Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Που πας ξυπόλυτος μέσα στις μνήμες;


Σκηνές από μια πόλη του άλλοτε, που ανάσανε μόλις προχτές, μετά από 25 χρόνια!



Στην Καμάρα (στο βάθος η Ροτόντα) κάτι μεγάλες μεγαφωνικές εγκαταστάσεις αγριορο(ε)κιάζουν. Μάλλον για τις «Τρύπες» θα πρόκειται, δεν τους ακούω, αλλά τους έχω ακουστά. Διάβαση.


Τότε ήταν μόνον ΝΟΕ. Πότε πρόσθεσαν και «Πολιτικών επιστημών»; Τη συλλογίζομαι ακόμα μετά από τόσα (πόσα) χρόνια;


Ο πάνω δρόμος προς τη φοιτητική Λέσχη. Εκείνη την Παρασκευή πηγαίνοντας ακούσαμε το τάλαντον. Είχε όσπρια. Γυρίσαμε και ήδη χτυπούσαν οι καμπάνες. Αρχιζε ο πανηγυρικός εσπερινός της Ολονυκτίας


Γλιστρούσαμε για να κλειστούμε μέσα. Οχτος, λάσπες, ψιχάλα. Στενή Πύλη ένας ένας δύο δύο και κάτι το αδιευκρίνιστο να μας συνέχει. Δεν είχαμε και που αλλού να πάμε άλλωστε εκείνο ειδικά το βράδυ


Μπήκα (ή βγήκα) δι’ άλλης οδού από την τότε. Εντειχισμένη πλάκα. Στις 12 το μεσημέρι της σήμερον μαζεύονται (εδώ και χρόνια) οι εναπομείνασες μνήμες και του τα ψέλνουν που έφυγε τόσο νωρίς.


Απόγευμα. Εχει καταληφθεί εκ νέου η Πολυτεχνική από τους σύνηθες καταληψίες. Κατάθλιψη.


Ετέρα κατά(Θ)λη(ι)ψη περί την του ηλίου δύση έναντι του τότε Λαϊκού νυν Γεννηματά



Στην επιστροφή δεν πέρασα από την οδό Αιγύπτου. Το «Νεγκρεπόντε» της κλειστό.

«Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ' τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς» (Μ.Α.)



Από την παραλιακή στο βάθος οι γερανοί του λιμανιού κι ο επιβατηγός σταθμός.

«Ο Τοτ, τού λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποιά βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι; (Ν.Κ.)
(Εφτά σε παίρνει αριστερά μην το ζορίζεις...)


Αυτή «Η πόλη θα σε ακολουθεί».

Η δική σου εξακολουθεί να σε συμμαζεύει καθώς συνεχίζει με το ίδιο γκρίζο χρώμα της ακάθεκτη για την 25ετία (μια γενιά!)


Το σημαίνον και το σημαινόμενον της ημέρας

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

«Λογοτεχνία και Ιστορία» , λέει...



Πρόσκληση
προς δικαίους και αδίκους


Tην Παρασκευή το βράδυ 19/11 στην Κοζάνη ο συγγραφέας Αντώνης Κάλφας συντονίζει μια συζήτηση με θέμα «Ιστορία και λογοτεχνία» με προσκεκλημένους τρεις συγγραφείς: Δημοσθένη Κούρτοβικ, («Τι ζητούν οι βάρβαροι), Σοφία Νικολαϊδου («Απόψε δεν έχουμε φίλους») Κώστα Ακρίβο («Ποιός θυμάται τον Αλφόνς»)
Η εκδήλωση γίνεται στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης και θ’ αρχίσει αρχίσει στις 7.30 το βράδυ. Είναι μια διοργάνωση του λογοτεχνικού περιοδικού της πόλης Παρέμβαση με την χορηγία της ΔΕΠΑΚοζάνης στην οποία συμμετέχει και το Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο.
Το θέμα της είναι η διαπλοκή λογοτεχνίας και ιστορίας καθώς οι τρεις συγγραφείς ο καθένας από την πλευρά του συζητούν τη σχέση τους με την ιστορία από τους βαλκανικούς πολέμους και φτάνουν μέχρι το Δεκέμβρη του 2008

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

«Κυάμων απέχεσθε…»



Την Παρασκευή ή το βράδυ Παναγίτσα μου
μου ετοίμασες με δάκρυα τη βαλίτσα μου...

Στ. Καζαντζίδης

....Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε εις τας δημοτικάς εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβει τις είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων διά να γίνει δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι παρακατινοί, όλοι οι εξωμερίτες, όλες οι τσοπανοφλοέρες. Και αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία και χωρικός τις έχων ψήφον εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίσει, τον έκλεπταν, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως, παχυνόμενος επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του δημάρχου, όν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξει.
***
Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν του σχολείου, αλλ’ όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, επειδή ήτο δύσκολον απ’ αυτού του πρακτορείου να επιτηρώσι τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανόλης ο Πολύχρονος ένευε συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύει ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους εμβιβάζει με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνει ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους προέπεμψεν όπως ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, με όλην την μέθην ήν είχον τινές αυτών, εστενοχωρούντο και διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας πάν’ έτσι;». Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι «βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστρες. Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρον μέρος το λευκόν ή ερυθρόν σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.
Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας. Είχαν φέρει επί κραβάτου και τον γερο-Κώσταν τον Γιουλάρην, δυστυχή παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήσει υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών, εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβεί εικοσάκις εις την πόλιν και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχον τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν και ούτως επείσθη να έλθει. Κατήλθε περί την μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν του, μη εμπιστευόμενος να το αφήσει προς ώραν εις την φροντίδα άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως εις τα πρόθυρα του σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής κρατών και την πήραν του ανηρτημένην υπο την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν’ αφήσει την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε την επιτροπήν και τους παρεστώτας, ειπών «γεια σας». Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως και συρίξας συνήγαγε το αιπόλιόν του και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.
***
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. «Ουδέν κακόν άμικτον καλού». Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.
- Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
- Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρρπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον, διά να γεννηθεί το θρέμμα το καλούμενον επιφανής και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος. «Κυάμων απέχεσθε…»

Από τους "Χαλασοχώρηδες" του εις την προτομήν συλλογιζόμενου

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

«Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής...»


Μας ρήμαξαν στα γκολ, 5-0 οι πράσινοι, της Παναθηναϊκής
γης, του Δήμου Αθηναίων αλλά και πάσης Αφρικής...


Στο βιβλιοπωλείο και μέσα στο βιβλίο «Ταξιδιωτικό στα βιβλία μαθητεία στο ταξίδι» βρήκα την πρόσκληση για τον αγώνα ΚΟΖΑΝΗ - Παναθηναϊκός, για το κύπελλο Ελλάδος. Η Κοζάνη, πρωτεύουσα της Δ. Μακεδονίας, βρίσκεται μεν στις εσχατιές της εθνικής, ποδοσφαιρικής κλίμακας, αλλά στο εθνικό κύπελλο συναριθμείται (όπως τα λευκά και τα άκυρα ψηφοδέλτια) ομού με όλες τις ομάδες πόλεων και χωριών της επικράτειας. Παρακάτω της υπάρχει η Δ’ Εθνική κατηγορία με αγωνιζόμενα σ’ αυτήν τα γύρωθέν της χωριά: Γκοτζιαματλή, Ελάτη, Γκόμπλιτσα, ΑνωΚάτω Βάντσες (η Λευκοπηγή δεν έχει ομάδα πια γιατί ο μέγας της Αλέξανδρος διαλύθηκε από τους επιγόνους, αμέσως μετά την κατάκτηση του ποδοσφαιρικού τίποτα). Τα Γρεβενά των οποίων ο «Πυρσός» αγωνίζεται πλέον με τα χωριά γι’ αυτό κι εξέλεξε και με την πρώτη Δήμαρχο, όπως όλες οι κοινότητες της χώρας κ.α.
Ταξίδι πίσω στις ποδοσφαιρικές λέξεις και λόξες.
Τετάρτη απόγευμα, παραμονή της εθνικής επετείου, μέχρι κι εγώ ήμουν στο γήπεδο, στην κερκίδα με το σκέπαστρο - οι δύο ξεσκέπαστες είχαν καταληφθεί από τους φτηνούς θεατές και τους οργανωμένους φωνασκούντες του ΠΑΟ. Κεντρικό τους σύνθημα: «Γαμείστε τον πούστη τον Ολυμπιακό», ένα πρωθύστερο σχήμα βοώντος οχλαγωγικού λόγου, ο οποίος αναφερόταν στον αγώνα που έμελε να συμβεί στην Αθήνα το Σάββατο και κατέκλυζε η αγωνία του το μυαλό κάθε αγνού φιλάθλου (πατριώτη, χριστιανού και ψηφοφόρου συνήθως των κομμάτων εξουσίας). Ενδον σημ.: Ο αγώνας έγινε και οι πράσινοι με 1-0 (το ένα που «τσούζει» δηλαδή) έκαναν ύλη πραγματικότητας την μέχρι τότε ιλύ του ονείρου τους.
Από τους τελευταίους (ξέχασα να πω πως έβρεχε κιόλας) προσπέρασα τις παλιές αποθήκες του Γεωργικού Συνεταιρισμού Σερβίων και Κοζάνης (οι αποθήκες των γεωργοκτηνοτρόφων και η αγία Μητρόπολη φέρουν τον αυτό ιστορικό τίτλο). Αυτές σε λίγο θα γίνουν η νέα ιστορική, Δημοτική Βιβλιοθήκη πάνω σ’ εκείνο το ωραίο αρχιτεκτονικό σχέδιο, κάτι σαν κλωβός ψυχασθενών· κλωβοί επίσης υπάρχουν στη λίμνη Πολυφύτου όπου εγκλωβίζουν τα ψάρια και τα «επικονιάζουν» κανονικά. Τον Δημοτικό κήπο όπου φωτογραφίζονται οι νεόνυμφοι κοζανίτες, όπως επίθ υπαρκτού σοσιαλισμού οι νεόνυμφοι της Μόσχας φωτογραφίζονταν στο άγαλμα του ποιητή Πούσκιν στο οποίο και εναπέθεταν τις γαμήλιές τους ανθοδέσμες, το Δημοτικό ωδείο με τις ακέφαλες στήλες (κάτι σαν τις Ερμές του Αλκιβιάδη) και εισήλθα επίσημα στο Εθνικό Στάδιο Κοζάνης –είχα πρόσκληση, το επαναλαμβάνω- άρα ήμουν ηυξημένης σοβαρότητος θεατής.
Αμέριμνος έδειξα την κάρτα αλλά παρ’ όλα αυτά με περιλάβαν για σωματικό έλεγχο οι αστυνομικοί, μη τυχόν έχω αναπτήρα πάνω μου, κι ήταν θυροφύλακες της αντικαπνιστικής μας καθ-υστερίας. Δεν κάπνιζα. Αθώος.
Ο αρχηγός της πράσινης ομάδας ήταν ένας μαύρος εντελώς άνθρωπος πρόσωπο και σώμα. Κάποιος μακρινός του πρόγονος ίσως και να έφαγε μερίδα ανθρώπινη. Ενας γείτονας στην κερκίδα πρόθυμα με καθοδηγούσε στις νεότερες εξελίξεις του ποδοσφαίρου κι έλυνε απορίες μου. Είναι ο κ. Σισσού, Γάλλος υπήκοος, μεγάλο ταλέντο, είπε. Μια άλλη απορία ήταν οι αριθμοί που φέρουν στη φανέλα τους οι παίκτες. Είχα μείνει στην εποχή που η ενδεκάδα άρχιζε από 1 κι έφτανε στο 11 συν οι αναπληρωματικοί. Τώρα ο καθένας βάζει στην πλάτη του όποιον αριθμό του καπνίσει μέχρι το 99. Μυστήριο!
Πίσω ολοταχώς. Μαθητής δημοτικού υποστήριζα τον Παναθηναϊκό... Ακούσαμε πως έπαιζε με την Κοζάνη ματς φιλικό. Από νωρίς στο δημόσιο δρόμο κάτω από το στάδιο, στην άλλοτε οδό Χαιρωνείας, τώρα Ανδρέα Παπανδρέου, προς τιμή του μεγάλου πράσινου αρχηγού της ομάδας των μη προνομιούχων. Υπήρχε εκεί είσοδος, όχι δωρεάν αλλά και καβάκια για τους αναρριχητές παρατηρητές κάθε εποχής. Οπως και πυκνός κισσός αναρριχόμενος στα κάγκελα. Δεν μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε, αλλά ακούγαμε την ηχώ και τον αχό του αγώνα.
Επάνοδος στις μέρες μας. Ο ποιητής του λαού κ. Βασ. Βατάλης στις Νομαρχικές εκλογές του 1998 κατέβασε, κατά παγκόσμιον πρωτοπορία, την ποίηση στις εκλογές, αφού συνέπηξε ποιητικό συνδυασμό και διεκδίκησε επί ίσοις όροις, ακόμα και στα όρθια ντιμπέιτ των υποψηφίων, το νομαρχιακό θώκο. Εκείνο τον καιρό η Κοζάνη ήταν «Πόλη του βιβλίου», τώρα είναι η «Πρωτεύουσα των χαρτών», με στιχοκόλλησε με ποιητική προκήρυξη στο καμπαναριό και στην είσοδο των δικαστηρίων («Προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες...») με το πολύστροφο ποίημά του «Αναρριχόμενος κισσός Βιβλιοθήκης» το οποίο άρχιζε ούτως:
«με τον φωτισμό του, τον μέλανα
ήρθε δικηγόρος να μας «γιάνει»!!!
σε ημετεριστικά έδρανα
κισσός, στ’ όνομα Καραγιάννη

κι αναρριχόμενος κομμάτων!!!
τους πεπρωμένους χτυπημένους
κόντρα, πεινασμένων στομάτων
ειρωνεύεται πονεμένους...» (1)
Κι εγώ που νόμιζα πως ακολουθούσα το του Γ. Δροσίνη: «Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα/ σε ξένα αναστηλώματα δεμένο./Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο./ Μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν' ανεβαίνω, με «γείωσε» κανονικά αφού ήμουν ο εκλεκτός άρα και έρμαιο των άστοχων ή πληθωριστικών κομ(μ)άτων, αλλά και των προσωπικών γλυκύτατων άνω τελειών και πρωτίστως ατελειών. Ω, οι ωραίοι καιροί! Ευχαριστώ αναδρομικά τον λίαν ετοιμόλογο στην ομοιοκαταληξία, ποιητή του λαού της Κοζάνης και περιχώρων.
Επιστροφή σε γ’ πρόσωπο. Ποιός νίκησε τότε δε Θυμάται. Αλλά θυμάται πως σ’ αυτό το γήπεδο σημείωσε το τέρμα της τιμής επί της ομάδος της Κοζάνης σε αγώνα προπόνησής της με τον Μέγα Αλέξανδρο Λευκοπηγής (ήτο δεινός περί την ποδοσφαιρικήν κι ιδίως την γκολικήν διαλεκτικήν όσο απίστευτο κι αν φαντάζει) αφού ο τερματοφύλαξ του στρατηλάτη που έφερε το ποδοσφαιρικό ψευδώνυμον Αττίλας από τον ‘Ισβορο (οι παλάμες του ήταν πλατιές σαν φουρναρόξυλα) έφαγε 6 γκόλ, ενώ ο κοζανίτης κ. Δήμου μόνον ένα, προς τιμωρία του γιατί τον περιέπαιζε ως ακίνδυνο ποδοσφαιρικά, νέον). Αυτό το γκολ βέβαια το πλήρωσε μετά από πολλά χρόνια ότι οι γνήσιοι της πόλεως το έφεραν βαρέως να σκοράρει ο χωρικός κατά της ομάδος τους.
‘Εβρεχε συνεχώς και οι ποδοσφαιριστές πάνω στο πράσινο χορτάρι ...χόρευαν. Προς στιγμή μου ‘ρθε κατά νουν το πολύστιχο ποίημα του κανονικού ποιητή αλλά ολόκληρου του εργαζόμενου κι αγωνιζόμενου λαού, Γ. Ρίτσου, ο τίτλος του δηλαδή, καθότι δε θυμάμαι αν το διάβασα ποτέ, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής».
«Χιλιάδες αποσιωπητικά τ' αστέρια. Φίλησε με.
Χιλιάδες στόματα χρυσά λιγάκι λυπημένα
πάνου στο στόμα σου. Κ' οι στίχοι ως πέρα απ' τα μεσάνυχτα
κάτου απ' τη λάμπα που καπνίζει. Μυρίζει πετρέλαιο...»
Η είσοδος του κ. Νομάρχη σήμανε και την έναρξη του αγώνα. Οι ομάδες ισότιμες μέχρι εδώ αφέθηκαν στις απαραίτητες ρεβεράντζες αβροφροσύνης κι αλληλοχαιρετήθηκαν οι δύο αρχηγοί της μαύρης και της κοζανίτικης φυλής. Στους παρευρισκόμενους υποψήφιους δεν επετράπει να χαιρετήσουν ότι αυτά γίνονται μόνο στις υδαρείς εκδηλώσεις πολιτισμού.
Από νωρίς η μάχη της κερκίδας μύριζε αντί πετρέλαιο ήττα. Ακουσα πως η πόλη είχε κάποτε οργωμένη ομάδα οπαδών με το όνομα «Τα Λιοντάρια». Πού ήταν αυτοί άραγε; Ούτε μια μαζική βρισιά της προκοπής δεν άκουσα. Ρουτίνα και πλήξη διακατείχε το φίλαθλο τελικά ακροατήριον. Σποραδικά ένας αψίκορος πολίτης φώναζε, καθ’ υπερβολήν, για κάποιο μαρκάρισμα σκληρό ή αβλεψία του διαιτητή ή του λάιτσμαν. Μια απαράδεκτα πολιτισμένη ατμόσφαιρα επικρατούσε σε αντίθεση με τους πράσινους οπαδούς και παίκτες, οι οποίοι «ως σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι» μας έβαλαν 5 γκολ στο γήπεδο κι άπειρα στην κερκίδα.
«ΠΑΟ-Θρησκεία θύρα 13» ωρύονταν οι φιλοξενούμενοι, μεταξύ των οποίων και πολλοί ντόπιοι παναθηναϊκοί οι οποίοι έβγαζαν το άχτι τους. Βαρυνθέντες την επί 20ετία κυριαρχία των τοπικών πρασίνων, ήθελαν να νικήσουν τους κόκκινους του γηπέδου κι ας ήταν η πάτρια ομάδα τους. Προδότες; Κάπως. Οι κερκιδάνθρωποι είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι. Αν και έπρεπε να έχουν την εξουσία (ή μήπως την επανάσταση) στην άκρη των ντουφεκιών τους, κατά τον Μάο Τσε Τουγκ, αυτοί έχουν στην άκρα των χειλιών τους, ως θεοσεβείς, το θείον γαμοσταυρίδι, την πλέον προσφιλή βρισιά με την οποία διαδηλώνουν άδολα την πίστη τους.
Πριν δυό –τρεις μήπως και τέσσερις βδομάδες, πάλι ήμουν στο γήπεδο! Τι έπαθα τελευταία; «Οι ελαφροί ας με λένε ελαφρό» Αγώνας Κοζάνη- Νίκη Βόλου. Νάτην πάλι «η μνήμη να γλιστρά με λαστιχένια πέδιλα». Κάποτε, το 1961-62 τότε που διεξάγονταν οι εκλογές της βίας και νοθείας (τώρα είναι οι εκλογές της αποχής και της αηδίας) όπως τις είπαν, η ποδοσφαιρική πόλη με τον Ολυμπιακό της («Ανοιξε η θάλασσα και βγήκαν τα χταπόδια βγήκαν κι οι Ολυμπιακοί με τα στραβά τα πόδια» ακούγαμε να λένε οι αντίπαλοί τους Μακεδονικοί –πάντα το διπολικό σχήμα κυριαρχούσε- διεκδίκησε την άνοδο στην Α’ εθνική εναντίον της κυρίας Νίκη Βόλου, η οποία τερμάτισε πρώτη, ανελθούσα στην Α’ κατηγορία. Φέτος η ομάδα αυτή ήρθε με κερκίδα οργανωμένη και με όλο το υβριστικό ρεπερτόριο ανά χείλας εναντίον των κοζανιτών, οι οποίοι άκουγαν σαν κότες, ειρηνικοί, μαλθακοί κι ήπιοι ως ο νυν (κι ερχόμενος;) δήμαρχός της κ. Μαλούτας Λάζαρος (του άλλου Λαζάρου της πόλεως εξέλεξαν συμβούλους τα όποια σχήματα υποστήριξε, ενώ ο τρίτος, ο Εορδός, δευτέρωσε και την Κυριακή η Μεγάλη Παρασκευή τον καρτερεί). Σύνθημά τους κι αυτοί: «Νίκη - Θρησκεία - Ιωνία». Με το δίκιο τους, διότι στο μεσοπόλεμο, σε κάποια κομματική οργάνωση βάσης (ΚΟΒ) του ΚΚΕ Μαγνησίας, μπήκε σε ψηφοφορία το θέμα της ύπαρξης ή μη του θεού και αποφασίστηκε με ψήφους 4-3 ότι δεν υπάρχει θεός. Επομένως αντί θεού η Νίκη, αλλά η νίκη της θεάς μπάλας ήταν τώρα της Κοζάνης με 1-0.
Μια λύπη για τους φουκαράδες προλετάριους της ποδοσφαιρικής Κοζάνης μου ‘ρθε. Αμείβονται λίαν λίγο σε σχέση με τους Αθηναίους που τα παίρνουν χονδρά· οι εδώ είναι όπως οι Αλβανοί των πρώτων καιρών στα χωράφια, στα πρόβατα, στα αμπέλια εργαζόμενοι για ένα κομμάτι ψωμί και «για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι και δόξα το Θεό» («το λαό» παραποιούσαν οι αμετ-ανόητοι κομματικά θρησκευόμενοι). Ακόμα και στη σωματική εμφάνιση υστερούσαν οι δικοί μας (πως να τους πω, αδέλφια εν ευρεία εννοία τους ένιωθα;) κάτι λιανοπαίδια μπροστά στους νταβραντισμένους και γυμνασμένους σαν ρομπότ στυγνούς κι άνευ ουδενός αισθήματος, επαγγελματίες του είδους.
Σφύριγμα λήξης. Λαός και πολιτικοί αδελφωμένοι αναχωρούν· όμως από το βάθος της ιστορίας ακούγονται τα τύμπανα της ανατροπής δια της αποχής:
«τρέμε κομματική κυριαρχία
στον υποψήφιο, για νομαρχία
ποιητής λαού κατεβαίνει
τερματισμός, στις μασωνίες μπαίνει...»

- Αμήν αμήν λέγω ημίν κι υμίν.


ΥΓ. Το ποίημα του Βασ. Βατ. περιλαμβάνεται στη συλλογή με τον τίτλο: «Ηθικοπολιτικά Πονήματα ποιητή λαού», Κοζάνη 2002. Είναι η εβδόμη αν δεν κάνω λάθος συλλογή, μεταξύ των οποίων και η ευφυέστατη, ως τίτλος Ομήρου Ελιμειάς επί της οποίας το αρχαιολογικν Μουσείο Αιανής (είπαμε ιστορική κι αρχαιολογική έδρα του Δήμου Κοζάνης) προκήρυξε εκπόνηση διατριβής ως κατά τόπον, ύλην και αίσθησιν αρμόδιο.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Εκλογικά σπαρταριστά, ήγουν φρέσκα, ανάλεκτα



‘Ελεγεν ο θεωρητικός και πρακτικός παππούς του σημερινού ΚΚΕ (πατήρ τους είναι ο Στάλιν) προπαππούς της ΚΝΕ, Βλαδίμηρος Ιλιτς Λένιν, πως Κομμουνισμός = Σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός.
Η νυν Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης ευελπιστεί από αυτήν την πρώτη Κυριακή (έστω την άλλη), να είναι Περιφερειακή διοίκηση, όμως ο εμπνευστής του «Μνιάν κι όξου», διάδοχος του αλησμόνητου «Ας», τώρα είναι υποψήφιος στο αντίπαλο στρατόπεδο άρα το πράγμα δυσκολεύει κάπως διότι έχει και το copyright. Η ούτω πως κυρία θεωρεί πως Πολιτισμός = Αρχαιολογισμός συν αθλ(ιο)ητισμός. Αυτό με αφορμή τη δημόσια μετά φωτογραφίας, επιβράβευση του τοπικού Νεοέλληνα φετινού Μαραθωνοδρόμου κυρίου Μ. Παρμάκη που ήρθε πρώτος από τους άλλους τρέχοντες συνέλληνες αθλητές (δηλ. 26ος ή 28ος στη τελική κατάταξη). Φυσικά αυτό το κατάφερε απλά επειδή ο κύριος πρωθυπουργός έτρεξε μόνον στα 10.000 μέτρα διαφορετικά δεν τον έβλεπα κερδίζοντα αυτόν τον επίζηλο κότινο.
Εν τούτοις: «Εύγε Εύγε» του ...και «Αξιον εστί» το τρέξιμό του.
Ομως δεν είδα τους εν λόγω κυρίους της κυρίας να συγχαίρουν δημόσια τον έξοχο φωτογράφο κ. Χρήστο Λαμπριανίδη που έλαβε το πρώτο βραβείο σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας για το κλίμα. Κι αυτό διότι το κλήμα του επιχωρίου δημοτικονομαρχιακού πολιτισμού ήταν που ήταν στραβό το έφαγε κι ο γάιδαρος, είναι δε λίαν βλαχο-ηπειρωτικόν. Φθινώπορο -Χειμώνα Αποκριοαρχαιολογία, Ανοιξη- Καλοκαίρι Λασσανειοαθλητικολαγνεία.
Μονοκαλλιέργειες.
Είπα μονοκαλλιέργεια...
Διαβάζουμε πως οι μηλοπαραγωγοί από το Τοιχιό Καστοριάς αποφάσισαν αποχή από τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου διαμαρτυρόμενοι για τη μη καταβολή των αποζημιώσεων, συνολικού ύψους 4,2 εκατομμυρίων ευρώ, για τις καταστροφές που υπέστη η παραγωγή τους πριν από δύο χρόνια (εμείς τι φταίμε;). Ετσι θα απέχουν των εκλογών διότι στα μήλα τους δεν εδόθη η δέουσα τιμή από την Κυβέρνηση (αλλά όχι από όλους τους άλλους της αντιπολίτευσης οι οποίοι τα τιμούσαν δεόντως σε όποια λαϊκή τα συναντούσαν).
Επίσης και ως γνωστόν από καιρό οι ροδακινοπαραγωγοί Βελβενδού απέχουν, διότι ενεπαίχθησαν από την Κυβέρνηση (αλλά όχι από τα άλλα κόμματα) στο ζήτημα της κατάργησης του αυτόνομου Δήμου και την προσκόλλησή τους ως ουρά («Μια γίδα μια φορά κουνούσε την ουρά...» στο Δήμο Σερβίων.
Εγκυροι αναλυτές εκτιμούν πως η αποχή των ανωτέρω θα φέρει τέτοια αναταραχή και θα επηρεάσει το τοπικό κι ευρύτερο πολιτικό σύστημα κατά τον ίδιο τρόπο που επηρεάζει το κούνημα της ουράς (νάτην πάλι η ουρά) μιας σαρδέλας στον Ωκεανού στη δημιουργία της τρικυμίας.
Νομίζω πως όλα αυτά είναι κόλπα των κανονικών πράσινων, εκείνων των περιοχών. Πασοκικές δηλαδή κι όχι φυσικά των Οικολόγων Πρασίνων οι οποίοι ενώ στην Κοζάνη ΣΥΝυποστηρίζουν τον κύριο Κύρινα από την Περιφέρεια Αιανής και τον κ. Ιωαννίδη από το Δήμο Μαυροδενδρίου στη Θεσσαλονίκη αρνήθηκαν τον κ. Μπουτάρη (με το σκουλαρίκι) όπως κι ο λίαν χριστιανικά Παναγριώτατος κύριος Ανάνθιμος. Να μην ψηφίσουν δηλονότι οι πληττόμενοι κάτοικοι (πλην του ΚΚΕ, ότι καμιά ψήφος τους δεν πρέπει να πάει χαμένη) διότι αλλιώς αυτοί θα τιμωρούσαν δια καταμαυρίσεως εκείνους που τους λησμόνησαν στα μήλα και στα ροδάκινα. Τιμωρούν όλα τα κόμματα αν και μόνον το Κυβερνητικό και Μνημονικό τους ενέπαιξε· συλλογική τι-μωρία (!) διότι όλα τα κόμματα της Βουλής τρων από τα κρατικά ροδάκινα της επιχορήγησης· επομένως όλα θα περάσουν από την Κυριακή αψήφιστα. Ενώ στον Βόιο Δήμο και τόπο όπου πήραν πολιτικά το ζήτημα κι όχι ως εσπεριδοειδής απόφυση, οι κυβερνητικοί βουλευτές και περιπαίχτες τους, ούτε συνδυασμό δεν μπόρεσαν να συμπήξουν, κατά πανελλήνια μοναδικότητα. Απεναντίας έφτασαν και μέχρι την κλωτσοχειροδικία αφού οι κάτοικοι εκεί είναι εύανδροι κι όχι πολιτισμένοι γλυκούληδες του κάμπου.
Εν τω μεταξύ γνωρίζω τρεις Βλαδίμηρους στην ιστορία:
1. Τον Βλαδίμηρο Ιλιτς Λένιν που είπε τα παραπάνω κι είναι ο πνευματικός κι ιδεολογικός ανιών όσων προανέφερα, του οποίου έχω τα «Απαντά» του σε καμιά 25ριά τόμους, έκδοση Σύγχρονης Εποχής, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά την μεταπολίτευση (τι τα ήθελα ο ερίφης και τώρα δεν έχω που να τα χαρίσω αφού δεν μπορώ να τα πετάξω ή τα πολτοποιήσω;) Το αμάρτημα της βιβλιοσύνθλιψης διέπραξα άπαξ, την εποχή της Βιβλιοθήκης -μέχρι πότε τελικά άραγε θα νοσταλγείς αυτήν Ιnsula Utopia σου – όταν εκατοντάδες βαρύτιμα δεμένους τόμους, του καταφωτισμένου ηγέτη των ΒορειοΚορεάτων Κιμ ΗΙλ Σουγκ, τους οδήγησα μόνους κι ανυπεράσπιστους από τους επιχώριους υποστηρικτές του, στην ανακύκλωση στο νιάημερο, διαπράττοντας βαρύτατο έγκλημα κατά της παγκόσμιας επανάστασης κλπ. Εξομολογήθηκα δημοσίως αυτό το αμάρτημα πλειστάκις μήπως κι εξιλεωθώ, αλλά οι τύψεις συνεχώς με πλήττουν.
Εχω επίσης στη βιβλιοαποθήκη του χωριού, τους μισούς τόμους από τα άπαντα του Β.Ι.Λ. στην έκδοση του 1953, τους οποίους διαμοιράστηκαν τα τότε δύο τοπικά ΚΚΕ, αφού ολοκληρωμένη η σειρά υπήρχε στα γραφεία Κοζάνης της ολιγοήμερης «Ενωμένης Αριστεράς» του 1974 (που τη θυμήθηκα τώρα την εποχή της εντελώς θρυμματισμένης). «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» μου ανταλλάσσω ολόκληρη τη νέα σειρά της Σ.Ε. με τη μισή παλιά του 1953 έτσι για τον χρόνο έκδοσης και μόνο και για ό,τι αυτός σηματοδοτεί στο παγκόσμιο κομουνιστικό κίνημα και στο οικείο μας επί γης κούνημα γενικώς.
2. Το Βλαδίμηρο, Ρώσο αυτοσχέδιο ιατρό, θεραπευτή διαφόρων πόνων του σώματος αλλά με βελονισμό...
3. Το Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκυ μέγα Ρώσο ποιητή που αυτοκτόνησε μόλις άρχισε να ζει τα αδιέξοδα της θεωρίας και πολιτικής του διαδόχου του πρώτου των Βλαδίμηρων.
Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός (“Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν…”) μνημονεύει τον Μγκφσκ σε ένα ποίημά του “Μέρες του 1953” τότε δηλαδή που πέθανε ο Στάλιν, στη συλλογή “Κατά Σαδδουκαίων” εκδ. Κείμενα1971. Το αναδημοσιεύω έτσι αλλά όχι για πλάκα.

ΜΕΡΕΣ 1953

Σκεφτείτε τη θέση της Κυβερνήσεως
μετά την δολοφονίαν των ποιητών
εμένα σκεφτείτε ανεβαίνοντας το φλογερό
δρόμο που άλλοτε ακούγονταν κλαγγές
όπλων φοιτητών τώρα έρημο πάρκο.
Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
άρχοντας
σκεφτείτε και εμένα .
Μέσα στο ήρεμο πλήθος υψώνομαι
με κοιτάζουν παράξενα
μέσα στη νέα βουή δεν ακούγομαι
πέφτω και φεύγω.
Γιέσενιν – Μαγιακόφσκυ αδελφοί που τερματίσατε
δεν αγαπήσατε τα ήρεμα βράδια τον καφέ
τις συζητήσεις
δεν είχατε σε ποιόν να επιτεθείτε.
Τώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή κάποιου εγκάρδιου
Ναζίμ που μας καλεί για ειρήνη
τώρα χτυπάν στα πάρκα τα παιδιά τραγούδια των σκλάβων .
Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί
το Εμπρός επαναστάτες
ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία.
Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
Λειβαδίτη
για έρωτες και σπίτια και ηρεμία
όσο ανθρώπινα κι αν είναι .
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους .
Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει θα βγεις με
την κορούλα σου στους δρόμους
γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες
και δε θ’ αναγνωρίζεις τίποτα .
Έλα μαζί μου.
Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
μ’ αρχόντους
ατσάλωνε την τόση θέληση της
πάψε τους θρήνους σου.
Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
από τα συνέδρια τις συσκέψεις
αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες
από τους υπουργούς τις δεξιώσεις
αντίθετα στον πόλεμο.
Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Απ' ό,τι λαμβάνουμε διαδικτυακώς


Αυτό το Δήμο ποιός θα τον πάρει;


"Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί", Τζιλ Σκοττ-Χέρον, 1971
(The revolution will not be televised, Gil Scott-Hero
n)

40 χρόνια μετά, μετάφραση και προσαρμογή για το Ελληνικό Έτος 2011

Δεν θα μπορείς να κάτσεις σπίτι σου αδελφέ μου
δεν θα μπορείς να ανοίξεις την τηλεόραση, να συντονιστείς και να ξεφύγεις
δεν θα μπορείς να πιεις τσιγάρα και να εξαφανιστείς
να πας για μπύρα στις διαφημίσεις
γιατί η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα είναι προσφορά της Cosmote για συγκεκριμένο χρόνο ελεύθερης ομιλίας
η επανάσταση δεν θα σου δείχνει εικόνες του βουλευτή σου
να κάνει χειραψίες και να χαμογελάει στο τοπικό κανάλι
ή να χορεύει στο πανηγύρι του χωριού του
χέρι-χέρι με τον δήμαρχο πάνω στους τάφους των νεκρών σου
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα είναι προσφορά του Υπουργείου Πολιτισμού
δεν θα πρωταγωνιστούν ο Λάκης Λαζόπουλος, η Έλλη Στάη και ο Σάκης Ρουβάς
ή ο Μπαρμπα Στρουμφ και ο Πίκος Απίκος
η επανάσταση δεν θα κάνει το βλέμμα σου γοητευτικό
η επανάσταση δεν θα σε γλιτώσει από τις αιμορροΐδες
η επανάσταση δεν θα σου χάσει τρία κιλά
επειδή, αδελφέ μου, η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα βγάζεις φωτογραφίες με τον Αντώνη Νικοπολίδη
όταν θα τρέχεις με τα κλοπιμαία γύρω από το τετράγωνο για να δώσεις στους δικούς σου
ή όταν θα πετάς τον υπολογιστή μες στο κλεμένο ασθενοφόρο
η ΕΤ1 δεν θα μπορεί να προβλέψει τον καιρό
και να κάνει το αστυνομικό ρεπορτάζ της
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα δεις εικόνες από γουρούνια να πυροβολούν
αδελφούς σε επανάληψη
γουρούνια να πυροβολούν
αδελφούς σε επανάληψη
δεν θα δεις εικόνες των φορτηγατζήδων να κλείνουν το Σύνταγμα
ούτε των άστεγων να ανοίγουν την εξώπορτα σε αργή κίνηση
με καμάρι για να μπουν στο ξένο σπίτι.

Οι νοικοκυρές σε απόγνωση, ο Σπύρος Παπαδόπουλος και η Τόλμη και Γοητεία
δεν θα είναι στην επικαιρότητα
και οι γυναίκες δεν θα νοιάζονται αν η Ρούλα είναι μόνη ή όχι
γιατί οι άνεργοι θα είναι στον δρόμο ψάχνοντας τη ζωή
και η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Δεν θα δεις τα καλύτερα στιγμιότυπα της Αθλητικής Κυριακής
των ειδήσεων, του Πάγκαλου και των κυνηγών ταλέτων
ή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου να ιδρώνει
η ηχητική επένδυση δεν θα είναι του Μίκη Θεοδωράκη
και δεν θα τραγουδάει ο Λέκας και η Φαραντούρη
ο Πάριος, ο Φραγκούλης και ο Πανούσης
η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί.

Η επανάσταση δεν θα είναι μαζί μας και πάλι σε λίγο
για κάποιο σημαντικό πρόσωπο, σημαντικό λόγο ή σημαντικό νέο
δεν θα χρειαστεί να ανησυχείς για το χρηματιστήριο
για το αμάξι ή το πέος σου
η επανάσταση δεν θα πάει με κόκα-κόλα
η επανάσταση δεν θα σκοτώσει τα μικρόβια που προκαλούν δυσοσμία
η επανάσταση θα σε έχει οδηγό.

Η επανάσταση δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα αναμεταδοθεί
δεν θα αναμεταδοθεί
η επανάσταση δεν θα προβληθεί μαγνητοσκοπημένη, αδελφέ μου.

Η επανάσταση θα είναι ζωντανή.


Κι αυτή την Περιφέρεια ποιός θα την αφήσει άψαυτη;


**********************************************************
Λέγεται ότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, αποφάσισε να τους δώσει δύο αρετές, ώστε να περάσουν καλά.
Έτσι έκανε:
- τους Ελβετούς μεθοδικούς και να σέβονται τους νόμους·
- τους Εγγλέζους επίμονους και μελετηρούς·
- τους Γιαπωνέζους εργατικούς και υπομονετικούς·
- τους Γάλλους καλλιεργημένους και εκλεπτυσμένους·
- τους Ισπανούς εύθυμους και φιλόξενους.
Όταν έφτασε και στους Έλληνες, στράφηκε στον άγγελο που κρατούσε σημειώσεις και του είπε: «Οι Έλληνες θα είναι έξυπνοι, τίμιοι και ΠΑΣΟΚ».
Μόλις τέλειωσε τη δημιουργία, ο άγγελος Του είπε: «Κύριε, σε όλους τους λαούς δώσατε δύο αρετές και στους Έλληνες τρεις. Έτσι θα υπερισχύσουν όλων των άλλων».
«Να πάρει η ευχή! Έχεις δίκιο! Μόνο που δεν μπορώ να τις αφαιρέσω! Ας έχουν λοιπόν οι Έλληνες τρεις αρετές. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, κάθε Έλληνας δεν θα μπορεί να έχει πάνω από δύο συγχρόνως».
Έτσι: Ο Έλληνας που είναι ΠΑΣΟΚ και τίμιος δεν μπορεί να είναι έξυπνος.
Εκείνος που είναι έξυπνος και ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι τίμιος.
Κι εκείνος που είναι έξυπνος και τίμιος δεν μπορεί να είναι ΠΑΣΟΚ.

Φωτο Υστερόγραφο στη Δυτική Περιφέρεια

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

«Ξυπνάτε κοιμώμενοι για τη νέα Ιερουσαλήμ»



Μιαν άλλη αίσθηση εκλογικού λόγου και πράξης έδωσε την Κυριακή 31/10 στο Κοβεντάρειο, με τη δημόσια, προεκλογική κορύφωσή τους, ο συνδυασμός“Κοζάνη τόπος να ζεις”, ο οποίος συντίθεται από ανθρώπινες δυνάμεις του επιχωρίου ΣΥΝ, των Οικολόγων Πράσινων + Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης. Η
“Κοζάνη τόπος να ζεις” με το στατικό και βαλτώδες που περιέχει ως εκ της πραγματικότητας της πόλεως, μου ‘ρχεται σαν καλύτερα να το έλεγαν “Κοζάνη, τρόπος να ζεις” ένας τίτλος που δείχνει κίνηση, προοπτική, προσπάθεια, προτάσεις (όλα αυτά;).
Για την τοπική, αυτοδιοικητική ιστορία ο ανωτέρω συνδυασμός είναι ο δεύτερος στην μεταπολιτευτική περίοδο που ξεκινάει ως μια αυτοοργάνωση, ας το πούμε έτσι, των πολιτών από τη βάση (το λαό που λεν άλλοι εν επιγνώσει της υποτέλειάς του, κι άλλοι εν απογνώσει από την ακούσια “ευτέλειά” του), οργανώνεται όπως όπως και στα γρήγορα, κουράζεται υπέρ το δέον και τελικά φτάνει στην ολοκλήρωση, η οποία είναι η κατάρτιση του συνδυασμού και η κάθοδος στις εκλογές. Είναι ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα αφού οι νόμοι είναι και ήταν θεσπισμένοι πάντα υπέρ των δυνατών κι όχι “υπέρ αδυνάτων” (Λυσίας). Πολυπληθής η σύνθεση αλλά και δυσβάστακτη η παρουσία των γυναικών στους συνδυασμούς σε καθοριστικό ποσοστό (τόσο υποτιμητικό για αυτό το “ισχυρό” φύλο).
Το1982 από τις δυνάμεις του αλήστου ενθύμησης ΚΚΕ εσωτερικού (πενιχρές) και άλλους ελευθερόφρονες συμπολίτες με την αρχηγία του κ. Νίκου Χατζόγλου, πολιτικού μηχανικού, διεκδίκησε τη Δημαρχία και έλαβε το 6% των ψήφων και έναν δημοτικό σύμβουλο. Ακολούθησε βέβαια η αυτόνομη κάθοδος της Οικολογικής Κίνησης με τον αλησμόνητο Χρήστο Μπέσα η οποία έλαβε 8% κατά πανελλήνια έκπληξιν και πρωτιά. Ομως αυτήν δεν την καταχωρώ στις ανεξάρτητες πολιτικές κινήσεις, αλά στις συγκινητικές παρόμοιες.
Η νυν Κίνηση που με τόσες προσπάθειες κι αντιξοότητες συνεστήθη (μήπως νόμιζαν πως οι εκλογές είναι περίπατος), έφτασε ήδη προ του εκλογικού πηγαδιού κι ετοιμάζεται να πιεί νερό.
Ετσι, το τελευταίο βράδυ του Οκτωβρίου πρωτοτύπησε στην τελική της συγκέντρωση. Στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού συμβουλίου (στο οποίο από την άλλη Κυριακή θα υπάρχει και μέλος της εκεί καθήμενο επί των εδράνων του -ο αρχηγός της κ. Ιωαννίδης εκ Μαυροδενδρίου- διοργάνωσε, κόντρα στην οχλαγωγία των δρόμων και των πλατειών, μια εσωτερικού χώρου και λόγου, λίαν αισθαντική εκδήλωση με πολυφωνική μουσική, εκτός από την λιγόλογη, μεστή, συγκινητική αλλά πολιτική ομιλία του προέδρου του. Κατά μήκος δε των διαδρόμων της αίθουσας υπήρχε μια έκθεση φωτογραφίας από την τοπική, πολιτιστική εταιρεία «Φωτοεστίαση» με κορυφαία φωτογραφία αυτήν του κ. Χρ. Λαμπριανίδη, η οποία έλαβε, εκτός από το θερμό χειροκρότημα (ο δημιουργός της δηλαδή) των παρευρισκόμενων και το 1ο βραβείο σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας από οργάνωση της Αμερικής με θέμα το κλίμα.
Αλλ’ ας σταθώ στη μουσική (που αλλού άλλωστε;)
Το μουσικό σύνολο ricercati αποτελούσαν οι: Ερη Κουρμπαλή -αλτο, Χριστίνα Τανή -άλτο, Nicola Harrington –σοπράνο, βιολί, Παναγιώτης Δημόπουλος τενόρος, Μπάμπης Τσινικοσμάογλου μπάσος. Συνόδευαν ο Νίκος Δούρβας με το λαούτο και ο Δαμιανός Καϊλόγλου βιολοντσέλο με τη διεύθυνση της Nicola Harrington.
Το θέμα ήταν μουσική για πολλές φωνές. Ηγουν τραγούδια και συνθέσεις πολυφωνικής απόδοσης. Το πολυφωνικό στη μουσική μήπως συγγενεύει κάπως και με την πολυφωνία στην πολιτική, δηλαδή τη Δημοκρατία, επισήμανε ο Π. Δημόπουλος (είναι υποψήφιος με την Κίνηση) που εισηγούνταν. Γιατί όχι; Τραγούδια από την Ισπανία του 13ου αιώνα, από τη Γαλλία του 14ου, ένα παραδοσιακό από τη Γεωργία, από την Τοσκάνη του 15ου, από την Φλωρεντία και Φλαμανδία, παραδοσιακό από τη Σκωτία και Ιρλανδία, από την Αγγλία του 18ου αι. και τη Γερμανία του 1807 την άρια του Γ. Σ. Μπαχ Μein Freund ist mein.(1) Τέλος από την Ελλάδα το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Πότε θα ξαναμιλήσεις» από τα Τρία κρυφά ποιήματα, το οποίο μελοποίησε την 26.10.2010 ο Παναγιώτης Δημόπουλος.(2)
Ομολογώ πως ήταν μια εξαιρετική θα έλεγα μουσική εμφάνιση. Μετά τη μουσική φοβόσουν πως θα ήταν ελαφρώς ξενέρωτη η πολιτική, αλλά κι αυτή υποχρεώθηκε ν’ ακολουθήσει την ευγένειά της. Η ωραία και χαμηλόφωνη μουσική εξημερώνει κι αφοπλίζει κάθε επίδοξο πολιτικό θορυβοποιό.
Και μόνο γι’ αυτή τη διακριτική και πολιτισμένη, δημόσια ομολογία του πολιτικού τους ήθους, τους σκέφτομαι σοβαρά, ότι ήθελα ν’ απέχω των ψηφοπραγμάτων μας (δηλαδή να αφήσω τους άλλους να αποφασίζουν για μένα). Η ψήφος (ο ψήφος που λεν στα χωριά) άλλωστε κατέστη πλέον προαιρετική αφού είναι απαλλαγμένη πάσης κυρώσεως η αδιαφορία περί αυτής.
Μέχρι πριν λίγες μέρες είχαν γεμίσει τα μάτια και τ’ αυτιά μας από δηλώσεις (μου θύμιζαν τις δηλώσεις μετανοίας των άλλοτε αριστερών ανθρώπων στις φυλακές και τις εξορίες) πως κάποιοι, πολλοί, άπειροι (με πείρα ή άνευ ή μόνον με «πήρας») είναι υποψήφιοι προς εκλογήν τήδε κακείσαι. Μέσα σ’ αυτό το νυμφετό από δηλώσεις όμοιες με τις νιφάδες χιονιού που λιώνουν επί τη εμφανίσει στην πολιτική λαχαναγορά, κι έχουν την αξία των πληθωριστικών χαρτονομισμάτων – ακόμα δεν φτάσαμε ως εκεί αλλά μόνον στα προπτωχευτικά πρανακρούσματα είμαστε – δηλώνω, το λοιπόν κι εγώ πρόθεσιν ψήφου εν γνώσει των συνεπειών του τρόπου μου. Χωρίς την αυταπάτη ότι κάτι το εξαιρετικό διαπράττω, είναι το ίδιο ασήμαντη κι ατελέσφορη η δήλωσή μου αυτή με όλες εκείνες των υποψηφιοτήτων, όμως για συναισθηματικούς λόγους (πολιτικά είμαστε τοποθετημένοι για λόγους ιστορικούς ή πολιτιστικούς κι όχι απ’ άλλο τι) αλλά εκ του αισθητικού και μόνον λόγου υπάρχω σ’ αυτήν την αδίστακτη πολιτική και κομματική πρακτική και διαδικασία, κατά την οποία οι «κυρίαρχοι» πολίτες εγχειρίζονται (μάλλον ευνουχίζονται) φορές χωρίς αναισθητικό!
Λέω να τους ψηφίσω αυτούς τους άδολους εκφραστές της ουτοπίας («Κοζάνη τόπος να ζεις» κλπ) που μας γέμισαν όχι λόγια αλλά μουσική, νότες και τρυφερότητα σαν να ερχόταν από ένα άλλο κόσμο, μάλλον από έναν άλλο πολιτικό πολιτισμό (τι κοινότοπη φράση!) και ως διάττοντες διαλάμπουν, αφού διαγράψουν τροχιές σύγκρουσης με τα καθιερωμένα κατεστημένα (και καθυστερημένα) αλλά αφόρητα νικηφόρα, μέχρι αποπλήξεως πλέον, σχήματα πολιτικού λόγου και πράξης.
Λέω να τους ψηφίσω (3) γιατί μου θύμισαν χρόνους, πρόσωπα, καταστάσεις τα οποία αν και χάθηκαν στην αχλή του καιρού, όταν επιστρέφουν μας παρασέρνουν στο ρυθμό περασμένης βροχής, θέλω να πω αναμνήσεων με τις οποίες φορές ζώμεν και εσμέν και ίσως έτσι είναι και η καλύτερη φυγή προς τα μπρος.
-Που δηλαδή;


ΥΓ 1.
Η άρια του Μπαχ ήταν από την Καντάτα Wacher Auf (“Ξυπνάτε κοιμώμενοι για τη νέα Ιερουσαλήμ”, γραμμένη για την 32 Κυριακή του έτους (στο ρωμαιοκαθολικό εορτολόγιο), δηλ. την 7 Νοεμβρίου…

ΥΓ. 2
Ολόκληρο το ποίημα του Γ. Σεφέρη έχει ως εξής:

Πότε θα ξαναμιλήσεις;

Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά πού θά είσαι τη στιγμή που θά ‘ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;

ΥΓ. 3
Και λοιπόν, θα μπορούσε να πει κάποιος...

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Μνήμη δικαίων καιρών μετ’ εγκωμίων


"...Αλλά και στα Καραγάτσια (δύο θεόρατα και γερασμένα αδελφά δέντρα που έβγαιναν από τη γη σε σχήμα V, στον κορμό και τα κλαδιά των οποίων μεγάλωσαν ως μαϊμούδες γενιές νεαρών και στο «Καναμπαριό» δίπλα τους, με τα δύο τερέν για τις αγώνες με τις μπίλιες (βόλους άκουγαν να τις ονομάζουν οι πολιτισμένοι παίδες της πόλης κι αυτοί ξεκαρδίζονταν στο γέλιο) και το περίφημο επί γης φίδι που μόνο δεξιοτέχνες της μπίλιας το διεξέρχονταν, κι ήταν αυτό το ανώτατο στάδιο του μπιλιεδισμού.
(«Εδώ ας σταθώ» κι ας κλάψω λίγο ένδον, γι’ αυτή τη χρυσο-χρονόσκονη μνήμης που έπεσε πάνω μου και με γέμισε εικόνες «ανηλέητης» νοσταλγίας)."

Από το διήγημα "Ο Μποέμ και οι Βοημοί της μνήμης μας"


"...και τους νερόμυλους, αχ, τους νερόμυλους δίπλα στους οποίους γεννήθηκες, μεγάλωσες μπήκες στη φτερωτή τους και στριφογυρίστηκες στη δίνη του νερού και γύρισαν οι μυλόπετρες του χρόνου, πότε έγιναν αυτά, σε ποια βιβλία τα διάβασες άραγε, και κοιμόσουν με τον κρυστάλλινο ήχο κι απόηχο του νερού που έβγαινε από τη σήραγγα διοχέτευσής του στο λάκκο πιεσμένο από τη στενή τρύπα για να πάρει πίεση και να χτυπήσει τα πτερύγια της φτερωτής να γυρίσει τις μυλόπετρες, να συνθλίψουν με τη φοβερή τριβή τους το αδύναμο στάρι και το σκληρό καλαμπόκι, να γυρίσει τις σκληρές και μαλακές μέρες της ζωής μας, ο μύλος που αλέθει τον καθένα μας και με τον τρόπο του και κατά τα έργα του κι αλληλούια."

Από "Τα 6,6, της Σκηνοπηγίας"

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Βανδαλισμός, το ανώτατο στάδιο του δημοτικού εκχωριατισμού


«Το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής είναι το πεζοδρόμιο...»
φωνή Στέλιου Καζαντζίδη, στίχοι, μουσική Μπάμπη Μπακάλη.
«Η μεγαλύτερη αθλιότητα της ζωγραφικής είναι στο πεζοδρόμιο της Κοζάνης» ζωγραφική Γ. Κόλλα, συγκολλητική ουσία των αφισοκολλητών παντός είδους και αίσχους.

Εδώ και μερικά χρόνια, μιας αποκριάς καιρό, ο κύριος Δήμος Κοζάνης ζήτησε από το ζωγράφο κ. Γ. Κόλλα, να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός δημοτικού ερειπίου το οποίο βρίσκετε στον κεντρικό πεζόδρομο. Να το βλέπουν οι μόνιμοι περαστικοί και ν’ αδιαφορούν αλλά κι οι εφήμεροι επισκέπτες και ν’ αναρωτιούνται για την ωραία ζωγραφική επί τοίχου που καλλιεργείται ως τέχνη στα χέρσα του δήμου. Ο άριστος καλλιτέχνης ζωγράφισε με την αισθαντικότητα που διακρίνει τον καλλιτέχνη ο οποίος ζει πλέον την πόλη και την αισθητική της, περισσότερο από κάθε άλλον τοπικό, μια σύνθεση στην οποία είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού η οικιστική παράδοση της Κοζάνης. Το έργο ιδιαίτερα τιμήθηκε στον καιρό του (φωτογραφήθηκαν, δηλαδή καμάρωσαν μπροστά του, αρκετοί επιφανείς κι επιφανειακοί επί το πλείστον τύποι της πόλεως) με την πάροδο του χρόνου όμως έγινε εύκολη λεία των αφισοκολλητών κάθε είδους ακόμα και του ίδιου Δήμου.
Ο ζωγράφος για ν’ αποδώσει την παλιά, ρομαντική εικόνα της πόλεως και την κεντρική καρίνα της, (ο πεζόδρομος με τις πικροκαστανιές του) στην οποία σήμερα η κνίσα και μόνον αντιλαλεί, κι ιδίως το αρχαίο περίπτερο («Ο τραυματίας της Μούργκάνας;) έψαξε, ρώτησε, έμαθε, είδε, αισθάνθηκε ό,τι δεν αισθάνονται και δεν αισθάνθηκαν ποτέ αυτοί οι επιδερμικοί (αλλά τελεολογικά ...αναντικατάστατοι) άνθρωποι της δημοτικής παρέας, δηλαδή εξουσίας.
Αυτή η δημοτική ακηδία επί του καλλιτεχνικού δείχνει μια βαθιά περιφρόνηση στην τέχνη και τους δημιουργούς της. Θα μπορούσαν να πάρουν από κει το έργο -άλλωστε σε κόντρα πλακέ είναι φτιαγμένο άρα μεταφερόμενο- και να το στήσουν αλλού. Αλλά το αντιμετώπισαν ως αναλώσιμο υλικό της αποκριάς, όπως δηλαδή οι γελοίες κατασκευές της, τις οποίες σωρεύουν χύδην στους χώρους της ανακύκλωσης· έτσι κι αυτό το παρέδωσαν στην αγριότητα και αθλιότητα των ποικίλων ρυπαντών του δημόσιου χώρου, αλλά πάντα υπέρ το λαού.
Ακούσαμε πως ο νυν δήμαρχος, ο οποίος νόμιμα θέλει να δημαρχεύσει και στην ερχόμενη τριετία, δήλωσε ότι ο πολιτισμός είναι ο μοχλός (τι τύπου άραγε;) ανάπτυξης (τι τρόπου εννοείται;) της πόλης και των χωριών της.
Ετσι, ερωτάται το λοιπόν, με ποιά υπομόχλια μπορεί να ξηλωθεί τουλάχιστον το έργο αυτό, να καθαριστεί αν είναι δυνατόν και να κρατηθεί υπό του Δήμου ή να δοθεί όπου δει.
α. Με αυτά της αρμοδίας υπηρεσίας του Δήμου οπότε οδηγείται στον Νιάημερο ένθα ενεδρεύουν τα αδρανή υλικά της κάθε αποκριάς δια τα περαιτέρω.
β. Της ξηλωτικής αυτοδικίας από τη σέχτα των ανωνύμων φίλων του Γ. Κόλλα και της τέχνης γενικώς, η οποία, αν δεν συλληφθεί κλέπτουσα δημόσια περιουσία (διότι το παράγγειλε το έργο ο Δήμος άσχετα αν πλήρωσε τον καλλιτέχνη κι αυτό είναι ένα άλλο πένθιμο κρατούμενο), δεν θα έχει που να το τοποθετήσει εμφανώς· άρα θα το τεμαχίσει άπονα και θα διαμοιράσουν τις επιφάνειες που θα προκύψουν μεταξύ τους, όπως έκανε άλλοτε ένας άλλος καλός καλλιτέχνης των μεγάλων επιφανειών («και των μεγάλων πόντων») κ. Θάνος Καλαμπούκας (Αta), άψογος χειριστής του ρολού (που ταξιδεύει άραγε;) ο οποίος πουλούσε τα έργα του με το μέτρο και το πριόνι όταν χρειαζόταν να κόψει τεμάχιό τους αν ολόκληρος ο πίνακας ερχόταν μεγάλος στο σαλόνι της κυρίας. Διότι αυτά είναι της τέχνης τα φαρμάκια και τα μαρτύρια, να υφίσταται κάποτε και πριονισμόν, όπως οι μάρτυρες της ορθοδόξου ημών πίστεως και πατρίδος.
γ. Της δυναμικής, ολιστικής αντιμετώπισης του πράγματος. Ητοι επίθεση από τους επιχώριους αναρχικούς, προστάτες του κάθε ωραίου και λεπτού αισθήματος, με τσαπιά και σκεπάρνια ώστε να γκρεμιστεί αυτό το τείχος του αίσχους· τουλάχιστον να μη φαίνεται ο βαρβαρισμός της επιφάνειας και να μένει στο βάθος ο εκβαρβαρισμός μιας πόλης, στην οποία ο τρόπος της, επί της τέχνης, του πολιτισμού, των γραμμάτων είναι ο βασικός μοχλός κατεδάφισης κάθε ίχνους δημόσιας ευαισθησίας.

ΥΓ. Φυσικά μπορεί και να μείνει εκεί εσαεί ώστε να αποδεικνύει την αθλιότητα κι αχρειότητα του καλλιτεχνικού και πνευματικού, δημοτικού μας είδους.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Εωθινόν του Κάρλος Φουέντες


CARLOS FUENTES

O χορός της οικογένειας της γειτονιάς

Eφυγα από το σπίτι επειδή με έδερναν με έγδυναν με εξανάγκαζαν
Ο πατέρας και η μητέρα μου
Επειδή πέθαναν και οι δυο και δεν υπήρχε κανένας άλλος στο σπίτι
Επειδή δεν έχω συγγενείς
Επειδή οι τύποι μού έλεγαν μην είσαι μαλάκας βγες στον δρόμο είσαι μόνος στο σπίτι σου σε δέρνουν σε γαμούν σε βρίζουν
Στο σπίτι σου είσαι χαμένος αξίζεις λιγότερο και από κατσαρίδα
Πόσο μόνος μου νιώθω, καταδικασμένος σαν έντομο αναποδογυρισμένο
Θλίψη ρε φίλε
Αμυνα ρε φίλε
Δώσε μου καταφύγιο χωρίς στέγη στον δρόμο
Aντε να ζήσεις ασφαλής στον δρόμο
Ούτε καν να κοιτάς όποιον δεν είναι του δρόμου
Εδώ τουλάχιστον είσαι πιο ασφαλής απ' ό,τι στο σπίτι σου
Εδώ κανείς δεν σου ζητάει τίποτα
Εδώ δεν υπάρχει καμία ευθύνη
Εδώ το μόνο που υπάρχει είναι η περιοχή μας
Εδώ είμαστε η οικογένεια της περιοχής ανάμεσα στο Τάνκε και το Ελ Σέρο
Μην αφήνεις να περάσει κανείς που δεν είναι της οικογένειας της περιοχής ρε φίλε
Δώσ' του να καταλάβει όποιου περάσει τα όρια
Είμαστε στρατός εκατό χιλιάδες παιδιά και έφηβοι αμολημένοι
Μόνοι χωρίς οικογένεια στους δρόμους
Καρφωμένοι στον δρόμο
Θέλετε να φύγετε από τον δρόμο;
Δεν υπάρχει τίποτα
Κάποιοι κατάληξαν στον δρόμο
Οικογένεια είναι ο δρόμος
Γεννηθήκαμε από τον δρόμο
Η μανούλα έκανε έκτρωση στη μέση του δρόμου
Την κλοτσοπάτησαν στη μέση του δρόμου μέχρι να βγάλει το έμβρυο
Στη μέση του δρόμου
Επειδή ο δρόμος είναι η κοιλιά μας
Τα αυλάκια το γάλα μας
Οι σκουπιδοντενεκέδες η ωοθήκη μας
Μην μπαίνεις στον πειρασμό
Ακου αποθηκάριος σε σουπερμάρκετ
Ακου να καθαρίζεις τα τζάμια των αυτοκινήτων
Ακου μικροπωλητής
Ακου σεκιουριτάς για αυτοκίνητα καθοίκι
Ακου να βοηθάς τα χούφταλα
Ακου ζητιάνος
Πες όχι ρε φιλάρα
Ζήσε μ' αέρα μ' αλκοόλ με τσιμέντο
Καλύτερα να πεθάνεις σαν ηλίθια κατσαρίδα
Στους δρόμους στα τούνελ στους σκουπιδοτενεκέδες
Παρά να πεις ότι σε νίκησαν.


Ποίημα από το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Ολες οι
ευτυχισμένες οικογένειες», εκδόσεις Καστανιώτη 2008

poema ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση
poetry e-zine

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Τότε ο Πανάγαθος έκραξεν οργίλος...



Διάβασα σε αναρτήσεις στα τοπικά σάιτ -εκεί πλέον διεξάγεται ο αγώνας της μνήμης κατά της λήθης (Μ. Κούντερα)- τις οργισμένες αντιδράσεις πολυχρόνιου, επώνυμου, δημοτικού υπεράρχοντα (όστις εκ του λόγου της αψυχραιμίας του μπορεί να γίνει δυσώνυμος) κατά μέσου τηλεοπτικής ενημέρωσης, δημοσιογράφων ή δημοσιολόγων αυτού, και υπέρ της λίαν συμπαθούς κ. Γ.Κ. Ζμπλδ., (ήδη αρχηγού της Διαχειριστικής Αρχής της Περιφερείας των νεοελλήνων δυτικομακεδόνων) και λίγο διαισθάνθηκα του πόσο άγριος πρέπει να είναι ο εσωκομματικός, φατριαστικός αγών στο κόμμα του Εθνοφελούς Μνημονίου. (1) Ούτε ο Τάκης Σταματόπουλος με το τετράτομο έργο του «Ο εσωτερικός αγώνας πριν και κατά την επανάσταση του 1821». εκδ. Κάλβος (1979) δεν θα διανοούνταν (εντάξει, τηρουμένων των αναλογιών) ότι συμβαίνουν τέτοια πράγματα...
(Σημ. ένδον. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει τη σημαίνει Επανάσταση του 21 αν δεν διεξέλθη αυτό το μνημειώδες έργο).
Επιπλέον και άλλα, επί το πλείστον φαιδρά, για την εν εξελίξει πολιτική μας αφήγηση (ας χρησιμοποιήσουμε ένα λόγιον στερεότυπον του συρμού). Εξ αυτών μου ‘ρθε κατά νουν λαϊκός ποιητικός λόγος, αλλά και ο έντεχνος, ήγουν του Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892) κάποιες στροφές (σε σύνολο 100 πεντάστιχες) από τη μεγάλη του ποιητική σύνθεση «Διονύσου Πλους" τα οποία υποβάλλω προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες.

***
Τότε ο Πανάγαθος έκραξεν οργίλος
και ο θόλος έτρεμε τ’ ουρανού ο κοίλος…
«Τις εμού, ω κάθαρμα κάλλιον γνωρίζει,
ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζει;»
Κ’ εν ταυτώ το σκήπτρον του αίρ’ η δεξιά του,
δίδ’ εις το μετάφρενον μίαν του Θανάτου…
Και από τότε ο Θάνατος έμεινε κουφός.

***
Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892)
στροφές από το ποίημα «Διονύσου Πλους»

....................................

Άλλους διήγειρε πολλούς
η όψις των θελγήτρων
της κόρης της περικαλλούς,
και ενεψύχου τους δειλούς
ελπίς πλουσίων λύτρων.

Φωνή διέρρει σιγαλή
ως ψίθυρος το πρώτον.
Αλλ΄ εθρασύνοντο πολλοί,
και εξερράγ΄ η απειλή
μετά κραυγών και κρότων.

Των απαισίων οφθαλμών
το μέλαν πυρ ιδέτε.
Εγείρεται πας ο τολμών.
Την κώπην επί των σκαλμών
αφήκαν οι ερέται.

Ήρπασαν όπλα παρευθύς
από των προσπιπτόντων,
λίθους τινες χειροπληθείς,
και ό,τι εύρισκε καθείς
τις κώπην και τις κόντον.

Τα βλέμματα πλήρη φλογών
ηκόντιζον οργίλα,
κ΄ ερρίφθησαν, ως αν αγών
δεινών επέκειτο σφαγών,
και έπαλλον τα ξύλα.

Ο ανδραποδιστής λαός
τους οπαδούς των ξένων
πρώτους λαβών ανηλεώς,
τους έρριψεν εις της νηός
το στόμιον το χαίνον.


Σημ. Είναι γεγονός πως ο «ανδροποδιστής λαός» δεν μπορεί να ησυχάσει με όσα γίνονται στο κόμμα αυτό και γιατί σφάζονται τόσο πολύ και τόσο βαθιά τα κριάρια του στου μνημονίου την αγκαλιά χωμένα κι εντός ολίγου εκεί εκλογικά παραχωμένα.

ΥΓ. Δρυός (pasikikous) και μη εισέτι πεσούσης πας ανήρ του μπορεί πλέον να ξυλεύεται ακωλύτως.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Διαποντισμός βιβλίων και προσώπων



H βιβλιοθήκη Στρατή Tσίρκα (E.KE.BI.)
και η βιβλιοθήκη επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού (Δ. B. Kοζάνης)
εις την κοινή οδό της απωλείας;*


«...ωφέλησεν το Mοναστήριόν του αρκετά, και κατέστησεν εις αυτό και Bιβλιοθήκην
αξιόλογον, ήτις μετά τον θάνατόν του αμελουμένη ωλιγώθη πολύ»


Xαρίσιος Mεγδάνης για τον Nεόφυτον Iερομόναχο, 1678

H ζωή υπάρχει για να καταλήξει σ’ ένα βιβλίο, είπε ο Mαλλαρμέ. Mετά τι γίνεται, επί το πρακτικότερο όμως, το βιβλίο αυτό; Aφού η ζωή υπαρκτή ή φαντασιωμένη κι αρχιτεκτονημένη από του ξυγγραφέα την ξυγγραφή (= «το μετ’ επιμελείας και σπουδαίως συντάξαι», κατά τη Σούδα), γίνει βιβλίο, τι γίνεται αυτό μετά; Ως περιεχόμενο καταλήγει σε κάτι άυλο, κάπως ρευστό στην αρχή, δύσκολο στη νοητική συγκράτησή του, το οποίο ωστόσο αφήνει, αφού ξεχαστεί ως υπόθεση, πάντα κάτι στον αναγνώστη· αυτό το οποίο οι ειδικοί ονομάζουν πολιτισμό και μόρφωση. Ως υλικό αντικείμενο τα βιβλία κατά μόνας ή ως μονάδες μιας βιβλιοθήκης πού καταλήγουν; Στα σπίτια κατ’ αρχήν. O λελογισμένος τους αριθμός επιτρέπει την, για μια γενιά τουλάχιστον, διαιώνισή τους, στους κατιόντες αμέσους ή εμμέσους. Aπό κει κι ύστερα πάνε συνήθως στα παλαιοπωλεία, στις δημοτικές υπηρεσίες ανακυκλώσεως χάρτου και κάποιες φπρές, συνήθως επώνυμες και όχι σε αριθμό βιβλίων ευάριθμες βιβλιοθήκες, καταλήγουν, συντεταγμένες ή ασύντακτες, στις κοινόχρηστες βιβλιοθήκες. Σπανίως οι κτήτορες επώνυμων βιβλιοθηκών - οι οποίοι σφραγίζουν και δι’ ιδιογράφου σφραγιδίου, ex libris, εν έκαστον βιβλίον τους, ικανοποιούντες μια εφήμερη ιδιοκτησιακή και διαρκή αγαπητική σχέση μ’ αυτά- οι ίδιοι δωρίζουν, χαρίζουν, διαμελίζουν ή εκποιούν αυτές. Αν δεν το κάνουν και οι απευθείας ή εκ πλαγίου κατιόντες τους, τότε κατά κανόνα το περιεχόμενό τους συνωθείται και ασφυκτιά στους συνήθως πεπερασμένους χώρους μιας δημόσιας, δημοτικής, σχολικής ή σωματειακής βιβλιοθήκης.
Mας γέννησε τις βιαστικές αυτές σκέψεις ένα άρθρο της, καλής επί των ζητημάτων του πολιτισμού, δημοσιογράφου της “Kαθημερινής”, κ. Oλγας Σελλά, αρκούντως ανησυχητικόν. “Mούχλιασε η συλλογή Tσίρκα. Aφησαν να καταστραφούν 3. 000 βιβλία, μερικά του 18ου και 19ου αιώνα”, ο τίτλος κι ο υπότιτλος. Mε ιδιαίτερες, θυμάμαι, πνευματοτυμπανοκρουσίες εκ μέρους των δωρεοληπτών, έγινε δεκτή η βιβλιοθήκη του έξοχου συγγραφέα στο Eθνικό Kέντρο Bιβλίου, όπου δωρήθηκε από τους απογόνους του, και τοποθετήθηκε σε βίλα στα άνω αθηναϊκά προάστία, όπου και τα πρώτα γραφεία του οργανισμού. Kαι ξεχάστηκε εκεί. Δεν την ξέχασε όμως, ο καιρός και τα συμπαρομαρτούντα αυτού. Eφτά περίπου χρόνια μετά κι αφού το E.KE.BI. μετακόμισε στο αθηναϊκό κέντρο, ο καιρός και μετεωρολογικά , η ερημιά της βίλας και η αχρησία των βιβλίων έκαναν την οχληρή τους εμφάνιση στη βιβλιοθήκη του Στρατή Tσίρκα. Tο αποτέλεσμα, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ της δημοσιογράφου, βασισμένο σε γνωμάτευση βιβλιοθηκονόμου, είναι να χρειάζεται τώρα απεντόμωση στα βιβλία όπου επενέβησαν έντομα, απο-μουχλοποίηση όσων από την υγρασία έπαθαν, τέλος η μεταφορά τους στο κέντρο.
H δωρεά της Bιβλιοθήκης του Στρατή Tσίρκα στάθηκε για την πόλη μας βασικό θεωρητικό και πρακτικό προηγούμενο ή και παράλληλο συμβάν· ότι εκείνους τους χρόνους η Δημοτική Bιβλιοθήκη Kοζάνης (Δ.B.K.) είχε δεχθεί τη μεγάλη, σε όλα τα μεγέθη, βιβλιοθήκη του άλλοτε μητρ. Διονυσίου Ψαριανού με 15 χιλ. τόμους πάνω - κάτω. H χειρονομία ενίσχυε και το επιχείρημα για το άτμητο, το αλώβητο και το αδιαίρετο των μεγάλων και επώνυμων βιβλιοθηκών, είτε εκ της προσωπικότητας των δωρητών είτε εκ του περιεχόμενου της, όπως λ.χ. η δωρεά της βιβλιοθήκης του Γ. Σεφέρη στη Bικελαία Bιβλιοθήκη Hρακλείου, αλλά και τηρουμένων των αναλογίων η δωρεά στη Δ. B. K. της βιβλιοθήκης αρχικά και μετά και του αρχείου του Γ. Λυριτζή, συνταγματάρχου, ερευνητή και συγγραφέα.. Πόσο με θλίβει τώρα το κατάντημα αυτού του αρχείου· μετανιώνω ένδον για τα όσα μεθόδευσα για την απόκτησή του.

Eπί του οικείου προκειμένου.
Στην Kοζάνη, η Bιβλιοθήκη του Mητροπολίτη τοποθετήθηκε (όπως και το σκήνωμά του σε ξεχωριστό τόπο στο κοιμητήριο του Aγίου Γεωργίου, για να ξεχωρίζει η ιδιαιτερότητα της παρουσίας του) σε ειδικό χώρο, όστις για κάποια χρόνια αποτετούσε σημείο αναφοράς για τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα εκεί. Φυσικά με τον καιρό και τους αλλότριους ανθρώπους μετατράπηκε σε ένα διοικητικό, ψηφοσυλλεκτικό ενδιαίτημα. Eνα μέρος της είχε τοποθετηθεί σε άλλο χώρο, στην κυρίως βιβλιοθήκη. Oταν αποφασίστηκε ο δημοτικά ελεγχόμενος κι ενισχυόμενος πολιτισμός των γραμμάτων και των βιβλίων να περάσει από την αναγεννησιακή του, ας την πούμε με κάποια υπερβολή, περίοδο στη φάση της στασιμότητας, γιατί αδυνατούσε η τοπική άρχουσα μετριότητα να παρακολουθήσει τις εξελίξεις ή να τις ελέγξει επ’ ωφελεία της, το μέρος αυτό των βιβλίων, ελαφρά τη καρδία, τέθηκε με συνοπτικές διαδικασίες εκποδών του χώρου των βιβλίων και ερρίφθη σε αποθήκη, ένθα τα βιβλία στοιβάχτηκαν χύδην, όπως σε αμπάρι γαλέρας οι μαύροι την εποχή του δουλεμπόριου. Συνακόλουθα, ευκαιρίας και χώρου δοθέντων, από μια ασφυκτιούσα ανθρωποπανίδα δημοτικών υπαλλήλων πετάχτηκαν πάνω στο σωρό της γνώσης καρέκλες, γραφεία, χαρτιά, ηλεκτρονικά εν αποσύρσει και αποσυνθέσει και άλλα αδρανή υλικά. O σωρός καιρό τώρα περιμένει το μοιραίο, να οδηγηθεί τελικά στην ανακύκλωση. Δεν νομίζω βέβαια, ότι η τελευταία φάση εκτελέστηκε. Oμως, δεν είναι καθόλου απίθανο να συμβεί. H άγνοια οδηγεί σε απόγνωση. H αφασία, όμως, της ημιμάθειας αλλά και η έλλειψη στοιχειώδους ευαισθησίας για ό,τι ξεπερνά ακόμα κι ελαφρώς τις καθορισμένες προσλαμβάνουσες της εν γένει νοημοσύνης εκείνων που από κάποια συγκυρία βρίσκονται σε θέση να καθορίζουν το είναι ορισμένων πραγμάτων, κάθε άλλο παρά εγγυούνται ότι δεν θα οδηγηθούν τα λοιπά βιβλία της μητροπολιτικής βιβλιοθήκης στο τίποτα της αποθηκευτικής αφάνειας, ενώ τα ήδη, κάπως τακτοποιημένα, στη φυσιολογικά επερχόμενη φθορά της.
Eτσι, η κραταιά, ως γνώση, βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη Διονυσίου, την οποία με τόσες πνευματοτυμπανοκρουσίες οδηγήσαμε εκεί που όφειλε να υπάρχει για το παρόν και το μέλλον, τώρα, κατά ένα μέρος της, αλλά και ως ευπρεπές όλον, βρίσκεται κι αυτή σε παράλληλη πορεία απώλειας με τη βιβλιοθήκη Στρατή Tσίρκα. Στην Aθήνα ορισμένα μέτρα θα ληφθούν γι αυτήν. Eδώ πάνω με τα βουνά της παχυδερμίας και άγνοιας που μας κυκλώνουν από παντού, κι ειδικά ό,τι έχει σχέση με τις φθαρμένες σαν τσιμούχες αυτοκινήτων από την πολυκαιρία, μικροεξουσίες πολιτισμού, τα πράγματα είναι κάπως χειρότερα.
Tι γίνεται, όμως, και με τους τηρητές της εκτέλεσης της τελευταίας δήλωσης βουλήσεως του Mητροπολίτη, τους συγγενείς του, για να μην υπεκφεύγουμε. Την άφησαν πλέον στη δρομολογημένη διαδικασία φθοράς και απαξίωσής της. Eίναι τόσο μεγάλη η προσφορά που οδηγεί στην απόγνωση η ευτέλεια της συμπεριφοράς προς τον δωρητή· στη συνέχεια, όπως και σε κάθε άνθρωπο, έρχεται η αποστασιοποίηση· μοιραία η παραίτηση από κάθε εποπτεία και φροντίδα. Iσως, τώρα διαπίστωσαν στην πραγματικότητα, αφού οι λεπτομέρειες κι ο χρόνος αυτό δείχνουν, ότι η πόλη δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτή την εξαιρετική πνευματική εισφορά. Aλλα προέχουν σήμερα στη σκέψη των επικρατούντων. H Δ.B.K. είναι αρκετό να υπάρχει σαν ένα νεφέλωμα ιστορίας, να πηγαίνουν οι μαθητές να διαβάζουν τα μαθήματα της αύριον, και οι λιγοστοί ερευνητές ν’ αντιμετωπίζονται ως βαρετοί πελάτες. Tα βιβλία είναι βάρος ενοχλητικό, ασήκωτο, περιττό, αφού μπορούν πόλεις και άνθρωποι να ζήσουν και χωρίς αυτά. Oσοι δεν τα αντέχουν, νιώθουν να βουλιάζουν σαν να φορτώθηκαν πέτρες· και τότε τα βυθίζουν για να εισπράξουν την ασφάλεια της μη συντήρησής τους, τα εκποιούν ή τα αδειάζουν στις ειδικές χωματερές που ονομάζονται δημόσιες βιβλιοθήκες σε διαδικασία αποσύνθεσης (δ.β.σ.δ.α). Eιδικά επιβαρύνουν με μέγιστο άχθος τους κατιόντες τα μεγάλα ονόματα, οι προσωπικότητες και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τους. Tα δημόσια βιβλιομαυσωλεία, όπως φαντάζουν οι δ.β.σ.δ.α., περιμένουν πάντα στη γωνία να δεχτούν κατ’ αρχήν το κυρίως πληθωρικό βιβλιοσώμα για να το ...κονιορτοποιήσουν στη συνέχεια. Σήμερα, κανείς δεν νοιάζεται για τη βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη Διονυσίου. Oπως και κανείς δεν ενδιαφέρεται, στην ουσία του πράγματος, για τη Δ.B.K., αφού δείχνει ως χώρος, άρα και περιεχόμενο κατά συνέπεια, να τελεί υπό την καθοδήγηση του αυτόματου πιλότου απώλειας.
Kαι το σπαρταριστό της υποθέσεως· επιφανές μέλος της δωρεοδόχου οικογενείας συνέταξε οδηγό πλεύσης στη βιβλιοθήκη του Mητροπολίτη, μέρος ευρυτέρου …οδηγού της Δ. B. K. Tόσο πολύ, δηλαδή! Yποθέτω πως έχει λάβει πρόνοια για το πώς οι αναγνώστες θα ελίσσονται ανάμεσα από «καρέγλες», τραπέζια, χαλασμένες μηχανές κλπ, για να φτάνουν στη συσσωρευμένη και σωροποιημένη γνώση και το άλγος της, καθότι αυτή ούτως ή άλλως άλγος φέρει· κι εδώ στην κυριολεξία. Θα είναι μια αναζήτηση λίαν ενδιαφέρουσα. H αναζήτηση του χαμένου μας τρόπου για τη δημιουργία εκείνων των ανθρωπολογικών κυρίως όρων και συνθηκών για την ύπαρξη και επιβίωση των βιβλίων στις δημόσιες βιβλιοθήκες· γιατί μας χαρακτηρίζει εσχάτως ως πόλη και Δ B. K. όχι “η ευγένεια των διαβασμένων βιβλίων”, όπως ωραία το είπε τις προάλλες η κ. Nόρα Σκουτέρη - Διδασκάλου, αλλά η κορυφαία αγένεια των πεταμένων βιβλίων.

* ΥΓ. 1 Το άρθρο γράφτηκε πριν μερικά χρόνια με αφορμή τη δωρεά της βιβλιοθήκης του μεγάλου συγγραφέα Στρατή Τσίρκα στο ΕΚΕΒΙ Αθηνών και περιχώρων και τη ζημιά που υπέστη αυτή από τη διαπότιση των βιβλίων με νερό και την αποκολουθήσασα υγρασία σε συνδυασμό με την παρόμοια δωρεά του άλλοτε μητρ. Διονυσίου Ψαριανού στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Θυμηθήκαμε το κοινόν πράγμα με αφορμή την ανακοινωθείσα έκθεση 150 βιβλίων εκ της βιβλιοθήκης του Σ. Τσ. (συνεργασία του νυν ΕΚΕΒΙ με την αεί Δ. Β. Κοζάνης -κι όχι πρόσκαιρα κι ανιστόρητα «Κοβεδάρειον»), στους διαδρόμους της. Δεν ξέρω τι έγινε η βιβλιοθήκη του Τσ. Πιθανόν σώθηκε. Γνωρίζω όμως τι έγινε η μέγιστη βιβλιοθήκη και δωρεά του Μητροπολίτη. Πένθος εν γένει και εν είδει! Η Βιβλιοθήκη, η ιστορία, τα γράμματα της πόλεως για τους επί 20ετίαν επικρατούντες σ’ αυτήν ήταν μια επιλέξιμη επιλογή κατά τον τρόπον που οι αγροτοκτηνοτρόφοι της υπαίθρου μας, δηλώνουν στη υπηρεσία (του ΕΛΓΑ;) τα επιλεγέντα απ’ αυτούς χωράφια, πρόβατα, γελάδια για να επιδοτηθούν δεόντως. Μια εγγενής αδυναμία η οποία ανάγεται στην λειτουργική βιβλιο-αγραμματοσύνη των δημοτικά, θεσμικά ή ευκαιρία διατελούντων στην διακονία των βιβλίων άρα και των γραμμάτων της πόλεως, έφεραν αυτήν στη πνευματική δυστυχία που ποτέ άλλοτε παρόμοια δεν της έτυχε.
Το ότι κάποιο διάστημα τα επιχώρια γράμματα πέρασαν πάνω από τη ρουτίνα και την απελπισία ή η δια των χαρτών επιπλέουν κάπως, από την αφάνεια μας φέρουν κατά νουν τη στροφή του Νίκου Καββαδία (30 χρόνια κι αυτός τώρα δίνει το παρών του στο μεγάλο πουθενά) από το ποίημά του «Θεσσαλονίκη ΙΙ» το οποίο έξοχα αποδίδουν ωδικά οι «Ξέμπαρκοι» στο σιντί τους “S/S IONION 1934”

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.


ΥΓ. 2 Επί των ανωτέρω περισσότερα σπαρταριστά έως και τραγικά στο ημέτερο βιβλίον «Ταξιδιωτικό στα βιβλία· μαθητεία στο ταξίδι», εκδ. Παρέμβαση, Οκτώβριος 2010.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Οι έμποροι της πολιτικής...



Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους
Η αργία εγέννησεν την πενίαν
Η πενία έτεκεν την πείναν
Η πείνα παρήγαγεν την όρεξιν
Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν
Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν
Η ληστεία εγέννησεν την πολιτικήν

Αλεξ. Παπαδιαμάντης "Οι έμποροι των εθνών"

Το σχόλιον ανήκει στην εφημερίδα "Χρονικά της Δυτικής Μακεδονίας" (πρωτομαστάστοράς της ο Αντώνης Παπαβασιλείου) η οποία κυκλοφορεί άπαξ της εβδομάδος στα Γρεβενά και επί το πλείστον με ύλην ωραίαν.
Αυτές τις ημέρες συμπληρώνει 9 εκδοτικούς ενιαυτούς, άθλος πρώτος και μόνος ("μεσ' στην φοβερή ερημία του πλήθους" των ηλιθίων).

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Στην πρώτη θέση φυσικά


Στο Κοβεντάρειο και σε πρώτη θέση παρουσίασε τους συμβούλους του ο υποψήφιος δήμαρχος Κοζάνης κ. Λάζαρος Μαλούτας την 10ην του μηνός Οκτωβρίου αλλά και τους συν αυτώ αγίους του ήγουν: Μαρτύρων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας αυταδέλφων, των αγίων διακοσίων μαρτύρων (ήταν όλοι τους στο ακροατήριο), Βασιανού και Θεοφίλου του Ομολογητού (αυτός ήταν στους κανονικούς υποψηφίους)

Μεθύστερον

Επιτέλους κι ο κος Ρλς Κκλδς έλαβε τη θέση που του αξίζει και διακαώς επιθυμούσε. Στο κέντρον του πάγκου των αναπληρωματικών έτοιμος στην πρώτη αλλαγή να μπει μέσα.
"Θα μπούμε μέσα " που λένε και στα γήπεδα...

Κι ακόμα πιο ύστερον



Η πρώτη εικόνα από άλλη πλευρά τώρα την περιφερειαρχική με τον κ.Ρ. Κ. και πάλι στον πάγκο των αναπληρωματικών.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Μια μπάλα άχυρο στο βάθος...



Την έχω σε τμήμα της οθόνης του υπολογιστή και την κοιτώ, την μόλις αφιχθείσα φωτογραφία του Χρ. Λαμπριανίδη, για τον οποίο τις προάλλες διαβάσαμε ότι διαγωνίζεται λίαν επιτυχώς, είναι ήδη στην τελική λίστα των 20, σε παγκόσμιο φωτο-διαγωνισμό με θέμα το κλίμα μέσα στο οποίο χωνεύουμε ως σώματα και συγχωνεύεται η υπόστασή μας, ως σκέψη.
Γράφω απ’ ευθείας στο καθαρό που λεν, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο εικαστικό φωτοθέμα. Δεν επιμένω και πολύ. Δεν θέλω να τη διαβάσω ζωγραφικά αλλά ν’ απλώσω, όπως μπορώ επί του λευκού μπλόκ κειμένου, τα εντελώς γκρίζα υπονοούμενα του καλλιτέχνη και όπως ήρθαν σε μένα εν τάχει.
Ο ουρανός προς τη νοσταλγία του Ταρκόφκσι να το πάει, η θερισμένη γη προς τον Βαν Γκόγκ μου το φέρνει. Το κλίμα των δύο δημιουργών είναι το κλίμα της γης μας, τώρα δηλαδή της εντελώς δικής μας, η οποία ως μέρος εννοείται και της όλης φάσης και φύσης των γύρωθέν μας πραγμάτων, πάσχει και μας πάσχει. Η θλιβερή παγκοσμιότητα επί του κλιματικού είναι η μόνη, αδήριτη βεβαιότητα, ως προς την ανθρώπινη επερχόμενη φθορά.
Παρακάτω.
Μικρό κορίτσι, πρώτο πλάνο, ταπώνει βουλώνει ήγουν έναν κοντόχοντρο πύργο ψύξεως, όπως το λεν στα εργοστάσια της ΔΕΗ, της κάθε ΔΕΗ του κόσμου του φωτός αλλά και του υποκόσμου. Δίπλα του, στο βάθος πάντα, λιγνά φουγάρα εκτόξευσης στον ουρανό των σωματιδίων της θλίψης. Φρουροί ακίνητοι κι ακοίμητοι μιας συνθήκης που μας επιβλήθηκε εκόντας άκοντας: Καλό κλίμα ή πολύ χρήμα; Αλλά μέσος τρόπος δεν υπάρχει; Οχι... Βλέμμα κάπως μελαγχολικά αποφασιστικό. Εδώ και σε λίγο σε αδρανοποιώ κύριε δυνάστα μου που υποθήκευσες το μέλλον μου, ένα κουβάρι η ψυχή μαζώνεται, μια μπάλα άχυρο η ζωή μας μαζεύεται.
Η θερισμένη γη μυρίζει φθινόπωρο που μας διατρέχει κανονικά και μας διαβρέχει φυσιολογικά. Τότε έρχεται ένα κλίμα κύμα θαλάσσης αγριοτροπικό και μας αλλάζει τα φώτα και σαρώνει όλες τις μέχρι τώρα σιγουριές.
«Πως γίνεται αυτό κύριε καλλιτέχνα», είπες.
«Ως εξής» μου σιωπά αυτός:
Παίρνουμε φακούς, μηχανές, βακτηρία, καιρόν· συν ένα παγούρι νερό από εκείνο του Μιχάλη Κατσαρού, ότι το μέλλον θα έχει πολύ ξηρασία· φεύγουμε. Κατεύθυνση το πουθενά, γιατί όπου και να μας τραβάει η ψυχή το σώμα μας γυρίζει πίσω. Η ανάγκη μας έδεσε στο άρμα της το δρεπανηφόρο και μας θερίζει ένδον κι εκτός. Θα σκύψουμε, θα προσκυνήσουμε, θα φάμε χώμα και πριν αυτό μας φάει ίσως προλάβουμε να πούμε το λόγο, το λίγο μας, σ’ αυτόν τον τόπο και τον τρόπο ζωής.
Και το μικρό κορίτσι της φωτογραφίας; Το αύριο που πρέπει να περάσει από το σήμερα. Η νοσταλγία ουρανός που μας διαφεύγει, η γη μας κρατάει γερά, συμπαθητικά, αγαπητικά μόνη υλική μας πραγματικότητα.
Παραφράζω κάπως.
«Ο καιρός αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιούς θα πας και ποιούς θα αφήσεις...»
‘Η να πεις το μεγάλο ναι ή όχι.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω.
Η τέχνη λυτρώνει. Η φωτογραφία του Χρ. Λ. και μ’ απογειώνει και με προσγειώνει.


Λίγο μετά

Την 1η θέση σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη κατέλαβε η φωτογραφία του Χρήστου Λαμπριανίδη - Επαινετικά σχόλια στην Huffington Post
Το Ιούνιο του 2010 δημιουργείται στο www.deviantart.com ένα group με το όνομα Coolclimate που θα αναλάμβανε να διοργανώσει έναν διεθνή διαγωνισμό με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη. Συγκεντρώνονται περίπου χίλιες δουλειές μεταξύ των οποίων φωτογραφίες, αγάλματα, γραφικά και ζωγραφιές. Οι συμμετέχοντες ήταν από όλες τις γωνιές του πλανήτη.

Ένα πάνελ από αξιόλογους εμπειρογνώμονες Τέχνης επιλέγουν τις 20 finalist οι οποίες δημοσιεύονται στη Huffington Post σε δημόσια ψηφοφορία μέσω της οποίας θα αναδεικνύονταν οι 5 καλύτερες. Οι κριτές ήταν :
• Jackson Browne (μουσικός)
• Chevy Chase (κωμικός) και Jayni Chase (φιλάνθρωπος)
• Mel Chin (καλλιτέχνης)
• Dianna Cohen (καλλιτέχνης)
• Philippe Cousteau (οικολόγος)
• Agnes Gund (συλλέκτης και φιλάνθρωπος)
• Van Jones (Ακτιβιστής)
• Carrie Mae Weems (Καλλιτέχνης)
• David Ross (Επιμελητής)

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Δυο τρεις ίσως και παραπάνω γλυκόπικρες μνήμες του «νιάημερου»



Η επέτειος της Οκτωβριανής επαναστάσεως τιμάται πλέον ως εθνική τοιαύτη στη μισή ασιατική χερσόνησο της Βορείου Κορέας, στην οικογενειοκρατούμενη νήσο Κούβα και στο αειθαλές κι ευσταλές επιχώριον ΚΚΕ. Οι ιστορικοί, τεκμηριωμένα πλέον, γράφουν για πραξικόπημα των Μπολσεβίκων, αφού η επανάσταση έγινε τον Φεβρουάριο του 1917, όταν και κατελύθη το τσαρικό καθεστώς και η αυτοκρατορική οικογένεια των Ρωμανόφ έχασε τον επί ρωσικής στέπας και γης παράδεισο, αλλά κέρδισεν, αναδρομικά έστω, την αιώνιον ζωήν. Εγινε αυτό στους καιρούς μας καθότι αγιοποιήθηκε απαξάπασα η οικογένεια των εκτελεσμένων από την Ορθόδοξο Ρωσική εκκλησία. Μέχρι τότε αιωρούνταν οι ψυχές των μεταξύ κολάσεως και παραδείσου αφού αμλετικά ο σεμνός άγιος Πέτρος δεν αποφάσιζε που θα εντάξει προσώρας τους μακρινούς διαδόχους του Μεγάλου Πέτρου μέχρι την τελική τους κρίση εκ του «Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου» δηλ. του Αλεξ. Ππδ. Σε χάρτινο εικονίδιο αγορασμένο με ένα ευρωτίποτα από την ορθόδοξη εκκλησία των αποστόλων Πέτρου και Παύλου του Κλάρλοβι Βάρι της Τσεχίας προσκυνώ τους νεομάρτυρες. Η ούτω πως επέτειος ακολουθεί την τοπική, Οκτωβριανή, εμποροπανηγυρική επέτειο (εθνική γιορτή της Κοζάνης είναι οι Αποκριές ως γνωστόν) του «Νιάημερου» (στις ανακοινώσεις της τροχαίας και του Δήμου ονομάζεται επί το λογιότερον «Εννιάημερος»). Την αυτή ημέρα, την πρώτη δηλαδή Τρίτη του Οκτωβρίου, όλη η ύπαιθρος του νομού ανεξαρτήτως του Καλλικράτη που της έτυχε, τρυγά τ’ αμπέλια και όταν ο μήνας τυχαίνει 3, εορτή Διονυσίου τους αρεοπαγίτου, συνεορτάζουν με το πανηγύρι της εμπορίας οι νομικοί όλης της χώρας, πλην Κοζάνης. Εδώ η ηθική κι επιστημονική έννοια «νομικός» θεωρείται επιλήψιμος και μόνον ο επαγγελματικός όρος «δικηγόρος» είναι παραδεκτός, δια τους περί την αυτήν επιστήμη και πρακτική, όχι όλους, ενδιατρίβοντες. Πότε είναι του αγίου δικηγόρου δεν το γνωρίζω παρότι ανακατεύω συνεχώς τον συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου. Οπως δεν βρήκα ποιός άγιος είναι ο προστάτης των λιανοπωλητών του ποδαριού που κατά εκατοντάδες και χιλιάδες περιφέρονται στους ανά την επικράτειαν νιάημερους κι εμποροζωοπανηγύρεις.
Από το περασμένο Σάββατο η περιοχή που σήμερα λαμβάνει χώρα το πανηγύρι κατεκλήσθη από τα μαύρα πουλιά της δυστυχίας (εξέλιπαν και τα κοράκια με την βαθμιαία αποσκουπιδοποίηση του τόπου) ενώ «Ξέρω κάτι πουλιά, μαύρα πουλιά πικρά, πουλιά της δυστυχίας» του μέγα Διονυσίου Σαββόπουλου. Εκείνους τους μαύρους συνανθρώπους μας από της Αφρικής την απελπισία που κατέλαβαν την πόλη. Από την εποχή, λίγο μετά την απελευθέρωσή της, την περίοδο του εθνικού διχασμού όταν τελούσε υπό Γαλλική κατοχή (1915-1919) είχε να δει η πόλη τόσο μαύρο εμπορευόμενο πληθυσμό. Τότε η Kοζάνη γέμισε Γαλλικά στρατεύματα από τις αποικίες· Σενεγαλέζους από την Aφρική, μουσουλμάνους από το Mαρόκο, αλλά και βοηθητικούς από το Aνόι του Bιετνάμ που τους λέγαν και Aνναμίτες και διακρίνονταν, όπως γράφουν οι εφημερίδες τότε, για το τρυφερό δέρμα σαν της γυναίκας εξ αυτού δε και κινδύνευαν από τους Σενεγαλέζους συστρατιώτες να υποστούν...οθωμανικόν βιασμό.
Τώρα πουλάνε τσάντες και άλλα παραπλήσια εκ δερματίνης ύλης είδη διακοσμήσεως γυναικών. Αυτοί είναι το κινούν της οικονομίας σήμερα (μαζί με τους βαρελοποιούς και τους χαλιάνθρωπους στο παζάρι) παρότι διώκονται αγρίως από τα ηρωικά παιδιά της τάξεως μας.
«Εικόνες από μια έκθεση» του Moussorgsky.
Εικόνα α. Μαθητάριον στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου περιφρονούσα αυτήν την πανκοζανίτικη πανήγυρι, πες από ιδιοτροπία, αφού θεωρούσα εαυτόν με υψηλότερο πάντων, το αισθητικόν φρόνημα (ο ολιγόνους) και δεν καταδεχόμουν τέτοιες αγοραίες διασκεδάσεις. Φυσικά ο φουστανελοφόρος κύριος Ζαχαρίας, το πρότυπο του νεοέλληνος καταφερτζή (μαζί με τους καραγκιόζηδες κάθε εποχής) με το ελάχιστον μπόι, ουδέποτε ενοχλήθηκε από την απουσία μου! Ετσι ανήμερα ενός νιάημερου που λάβαινε καιρόν τότε στη στροφή προς Γόβλιτσαν του δήμου Ελίμειας και όπου νάναι Κοζάνης, αφού άδειασε το χωριό από μαθητές κι ενήλικες, μόνος, ανιαημέροτος και πένης (του χαλβά), γύριζα στην πλατεία και στα καφενεία ξεφυλλίζων τη «Μακεδονία» στο ένα και τον «Ελληνικό Βορρά» στο δίπλα. Στο πρώτο τρεις συγχωριανοί προς το γέρικο της ηλικίας και λίαν γνωστοί στο αδιαλείπτως χαρτοπαίζειν, αριστεροί στην ψήφο και την ταλαιπωρία, αλλά δεν ξέρω και πόσο στην ιδεολογία, κάθονταν στο τραπέζι ανανεργοί και εις μάτην περίμεναν τον τέταρτο για να γίνει η χαρτοπαικτική τετράς ήγουν να συνθέσουν το Τετρακτίν της τράπουλας. Αμήχανα με ρώτησαν αν ξέρω. Φυσικά, είπα! Παρότι «έπαιζα αντί χαρτιά, βιβλία» ήμουν δεινός στο παρακολουθείν άρα και στο μανθάνειν (Ωχ τ’ απαρέμφατα στη σειρά και να ‘σου ο Ν. Καρούζος:
«...άμα πεθάνω θα ‘χω φύγει / απ’ τη γλώσσα / και θα ‘μαι τρυφερή σιγή, αφού εκεί ελληνικά δεν έχει πια δεν έχει απαρέμφατα / εκεί η νόηση λαδόχαρτο που η γραφή δεν πιάνει...»
Κι αυτό ήταν το μόνο, μήπως το πρώτο της ζωής μου ταξείδιον στο κόσμο και στο τρόπο των χαρτοπαικτών και μάλιστα συν-αγωνισθείς με τους κορυφαίους του είδους κι ηττημένους συναγωνιστές ενός χαμένου καιρού και χρόνου.
Εικόνα β. Τέτοια εποχή πριν χρόνια αμνημόνευτα («Χρόνια αμνημόνευτα σα να 'ταν ξένα τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα...» έγραφε ο λίαν λυρικός ποιητής Ι. Πολέμης στην τρίτομη ποιητική Ανθολογία του Πάνου Παναγιωτούνη με τον υπότιτλο «Το απόσταγμα της ψυχής του έθνους» την οποία αγόραζα σε εβδομαδιαία τεύχη (αυτών «Η μυρωδιά τους με κάνει και κλαίω» τώρα), ο πατέρας έφερε από τη ζωοπανήγυρι μια γλυκιά κοζανίτισσα γαϊδούρα, ονόματι Μαρίτσα! Την έβοσκα στις θερισμένες καλαμιές, στους όχτους και τα μπαΐρια, καθισμένος πάνω της και διαβάζοντας ρώσικη λογοτεχνία (στο μαντρί στο Μπαράκο, όπως αλλού εκθέσαμε, είχε την αποκλειστικότητα ο Σαίξπηρ).
Εικόνα γ. Στις νιαημεροημέρες μας με τη συνήθη εκτροπή του δρόμου των αυτοκινήτων, παράλληλα της κυρίας οδού εξόδου προς Καϊλάρια κλπ. που τον καταλαμβάνουν οι χιλιάδες μικροπωλητές (τους οποίους μυκτηρίζει ο τοπικός εμπορικός σύλλογος ότι τους τρων το ψωμί) ο δρόμος σε περνούσε δίπλα από ένα ποιμνιοστάσιο στο οποίο σταβλίζονταν πρόβατα, γελάδια, άλογα, κότες, σκυλιά. Εκεί πρόχειρα είχε στήσει το στρατηγείο του παραγωγός περιώνυμου χαλβά (ο εν λόγω χαλβάς είναι στην κυριολεξία ως γλυκερόν είδος και μεταφορικά ως σχετλιαστικός χαρακτηρισμός ανθρώπων το σήμα του νιάημερου). Ετσι σε μεγάλο χάλκωμα με ένα παλούκι, που μόλις το είχε γδάρει από την πέτσα του, ανακάτευαν το καφετί χυλό του και δίπλα από τον χαλβαδοπρωτομάστορα κοιτούσαν, μύριζαν και διαπορούσαν τα μικρά και μεγάλα ζώα του στάβλου, την κνίσα ή τον ευωδιάζοντα καπνό. Κι ήταν κάπως όπως τα ζώα της βιβλικής φάτνης που εχνότιζαν τον μόλις γεννηθέντα Χριστό.
Το άλλο και λίαν γνωστό «Χ» του νιάημερου είναι τα χαλιά («ήρθαμε για τα χαλιά» καθώς λεν) τα οποία μεταφέρουν στους ώμους τους κατά εκατοντάδες οι περιηγητές του. Του αξιοτίμου κύριου Ρ. Κκλδ μη εξαιρουμένου, όστις κάποτε μετέφερε κι αυτός στους ώμους του, παιδί του λαού άλλωστε κι όχι του χυλού, το δικό χαλί, πολύ πριν γνωρίσει στην πλάτη του τα χάλια του κομματικού του αχυρώνα, αφού τον απέκλεισαν άσπλαχνα από τη διεκδίκηση κάθε αιρετού, αυτοδιοικητικού αξιώματος. Ας μη λυπείται όμως· κέρδισε την εκτίμηση και τη συμπάθεια, του ακόμα πιο αξιοτίμου εκλογικού κοινού (και κενού) της Περιφερείας μας...
Είπα περιφέρεια και θυμήθηκα τις δύο κυρίες που χρόνια έβλεπα, παραμονή κι ανήμερα της εμποροπανηγύρεως, να κόβουν βόλτες στο κέντρον της μικρής μας (τότε) πόλης και να κάνουν τη λεγόμενη «πιάτσα». Πουλιά κι αυτά της προσωπικής τους δυστυχίας και πρόσκαιρης των άλλων «ευτυχίας». Η μία έφερε μαζί της μια μεγάλη περιφέρεια σχεδόν 4 νομών και η άλλη ήταν λιγνή κι άσχημη ως γύπας. Τι να γίναν άραγε αυτές οι δύο ευλαβείς κυρίες του κεντρικού μας πεζοδρόμου! Καταγόταν από την περιοχή των Μπουτζιακίων ή Καραγιαννίων λέγαν...
Εκλογών επικείμενων από ποιούς άραγε αντικαταστάθηκαν;
- Διαλάγατα διαλάγατα, φώναζε ο διευθυντής πωλήσεων γυναικείων εσωρούχων φτηνής κοπής στον φετινό νιαήμερο. Λίγο πριν αρχίσει ο εκλογικός αντίστοιχος λοιπόν, διαλάγατε τι θα φορεθεί Γενικώ(ο)ς και τι θα μας φορέσουν ειδικώς και διαδημοτικώς.
-Εχουμε δε και φετινές μοντέλες από εσάρπες για να σας τυλίξουμε διαλαλούσε άλλος.


ΥΓ. Ο τόπος της νυν τελέσεως του νιάημερου υπήρξε κάποτε τόπος εκτελέσεως ανθρώπων. Κανονικών! Ας μην εκπλαγούν, ακόμα και οι μετρίως γνωρίζοντες την τοπική ιστορία. Μετά το αποτυχών (ως γελοίον) κίνημα των Σερβίων του 1918, όταν δηλαδή εστασίασε μια στρατιωτική μονάδα που έδρευε στα Σέρβια και το πήγε προς τον έκπτωτο τότε Βασιλιά Κωνσταντίνο, ακολούθησαν πολυήμερα στρατοδικεία με καταδίκες εις θάνατον. Στο σημερινό χώρο με τις μπαλαρίνες, το γύρο του θανάτου, τις βάρκες, τις κούνιες, τα μυριάδες σουβλάκια υπαίθρου κλπ., έγιναν εκτελέσεις όχι λίγων αξιωματικών και στρατιωτών. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία την οποία διηγηθήκαμε («Πέντε παραλλαγές στο ίδιο δικαστικό θέμα») έναν άλλο νιάημερο σε μια εορτή του Διονυσίου Αρεοπαγίτη στην αίθουσα των δικαστηρίων που εκδικάζονται τα κακουργήματα όλης της Δυτικομακεδονικής Περιφέρειας. Δικηγόρος άλλωστε διατελώ, αθώος εισέτι, όπως προέβλεψε και το μικρό πουλί που τσίμπησε από το κυτίον της τύχης το χαρτάκι το οποίο έδωσε στη μικρή μαθήτρια τότε, γυναίκα μου, κι αυτό έγραφε πως θα παντρευτείς δικηγόρο και θα ζήσεις 90, τόσα χρόνια!
- Αμήν.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

"Βήμα ΒΗΜΑ το ΔΙΑΒΑΖΩ..."



Κοζάνη. Με είχε καλέσει σπίτι του. Στο σαλόνι είδα μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών, τακτοποιημένες στη σειρά. «Πρόβλημα με τα σκουπίδια;» τον πείραξα. «Πες το κι έτσι» απάντησε. «Είναι γεμάτες περιοδικά για να τα μοιράσω». «Μόνος;». «Μόνος!». Ηταν ο Βασίλης Καραγιάννης και τα εν λόγω περιοδικά ήταν τεύχη της Παρέμβασης, του παλιού και καλού λογοτεχνικού περιοδικού της Κοζάνης. Τώρα ο Βασίλης εξέδωσε ένα βιβλιαράκι, από αυτά που δεν φτάνουν στις εφημερίδες, με τίτλο «Ταξιδιωτικό στα βιβλία, μαθητεία στο ταξίδι». Διευθυντής στο Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης (ΙΝΒΑ) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, διεκτραγωδεί με τη χαρακτηριστική για όσους τον ξέρουν ροΐδεια γλώσσα του τα βάσανα εν μέσω της αγάπης του για τα βιβλία και της κομματικής τοπικής διελκυνστίδας. Οξύνους, σαρκαστικός, αμφίθυμος, με την ευφορία κάποιου που πιστεύει και τη μελαγχολία κάποιου που δεν πιστεύει πια. Δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί: «Τη θητεία μου ενδυματολογικά χαρακτήριζε ένα σακάκι, μια γκαμπαρντίνα και υποδήματα ιταλικής προέλευσης. Οσοι μ΄ έβλεπαν, κυρίως με τα ρούχα αυτά, και να μην ήξεραν, από ένα διάστημα και ύστερα φυσικά, καταλάβαιναν ότι κάτι το πολιτιστικό λάβαινε χώρα στην πόλη. Ακόμα τα φορώ, τ΄ αγαπώ ως κομμάτι ενός πρώην εαυτού μου».

Στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 3 Οκτωβρίου έγραψε ο Γιάννης Μπασκόζος διευθυντής του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ