήματα του Συνδέσμου Γραμμάτων και του Μουσείου λαογραφικών εκθεμάτων κλπ. Γνώμη μας είναι και με το συμπάθιο, οι νυν διοικούντες, οι οποίοι κι έφεραν το Σύνδεσμο στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, καλή ώρα όπως ο Πρωθυπουργός μας τη χώρα του, να καλέσουν τον παραπάνω πολιτευτάκια διαρκείας, ως Μουσειοσωτήρα και να του αναθέσουν τα ηνία τους. Αυτός θα κάνει διοίκηση εθνικής αχαμνότητος κ.λπ. τα γνωστά δηλαδή από τον Ιούλιο του 1974. Ετσι κι αλλιώς σε λίγο εκεί θα καταλήξει, εκπροσωπών στο παρελθόν, στο παρών και στο μέλλον το είδος του μόνιμου υποψηφίου δημόσιας, πολιτικής θέσεως, ουδέποτε επιτυγχάνων αυτή, πλην εκείνης του παρουσιαστή ποιητικής συλλογής, τα καθήκοντα της οποίας εσχάτως διεξήλθε επιτυχώς ο πολυτάλας.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Τα ήμερα του βουνού και τα ακόμα πιο ήμερα του λόγγου



«Ο Mahler έλεγε συχνά ότι δίχως την αποτοξίνωση της ζωής μέσω του χιούμορ δεν θα μπορούσε να αντέξει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης»

Bruno Walter

Είδα εσχάτως στις εφημερίδες τον ένδοξο (μήπως και κάπως ένλοξο αλλά με ωραία λόξαν ποιμενικήν, ήγουν αυτής της διαποιμάνσεως ανθρώπων και αλλόγων όντων), Δήμαρχον Γαλατινής μέχρι τέλους του έτους και μετά στο μέγα δήμο Βοϊου πλέον οριστικά κι αμετάθετα (της έδρας). Σ’ αυτόν το Δήμο θα ανήκουν και τα βοειδή τα οποία δεν γνωρίζω πότε εορτάζουν (κουρεύουν) γιατί η περίφραση «Οταν κουρεύουν τα γελάδια» δεν παραπέμπει σε ημερομηνία μάλλον το ποτέ ορίζει. Χόρευε λίαν λεβέντικα (από την έκταση των χεριών και το παράστημα, του μύστακος συνεπικουρούντος, θα χόρευε μάλλον το ηρωικό τσάμικον: «Ενας λεβέντης διάβαινε» και κούρευε. Δίπλα του κλαρίνο μεθυσμένο τον εμαυλούσε (μαυλώ στην ποιμενική σημαίνει με παραπλανητικές χειρονομίες και λόγους να προσκαλείς τα ζώντα ζώα κοντά σου) και παραδίπλα λογής πρόβατα έλλογα και άλλογα μετείχαν της λαμπράς ταύτης πανηγύρεως δηλονότι της δημόσιας κουράς προβάτων (καμία σχέση με την κουρά μοναχού ή ιερωμένου). Αλήθεια, εορτή (κουρά) μόνον προβάτων ή μήπως έχουμε και αιγών-γιδιών δηλαδή; Αυτά όμως, νομίζω ότι τα κουρεύουν του Αϊ Γιάννη, 24 Ιουνίου -αγαπητή σε μένα ημέρα μαζί με το κι ομότιτλο ποίημα του Γ. Σεφέρη.- κατά την οποία αναμμένες φωτιές υπερπηδούν οι νότιοι και οι νησιώτες, τον Κλήδονα συνομολογούν οι πόντιοι (ήπιοι ή άγριοι) κι οι ντόπιοι, βλάχοι κλπ. «μιλέτια» κουρεύουν τα γίδια. Μετά την διάπραξη αυτή στην έξοδο του κοπαδιού από το χώρο «κουλκουρεύσεώς τους» στο χωριό για να επιστρέψουν στο λόγγο στολίζουν τα κέρατα των τράγων με τα τεράστια βουερά κουδούνια, με Αγιάννη, λουλούδι χρώματος προς το μωβ και με έντονη μυρωδιά που κάπως συγγενεύει συνάμα καλύπτει και νοθεύει την βίαια κι οξεία στην αίσθηση, γενετήσια οσμή των κερασοφόρων, που ζητά άμεση ικανοποίηση με άγριο μάλιστα τρόπο στην αίτησή του.
Σημ.: Τώρα αυθαιρετώ λαογραφίζων τοιουτοτρόπως, αλλά ως γωστόν η Λαογραφία είναι μια ενέξοδη εγγράμματη ενασχόληση με την οποία μπορεί να ασχοληθεί ο πάσα ένας κι ατιμωρητί· είναι επιστημονικά ανοχύρωτη κι ακατοχύρωτη. Παρακαλώ εδώ να μου επιτεθούν για την ολιγολοαγραφοσύνη μου οι κ.κ. Λαογράφοι και Οικολόγοι –πάλι αυτοί;- μάλλον όχι οι οικολόγοι εδώ αλλά με όσα παρακατιών θα γράψω θα δώσω λαβή στον κ. Αι-Λάζαρον με την διφυή υπόστασή του, πότε οικολόγος πότε πολιτικοπρασινολόγος, πότε κόμμα (που δεν δέχεται σκώμμα) πότε κίνημα (αυτό κι αν είναι τέτοιο!), όπως τον βολεύει δηλαδή- να μου ριχτεί καθοριστικά ίσως και με νοκ άουτ.
Ανήμερα της φετινής γιορτής του Αϊ-Γιάννη έφτασα ως την είσοδο του καθεδρικού της πόλεως, παραμέσα δεν πάω όταν λειτουργούν δύο παπάδες οι οποίοι στον εσπερινό και στο «Κύριε εκέκραξα» μ’ αφήνουν ...αθυμιάτιστο (κατά τον «Αλιβάνιστο» του Αλεξ. Ππδ.) δια την ιερά χλεύην που τους φιλοδώρησα άλλοτε. Σε σημείο που ο μόνιμος (άγιος) του στασιδιού στον οποίο προσκολούμαι σαν βδέλλα δίπλα του (έχει εξασφαλίσει σίγουρα θέση στον Παράδεισο, όταν όλοι μας θα τα «γυαλίζουμε» στην Κόλαση μαζί μας κι ο κ. Παγούνης που τα βάζει με την αγία Αικατερίνη) με τους άπειρους εκκλησιασμούς και τις υπερεκατόν είκοσι εισόδους του στο άγιον Ορος (κάθε είσοδος εκεί, λεν οι αγορείτες, εξαλείφει μια μεγάλη αμαρτία, άρα;) να μου λέει: «Πήγαινε παραπέρα γιατί πιάνουν και μένα τα σκάγια της α-θυμιατήσεώς σου». Μια αγία γυναίκα (αγίες θεωρούνται σήμερα οι απλές γυναίκες του λαού του χωριού ή της πόλης που διατηρούν μια έμφυτη ευλάβεια διακρίνονται για το ειρηνικόν του βίου και ρίπτουν χάρτινο νόμισμα στον δίσκο κατά την προτροπήν του αγίου Ποιμένα τους) μου έδωσε ένα μεγάλο κλωνάρι με το ομώνυμο της εορτής άνθος του Αγιάννη. Είναι μία απ’ αυτές τις γυναίκες τις στερημένες λειτουργιών, αφού οι παπάδες (όχι ιερείς) ως γνήσια τέκνα του δεσπότη τους έκοψαν για λόγους οικονομικούς («ο πόσα δίνεις κι ο πόσα παίρνεις» του Κ. Παλαμά) εκείνες τις ωραίες λειτουργίες της Τετράδης στα ναΰδρια Αγίας Αννης, και Μεταμορφώσεως του Σωτήρος δίπλα από τον χαίνοντα και ερειπωμένο Ξενία.

- Εξ αυτού εμνήσθην ημερών προβατοαρχαίων...



«Πόσο ξένο και μοναχικό θεωρώ μερικές φορές τον εαυτό μου! Ολη μου η ζωή είναι για μένα μια μεγάλη νοσταλγία»
Mahler
Μια Κυριακή πρωί ο ήλιος (καιρός κάπως νεφελώδης) μας βρήκε στο βουνό της μνήμης και της νοσταλγίας μας, με προϊστάμενον οδοιπορίας τον Γ. Μτλγκ. Πορεία επιστροφής στο χρόνο μέσα από τα ερείπιά του κι όπως αυτά χαράζονται στις στρούγκες της νεότητας, κυρίως με το άρμεγμα των προβάτων στο βουνό. Στη Βίγλα, τον ορίζοντα μας, τη γέμισαν με κεραίες της κινητής τηλεφωνίας οι λιμασμένοι του κέρδους κι οι λυσσασμένοι (κι εμείς κι εμείς εκεί...) της κάθε στιγμής επικοινωνίας! Περπατήσαμε το φρύδι στο Κράκουρο -κι αυτό είναι ο δυτικός ορίζοντας του λεκανοπεδίου- συναντήσαμε ένα εικονοστάσι στη μνήμη Αλεξάνδρου του φίλου του Θεού, αν κι εδώ έχω μια σύγχυση περί ποιού Αλεξάνδρου πρόκειται, δε ζει και ο Μάκης, υιός Μ. Σιαμέτη, να μου το ξεκαθαρίσει ως εορτογνώστης- ...βόσκοντας χαμοκέρασα, λιλιπούτειες φράουλες. Μ’ αυτά ήρθαν και οι μνήμες από αφηγήσεις του πατέρα στις μάχες των ελληλοελλήνων του Γράμμου· έχει πλέον σημασία σε ποιά πλευρά ήταν, ενδιαφέρει κανέναν αυτό πλην των «υπαλλήλων» του ΠΑΜΕ (να αρπάξουμε ό,τι μπορούμε). Ομως, τι μου φταίνει αυτοί οι αγαθοί άνθρωποι; Πηχτή δροσιά, πέτρες βουνού υπέροχες, πουρνάρια αδιάσχιστα, λιγόστεψαν τόσο πολύ τα κοπάδια αποψίλωσής των. «Μιλούσε αυτός που οδηγούσε» για τα πράγματα που κάτεχε από ίδια μνήμη, αλλά και από αφηγήσεις παλαιοτέρων. Τα γελαδομάντρια, κλειστοί χώροι μέσα στο κεδροπουρναρόδασο, όπου μάζευαν τα γελάδια οι γελαδάρηδες του τότε - τώρα το επάγγελμα αυτό μόνο ως επίθετο επιχωριάζει στην πόλη. Ηχοι κουδουνιών από γελάδια χαμένοι στο χρόνο και στο ασύλληπτό του χαραγμένοι στις πέτρες. [Ο ήχος των αγελαδοκούδουνων ως σύμβολο «απόκοσμης μοναξιάς» στο Μάλερ. Αυτός ήθελε μ’ αυτόν να προσδώσει τον χαρακτήρα ενός ολότελα γήινου θορύβου που ηχεί από πολύ μακρινή απόσταση και σβήνει. Σ’ εκείνα τα σημεία του έργου του ο ίδιος αισθανόταν «σαν να βρίσκεται στην υψηλότερη βουνοκορφή ατενίζοντας την αιωνιότητα. Καθώς λοιπόν ο σταδιακά εξαλειφόμενος ήχος των κοπαδιών που βόσκουν μακριά φθάνει ακόμη στ’ αυτιά εκείνου που οδοιπορεί στα ορεινά υψώματα, σαν ύστατος χαιρετισμός έμψυχων όντων» ο συγκεκριμένος ήχος του φαινόταν και ως ο μόνος ενδεδειγμένος για τον συμβολισμό της «απόκοσμης μοναξιάς». Κ. Φλώρου «GUSTAV MAHLER οραματιστής και δυνάστης», εκδ. Νεφέλη.] Τα αλώνια, πλακόστρωτοι κυκλικοί χώροι όπου αλώνιζαν οι παλιοί το στάρι από τα χωράφια που είχαν στο βουνό. Πάντα εκεί κι η πέτρινη καλύβα τους για να κοιμούνται. Σε μια τέτοια στο αλώνι του μπάρμπα Χαρίση κοιμήθηκαν οι αντάρτες (στο δεύτερο αντάρτικο) τους βράδιασε εκεί μετά την περιπολ(ε)ία τους στα χωριά του κάμπου. Ομως στο ύπνο, τούς έπεσαν κάποια κομμάτια λίρες στα άχυρα. Οταν γύρισαν να τις ψάξουν έβαλαν το μαχαίρι μέσα σχεδόν στο λαιμό (μην έκοψαν και μέρος του κιόλας) του μπαρμπα Χ. να τους αποκαλύψει αν τις βρήκε. Αυτός έπιασε το «δεν», έλεγε η μάνα, μέχρι τέλους. Αντεξε, γλίτωσε μόλις! Χάρισε μια από τις «χαμένες» σ’ αυτήν κι αυτή με τη σειρά τους, και με τα χρόνια, τη χάρισε στην ομώνυμη εγγονή της, όταν γεννήθηκε. Επαιζε μ’ αυτή (κι όσες άλλες μάζεψε) αφού μόνον συμβολική αξία έχουν και χρησιμεύουν σε οικογενειακά γεγονότα, εκτός από κείνες που βρήκαν σε τενεκέδες κάποιοι που τους είχε τάξει η μοίρα, το κόμμα, οι περιστάσεις να τις βρουν... μόνον όμως αυτοί!
Σκύβω σ’ αυτές τις πλάκες που μόλις φαίνονται και φιλώ πάνω τους, το χρόνο, που δεν έζησα αλλά τον άκουσα να υπάρχει και να περνά στους άλλους, στους δικούς μου, κομμάτια ίδια είμαστε άρα και από μένα.
Θέση Μπαράκος. Από που το όνομα; Ακουγα για ένα χώρο διασκέδασης –Θεσσαλονίκη, Αθήνα ποιος ξέρει;- για «Μια βραδιά στου Μπαράκου»! Στον «Αλιβάνιστο» του Ππδ. ένα μεγαλοβοσκό τον λέγαν Μπαρέκο...Τρεις οι στρούγκες προβάτων εκεί. Μηνά τ’ Ανέμελου στη μέση και κοντά στο πηγάδι με τις κουπάνες (ποτίστρες τις λένε οι αναπτυξιολόγοι κι οι καταχραστές σκανδαλοποιοί τους) ποτίσματος –χρησίμευε και για το ίδιον μπάνιο στη χάση και τη φέξη του χρόνου-, του Απόστολου Γκουτζιώτη, (κι αντιγράφω από τον «Αλιβάνιστο» μιαν εικόνα όχι όμως αυτού «.. Ο γέρων εφαίνετο αληθινός λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου απροσδιορίστου χρώματος και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη και ψαρά σγουρά γένεια.» πρώτη. Στην κορυφή του πεδίου ήταν των Μηντιλάδων ονοματοπαραποίηση των Δουγαλήδων, μεγάλης φάρας στο χωριό. Πριν φτάσεις εκεί- μνήμη εδώ σ’ έχω- σε ορμούσαν τα σκυλιά της πρώτης στρούγκας λυσσασμένα για άνθρωπο ξένο. Κάθεσαι τώρα στην οικεία στρούγκα του Μηνά στην ίδια πέτρα (της υπομονής) που κάθισες τόσες φορές όταν πήγαινες μαθητιών να κουβαλήσεις το γάλα από τα πρόβατα. Εσύ «λαλούσες» δηλ. τα οδηγούσες χτυπώντας τα πότε άγρια, πότε άκεφα, ποτέ όμως με όρεξη, προς την «Προβατική Πύλη» απ’ όπου ένα ένα περνούσαν για να αρμεχτούν. Αλλά εσύ συνήθως ήσουν χαμένος στο επί των γονάτων βιβλίο: Σαίξπηρ, οι Ρώσοι κλασικοί, ο Αλεξ. Ππδ. και σε φώναζαν λίαν προσβλητικά: «Αϊντε βάρε...». Αυτό σ’ έσφαζε ορισμένως αλλά και πάλι επέστρεφες («Επέστρεφε και παίρνε με...» στα προσφιλή σου. Εκεί πέταξες τη μεσαίου μεγέθους πέτρα για να μαζέψεις τα πρόβατα στη στρούγκα και χτύπησες κατακούτελα, στο σταυρό, το κατσίκι (είχε και μερικά γίδια το κοπάδι) κι αυτό πέθανε εντελώς κι αμέσως. Το πρώτο αλλά και το μόνο τόσο βαρύ, της ζωής μου αμάρτημα (Σιγά, έχασες το μέτρημα μάλλον!). Το ομολογώ τώρα κι ας με περιλάβει ο πρασινολόγος ως εριφιοκτόνο και δικαίως, παρότι παραγράφτηκε το έγκλημα από το νόμο των ανθρώπων αλλά όχι κι από το νόμο της φύσης.
Άρχισε ψιλή η βροχή. Μου δάνεισαν ένα αδιάβροχο οι φίλοι ότι εντελώς ανέτοιμος βγήκα στο βουνό. Ούτε βακτηρία δεν είχα αν και στο γραφείο μου, άνω των 30 καμαρώνουν ανενεργές, έργα των χειρών του στασιδιοσιομάρτυρα του αγ. Νικολάου. Το αλώνι τ’ Τσιροϊάννη (δεν κατέχω και το ιδίωμα να το γράψω δίχως λάθος) μεγάλο κι εντυπωσιακό. Αυτός ασχολούνταν σ’ όλο το βίο του με τις πολεμικές τέχνες: όπλα, σφαίρες, πυρομαχικά, εκρήξεις, πυροβολισμοί, κυνήγια, παλιές χειροβομβίδες άσκαστες κλπ. Σε τέτοιο σημείο είχε «ειδικευτεί» ώστε έδινε στους χωρατατζήδες του χωριού και ...βεβαίωση προϋπηρέσιας όταν πήγαιναν να δουλέψουν στα μεταλλεία χρωμίτη Αποστολίδη στις σήραγγες του Γιάχου, λίγο παρακάτω δηλαδή, ότι στο «Καλυκοποιείον – Πυριτιδοποιείον Τσιρογιάννη» δούλεψαν, όπως άλλοι στο αντίστοιχο του Μποδοσάκη.
Πιο πίσω ο τετράκλωνος κέδρος - έτσι τον ονόμασε ο αρχηγός- για τον οποίο ο Π. Β. Πάσχος έγραψε ένα ωραίο ποίημα κι ατενίζαμε τα βουνά μας: Ασπροβούνι, Καστρί με τα ερείπια του αρχαίου Κάστρο και τον εκεί βοσκότοπο (με τις πολυχρόνιες δικαστικές έριδες Λευκοπηγής – Μεταμορφώσεως)· η Τζερβένα, Νεράιδα, τα βουνά και υπόβουνα δηλαδή του Μπούρινου.
Επιστροφή. Απ’ το κοπάδι του Φόρη μας γαύγισαν τα σκυλιά αλλά εντελώς υπηρεσιακά, μας ένιωσαν μάλλον ως συγχωριανούς, ενώ στο μαντρί, τι λέω ολόκληρη ποιμενική βιοτεχνία του Μουρταζά στο Πορτοράζι, τα σκυλιά του όρμησαν να μας πετσοκόψουν αλλά το 4Χ4 ήταν απόρθητο. Είμασταν στη συνείδησή τους εχθροί, αναδρομικά κι αυτό πήγαινε και στις σκυλογενιές από τότε που τα χωριά πιάστηκαν σε πόλεμο για το νερό της Βίγλας και κόντεψαν να φτάσουν (δεν έφτασαν) σε μάχες εκ του συστάδην με κόσες, δρεπάνια, τσεκούρια, δίκαννα. Αντάλλαξαν όμως ομηρικούς πολεμικούς διαλόγους ο καθείς στον λεκτικό του τρόπο.
Ανωθεν του Πρωτοχωρίου το κτήμα Κουσίδη. Από τα πρώτα της περιοχής μαζί με του Ζήση Βενιώτη το περιβόλι και τα ακουστά φιρίκια, στα όρια των δύο κοινοτήτων. Παλιά δέντρα και μια γέρικη μουριά φορτωμένη.
Την ίδια είδαμε στον κουζινικό χώρο της μικρής αγίας Αννας στο άγιον Ορος, πριν λίγες μέρες.
Φάγαμε. Απλώς μας ανανέωσαν κι οι δύο το ρεπερτόριο των αναμνήσεων.
***
7 Ιουλίου. Ολη τη μέρα ακούω το «Τραγούδι της γης» του Μάλερ ημέρα γέννησης του συνθέτη, 150 χρόνια πριν, κι εγώ επιστρέφω στη δική μου γη χώνομαι σ’ αυτήν και χάνομαι στο τραγούδι της.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Το τραίνο που νόμιζες πως λαχτάριζες...



«...Ομως κανείς δεν είναι σήμερα τόσο λυπημένος
σαν κι εσένα σήμερα
κανείς δεν είναι τόσο ανήμπορος να κάνει κάτι
όλα έχουν φύγει αιώνες απ’ τα χέρια σου
κι αν κάτι σε παρηγορεί
είμαστε μόνο εμείς...»

Γιάννη Βαρβέρη «Ο άνθρωπος μόνος» εκδ. Κέδρος

Σφύριξε για ύστερη φορά και χάθηκε προς τα ανατολικά
η μόνη ταχεία της ζωής μας χωρίς πίσω να κοιτάξει
πήρε μαζί με το άδειο της κι όλα της ψυχής τα γυαλικά
και τη φωλιά που βρήκα εκεί κι από καιρό έχει ρημάξει.

Λαθρεπιβάτες μιας παραίσθησης το άπειρο θα κοιτάζουν
που θα φανεί καπνός αναθρώσκων φυγής ή νόστου
στις ουράνιες γραμμές αεροπλάνων καθώς χαράζουν
το δρομολόγιο μας στην παλάμη ενός θεού αγνώστου

Οι ράγες πια θα σε ταξιδεύουν στ’ ανάποδα του χρόνου
που θα διαβάζει στις σελίδες ό,τι το πεπρωμένο ορίζει
πράξεις, σκέψεις ενός καιρού και τρόπου αφρόνου
ως ο Σταθμάρχης θα χαιρετά το τραίνο που δεν γυρίζει.



Το ανωτέρω κούτσουρο ή πάτος μαζί με άλλα δέκα πρώην σώματα από φλαμουριές στον Σιδ. Σταθμό Κοζάνης, αφιερούται στον τοπικό Πράσινο-Λόγο και την εν γένει πρασινολογία του, μόνιμα εκ των υστέρων μεϊλολογούντα. Ενα περίπου χρόνο πριν μαζεύτηκαν εκεί περιμένοντας το "Πράσινό τους τραίνο", όπως οι άλλοι περιμένουν τα πράσινα άλ(λ)ογα) της ομόχρωμης ανάπτυξης και το διασκέδαζαν. Βέβαια θα πουν οι δρεπανηφόροι Μήδοι που ήδη πέρασαν, πως αυτές ξεράθηκαν (δε λένε ότι τις ξέραναν εδώ και δύο τρία χρόνια οι ίδιοι).

Ο τόπος μας ξεραίνεται από ανθρώπους και τρόπους αλίμονο.

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Η απωλεσθείσα δεδηλωμένη κόρη


Ο Δήμαρχος Κοζάνης ο και κάμνων κρα για να είναι εκ νέου υποψήφιος (ποιός του το απαγορεύει άμα το θέλει και το μπορεί ας είναι) έχασε τη δημοτική δεδηλωμένη του (όπως διαβάσαμε) σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Πρότασή του περί αποχαρακτηρισμού του αύλειου χώρου του Επισκοπείου (λίαν σοβαρό θέμα για τη μικρή μας πόλη που γίνεται επί χάρτου μεγάλη, μέχρι που μπορεί να πει κάποιος δόκιμα, «σιγά τα λάχανα») για να κτισθεί ακωλύτως το ναΰδριον της αγίας Αικατερίνης (πληροφορίες από τις μονιές του Παραδείσου λένε πως η αγία τα πήρε στο κρανίο με τα γενόμενα στ’ όνομα της και θα επιληφθή σύντομα) για το οποίο ερίζουν ως προς το θεαθήναι διάφοροι όνοι σε ξένον αχυρώνα, δεν έλαβε την απαιτούμενη πλειοψηφία και ψηφίστηκε από τον συνδυασμό της αντιπολιτεύσεως μόνον, ενώ οι δικοί του κι υποτελείς μέχρι τώρα σύμβουλοί του, τον εμαύρισαν. Αρα το μόνο που του μένει μετά απ’ αυτήν την πολιτική ήττα είναι να παραιτηθεί και να τον αντικαταστήσει άλλος για το υπόλοιπο της δημοτικής θητείας. Η πλειοψηφία του δεν τον δέχεται για αρχηγό άρα μπορεί να απέλθη «σαν έτοιμος από καιρό». Δεν το επιβάλλει βέβαια αυτό κανένας νόμος όμως η ηθική τάξη κι η πολιτική γενικώς (όχι όμως και η πασοκική ειδικώς) αξιοπρέπεια, το ορίζει σαφώς.
Σημείωση επ’ αυτού.
Βλέπουμε πως το τόσες φορές αναφερθέν του Μ. Μπρεχτ -έως ναυτίας- «ότι οι εξουσίες αλληλογλείφονται μεταξύ τους σας ερωτιάρες γάτες» (πως δεν αλληλοσιχαίνονται θεέ μου), για μια ακόμα φορά να επιβεβαιώνεται. Για να τα έχει καλά με τον προκαθήμενο των εκκλησιαστικών στασιδίων και των προσωπικών ΣκαφίδοΚαθισμάτων (οι δεσποτάδες τηρούν απαρέγκλιτα το «χριστιανικόν» αξίωμα: χτίζουμε σαν να είναι ζήσουμε αιώνια και τρώμε σαν να είναι να πεθάνουμε αύριο) ο ημιαιρετός δήμαρχος γλείφει πατούσες ίνα εύλογίαν έχει κλπ. Ομως εδώ έχασε, αφού οι δικοί δεν τον υπολογίζουν πλέον ουδέ κατ’ ελάχιστον ανεξάρτητα τι κάνουν τι λένε και τι δεν λένε φωναχτά. Σήκωσαν θρασείαν κεφαλήν όλοι οι μέχρι τώρα δημοτικοί ναιναίδες, λείπει κι ο «μεγάλος ποιμήν» που τους είχε σαν άλλογα όντα στο παχνί, οπότε να τα αποτελέσματα.

ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ' εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ' αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ' εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Τι θλιβερό να ζητούν την κομματική στήριξη και το πολιτικά χυδαίο «χρίσμα», από κομματάρχες και κομματοκοπρόσκυλα που ρήμαξαν τον τόπο, όσοι θέλουν να διαπρέψουν στην τοπική, πολιτική σκηνή. Ακόμα δε περισσότερο όποιος ζητά σήμερα στήριξη από το κυβερνών κόμμα είναι και πολιτικά άσοφος. Τι μας νοιάζει βέβαια! Αντί να αποστασιοποιούνται προτροπάδην ότι θα τους παρασύρει η καταιγίδα της λαϊκής οργής που τους περιμένει ακριβώς σε εκείνη τη στροφή των τοπικών εκλογών για να βγάλουν το άχτι τους ότι τους μαύρισαν την ψυχή με τα παχυλά ψέματα («λεφτά υπάρχουν») και τα λόγια φούμαρα, εντούτοις εκεί κλωθογυρίζουν το πολιτικό τους σαρκίο. Καλά κάνουν φυσικά αφού αυτός είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να οδηγηθούν στο χαμό και τον πολιτικό αφανισμό τους.
Κατά δεύτερον ίσως σε χειρότερη θέση είναι, θα είναι μάλλον, όσοι βουλευτές ψηφίσουν την επιστροφή στον εργασιακό και ασφαλιστικό μεσαίωνα, που επιβλήθηκε από τους τόπους του ιστορικού μεσαίωνα δια των επιχωρίων γραικίλων εις την καθ’ ημάς ανατολή των Βαλκανίων. Αυτοί θα καταγραφούν τόσο ανεξίτηλα στη συνείδηση του πολίτη ώστε δεν θα δουν ποτέ άλλη φορά εκλογή αφού θα προδώσουν στον ύψιστο βαθμό την εμπιστοσύνη που τους έδειξαν οι πολίτες. Κανείς δεν τους εξουσιοδότησε να κάνουν τον Ελληνα φτωχότερο κι άπελπι. Ας επιλέξουν: αποστάτες μιας κυβέρνησης γεμάτη ψέματα ή προδότες του ελληνικού λαού; Η ευθύνη είναι προσωπική κι όχι όλοι χωμένοι στο χυλό της αοριστίας και της κομματικής συμμόρφωσης και πειθαρχίας, να λαθροκολυμπάνε. Να μην έχουν πολιτικό κι όχι μόνον, τόπο πλέον να σταθούν άφτυστοι κι αχλεύαστοι.
Ετσι:

«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε...»

Δαφορετικά

«...Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια...»

******

«Αγχωμένη» επαρχία...

Η 26 Ιουνίου μνήμη οσίου Ανθίωνος («Δένδρον το θείον καλλίφυλλον Ανθίων/ Φυλλορροεί δε τη ρύσει του σαρκίου») παγκοσμίως είναι η μέρα αφιερωμένη στην καταπολέμηση των ναρκωτικών κλπ. Πανελλαδικά γίνονται καμπάνιες για το θέμα αυτό με δράσεις κυρίως πολιτισμού, εκλεπτυσμένες προφανώς και πρωτίστως αφιλοκερδώς. Το μουσικό συγκρότημα ΑΛΚΗ λ.χ. όπως κι εκατοντάδες άλλα μικρά αισθαντικά γκρουπ ανά την Ελλάδα, έπαιξαν τραγούδια τους σε μια εκδήλωση στην Κυψέλη Αθήνας την οποία διοργάνωσε το ΚΕΘΕΑ. Στην διπλανή Πτολεμαϊδα ο «Σύλλογος ενάντια στις εξαρτήσεις» που δραστηριοποιείται στην πόλη, ετοίμασε μια μουσική εκδήλωση με εισιτήριο 5 ευρώ και επί του καλλιτεχνικού τον κ. Διονύση Τσακνή. Ακουσα, ίσως παράκουσα ή λαθράκουσα ότι η αμοιβή, δηλαδή τα έξοδα τους (!) ήταν 8.000 ευρώ! Μάλιστα... Φαίνεται στην πόλη αυτή ο τζίρος των καταστάσεων αυτών είναι πολύ υψηλός άρα ανάλογο πρέπει να είναι και το κασέ της καταπολέμησής τους. Την ημέρα της εκδήλωσης στην πλατεία δύο κιόσκια προπαγάνδιζαν στο ένα την εκδήλωση του εν λόγω και στο άλλο, που ανήκει στο αντιναρκωτικόν, ας πούμε, ΠΑΜΕ (να φύγουμε απ’ τις ουσίες) και φυσικά οχλαγωγούσαν. Ζητήσαντες οι πρώτοι να προβάλλουν με τις ντουντούκες τους («μία η ντουντούκα τέσσερις εμείς») και οι ΠΑ(λ)ΜΙΚΟΙ κάπου κάπου («Είναι πολλά τα λεφτά Αρη...») την εκδήλωση του καλλιτέχνη-στο κάτω κάτω δικός τους σύντροφος είναι ή περίπου- φυσικά αρνήθηκαν και δεν υποχωρούσαν με τίποτε, (ότι το ΠΑΜΕ πάντα πάει μόνο του μπροστά κι επαναστατεί με δημοσιοϋπαλληλικόν ωράριο εξέγερσης), όπως ακούσαμε. Οταν ο καλλιτέχνης πληροφορήθηκε τον τρόπο των συντρόφων του, είπαν ότι έκανε ένα τηλέφωνο «κάπου στο νότο» και αυθωρί και παραχρήμα αφού μάζεψαν χωνιά και τηλεβόες, αποσύρθηκαν οι σύντροφοι του ΠΑΜΕ (πέρα δώθε) κι ανεχώρησαν. Αυτό θα πει κομματική εντολή εκ Περισσού και όλα τ’ άλλα είναι εκ του περισσού και ΤσιπροΚουβελικοΑλαβανικά μοσχεύματα.
Πως το έλεγε ο κύριος Λαυρέντης Μαχαίριτσας στο τραγούδι του «Διδυμότειχο μπλουζ».
-Αγχωμένη μ...

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Το «θερινό», μουσικό, βροχερό «ηλιοστάσι»



Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.
Αναμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας
κατακλυσμός της ζωής.
από το «Θερινό ηλιοστάσι» του Γ. Σεφέρη

Το φετινό «Θερινό ηλιοστάσι» (21 Ιουνίου), βροχερό να πω καλύτερα και η ταυτόχρονη παγκόσμιος ημέρα μουσικής, διεξήχθη εκ νέου και σχεδόν αθόρυβα στο Ωδείο Δημόπουλου. Τώρα τα «δάχτυλα της μουσικής» ήταν περίπου …70, αν δεν συμπεριλάβουμε και τα δάχτυλα των ποδιών στο πιάνο, έχουμε άλλα συν 20. Ηταν η τελευταία της σειράς «Post Meridiem” συναυλία μουσικής δωματίου με το μουσικό σύνολο μπρε!
Οι μουσικές Δευτέρες του μηνός Ιουνίου έλαβαν λήξη, αφήνοντας τις καλύτερες κι αισθαντικότερες εντυπώσεις επί της μουσικής και του προσωπικού αυτής. Η ατμόσφαιρα (καλλιτέχνες και ακροατήριο) είχαν μια ενότητα πνευματικού λόγου και τρόπου, που το πήγαινε από το ελαφρά εύχαρι στο εντελώς χαρούμενο, αφού κάτι ωραίο τέλειωνε ωραία, και μια υπόσχεση για συνέχεια, την όποια της· κι αν ακόμα δεν προκύψει δεν θα πειράζει το όχι της.
Το πρόγραμμα είχε ως ακολούθως:
1. Αρχισε με μια καθηλωτική μυσταγωγική σύνθεση, εμένα μου φάνηκε σαν ελεγείο (μεταφέρω όρους της ποίησης και στην μουσική ίσως και λανθασμένα) του Arvo Part: Spiegel in Spiegel (1978)· στις μουσικές στίξεις του πιάνου ο Παναγιώτης Δημόπουλος, αλλά τον κύριο μουσικό λόγο είχε το βιολοντσέλο, αργό, εμβληματικό, επιβλητικό, υπέροχο το έγχορδο της νοσταλγίας μας, που χειριζόταν ο Δαμιανός Καϊόγλου που ζει στη Βέροια, απόφοιτος του βασιλικού Κολλεγίου του Λονδίνου.
2. Στο αυτό κάθισμα κι ενώπιον του πιάνου η κ. Εμμυ Τσιούρα «σεσημασμένη» κυρία του πιάνου μαζί με την Κατερίνα Δροσάκη, η οποία σπούδασε με την Φιλιππίνα Φιλίποβα και πήρε το δίπλωμα της από το Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Προς τιμήν της και σε μία μόνη έκτακτη εμφάνιση στα καθίσματα των ακροατών, η κυρία Α(ν)θηνά-ψυχολόγος στην επιστήμη και δράση. Εκτελούσαν το έργο του Cl. Debussy: Petite Suite (1889) γραμμένο για τέσσερα χέρια άρα 20 δάχτυλα (συν άλλα 10 στα πεντάλ) τα οποία όργωναν τη στενή λουρίδα μουσικής γης, με τα μαυρόασπρα πλήκτρα με έμφαση, ευχαρίστηση και ηδονή σχεδόν. Δύο σώματα νέων γυναικών κολλητά σχεδόν, λικνίζονταν ελαφριά στο ρυθμό της μουσικής κι ήταν σαν θρόισμα των αθέριστων εισέτι χωραφιών με στάρι, από τα οποία περνά τα δάχτυλα του ο αέρας.
3. Τρίτο έργο ήταν του Fr. Schubert: March Militaire (1818), με δεσπόζον ήχο εκείνο του κλαρινέτου και χειριστή αυτού τον Λεωνίδα Δημόπουλο, ο οποίος διεξήλθε ανδρεία αυτό το μουσικό διακόνημα με τη συνοδεία στο πιάνο του Π.Δ, ο οποίος ήταν και ο μόνιμος συνοδός των ωραίων αυτού του απογευματινού προς το βράδυ.
4. Τα έργα του J. Ireland: Lent Lilly (1920) και του Ε. Elgar: Chanson de Matin-Nimrod (1989-1899), απέδωσαν στο πιάνο ο Π. Δμπλς και πάλι και στο βιολί έξοχα η κυρία Nicola Harrigton (σπούδασε εκκλησιαστικό όργανο και βιολί έμαθε από τον πατέρα της). Αυτή η πολυτάλαντος και αιθέρια ύπαρξη νομίζεις πως ζει και τρέφεται από τη μουσική και για τη μουσική. Η ένταση και η έμφαση των χειρισμών της επί του οργάνου, σου μετέδιδε μια προσήλωση που όφειλες να τηρείς κι εσύ, ως μέλος πλέον του έγχορδου μέλους και του τρόπου του.
Αντιγράφω το ποίημα «Lent Lilly του A. Housman (1896) σε μια βιαστική (ορατή) κατά λέξη απόδοση από τον Π. Δ. (ασχολείται ο εν λόγω μουσικός και με την ποίηση).

«Είναι ανοιχτός ο καιρός, έλα να παίξεις στους σπαστούς λόφους
κάτω απ’ τα αγκάθια, στα κουφώματα θα βρεις ανθούς
στου ανεμανθού το ρίγος, με όλον τον άνεμο
που δεν έχει πια χρόνο και αφήνει Κυριακές.

Και μια και οι κόρες του Μάη παύουν και ψάχνουν
σε ανεμανθούς και αέρα μα όχι στους ασφόδελους
φέρε πανέρια νέα και θέρισε τον ήλιο σε λόφο και πλαγιά
και γέννα ασφόδελους, που θα πεθάνουν Κυριακές.»

5. Saint Saens: Danse Macabre (1872), σε δεύτερη κοινή εμφάνιση οι δύο πιανίστριες συνέχισαν στο ίδιο μοτίβο εκτέλεσης και διάθεσης. Πως ξεχωρίζουν σ’ αυτές τις εκτελέσεις στο αυτό όργανο, τα δάχτυλα που ηγούνται της διαδικασίας άντλησης μουσικής («Ποιος κόκκος ηγείται της άμμου;»), όταν η ταχύτητα κι η δεξιοτεχνία τους σε δυσκολεύουν να τα παρακολουθήσεις καθώς τ’ αυτιά και τις δυνατότητες αντίληψης, καταποντίζει η μουσική. Τα πόδια όμως στα πεντάλ διακρίνονται και είναι πάντα ενός.
6. Ηδη πλησίαζε η νύχτα, η πιο μικρή όλου του 2010 και όλων των χρόνων του βορείου ημισφαιρίου, και του W.A. Mozart η «Eine Kleine Nachtmusik» (1787) –μικρή νυκτερινή μουσική- θα συνόδευε το πέρασμα αυτής της ποιητικής ημέρας με το «θερινό ηλιοστάσιο», την παγκόσμια ημέρα μουσικής, το καλοκαίρι που ημερολογιακά ξεκινούσε αλλά επί γης δεν φαινότανε, στο ανυποψίαστο, ασύλληπτο και μέγα τίποτα του χρόνου
Ολο του κουαρτέτο επί το έργον με τα δύο βιολιά, το κλαρινέτο και το βιολοντσέλο. Εδώ το πρώτο βιολί ήταν ο Δημήτρης Μανδρίνος (τις προάλλες είχε ένα μοναδικό ρεσιτάλ στον αυτό χώρο). Στη «Romance» του μπήκε το πιάνο από τον Π.Δ. ενώ σίγησε το βιολί της Nikola και το κλαρινέτο του Λεωνίδα. Για να ολοκληρωθεί η σύνθεση με μια θριαμβευτική, λυρική επάνοδο όλων των οργάνων και να τελειώσει το βράδυ με μια κυριακάτικη διάθεση όπως νιώθεις αμέσως μετά από μια λιτή θεία λειτουργία (απόντος εννοείται του αγίου Δεσπότη).
Κάνω σχεδόν αναμετάδοση της περιγραφή της βραδιάς παρασυρμένος από τους σπήκερ της τηλεόρασης, που μεταδίδουν με τρόπο εντελώς ποδοσφαιρικό αλλά αντιδιακογιάννικο, χωρίς εικόνα άρα και το αίσθημα προφανώς και στις δύο περιπτώσεις, μεταφέρεται ελλιπές στον ακροατή
ή αναγνώστη.
***

ΥΓ1. Ενώ ο λιγοστός κόσμος του Ωδείου ήταν ξεχασμένος στην ωραιότητα και ούτε που τον ένοιαζε άλλο τι πέραν αυτού, έξω στη ζωή όλο το έθνος των νεοελλήνων θεατών επί της τηλεοράσεως ήταν καρφωμένο, η οποία μετέδιδε τον αγώνα του μουντιάλ Χιλής – Ελβετίας (1-0). Μια περίεργη κατάσταση ορισμένων ανθρώπων που αν και δεν περιφρονούν εμφανώς αυτού του είδους τις ψυχαγωγίες της ψυχής, εν τούτοις η αδιαφορία τους μέσα στην υπερέχουσα συντριπτικά και θορυβούσα ανθρωποπλειοψηφία δείχνει να έχει στοιχεία απαξίωσης που εγγίζει τον υγιεινό σνομπισμό. Ομως η μικρή σέχτα της τρυφερότητας πάντα θα υπάρχει και θα αποτελεί την κρίσιμη παραφωνία στο μαζικό για να μην πω με τη μάζα. Αυτό δε σημαίνει πως πάντα έχουν δίκαιο στο συλλογικό συμβαίνον. Ομως έχουν το δικό τους κι αυτό λίγο δεν είναι και μάλιστα το διαδηλώνουν είτε με τη σιωπή (με ρανίδες περιφρόνησης) είτε με λόγους μετρημένους (ή και άμετρους) και πράξεις κάπως «εξεζητημένης» διαφοροποίησης.
Θυμάμαι στο Γιούρο 2004 όταν άρχιζαν οι θρίαμβοι (έστω από σπόντα μετά τις ατυχίες των ισχυρότερων ομίλων) του ελληνικού ποδοσφαιρισμού και οι τηλεοράσεις έδειχναν πώς η Ελληνική ομάδα νικούσε την Πορτογαλία, κρατώντας αιχμάλωτη την εθνική στρογγυλοποιημένη συνείδηση, εδώ στην πόλη μια άλλη ομάδα, ας πούμε 50-60 ατόμων -ήταν Ιουνίου 16, άρα παγκοσμίως εορταζόταν η Blοumsday- σε παρακείμενο του μαζικού ασυνείδητου καφενείο διάβαζαν κομμάτια από τον «Οδυσσέα» του Τζέημς Τζόυς. Τι ψώνια θα λέγαν κάποιοι, αλλά όχι ημείς, αν και φέτος το ξεχάσαμε.
Αυτά τα μικρά σύνολα ευαισθητοποιημένων μέχρις ακρότητος συνανθρώπων μας («ποτές από ιδιοτέλεια κινούμενοι») λειτουργούν μέσα μου σαν τις αισθαντικές μουσικές δωματίου (μια ενότητα ανθρώπων και μουσικής) με βρίσκουν δίπλα τους κοντά τους κα πλάι έστω κι αν στην πράξη από μακριά τους παρακολουθώ από κοντά τους φεύγω...

ΥΓ 2. Μετά τη λήξη του αγώνα και της μουσικής μιαν άλλη σέχτα που κινείται στους κόσμους της ανειρήνευτης αντιπαλότητας με ό,τι καταπιέζει την προσωπικότητα του πολίτη, αδιάφορη φορές παντελώς και για τα δύο συμβάντα, πολίτες της πόλεως αραδιασμένοι σε πλαστικές καρέκλες στην κεντρική πλατεία, λαμβάνανε μέρος ενεργά στη δράση «Προβολές –βίντεο-συζήτηση» του «Μετώπου Ενάντια στο Μνημόνιο Κυβέρνησης ΔΝΤ. ΕΕ». Το «Μέτωπο» μου έφερε αναγνωστικές κι όχι αγωνιστικές μνήμες από το αντιδικτατορικό Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) -πως διέλαθε της προσοχής του ΠΑΜΕ στο ΚΚΕ να το υιοθετήσουν, μιαν που δεν αφήνουν κανέναν τίτλο στην ιστορική του ησυχία από τη διαδρομή της αριστεράς εν Ελλάδι; Είναι κι αυτό μια κάποια στάση από το χωθείς και να χαθείς στο χυλό της απελπισίας άπελπις, νικημένος, υποταγμένος από τα τρέχοντα προβλήματα. Είναι νέοι, φοιτητές κυρίως, οι οποίοι τη βρίσκουν στην πλατεία τα βράδια και πίνουν μπύρες των 0, 50 λεπτών κι όχι των 3 με 4 ευρώ, όσο σερβίρονται στις παρακείμενες καφετέριες. Αυτό όμως στερεί αυτές από πελατεία, οπότε να ‘την η κυρά αστυνομία (ο καθένας γνωρίζει πόσο ασμένως και γιατί καταφτάνει σε παρόμοια ...αιτήματα) κι αρχίζει τις προσαγωγές για «εξακρίβωση στοιχείων κλπ»· μπαίνουν ως οιονεί μακελάρηδες σε μια ήσυχη συντροφιά (η σχέση αυτή είναι λίαν επιλήψιμη για τους ταξιθέτες της κοινωνίας) νέων και δημιουργούν τις προϋποθέσεις έντασης. Ο δημόσιος χώρος μιας πλατείας ανήκει στους πολίτες κι όχι στους αστυνόμους και τις αντιπροσωπείες πώλησης αυτοκινήτων που διαφημίζουν την πραμάτεια τους συχνά πυκνά. Αφύλαχτοι οι χώροι αυτοί από τους γλυκανάλατους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι είναι συνήθως παραδομένοι στην πολιτική ευτέλεια και την προσωπική τους ιδιοτέλεια, πρέπει να κηρυχτούν από τον ίδιο τον κόσμο υπέρ των οποίων και μόνον υπάρχουν, δημοτικά λαϊκά άσυλο για να καταφεύγουν εκεί μόνον οι πολίτες με τις δημιουργίες –ανθρώπινες, καλλιτεχνικές ή πολιτικές- και όχι οι αναμοχλευτές της δημόσιας τάξης και οι κάθε είδους εμπορευόμενοι λευκής σκόνης, σαρκός και κελιών και οι εξ επαγγέλματος απαλλοτριωτές του ωραίου.
Αλίμονο !
«Φυραίνει ο τόπος ολοένα
χωματένιο σταμνί»
(Γ.Σ. «Θερινό ηλιοστάσιο»)

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Σκαλαθύρματα Εκκλησιαστικά και Μουσειολογικά


Το σωστό κήρυγμα εν εκκλησίες («ευλογείτε» συνήθως τον δεσπότη κι όχι «τον Θεόν»), διαρκεί 7 λεπτά, λένε οι έγκριτοι καθηγητές πανεπιστημίου της θεολογικής επιστήμης. Το πρώτο επτάλεπτο κτίζεις. Μόλις περάσεις το όριο κατεδαφίζεις ό,τι έκτισες. Οταν αυτό διαρκεί όσο ένα ημιχρόνιο, χωρίς τις νόμιμες καθυστερήσεις του (όπως στο νοτιοαφρικανικό μουντιάλ) τότε μιλάμε για ισοπέδωση. Τίποτε όρθιο δεν μένει από το αφόρητο λεκτικό και αδολεσχιακό τσουνάμι.
Θέλω να σφίξω το χέρι του σεβαστού ιατρού χειρουργού (συγγραφέα ιατρικών και λογοτεχνικών έργων αλλά και εφημεριοδημοσιολογούντα) κ. Μ. Παπακυρίλου για το θάρρος, την τόλμη και την παρρησία την οποία διεθέτει και το έδειξε μια Κυριακή πρωί στην εκκλησία του αγίου Δημητρίου όπου παρίστατο σε φίλιον μνημόσυνο και υπέστη, μαζί με το άλλο εκκλησίασμα, τον δεσποτικό λήρο επί 45λεπτον. Αλλά μη αντέχοντας αντέστη και διαμαρτυρήθηκε για αυτήν την κακοποίηση της εκκλησιαστικής αισθητικής και ηθικής. Κοινώς σήκωσε κεφάλι κι από μέλος του κοπαδιού όπως θεωρούν το εκκλησίασμα, δήλωσε έλλογο ον. Η ακατάσχετη κηρυγματοφλυαρία των ιερωμένων έχει καταστεί μάστιγα για τον εκκλησιαζόμενο πιστό ή ολιγόπιστο. Δεν βρίσκονται στο σπίτι τους για να λένε ό,τι κι όσο θέλουν. Εκκλησία είναι πρωτίστως ο λαός, ως γνωστόν, που περιμένει να πάει και στα σπίτια του, αφού τελειώσουν κάποτε οι παπάδες και να εκτελέσει ακόμα κι αυτά τα ειρηνικά και τα διουρητικά του καθήκοντα. Οι ιερωμένοι εργάζονται κι αυτοί (αμείβονται αδρότατα από το δημόσιο άρα είναι και υπηρέτες του πολίτη), έχουν οικογένειες να μεγαλώσουν και δικαιούνται να κάνουν τη ζωή τους όπως θέλουν ατιμωρητί επί γης (αργότερα βλέπουν). Πρέπει όμως να σέβονται τον κόσμο ο οποίος όταν πάει στην εκκλησία, για το φόβο θεού πάει κι όχι για να υποστεί τη θλίψη, την απελπισία και το δυσβάστακτο λιανοπάτημα. Από που δε κι ως που οι δεσπότες είναι και ποιμενάρχες δηλαδή τσοπάνηδες! Προς τι αυτή η αντιποίηση του τίτλου των αγαθών και τιμίων αρχηγών στάνης του βουνού και του λόγγου, από τα κινούμενα θησαυροφυλάκια αμφίων, μιτρών, πατεριτσών κλπ. (τι απαίσιες γενικές του όλου!).
Τολμητίας ο ιατρός, γιατί παρ’ όλα αυτά, όποιος αντιτάσσεται σε δεσπότη εν λειτουργία, μπορεί και να πάθει και ζημία, σαν αυτήν που έπαθε εκείνος ο κρητικός δικαστικός την εποχή του διχασμού (1915-1919), όταν στον άγιο Νικόλαο ο τότε μητροπολίτης Φώτιος καταφέρθηκε σε κήρυγμά του (άνω του 7λέπτου) εμμέσως κατά του Ελ. Βενιζέλου και υπέρ του εξορίστου βασιλιά Κωνσταντίνου σε μια Κοζάνη γαλλοκρατούμενη) κι αυτός εθίγη κι επιχείρησε να τον ραπίσει (μήπως του την άναψε κιόλας;). Λένε όμως ότι το χέρι του έκτοτε εκουλάθη.
Να ποιός φόβος υπάρχει όταν τα βάζεις με ιεράρχες αλλά εντός εκκλησίας και σε λειτουργία. Εκτός της, έχει κάθε δικαίωμα ο πολίτης να σηκώνει κεφάλι ακόμα και εις αυτόν τον συν-μονάζοντα με τον τίμιο Πρόδρομο (ακέφαλου όμως), όπως ο κ. Ι. Παγούνης πράττει με την υπόθεση του ναϊσκου της Αγίας Αικατερίνης. Η αγία όχι μόνο δεν θα τον κατατρέξει, όπως απειλεί ο δέσποτας όταν συναντηθούν (που και πότε θα γίνει αυτό, μάλλον εκτός μητροπολιτικού εδάφους ότι εντός του η αγία πρέπει να λάβει άδειαν απ’ τον επιχώριο Απόστολο του Θεού, αν θέλει να μη θεωρηθεί η πράξη Της εισπήδησις) αλλά θα τον ευλογήσει κιόλας ότι αυτός αντέστη στη ασέλγειαν που γίνεται σε βάρος της (στο ναΰδριο της εννοείται).

***

Η στάση πληρωμών μιας χώρας (πτώχευση δηλαδή) σαν πρώτη συνέπεια επιφέρει το σάρωμα της τρέχουσας εξουσίας από προσώπου ενεργούς πολιτικής. Δεν γίνεται πτώχευση του λαού αλλά συντήρηση της εξουσίας που τον πτώχευσε.
Η στάση λειτουργίας ενός πολιτισμικού πολυχώρου λ.χ του Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνης, όπως ανακοίνωσε το Διοικητικό του Συμβούλιο για το μήνα Αύγουστο κι όχι για τις διακοπές (το ΛΜΚ δεν έκλεινε καμιά μέρα του χρόνου) όσο εκβιαστική κι αν είναι (για ποιους άραγε;) είναι μια άμεση ομολογία αποτυχίας της Διοίκησης να διοικήσει αυτό το υπέρλαμπρο σωματείο και μουσείο και τώρα εκλιπαρεί για βοήθεια. Αρα ευθύνες έχουν αυτοί πρώτα κι όχι ο λαός δια μέσω της εξουσίας του, που έχει τα χρήματα και εν ...ονόματί του τα μοιράζει (χα,χα, χα δηλαδή). Οφειλαν να φροντίσουν, να προβλέψουν, να κινηθούν εγκαίρως κι όχι ν’ αφεθούν στην εύκολη ατραπό της δημόσιας ζητείας. Τώρα κοινωνικοποιούν το πρόβλημα (καλά κάνουν) αλλά ταυτόχρονα πρέπει να εξατομικεύσουν τις διοικητικές τους ευθύνες κι αναλαμβάνοντας τες να κηρύξουν το Μουσείο σε έκτακτη ανάγκη η οποία όμως απαιτεί ριζικές και θεσμικές αλλαγές νοοτροπίας και λειτουργίας.
Η ούτω πως λειτουργία του χώρου μάλλον έκλεισε τον κύκλο της. Χρειάζονται καθοριστικές επεμβάσεις που θα συμπαρασύρουν όμως πρόσωπα αλλά και παγιωμένες αντιλήψεις. Ας τολμήσουν τη μεταρρύθμιση κι ας πονέσουν κι αυτοί κάπως.
Ο μέγας Εκλιπών μόνος του τα κατάφερε κι έκανε ό,τι έκανε. Οι συνεχιστές του, τόσοι πολλοί και περισπούδαστοι, κατάφεραν να του στήσουν μεν τον ανδριάντα και περιμένουν τον Πατριάρχη να τους τον ευλογήσει (άλλο πένθος κι αυτό) αλλά και να κλείσουν (ορισμένως) το Μουσείο (αν είναι αλήθεια φυσικά όλα αυτά που διαβάζουμε).


ΥΓ. Τι σε νοιάζουν εσένα αυτά, θα πει κάποιος.
- Ελα ντε...