Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Αυτοψία μνήμης



34 χρόνια μετά...

...Kι η…λύτρωση ήλθε. Ξαφνικά διέκοψαν τις ασκήσεις, αλαφιασμένος ο δόκιμος μας μάζεψε άτακτα χωρίς να δώσει ούτε τους «ζυγούς λύσατε», μας διέταξαν να πάρουμε όπλα, σακίδια και παγούρια, μας φόρτωσαν στα τζαίημς. Βγήκαμε από τα Σέρβια και μπήκαμε σε ορεινό χωματόδρομο. Άρχιζε να χιονίζει. Κρύο φριχτό στη διαμπερή καρότσα. Έτρεμε το φυλοκάρδι μας. Πού μας πήγαιναν; Σκέψεις δυσάρεστες πηγαινοέρχονταν στα κρυωμένα κι αμίλητα σώματα. Ανεβαίναμε σ’ ένα βουνό (υψ. 1379μ) δίπλα από το χωριό Μεταξά, εκεί που γεννήθηκε ο αείμνηστος βασιλεύς των ορέων και των ωραίων (γυναικών, κατσικιών και λιρών) Φώτης Γιανκούλας. Κάποτε πήρε τ’αυτί μας κάτι για αεροπλάνο, ατύχημα, σκοτωμένους. Ομιχλώδη νέα σ’ ένα αόριστο τοπίο απελπισίας.
Ένα βάρος ασήκωτο με πίεζε. Λες και πηγαίναμε για μάχη ή για ασκήσεις με πραγματικά πυρά. Σε κάποια ισιάδα μας κατέβασαν. Σε φάλαγγα κατ’ άνδρα πήραμε ν’ανεβαίνουμε ένα λόφο. Ομίχλη πότε πηχτή, πότε αραιωμένη. Χιόνιζε ανόρεχτα. Το κρύο όμως ήταν άγριο. Στο βάθος βλέπαμε μαύρες λιμουζίνες της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας ν’ανεβαίνουν. Πάνω στα πουρνάρια βρίσκαμε σκαλωμένες τσίχλες, καραμέλες, χαρτιά, ποικίλα μικροπράγματα, ό,τι δηλαδή προσέφερε στους ταξιδιώτες η αεροπορική εταιρία. Δεν τ’ άγγιζε κανείς. Λες κι ήταν κομμάτια ανθρώπινα, κατάλοιπα θανάτου. Είμασταν σχεδόν οι πρώτοι που έφθαναν στον τόπο της αεροπορικής συμφοράς. Το αεροπλάνο της γραμμής Αθήνα-Λάρισα-Κοζάνη εξαιτίας του καιρού δε στάθηκε στη Λάρισα και συνέχισε για Κοζάνη. Όμως ποιος ξέρει η ομίχλη, τα κενά του αέρα, το σφάλμα του πιλότου, το έριξαν κάτω. Χτύπησε στο ύψωμα Βλαχογέρακας κι έπεσε στη χαράδρα Μαχαλά Λάκκος. Ο μόνος αυτόπτης μάρτυς, ένας τσοπάνος που έβοσκε το κοπάδι του, αλάλιασε βλέποντας το θέμα και έτρεξε στο χωριό να ζητήσει βοήθεια. Αλλά κανείς δεν σώθηκε από τους προορισμένους να χαθούν, εκτός από ένα νεαρό σπουδαστή των ΚΑΤΕΕ που απλά έχασε την πτήση στην Αθήνα και κέρδισε τη ζωή. Με πένθιμες διαταγές ακροβολιστήκαμε γύρω από το μακάβριο χώρο. Από τα συντρίμμια αναδίνονταν καπνός και μυρωδιά καμένου ανθρώπου. Διαφέρει κάπως από τα καμένα ζώα. Η ουρά του αεροπλάνου της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ήταν τα μόνα άθικτα, με το έμβλημά της, τους πέντε κύκλους. Η εταιρεία ποτέ δεν πεθαίνει (αργότερα πληροφορήθηκα ότι τη χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα για γέφυρα να περνούν τα γαϊδούρια, οι λύκοι, τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου). Γυμνά, καμένα τα πρώην σώματα. Σ’ ένα λοχία, το δαχτυλίδι γυάλιζε στην ομίχλη. Έμαθα ότι ήταν εκείνος που με υπέβαλε στα καψόνια του νεοσύλλεκτου. Θυμήθηκα τις αεροπορίες του! Τον πόνεσα σαν δικό μου άνθρωπο. Ήταν εκεί στον άμορφο σωρό και μία, ήδη τέως εκτάκτου ωραιότητος, κοπέλα από την Κοζάνη. Τη γνώριζα από μακριά. Την έκλαψα βουβά...

Από το διήγημα «Στρατιωτικά ενθυμήματα» που υπάρχει στη συλλογή «Περιπλάνηση ένδον» εκδ. Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Ν.Κοζάνης, 1996.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Tο Παιδί κι ο Χαρταετός (ή Το Παιδί και το Αεροπλάνο*)

του Marcel Khalife

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό
Κοίταξε τριγύρω και είπε, "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει"
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό"
"Έρχεται προς τα εμένα"

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό
Κοίταξε τριγύρω και είπε, "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει"
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό"
"Έρχεται προς τα εμένα"

"Είναι μεγάλος χαρταετός, δε χρειάζομαι σπάγγο"
"Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ' το σπίτι του γείτονα"
Τρεμούλιασε η καρδιά του, πέταξε στα φτερά του χαρταετού
Κι ολάκερος ο ουρανός τού 'πε τα μυστικά του

Σταμάτησε στην πλατεία και φώναξε τους φίλους
Ο βρυχηθμός του αεροπλάνου πιο δυνατός απ' όλες τις φωνές

Μαζευτήκαν τα παιδιά κι έπαψαν το παιχνίδι
Τραντάχτηκε ο τόπος, μια ιστορία σαν ψέμα
Κι ο βρυχηθμός έγινε σύννεφο καπνού, δεν ξέρω τι συνέβη
Ακούστηκε σειρήνα
Το αεροπλάνο που μετέφερε ιστορίες και ποιήματα
Έβαλε φωτιά στη γη και κατέστρεψε το σπίτι
Κατέστρεψε το σπίτι, το σπίτι

Και πέταξε μακριά, ίσια μες στα σύνορα
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές βροντές βομβάρδισαν τον κόσμο
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του η ιστορία
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θραύσματα

Της ιστορίας που γράφτηκε στα πεζούλια του χωριού
Ταπεινό χωριό που άναψε σαν το κερί

Και το κερί άναψε λαμπρό, κι η κραυγή αντήχησε...

[* Οι λέξεις "χαρταετός" και "αεροπλάνο" είναι ίδιες στα Αραβικά.]