Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

“Πινελιές αγάπης και νοσταλγίας” της Σίμπα-Μαρίας-Αμάμπιλε-Αιμίλιας Ναρντούτσι –Βαϊνά


                                              
Aποτοξίνωση ψυχής ή αποτίναξη του ζυγού της οχλαγωγίας ο οποίος άμα τω ήρι αρχομένω μας πολιόρκησε και μας κατέβαλε; Ολα, όμως ησύχασαν στην πόλη επιτέλους. Η μεθεόρτιος σιωπή έπεσε όπως το χιόνι πάνω στους τάφους. Αλλά όσο “η άνοιξη θα ξεμυτίζει με βήμα  τυφλοπόντικα” (Ευγένιος Μοντάλε), πάντα θα μπορούμε κι εμείς να επιστρέφουμε στις πραγματικές πηγές του είναι μας, με μετρημένο βήμα, λόγο και προσδοκίες. Οσο θα υπάρχει ο άλλος λόγος της τέχνης, και της σκέψης, θα έχουμε λόγο να ελπίζουμε και να το προσπαθούμε τελικά.
                                    ….
         Απόψε ας μιλήσουμε (μάλλον ας επιχειρήσουμε να μιλήσουμε) για ποίηση, για τη μεγάλη, τη μεγαλόπνοη, αλλά και για την ταπεινή και τρυφερή· αυτήν η οποία δεν διεκδικεί  μεγάλες δόξες (άρα ούτε και λόξες). Δεν επιδιώκει να χαράξει βαθιές αυλακιές στη σκέψη και στη μνήμη μας, αλλά μόνον κάτι σαν τις εφήμερες γρατζουνιές που αφήνουν αθέλητα τ’ αγκάθια από ένα λουλούδι, πάνω στο αφύλαχτο δέρμα μας καθώς χώνεται απρόσμενα στην αλύγιστη απάθειά μας. Για να σημειώσει εκεί πως της καθημερινότητας το διάτρητο πιθάρι εντυπώσεων κι εμπειριών τελικά δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτε από το πέρασμα του χρόνου εκτός από τις βιαστικές εναλλαγές των ψυχικών φωτοσκιάσεων.
         Αφορμή η μικρή, ποιητική συλλογή (64 σελίδες 26 ποιήματα μια δίγλωσση έκδοση του περιοδικού «παρέμβαση») μιας ευγενικής κυρίας και ταυτόχρονα λάμπουσας ύπαρξης. Ο όρος είναι ομηρικός στην μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη και προσδιορίζει την Αθηνά στην Ιλιάδα, έπος που τόσο αγάπησε η ποιήτριά μας  η οποία έρχεται  από των αρχαίων Ρωμαίων και Λατίνων τον τόπο και τον πολιτισμό, στην όποια νεοελληνική μας πραγματικότητα, τέχνη και ζωή,  δια μέσω της αρχαιοελληνικής λατρείας και του νεοελληνικού έρωτος. Η κυρία Σίμπα Ναρντούστι-Βαϊνά είναι κοζάνιτισσα πολίτης απο το 1962 που ήρθε απο την Ιταλία αφού γεννήθηκε στη Φλωρεντία σπούδασε στη Μπολόνια ξένες γλώσσες κι έμαθε τη γλώσσα της αγάπης στην Κοζάνη όσο αυτό κι αν φαντάζει εξωτικό απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Τώρα περιπλέον είναι και απλός κάτοικος στην παγκοσμιότητα μιας τέχνης που αν δεν σε κάνει όνομα μετρίσιμο σε ξεχωρίζει τουλάχιστον από τη λάσπη με την οποία πλάστηκες αλλά κι εξακολουθείς να κυλιέσαι μέσα της, αναγκαστικά ή και με τη θέλησή σου.
         Είμαστε στην έναρξη της Σαρακοστής μιας μυσταγωγικής ακολουθίας ημερών κατά την οποία η ανθρώπινη αδυναμία συμμαζεύεται από τα εντελώς δικά της συμπτώματα εσωτερικότητας και μετανοίας στα εντελώς ψυχικά της ίδια. Μάλιστα στις τρεις πρώτες ημέρες της σκληρής αποχής από την κατάλυση κάθε διατροφικού υλικού στους χτυπημένους με την τρέλα του θεού (μοναχούς) ή τους φανατικούς του τυπικού της Εκκλησίας (εγκόσμιους). Μόνον πνευματικές τροφές καταναλώνονται άφοβα κι ατιμωρητί κάτι που κάνουμε κι εμείς ως ένα σημείο και μέτρο, τώρα, χωρίς όμως να απέχουμε και απάσης της ύλης.
         Η «ποιήτρια» φέρει μαζί της ως εκ καταγωγής συνακόλουθο την ρωμαιοκαθολική της ιδιαιτερότητα. Αυτό το βράδυ της Τετάρτης, είναι και έναρξη της σαρακοστής για τους Καθολικούς. Η Τετάρτη των Τεφρών όπως καλείται κι είναι η αντίστοιχη Καθαρά Δευτέρα των ορθοδόξων, πήρε αυτό το όνομα εκ του ότι ο ιερέας στις καθολικές χώρες καίει το βάγιο της  Κυριακής των Βαΐων της προηγούμενης χρονιάς που βρίσκεται φυλαγμένο στο εικονοστάσι και κατόπιν ρίχνει τη στάχτη πάνω στα μαλλιά και στο μέτωπο των πιστών λέγοντας: «Memento homo, quia pulvis es et in pulverem reverteris» ήγουν: Μνήσθητι άνθρωπε ότι γη ει κι εις γην απελεύσει. Ο Τ. ‘Ελιοτ έγραψε το περίφημο ποίημά του την «Τετάρτη των τεφρών» που αποτελεί μια σπαρακτική δια-δήλωση της φθοράς της ανθρώπινης συνείδησης και της κοινωνίας στην Δύση μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο όταν «Ερημη χώρα», «Ερημότοπος» φάνταζε η Ευρώπη των νικητών και των ηττημένων της.
         «Επειδή δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω
         Επειδή δεν ελπίζω
         Επειδή δεν ελπίζω να γυρίσω
         Λαχταρώντας το χάρισμα του ενός και τη φήμη του άλλου
         Δεν αγωνίζομαι πια ν’ αγωνιστώ για τέτοια πράγματα
         (Γιατί ν’ απλώνει τα φτερά του ο γέρικος αετός;)
         Γιατί να πενθώ
         τη χαμένη δύναμη της συνηθισμένης βασιλείας;...»

         - Ηδη περνούμε από τα βαθιά της μεγάλης ποίησης ανυπόδητοι κι αναρωτιέμαι φορές άραγε τις εκδηλώσεις αυτού του χαρακτήρα τις διοργανώνουμε για να μιλήσουμε για τους άλλους αυτούς που είναι  στο κύριο θέμα ή δι’ εαυτούς.
         Ομως τι σχέση μπορεί να έχει ο Ελιοτ και η κυρία Σίμπα. Προφανώς καμία, κατ’ αρχήν. Η μεγάλη, συμπαντικών διαστάσεων ποίηση υπάρχει και διακρίνεται, όπως η κορυφή του βουνού μέσα σε μια πεδιάδα, και για τον επιπλέον λόγο ότι υπάρχει η χαμηλόφωνη, η ειρηνική, η εύληπτη, η ρομαντική, η ανθρώπινη, η ζεστή, η νοσταλγική η αγαπητική ποίηση –τέτοια που είναι η ποίηση και της κ. Σ., η οποία αποτελεί ένα ταπεινό χορτάρι, το οποίο όσο το πατάς αυτό ανασηκώνεται, επιμένει να υπάρχει μέσα στην απλότητά του. Αυτή η απλότης είναι δύναμη ακατάβλητη στις επιταγές της τρέχουσας ποιητικής τεχνικής και της βαρυφορτωμένης τέχνης που μας βουλιάζει στον υπαινιγμό και στην πυκνή παρθένα βλάστηση των νοημάτων. Κάποτε η ανθρώπινη δυνατότητα πρόσληψης γεμάτη συνθήματα, προτροπές, απαγορεύσεις και μάταια μεγαλεία ζητά στον ήρεμο ρυθμό του τραγουδιού (κάθε φύσης) μια διέξοδο ψυχικής ασφαλείας. Τότε έρχονται κάτι σαν τις «Πινελιές αγάπης και νοσταλγίας» της κυρίας Σίμπα αλλά και κάθε άλλης ποιητικής ψυχής, που ελπίζει ότι μπορεί να υπάρξει κι αυτή όπως έχει δικαίωμα στο απέραντο λιβάδι με τα ειρηνικά χορτάρια αλλά και με τις ποιητικές μαργαρίτες διάβαζε κάποτε και μαργαριτάρια. Είναι η εκδίκηση του απλού λόγου απέναντι στη ρητορεία της ζωής και στο εκκωφαντικό της έμφασής της. 
         Ας καλέσουμε το λοιπόν συνεπίκουρο τον Γ. Σεφέρη, μέγα συνήγορο του κάθε καλής πίστεως κι ευαισθησίας πολίτη της ποίησης και της τέχνης, να βάλλει τα πράγματα κάπως στη θέση τους.
         «Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
         να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
         Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
         που σιγά – σιγά βουλιάζει
         Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ
         που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπο της
         Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια
         γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά...»
         Φορτώσαμε τη ζωή μας με τόση πολυπλοκότητα, βάλαμε τις πιο γρήγορες ταχύτητες του βίου για να προλάβουμε, όσο πιο γρήγορα μπορούμε τελικά, το τέλος της, αφού αυτό είναι και η μόνη βεβαιότητα, βουλιάζουμε όχι μόνον σαν τόπος στο πανθομολογούμενο της απώλειας αλλά και σαν άτομα και πρόσωπα αθύρματα ενός καθημερινού  μαρτυρίου ανεξήγητης αφετηρίας κι απρόσμενης διάρκειας. Η κυρία Σ. έχει το λόγο της εδώ.
         Κι εμείς διασχίζουμε έτσι
         τους δρόμους της ζωής
         Σαν κουφοί, σαν τυφλοί
         δεν ακούμε και δεν βλέπουμε τίποτε...
         Μόνον κάθε τοσο σταματάμε,
         για να γευτούμε την ουσία
         και τότε καταλαβαίνουμε
         το δώρο που μας έκανε ο Θεός
         Θάλασσες και γαλάζιοι ουρανοί
         πεταλούδες
         παιδιά που κυνηγιούνται σε πράσινα λιβάδια
         μικρές χειρονομίες αγάπης
         αυτή είναι η μαγεία της ζωής
         Να αντιμετωπίζουμε την κάθε μέρα σαν ένα μοναδικό και μοναχικό στασίδι στο οποίο ν’ ακουμπούμε το χρόνο και τις προσπάθειες μας για ειρηνική συνύπαρξη με τον άλλο και με τον εαυτό μας παρά να χανόμαστε στο ακένωτο πηγάδι της φιλοδοξίας και της διαρκούς ματαιότητας.
         Την ονόμασαν Σίμπα δηλαδή λιοντάρι στη γλώσσα των Σουαχίλι. Το οπτικό της είναι δεν την φέρνει προς το ηγεμονικό, αλλά τα ονόματα έρχονται από τις ψυχές και τις διαθέσεις. Αυτή η συμμαζεμένη ύπαρξη (ένα κουβάρι ευγένειας και τρυφερότητας) με τα εμφανή σημάδια μιας περασμένης ωραιότητας, η οποία τώρα ανιχνεύεται στην καλοσύνη της και στην θετική αύρα που χωρεί στους άλλους και χωρείται κι αυτή απ’ αυτούς.
Μαρία το όνομα της Παναγίας αφού στην χριστιανική τελετή της βάπτισης δεν μπορεί να λείπει το συναξάρι της θρησκείας. Αμάμπιλε θα πει αγαπητή. Κι αν δεν είναι αγαπητή πλέον ο ποιήτρια σε όσους τη γνωρίζουν και την υπάρχουν με κάθε τρόπο· ένα διάστημα υπήρξε αγαπημένη απ’ αυτόν στον οποίο αφιέρωσε το βιβλίο της νοσταλγίας τώρα  και της αγάπης πάντα. Αιμιλία, όνομα της ρωμαϊκής ιστορίας και της αφετηρίας της, για νη μην ξεχνιόμαστε.
         Ετσι Σίμπα Μαρία Αμάμπιλε Αιμίλια είναι ένα κουαρτέτο μουσικών ονομάτων τα οποία κατέγραψε πάνω της ο Τζιοβάνι Παπίνι. Ναι, αυτός ο σημαντικός συγγραφέας και φιλόσοφος της καθολικής γραμματείας είχε προσωπικό του γραμματέα τον πατέρα της κι αυτός της χάραξε το όνομα με το οποίο θα τη γνωρίζει ο Θεός κατά την όποια κρίση του, ότι αυτός μας γνωρίζει, όπως λεν οι θεολόγοι κι οι λοιποί ερμηνευτές, με τα μικρά μας ονόματα με τα οποία μας βάπτισαν κι όχι με τα επίθετα ή τα υπέρ ή υποκοριστικά και τα εξ αυτών μεγαλεία άνω της γης τα οποία υπό γης είναι κοινή τροφή των σκωλήκων και μόνον.
         Η ποιήτρια μας κι εδώ ο χαρακτηρισμός είναι για την οικονομία του λόγου να μη λέω συνεχώς τ’ όνομά της, γράφει απλά, αλλά όχι απλοϊκά. Η γραφή της δεν πάσχει απ’ αυτήν την πάθηση των ανώριμων κι αδέξιων της γραφής. Ετσι τουλάχιστον όπως την καταλαβαίνω στην μετάφραση της ίδιας, αφού η συλλογή είναι δίγλωσση. Η συγγραφέας είναι εν ταυτώ και μεταφράστρια του εαυτού της. Η ίδια καταλαβαίνει κι ομολογεί τις απώλειες κατά τη μεταφορά της μιας γλώσσας στην άλλη. Είναι η ποιήτρια της ιταλικής συναίσθησης, σ’ αυτή τη βάρκα πατάει και μ’ αυτή ανοίγεται στις ήρεμες λιμνούλες της δημιουργίας της. Μακριά από τον τόπο και το χρόνο της έμπνευσης, αφήνεται σε μια αναπόληση λυρική με λιτές εικόνες, λέξεις και φράσεις χωρίς φτιασίδια, «μαλάματα» σεφερικά, και μουσικές. Ομως τα ποιήματα της έχουν μια μουσική που ακούγεται αισθαντικότερα στην ιταλική τους ανάγνωση. Και δεν μιλώ για μουσική των μεγάλων μουσουργών αλλά για τις χαμηλότονες μουσικές που διαπερνούν τις λέξεις, υπάρχουν κάτω από τις σειρές, ανιχνεύονται στις στροφές στις μικρόσχημες  ούτως ή άλλως ποιητικές στίξεις της. Ο βόμβος μιας μέλισσας  που αλητεύει ζωτικά πάνω στα άνθη στους ύπερους και τους στήμονες για να ρουφήξει κάτι από τη γλύκα τους, το σφύριγμα του κότσυφα με το εντελώς μαύρο και τη  ρίγα του κίτρινου, το πέρασμα το αέρα μέσα από τα χόρτα, όπως αυτός της καθαρής Δευτέρας, το θρόισμα των φύλλων που δεν έπεσαν το χειμώνα, κάποια πουλιά αδιευκρίνιστου πτηνολογικής ταυτότητας που αφήνουν τους σπαραξικάρδιους κελαιδισμούς στη μοναχική τους έκκληση για βοήθεια προς τον έρωτα της ζωής, το κελάρισμα του ρύακος ανάμεσα στις πέτρες, τον ήχο του χρόνου πάνω στα ερείπια μιας καλύβας στο βουνό ή σ’ ένα μικρό προσκυνητάρι. Κι άλλοτε πάλι αυτός ο ήχος ή η ηχό που έρχεται σαν υπόμνηση από άρωμα που δεν μπορείς να θυμηθείς γιατί κάποτε σε έθελξε, αλλ’ όμως το προσπαθείς και το ατελέσφορον σου προκαλεί μια λύπη, αλλά και μια αφόρητη νοσταλγία που σε γονατίζει. Σε φέρνει σε θέση ετοιμότητας για διαφυγή προς τη  μακρινή εκείνη εικόνα που απομακρύνεται όπως ο ορίζων κι εσύ την ακολουθείς με τα μάτια της ψυχής σου και με τη θλίψη του απραγματοποίητου.
         Η κυρία Σ. κάποια ώρα του βίου της παράτησε την λογική κι άκουσε την καρδιά. Αφησε την παγκόσμια ωραιότητα του τόπου  κι ήρθε σε μια συνηθισμένη απρόσωπη κι αδιάφορη πόλη και βίωση. Πήρε τους δρόμους που παίρνει εν επιγνώσει μια ευαίσθητη ψυχή όταν διαλύεται μέσα σε μια άλλη. Η  πράξη της περιείχε αφ’ εαυτή μια υψηλή, έμπρακτη ποίηση η οποία συγκινεί βαθιά στην ανάγνωσή της. Η μοίρα όμως την περίμενε, ενοχλημένη από την υπέρβαση και την κάποια ύβρη που διέπραξε στο να μη λογαριάσει τη ρωμαϊκή λογική του συμφέροντος και του σωστού και ν’ ακολουθήσει την ελληνική αβεβαιότητα και χαλαρότητα της αγάπης και την δοκίμασε με σκληρούς τρόπους. Αλλά αυτή αδιάφορη, ανέμελη θαρρείς στους αναπότρεπτους σχεδιασμούς της ζωής, κρατήθηκε όρθια, καθώς λίγο λίγο γκρεμίζονταν οι συμβατικές, αλλά καθοριστικές- ευτυχίες δίπλα της. Ηταν εξ αρχής ποιήτρια λάτρευε στην αρχαία Ελλάδα και αγαπούσε στη σημερινή. Τώρα ήρθε ο καιρός να συμμαζέψει τα χρονίζοντα αισθήματα και να τα κάνει λέξεις, φράσεις, αίσθησες.
         Δεν θα λησμονήσει τον απωλεσθέντα παράδεισο από τον οποίο πέρασε ανεπιστρεπτί, τον τρόπο και το χρόνο της νεότητας, όταν η αγάπη ήταν πράξη και η νοσταλγία ακόμα ποίηση, σ’αυτόν τον παράδεισο στον οποίο όλοι ξαναγυρίζουμε ποιητές και μη, σημαντικοί και άσημοι, φτωχοί και πλούσιοι, ότι αυτό που έφυγε είναι κοινή μοίρα κι απώλεια για όλους. Η μόνη δυνατότητα να προσεγγίσουμε κάποια από τα σημάδια του, που θα μάς φέρνουν σε μια κατάσταση πλαστής έστω ευδαιμονίας κι ως ένα μέτρο, αθανασίας, είναι η μνήμη και η νοσταλγία τα απαραίτητα δηλαδή στοιχεία της ποίησης.
         Γράφει όπως νιώθει, δεν φορτίζει τις λέξεις με περισσότερο βάρος απ’ όσο έχουν και με μεγαλύτερη θερμότητα του φυσιολογικού. Νομίζεις πως βρίσκεται πια, τώρα που όψιμα μπήκε στους σκολιούς αλλά και φωτεινούς δρόμος της γραφής σε μια διαρκή πνευματική διέγερση και διάθεση κι επομένως ο,τι προκύπτει είναι πηγαίο, αβίαστο, ανεπιτήδευτο. Εχει τις βάσεις της στην ιταλική ποιητική γραμματεία στους κλασικούς της (Δάντη) αλλά και στους υψηλόφρονες λυρικούς (Λεοπάρντι). Δεν δοκιμάζεται σ’ ένα χώρο έκφρασης στον οποίο δεν έχει ασκηθεί κι αθληθεί. Απεναντίας, διάβαζε και διαβάζει την ποίηση κι ύστερα την μεταπλάθει στο δικό της χειρόμυλο για να βγουν μικρές τροφές για τα πουλιά της τρυφερότητας, για τις δεκτικές του ωραίου υπάρξεις, που η ποιητική έκφραση τις κάνει να ονειρεύονται ένα κομμάτι από τον κόσμο τους, ένα τοπίο τους, μια σχέση αγάπης και νοσταλγίας που είτε λανθάνει είτε διαλύεται. Τι σημασία έχει σε ποιους απευθύνεται πέρα κι εκτός από τον εαυτό της; Αφού κατέθεσε δημόσια το λόγο της έχασε την ιδιωτική της φωνή κι έγινε μικρό κτήμα και άλλων. Κάποιοι ίσως βρουν στις πινελιές τις δικές τους στιγμές και διαθέσεις και τότε ο ποιητής και το ποίημα κάτι αξίζει.
         Η κ.Σ. δεν είναι κι ούτε θα γίνει μεγάλη ποιήτρια. Αλλ’ όμως έχει τη δύναμη να συγκινεί με το λόγο της κι αυτό είναι ένα δώρο (χάρισμα) και δώρημα στους άλλους. Οι έλληνες αναγνώστες λιγότερο και οι ιταλοί περισσότερο θα δοκιμάσουν τις γεύσεις που έχουν οι πινελιές στον καμβά της ψυχής της, καθώς κατατίθενται από μια λεοντόκαρδη –αλλ’ όχι και λεοντόσχημη γυναίκα της ποίησης (κάποτε αυτές οι δύο λέξεις ταυτίζονται).
         Η γλυκεράδα, άλλη μάστιγα του αδέξιου καταγραφέα λέξεων κι αισθημάτων, είναι ξένη, ως πληγή, σ’ αυτήν.  Αποδραματοποιεί κι αποφορτίζει τις λέξεις και μας παραδίδει τα συμφραζόμενα τους καθαρά χωρίς προσμίξεις, προσχώσεις και λυγμικές αναταράξεις.
         Η κ. Σίμπα Μαρία Αμάμπιλε Αιμίλια - Βαϊνά είναι μια ενότητα ευγένειας προσωπικής και λυρικής. Μου τη γνώρισε η κυρία Γεωργία Καστρινάκη μια άλλη λανθάνουσα ποιητική διάθεση κι εγώ προσπάθησα να σας γνωρίσω κάπως έναν άλλο κόσμο της. Οταν πλέον την συναντάτε στο δρόμο και σας φαίνεται κάπως αφηρημένη, αφήστε την ότι μπορεί και να είναι στον άλλον κόσμό της στον κόσμο της ποίησης και να χαράζει στον αέρα ή στη σκέψη της, πινελιές αγάπης και νοσταλγίας.
                                                      (ακατέργαστη εισήγηση της 9ης Μαρτίου)

4 σχόλια:

Θανάσης Καλλιανιώτης είπε...

Είσαι άριστος στη συρραφή των λέξεων και το λένε αρκετοί. Αν ήσουν και πιο ευγενικός, θα κέρδιζες περισσότερους. Αν πεις δε σε νοιάζει, τους χάνεις σχεδόν όλους!

Ανώνυμος είπε...

Brilliant Wrighting!!!

δημήτριος παν. μεντεσίδης είπε...

Κείμενο διαμαντένιο.

Ανώνυμος είπε...

...λογο να ελπιζουμε κ να το προσπαθουμε τελικα...τι;