Περί της « Δακρυσμένης Μικρασίας», βιβλίο του κ. Βασίλη Τζανακάρη από τα Σέρρας
Του Β.Π. Καραγιάννη
Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιάλια
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια... (1)
Γ. Σεφέρης
Στην Τρίτη ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, παραμονές εορτών Χριστουγέννων, όταν στα καφενεία του χωριού άναβε λάθρα έως δημόσια, το επί χρήμασι χαρτοπαίγνιον, δοκίμασα κι εγώ την τύχη μου - για μια φορά στο βίο μου παίζοντας αντί βιβλία χαρτιά. Στο παιχνίδι το λεγόμενο ‘21 ή στην εικοσιμία, με χρήματα εννοείται κι όχι με κάστανα ή με μακαρόνια μπαρίλα που έπαιζα φέτος οίκοι. Σε κανονικό δε καφενείο με παρέα διάφορων συμμαθητών κι εργατικών αλλά και αργόσχολων ανέργων, τραβούσαμε τα χαρτιά περιπαθώς και χάναμε ή κερδίζαμε. Κέρδισα ένα μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή και ιδίως για τη δυνατότητα άμεσης διαχείρισής του. Την επαύριο με το αστικό λεωφορείο στην Κοζάνη και στο βιβλιοπωλείο Δ. Σφήκα στον πεζόδρομο, του οποίου ήμουνα καθημερινός θαμώνας από τη βιτρίνα [παίζοντας με τα κανονικά χαρτιά -βιβλία κυρίως στο επίπεδο της οφθαλμολαγνείας τους]. Ειδικά του εντυπωσιακού τόμου που φάνταζε εκείνη την εποχή στη βιτρίνα του με τη γαλάζια κουβερτούρα και τον τίτλο: «Σπύρου Β. Μαρκεζίνη. Πολιτική Ιστορία των συγχρόνων Ελλήνων 1920-1922». Μου στοίχισε όλο το γέρας του ‘21. Από τότε το έχω σε όλες μου τις βιβλιο-μετοικεσίες στην κατηγορία των αισθητικά περίοπτων αλλά, αλίμονο, λειτουργικά αδιάβαστο. Το ξεφύλλιζα, τσιμπολογούσα παραγράφους, έμεινα σε μια δύο, τρεις σελίδες και ξανά και πάλι. Η μεγάλη ιστορία αυτής της περιόδου μου ήταν και παρέμεινε στις λεπτομέρειές της άγνωστη. Διαβάζονται άραγε από κάποιους πλην των εντελώς ειδικών οι μεγάλες ιστορίες; Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως έχει διεξέλθει την «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» άχρι τέλους, ή και άλλες μικρότερες; Είναι μια δύσκολη προσπάθεια που θέλει προσήλωση, εγκαρτέρηση, υπομονή και έπιπλο γραφείο. Οχι κρεβάτι ή καναπέ στα οποία συνήθως παιδιόθεν, επιδιδόμουν στις αναγνωστικές διαπλοκές και διαπάλες, σε ατημέλητα δηλαδή διαβάσματα αφημένος στη συνήθως λογοτεχνική αφήγηση. «Η ιστορία είναι αφήγηση» έγραψε δεν θυμάμαι ποιός, ίσως ο Τζ. Στάινερ. Η αφήγησή της έχει στοιχεία λογοτεχνίας αλλά και τις συνακόλουθες αρετές της, δηλαδή το αδιάπτωτο ενδιαφέρον. Ετσι ναι μπορούμε να τη διεξέλθουμε πιο εύκολα κι εύπεπτα εμείς, το ευρύ κι ανιστόρητο κοινό που δεν εντρυφεί ούτε κατατρίβεται και ούτε κατατρέχεται στη συνέχεια από τις μονομανίες των λεπτοφυών σημειώσεων. Μπορεί και να έχω άδικο αλλά σ’ εμένα αυτό συμβαίνει.
Μετά, δεν ξέρω από πόσα χρόνια, επέστη ο καιρός να επανορθώσω το αμάρτημα της μη λεπτομερούς αναγνωσίας μιας της καυτερής, ιστορικής περιόδου έστω και δια της αναγνωστικής πλαγίας. Αυτό έγινε με αφορμή το βιβλίο «Δακρυσμένη Μικρασία» του Βασίλη Τζανακάρη το οποίο απόψε παρουσιάζουμε ενώπιον σας, αξιότιμο κοινό της πόλεως, στον ευκτήριο οίκο της τοπικής παράδοσης και ιστορίας.
Ο πολίτης των Σερρών Βασίλης Τζανακάρης, πατριάρχης(2) πασών των ποιοτικών, πνευματικών περιοδικών της υπαίθρου χώρας, ήταν κι είναι πλασμένος για μεγάλα έργα, όπως το περιοδικό «Γιατί», που εκδίδει εδώ και 30 και πλέον συναπτά χρόνια· τι μεγάλος άθλος για κείνους που ξέρουν ακόμα και για κείνους που δεν αντιλαμβάνονται και πολλά, δηλαδή τι σημαίνει να γίνεσαι παρανάλωμα των παθών σου για την έρευνα, τη δημιουργία, τη δημοσίευση, τη διαιώνιση του ταλαίπωρου ανθρώπινου, ιστορικού σώματος. Αποτελεί η θητεία του μια ύψιστη τιμή που τον κατατάσσει στην πρώτη σειρά, με τα λίγα καθίσματα των πνευματικών δημιουργών της εφ’ όλης πνευματικής περιοδικής ύλης στην Ελλάδα. Αρχειοδίφης δεινός αλλά και με μοναδικά ιστοριοδιφικά έργα του με αφορμή κυρίως τον τόπο του, αλλά και με τρεις μεγάλες συνθέσεις:
α. Τότε που ξημέρωνε σκοτάδι ( η άγνωστη Ελλάδα του 1936)
β. Πριν από λίγα χρόνια είχα την προνομία να τον συν-παρουσιάσω -πάλι οι δύο μας με τον Θανάση Καλλιανιώτη που μας έχει μάλλον με ρόγα βαρεμένους στην ανάγνωση και την εμφάνιση των έργων του- στην πόλη αυτή σε άλλο χώρο και με άλλο τρόπο. Κι ήταν εκείνη η παρουσίαση η τελευταία μου μιας οκταετούς σχεδόν βιβλιο-αλλοφροσύνης. Τότε τέλειωσε με το χαρακτηριστικό και λίαν αμφίσημο για πολλές εκδοχές, τόπους κι ανθρώπους, βιβλίο του Β.Τζ. «Τα παλικάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν».
γ. Η παρουσιαζόμενη τοιχογραφία εφ’ υγροίς (δάκρυ και αίμα αμέτρητο) της μικρασιατικής τραγωδίας «Δακρυσμένη Μικρασία»
Γύρω απ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία να κολυμπούν κι άλλα μικρότερα τοπικής, ιστορικής εμβέλειας και αναφοράς όπως: Η σπουδαία τρίτομη εικονογραφημένη «Ιστορία των Σερρών», διηγήματα, ποιήματα, χρονικά. Της πόλης και της περιοχής των Σερρών είναι μέγας χαρτογράφος κι ως ένα σημείο ο χρονογράφος της. Με τη σύνολη παρουσία του στα γράμματα ο Β. Τζ. είναι από κείνους τους μετρημένους στα δάχτυλα δημιουργούς, οι οποίοι αφού εξαντλήσουν-κατά τη διάθεσή τους- την τοπική ύλη φεύγουν απ’ αυτήν κι ανοίγονται στα ευρύτερα στρώματα της αφήγησης στον τόπο και στο χρόνο.
Τα μεγάλα συνθετικά έργα έχουν μια αρχιτεκτονική κατασκευή στην οποία ο συγγραφέας χτίζει όλο του το οικοδόμημα ψηφίδα ψηφίδα, πέτρα την πέτρα, τοίχο τοίχο. Το βλέπουμε και στα προαναφερθέντα βιβλία αλλά και στο αποψινό.
Ο κύριος τίτλος της σύνθεσης είναι: «Δακρυσμένη Μικρασία. 1919-1922 τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα», βιβλίο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και το οποίο εκτείνεται σε 730 μεγάλες σελίδες. με ένθετο εικόνων.
Από κει κι ύστερα έχουμε τις ενότητες αυτού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με όρους μουσικής ως το εθνικό μας ρέκβιεμ, που όλα τα μεγάλα επιμέρους κομμάτια έχουν τη δραματική τους υφή, στο οποίο όλως περιέργως παρεμβάλλονται μέχρι και ιντερλούδια. Οπως η καθημερινή ζωή των πολιτών στη Σμύρνη στην Μ. Ασία αλλά και στην Αθήνα που θέλει, που θέλουν να μη βλέπουν αυτό το μεγάλο στην τραγικότητα που έρχεται. Οπως στις μεγάλες συνθέσεις της μουσικής φιλολογίας έχουμε την κορύφωση έτσι κι εδώ την «Εξοδο» στην κυριολεξία από το προσκήνιο της ιστορίας ενός ελληνικού τμήματος και τη θορυβώδη είσοδό του στη μνήμη.
Οι 5 μεγάλες του ενότητες επιγράφονται:
1. 1919 οι μεγάλοι ειρηνοποιοί μοιράζουν τον κόσμο. Το ειρηνοποιοί σε εισαγωγικά
2. 1920 Το ακάνθινο στεφάνι του θριάμβου
3. 1921 Τα άφθαρτα όρια της δόξας
4. 1922 Ματωμένη Μικρασία
5. Η λαγνεία του αίματος και το επίμετρο «Η αιώνια φρυκτωρία του ελληνικού πνεύματος». (3)
Κάθε ενότητα έχει δεκάδες κεφάλαια που μόνο τους τίτλους να διαβάζεις ακτινογραφείς ως αναγνώστης τα διαδραματιζόμενα κι ακτινογραφείσαι ως αποδέκτης των συνεπειών του. Ο αναγνώστης οδηγείται στέρεα αλλά και αντιστικτικά από μια εκπαιδευμένη γραφίδα μεταξύ δημοσιογραφικού ντοκουμέντου και λογοτεχνικού ιδιόλεκτου και μέσα από πολλούς βαθμούς κι αναβαθμούς της έντασης και της απόλαυσης, στο μεικτό είδος της τελικής γνωστικής, ας πούμε, μέθεξης.
Τα γεγονότα είναι πασίγνωστα στη χοντρική τους πώληση. Στη λιανική τους, στις λεπτομέρειες που συνθέτουν το μεγάλο πίνακα, με το βιβλίο βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα ποτάμι από ξεχωριστές αλλά κυρίως άγνωστες πληροφορίες, ιδωμένες πάντα με λογοτεχνικό τρόπο. Αυτή η μορφή εξιστόρησης της ιστορίας κρύβει κινδύνους με πρώτον να πέσει ο συγγραφέας από το λαϊκό λόγο στον λαϊκίστικο, από το απλό στον απλοϊκό της αφήγησης που θέλει να συγκινήσει πρωτίστως σε βάρος της ουσίας του πράγματος. Ετσι μπορεί να συγκινεί τον αναγνωστικό κοσμάκη, ανήκουν χιλιάδες σ’ αυτή την αναγνωστική τηλεοπτική δημοκρατία, αλλά δεν θέλγει τον κόσμο της γνώσης, σαφώς μικρότερο ως σύνολο αλλά έγκριτο ως κοινό
Ο Β. Τζ δεν γράφει ιστορία όπως ο Σ. Μαρκεζίνης των παιδικών μας χρόνων, αλλά μεταγράφει την ιστορία σε άλλη μορφή πιο εύληπτης υφής, κι εδώ είναι που χρειάζεται ένα πηγαίο ταλέντο που ασκήθηκε πολύ στην υψηλή συρραφή των γεγονότων και την συγγραφή τους.
Η ιστορική αυτή φάση ξεκίνησε με τα φωτεινότερα χρώματα των εθνικών μας ψευδαισθήσεων και τυπικά με όλες τις εξ υπαρχής γκρίζες επιφυλάξεις και διατυπώσεις. Μας θυμίζει ο σ. πως κανένα κράτος από εκείνα που υπέγραψαν τη συνθήκη των Σεβρών, η οποία έκανε επί διπλωματικού χάρτου την Ελλάδα να πατά σε δύο ηπείρους και ν’ αλατίζεται σαν τ’ αμέριμνα γίδια σε 5 θάλασσες (για να φαγωθεί με μεγαλύτερη όρεξη από τον μέγα λύκο πατέρα της νεότερης Τουρκιάς) - κούνια που μας κούναγε ως μεγαλοϊδεάτικο έθνος. Τη συνθήκη αυτή δεν την επικύρωσε καμιά Βουλή των άλλων κρατών, πλην της ατελέσφορης Ελληνικής, άρα ήταν άκυρη. Τα φτερά που άνοιξε το Ελληνικό έθνος ήταν άκαιρα, κολλημένα στις πλάτες με το υπερφίαλο κερί του Ικάρου.
Διαβάζοντας αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο δεν μπορείς να το αποχωριστείς χωρίς μια θλίψη, αναστοχάζεσαι εκείνο τον καιρό με τα συγκλονιστικά γεγονότα που ζούσε η Ελλάδα και αναγκάζεσαι εν αφάτω θλίψη να συγκρίνεις γιατί πράγμα αγωνιούσε και πάλευε τότε ο τόπος, και γιατί ζει και δήθεν παλεύει σήμερα. Ενα ντιβιντί, μια μίζα, μια θέση στο δημόσιο και γαία, πυρί, γυνή, γυμνή μειχθήτω. Βρίσκεται στο κέντρο του αστερισμού όπου η άνοδος των ασήμαντων του Καστοριάδη μας προσδιορίζει καθοριστικά.
Το βιβλίο έχει στο σώμα του κυρίως δύο τυπογραφικά στοιχεία των 10 στιγμών και των 9. Στα δεκάρια έχουμε την κύρια αφήγηση, στα μικρότερα την εξήγηση την παράλληλη ανάγνωση της ιστορίας από τα ντοκουμέντα. Κι είναι πολλά αυτά που ζωντανεύουν με την ζωντάνια του αρχειακού εγγράφου την κυρία εξιστόρηση. Σημειώνω κάτι που βρήκα στη σελ. 253, που αναφέρεται στην ενότητα «1920. Το ακάνθινο στεφάνι του θριάμβου» και ειδικότερα στο Δημοψήφισμα για τη επιστροφή του Βασιλιά, της 22ας Νοεμβρίου, που χαρακτηρίστηκε από το λαϊκό «εκβαχισμό» κατά την Πηνελόπη Δέλτα, τόσο πριν όσο και μετά απ’ αυτό. Στην Κοζάνη υπερψήφισαν την επάνοδο του Κωνσταντίνου 10.500 πολίτες και εναντίον της 2. Αν δεν ήταν από λάθος τότε αυτοί θα έπρεπε, αν ήταν δυνατόν να είναι γνωστοί, να επισημαίνονται στην τοπική ιστορία με ανεξίτηλα γράμματα, όχι τόσο για το πολιτικό τους φρόνημα, που είναι και μια ρευστή υπόθεση εργασίας μεταβαλλόμενη φορές, όσο για τη σταθερότητα πλεύσης τους σε μια θάλασσα με ενάντια κύματα, δον κιχώτες του ασυλλόγιστου ή του μεγαλοπρεπούς μοναχικοί μύστες.
Ο Β. Τζ. όπως διαβάζουμε στην εργογραφική του σελίδα ξεκίνησε την παρουσία του στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Τα σιωπηλά πένθη». Σήμερα τονίζει την ποίηση του ως δημιουργία με ένα συγγραφικό, γοερό πένθος, με ένα βουητό συγκίνησης που σηκώνει το τελευταίο του βιβλίο γεμάτο από γιατί, εάν και διότι· κι όλα να καταλήγουν σ’ ένα κρεσέντο θλίψης, πένθους, χαμού για τον διαχρονικά δύσμοιρο ελληνισμό και για τον βαθμιαίο αφελληνισμό μας τελικά, αφού κατ’ εξοχήν τα πρόσωπα του δράματος είμαστε εμείς οι λαθρεπιβάτες της ιστορίας κάτοικοι του κάποτε, του νυν και του αεί του τόπου, που είναι γεμάτος από φλύκταινες μνήμης πάνω στις οποίες δεν μπορείς να καθίσεις, να τις κοιτάξεις ή να σταθείς σ’ αυτές χωρίς να ματώσεις. «Δακρυσμένη Μακρασία» είναι μια επιεικής έκφραση με την οποία θέλει μάλλον ν’ αποδραματοποιήσει την μυθιστορία του, καθότι το διασπαραγμένη, πουλημένη, παρατημένη, εγκατελελημένη, προδομένη, δηωμένη ως επιθετικοί προσδιορισμοί προσδιορίζουν καλύτερα το ανθρωπογεωγραφικό τοπίο της συναρπαστικής αφήγησης.
Ας μην πω άλλα, αλλά μόνο πως η “Δακρυσμένη Μικρασία” είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο κι ο Β.Τζ. ένας ξεχωριστός πια συγγραφέας του ιστορικού χρονικού ως γραμματολογικό είδος.
Σαν σημειώσεις
1. Στη Σμύρνη το 2000 στο παγκόσμιο συνέδριο για τον Γ. Σεφέρη, ο Ξενοφών Κοκόλης αναλύει το ποίημα που ο Γ.Σ. έγραψε με αφορμή τη Μικρασιατική καταστροφή. Στις 24 Μαρτίου 2001 στην βραδιά ποίησης που διοργανώθηκε στην Κοζάνη το ποίημα αυτό το διαβάζει ένας βουλευτής της Ν.Δ., ας πούμε της περιοχής Κοζάνης και μάλιστα το αναλύει, ο αθεόφοβος, στην ...οικολογική του διάσταση και πως ο ποιητής ήταν φυσιολάτρης κ.λπ. Το νοήμον ακροατήριο της βραδιάς το διασκέδαζε αρκούντως.
2. Το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας ψάχνει Αρχιεπισκόπους και Πατριάρχες να τους χρίσει επίτιμους διδάκτορές του. Τον πασών των Ρωσιών, άγιον Αλέξιον δεν κατάφερε να τον κάνει γιατί συνέπεσε η τελετή με την τελευτή του πάσης Ελλάδος και την αναχώρηση του εκ των εγκόσμιων στα οποία εντρυφούσε με πλείστη όση επιμέλεια, ή και γιατί δεν έδινε άδεια ο Οικουμενικός. Γιατί το λοιπόν δεν ψάχνουν πραγματικούς πνευματικούς ανθρώπους με μεγίστη προσφορά στον τόπο, κι όχι σ’ αυτούς με τα ρούχα της πνευματικότητας και μόνον, να τους κάνουν επίτιμους και προσπίπτουν στα ράσα, τα γένια και τα εξ αυτών χτένια. Ο Βασίλης Τζανακάρης, μέγας περιοδικάνθρωπος αλλά και άνθρωπος των πανελλήνιων γραμμάτων και της προσφοράς γιατί όχι;
3. Φρυκτωρία (γη διαφρυκτών=πυρσών πυρών) ειδοποίησις (σηματοδότησις)// Η νυχτερινή φρουρά δίδουσα σημάδια δια πυρών (Ι. Σταματάκου Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Ο μεγαλοσέλιδος, πολυσέλιδος και πολύτομος (πολύτιμος;) θεσσαλονικιός ποιητής Σαράντος Παυλέας έναν ογκώδη, ποιητικό του τόμο τον είχε τιτλοφορήσει “Φρυκτωρίες”. Ποιός τον διάβασε;
Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στην Κοζάνη
Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008
Γιαννης Ριτσος
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ο κάμπος των ηλιοτροπίων
Απέραντη πεδιάδα κατάφυτη ηλιοτρόπια. Φυσάει αγέρας.
Λαμποκοπάει ο ήλιος. Τα ηλιοτρόπια τρέχουν, χορεύουν,
χειρονομούν με κυκλικές πυρκαγιές. Αστράφτει το τοπίο.
Αρπάζει ο αγέρας τα μαλλιά της Βάννας. Τα μαλλιά της
σαν χέρια αρσενικά τριχωτά της τυλίγουνε τ’ όμορφο πρόσωπο. Βάννα,
φυλάξου, θα σε πάρει ο αγέρας κρατήσου
εδώ, απ’ τα κάγκελα της γέφυρας· φυλάξου, σου λέω· τα ηλιοτρόπια
έρχονται να σε πάρουν, να σε κρύψουν στη χρυσή τους φαμίλια,
να σε κάνουν και σένα ένα ψηλόλιγνο ηλιοτρόπιο γερμένο ελαφρά προς τον ήλιο.
Α, τα ηλιοτρόπια,
αυτά που φτιάχνουν το σπορέλαιο για το δείπνο των βοσκών και των ψαράδων
αυτά που φτιάχνουνε τους πασατέμπους να μασάνε τα κορίτσια στους υπαίθριους κινηματογράφους,
αυτά που φτιάχνουμε μυριάδες φάσματα μαλαματένια στον αέρα και στη μνήμη,
χωρίς ν’ αφήνουν πια καθόλου θέση για τη θλίψη. Κι η θλίψη
κάθεται καταμόναχη πλάι στο ποτάμι και κλαίει
εγκαταλελειμμένη κι από την ποίηση, την τελευταία της φίλη.
Καληνύχτισμα
Μητέρα νύχτα, νύχτα του παντός, με τα τριζόνια και τ’ αστέρια στα μαλλιά σου,
με τα πουλιά και τα τραγούδια κοιμισμένα στον κόρφο σου, Μητέρα νύχτα,
όλα είναι ήσυχα, ωραία, ευτυχή, σαν ένας έρωτας τυραννικός που έχει τελειώσει
και το κρεβάτι πια δε θυμίζει, παρ’ ότι τα ίχνη
φαίνονται ακόμη στο προσκέφαλο και στο κάτω σεντόνι· - δε θυμίζει.
Μένει μονάχα ο έρωτας απρόσωπος αναμενόμενος, ακέριος.
Το πλοίο φεύγει. Βγάζουμε τα μαύρα μας γυαλιά. Καληνύχτα σου νύχτα.
Το άγαλμα στη βροχή
Καλοκαιριάτικες βροχές. Το άγαλμα βρέχεται ολόσωμο. Χαμογελάει.
Μικρά ποτάμια κυλούν απ’ τα μαλλιά του, απ’ το πιγούνι του, απ’ τους ώμους,
απ’ την κοιλιά, απ’ τα σκέλη, απ’ τα γόνατα. Χαμογελάει
άτρωτο απ’ τη βροχή και το χρόνο. Τα μάτια του αγονάτιστα
στο εδώ και στο πέρα. Ποιός να το ‘φτιαξε τάχα;
πότε; και που; Μήπως εκείνοι; εσείς; εμείς; εγώ; Μήπως
είναι το σύνορο του ασύνορου κόσμου, η μήπως είναι
η ενότητα του κόσμου;
Σταμάτησε η βροχή. Λάμπει ο ήλιος.
Λάμπει βρεγμένο το άγαλμα ολόγυμνο. Το κοιτάζω κρυφά. Διακρίνω:
τα νύχια μεγαλώνουνε στ’ αριστερό του χέρι που κρατάει
ένα μεγάλο καταπόρφυρο σταφύλι.
Πλάι του περνάνε πολυθόρυβα δώδεκα φορτηγά κατάφορτα καρπούζια.
Στην Ασσίζη
Τοιχογραφίες του Τζιότο· σκάλες, τουρισμός· πλακόστρωτοι δρόμοι
Ο στάβλος που γεννήθηκε ο Αγιος Φραγκίσκος. Μπήκαμε
στο δωρικό ναό της Θεοτόκου. Μαύρες πανύψηλες κολώνες.
Μεγάλη, σκοτεινή σιωπή. Η μυρωδιά μιας ανθοδέσμης
από σαρκώδη ολόλευκα κρίνα ανακατεύονταν μ’ εκείνη την άλλη
μυρωδιά σάπιου ξύλου, κεριού και μεταχειρισμένων χάλκινων νομισμάτων.
Εξω, στη λιακάδα,
η βοή των τουριστών κι ο θόρυβος της κρήνης των λεόντων·
ύστερα ακούστηκε η τραγουδιστή φωνή μιας μικρής Ιταλιάνας που πουλούσε
τούλινα σακουλάκια, σαν τις μπομπονιέρες, με λεβάντα για το σκόρο·-
ίσως και να ‘ταν
κείνη η λεβάντα (ή μήπως δάφνη;) που τόσο συνηθίζουν
να χρησιμοποιούν οι ποιητές εναντίον του θανάτου. Εσύ που ξέρεις -ξανάπε-
τη σημάδια των ελάχιστων κινήσεων, ήχων, πράξεων, καταλαβαίνεις.
Ο κάμπος των ηλιοτροπίων
Απέραντη πεδιάδα κατάφυτη ηλιοτρόπια. Φυσάει αγέρας.
Λαμποκοπάει ο ήλιος. Τα ηλιοτρόπια τρέχουν, χορεύουν,
χειρονομούν με κυκλικές πυρκαγιές. Αστράφτει το τοπίο.
Αρπάζει ο αγέρας τα μαλλιά της Βάννας. Τα μαλλιά της
σαν χέρια αρσενικά τριχωτά της τυλίγουνε τ’ όμορφο πρόσωπο. Βάννα,
φυλάξου, θα σε πάρει ο αγέρας κρατήσου
εδώ, απ’ τα κάγκελα της γέφυρας· φυλάξου, σου λέω· τα ηλιοτρόπια
έρχονται να σε πάρουν, να σε κρύψουν στη χρυσή τους φαμίλια,
να σε κάνουν και σένα ένα ψηλόλιγνο ηλιοτρόπιο γερμένο ελαφρά προς τον ήλιο.
Α, τα ηλιοτρόπια,
αυτά που φτιάχνουν το σπορέλαιο για το δείπνο των βοσκών και των ψαράδων
αυτά που φτιάχνουνε τους πασατέμπους να μασάνε τα κορίτσια στους υπαίθριους κινηματογράφους,
αυτά που φτιάχνουμε μυριάδες φάσματα μαλαματένια στον αέρα και στη μνήμη,
χωρίς ν’ αφήνουν πια καθόλου θέση για τη θλίψη. Κι η θλίψη
κάθεται καταμόναχη πλάι στο ποτάμι και κλαίει
εγκαταλελειμμένη κι από την ποίηση, την τελευταία της φίλη.
Καληνύχτισμα
Μητέρα νύχτα, νύχτα του παντός, με τα τριζόνια και τ’ αστέρια στα μαλλιά σου,
με τα πουλιά και τα τραγούδια κοιμισμένα στον κόρφο σου, Μητέρα νύχτα,
όλα είναι ήσυχα, ωραία, ευτυχή, σαν ένας έρωτας τυραννικός που έχει τελειώσει
και το κρεβάτι πια δε θυμίζει, παρ’ ότι τα ίχνη
φαίνονται ακόμη στο προσκέφαλο και στο κάτω σεντόνι· - δε θυμίζει.
Μένει μονάχα ο έρωτας απρόσωπος αναμενόμενος, ακέριος.
Το πλοίο φεύγει. Βγάζουμε τα μαύρα μας γυαλιά. Καληνύχτα σου νύχτα.
Το άγαλμα στη βροχή
Καλοκαιριάτικες βροχές. Το άγαλμα βρέχεται ολόσωμο. Χαμογελάει.
Μικρά ποτάμια κυλούν απ’ τα μαλλιά του, απ’ το πιγούνι του, απ’ τους ώμους,
απ’ την κοιλιά, απ’ τα σκέλη, απ’ τα γόνατα. Χαμογελάει
άτρωτο απ’ τη βροχή και το χρόνο. Τα μάτια του αγονάτιστα
στο εδώ και στο πέρα. Ποιός να το ‘φτιαξε τάχα;
πότε; και που; Μήπως εκείνοι; εσείς; εμείς; εγώ; Μήπως
είναι το σύνορο του ασύνορου κόσμου, η μήπως είναι
η ενότητα του κόσμου;
Σταμάτησε η βροχή. Λάμπει ο ήλιος.
Λάμπει βρεγμένο το άγαλμα ολόγυμνο. Το κοιτάζω κρυφά. Διακρίνω:
τα νύχια μεγαλώνουνε στ’ αριστερό του χέρι που κρατάει
ένα μεγάλο καταπόρφυρο σταφύλι.
Πλάι του περνάνε πολυθόρυβα δώδεκα φορτηγά κατάφορτα καρπούζια.
Στην Ασσίζη
Τοιχογραφίες του Τζιότο· σκάλες, τουρισμός· πλακόστρωτοι δρόμοι
Ο στάβλος που γεννήθηκε ο Αγιος Φραγκίσκος. Μπήκαμε
στο δωρικό ναό της Θεοτόκου. Μαύρες πανύψηλες κολώνες.
Μεγάλη, σκοτεινή σιωπή. Η μυρωδιά μιας ανθοδέσμης
από σαρκώδη ολόλευκα κρίνα ανακατεύονταν μ’ εκείνη την άλλη
μυρωδιά σάπιου ξύλου, κεριού και μεταχειρισμένων χάλκινων νομισμάτων.
Εξω, στη λιακάδα,
η βοή των τουριστών κι ο θόρυβος της κρήνης των λεόντων·
ύστερα ακούστηκε η τραγουδιστή φωνή μιας μικρής Ιταλιάνας που πουλούσε
τούλινα σακουλάκια, σαν τις μπομπονιέρες, με λεβάντα για το σκόρο·-
ίσως και να ‘ταν
κείνη η λεβάντα (ή μήπως δάφνη;) που τόσο συνηθίζουν
να χρησιμοποιούν οι ποιητές εναντίον του θανάτου. Εσύ που ξέρεις -ξανάπε-
τη σημάδια των ελάχιστων κινήσεων, ήχων, πράξεων, καταλαβαίνεις.
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008
ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
H ώρα που αγνοώ
Τα μάτια μου αδύνατο
κάπου μονίμως να προσηλωθούν
τα χέρια μου αδύνατο
να μην αγγίξουν κι άλλα σώματα
το στόμα μου αδύνατο
να μείνει κλειστό σε λόγια και φιλιά
εγώ ολόκληρος αδύνατο να σταθώ
ακίνητος μπροστά στο ίδιο τοπίο
Λένε πως με τη σιωπή και την ακινησία
βαθαίνει η σκέψη, υπερβαίνει τα ευτελή
φτάνει κάποτε να συλλάβει
ως και το απόλυτο. Μπορεί.
Όμως με τις ρηχές και τετριμμένες
κουβέντες, κινήσεις, ηδονές
προσπαθώ να παρατείνω τα εφήμερα
κυρίως να καθυστερήσω όσο παίρνει
τον ερχομό της ώρας που ακόμα αγνοώ.
Τ΄αστέρια που ονειρευτήκαμε
Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ’ αστέρια που ονειρευτήκαμε-
το πολύ καύτρες μες στη νύχτα
απ’ τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι’ αργότερα.
Μια εποχή βεβαιοτήτων
Μέσα στα χρόνια τα πολλά που γράφω
για κάποιον καιρό ύμνησα κι εγώ,
πάντως με χαμηλότερη φωνή από άλλους,
φανταστικές κατακτήσεις του ανθρώπου
πραγματικότητες που αποδείχτηκαν πλαστές
εξουσίες που τις δέχτηκα για λυτρωτικές
ακόμα κι όταν σύνθλιβαν κοντινούς μου
νομίζοντας πως σ’ εμένα θα χαριστούν-
ύμνησα κι εγώ τον έρωτα και τη φιλία για όλους
την ευτυχία σ’ επαρκείς δόσεις για καθένα
τη νέα πίστη που απαντούσε σ’ όλες τις απορίες.
Ξανακοιτάζω ποιήματα τόσων ποιητών
γραμμένα μέσα σε δυο και τρεις γενιές
κελύφη τώρα μιας εποχής βεβαιοτήτων
που έφυγε πριν καν τελειώσει ο αιώνας.
Αναχωρήσεις τρένων
Ω αναχώρηση
με την κρυφή ελπίδα μιας παράτασης
με δηλωμένη την επιθυμία επιστροφής
με αποσκευές πολλές, ν’ αφήνεις σαν σημάδι
μια τσάντα, έναν σάκο, μια βαλίτσα
στον κάθε σταθμό που φτάνεις-
πιο εύκολα έτσι παίρνεις το άλλο τρένο
πιο ανάλαφρος συνεχίζεις το ταξίδι
μόνο που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις
πως όλο και πιο αχνά χαράζονται τα ίχνη σου
πως ίσως δεν μπορέσεις πια να τα ξαναβρείς
όπως καμιά φορά δε βρίσκεις την απόδειξη
από την αίθουσα φυλάξεως αποσκευών.
Ω αναχώρηση
μ’ επιθυμίες κι ελπίδες
παρά τις απρόβλεπτες μεταβολές
στα ωράρια των σιδηροδρόμων.
Σύντομες αναταράξεις
Καθώς το αεροπλάνο τραντάζονταν
η κοπέλα που καθόταν δίπλα
μου είπε ότι γράφει ποιήματα
μάλιστα όταν η πτήση ηρέμησε
μου απάγγειλε ένα από μνήμης.
Τηλεφώνησα μια δυο φορές
την ξαναείδα, μετά χαθήκαμε
έπειτα ξέχασα το όνομά της
αργότερα ξέχασα το πρόσωπό
πού τότε μου είχε φανεί ωραίο
όμως θυμάμαι τον τελευταίο στίχο
εκείνου του ποιήματος
«Το σώμα μου δεν συνδικαλίζεται»
H ώρα που αγνοώ
Τα μάτια μου αδύνατο
κάπου μονίμως να προσηλωθούν
τα χέρια μου αδύνατο
να μην αγγίξουν κι άλλα σώματα
το στόμα μου αδύνατο
να μείνει κλειστό σε λόγια και φιλιά
εγώ ολόκληρος αδύνατο να σταθώ
ακίνητος μπροστά στο ίδιο τοπίο
Λένε πως με τη σιωπή και την ακινησία
βαθαίνει η σκέψη, υπερβαίνει τα ευτελή
φτάνει κάποτε να συλλάβει
ως και το απόλυτο. Μπορεί.
Όμως με τις ρηχές και τετριμμένες
κουβέντες, κινήσεις, ηδονές
προσπαθώ να παρατείνω τα εφήμερα
κυρίως να καθυστερήσω όσο παίρνει
τον ερχομό της ώρας που ακόμα αγνοώ.
Τ΄αστέρια που ονειρευτήκαμε
Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ’ αστέρια που ονειρευτήκαμε-
το πολύ καύτρες μες στη νύχτα
απ’ τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι’ αργότερα.
Μια εποχή βεβαιοτήτων
Μέσα στα χρόνια τα πολλά που γράφω
για κάποιον καιρό ύμνησα κι εγώ,
πάντως με χαμηλότερη φωνή από άλλους,
φανταστικές κατακτήσεις του ανθρώπου
πραγματικότητες που αποδείχτηκαν πλαστές
εξουσίες που τις δέχτηκα για λυτρωτικές
ακόμα κι όταν σύνθλιβαν κοντινούς μου
νομίζοντας πως σ’ εμένα θα χαριστούν-
ύμνησα κι εγώ τον έρωτα και τη φιλία για όλους
την ευτυχία σ’ επαρκείς δόσεις για καθένα
τη νέα πίστη που απαντούσε σ’ όλες τις απορίες.
Ξανακοιτάζω ποιήματα τόσων ποιητών
γραμμένα μέσα σε δυο και τρεις γενιές
κελύφη τώρα μιας εποχής βεβαιοτήτων
που έφυγε πριν καν τελειώσει ο αιώνας.
Αναχωρήσεις τρένων
Ω αναχώρηση
με την κρυφή ελπίδα μιας παράτασης
με δηλωμένη την επιθυμία επιστροφής
με αποσκευές πολλές, ν’ αφήνεις σαν σημάδι
μια τσάντα, έναν σάκο, μια βαλίτσα
στον κάθε σταθμό που φτάνεις-
πιο εύκολα έτσι παίρνεις το άλλο τρένο
πιο ανάλαφρος συνεχίζεις το ταξίδι
μόνο που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις
πως όλο και πιο αχνά χαράζονται τα ίχνη σου
πως ίσως δεν μπορέσεις πια να τα ξαναβρείς
όπως καμιά φορά δε βρίσκεις την απόδειξη
από την αίθουσα φυλάξεως αποσκευών.
Ω αναχώρηση
μ’ επιθυμίες κι ελπίδες
παρά τις απρόβλεπτες μεταβολές
στα ωράρια των σιδηροδρόμων.
Σύντομες αναταράξεις
Καθώς το αεροπλάνο τραντάζονταν
η κοπέλα που καθόταν δίπλα
μου είπε ότι γράφει ποιήματα
μάλιστα όταν η πτήση ηρέμησε
μου απάγγειλε ένα από μνήμης.
Τηλεφώνησα μια δυο φορές
την ξαναείδα, μετά χαθήκαμε
έπειτα ξέχασα το όνομά της
αργότερα ξέχασα το πρόσωπό
πού τότε μου είχε φανεί ωραίο
όμως θυμάμαι τον τελευταίο στίχο
εκείνου του ποιήματος
«Το σώμα μου δεν συνδικαλίζεται»
ΔΗΜΟΥΛΑ
ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ
Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου
σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού
σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι
άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση
εκκενώστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις
και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως
ακριβώς
δύο τρία σπίτια παρά κεί
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει
κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω
της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο
κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος
κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου
κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μία καινούργια
βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται.
***
ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΜΕ
Όχι ο ύπνος. Ο ούριος άνεμος
φέρνει τα όνειρα
αυτός που έστειλαν οι θεοί
να βυθίσει την άπνοια
ν’ αλυσοδέσει τη φουρτούνα
ώστε ταχύς και ανεμπόδιστος
να πλεύσει ο χωρισμός του Οδυσσέα
από την Καλυψώ
σε κείνην δε αυστηρά διεμήνυσαν
«Φτάνει.
Έτη επτά τον κράτησες αιχμάλωτο
στου ερωτά σου τη σπηλιά.
Διάστημα μεγάλο που κουράζει
και το εφικτό και το ανέφικτο.»
Υπέκυψε η Καλυψώ
αλλά εντός της θρήνος.
Άκουγε κείνος ο φταίχτης
ο ούριος για τους χωρισμούς άνεμος
τον έζωσε μία θυελλώδης ενοχή
μη δέρνεσαι
θα ναυπηγήσω όνειρα της έταξε
για την παράνομη επιστροφή του Οδυσσέα κοντά σου
νύχτα θα σου τον φέρνουνε
αφώτηγο θα σου τονε στερούν.
Από τότε σιωπηρά καθιερώθηκε
με αυτό το μέσον
μέσω δηλαδή των τύψεων της πραγματικότητας
να εξυπηρετούνται πέρα δώθε
και τα δικά μας όνειρα.
Αληθεύει άραγε η επιστροφή;
Δευτερεύον πόθος.
Προέχει
αυτό το ονειρώδες πηγαινέλα
των ονείρων ν’ αληθεύει.
***
ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Η φαντασία
-απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας-
σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε
«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.
Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης
να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
γνωστή παγίδα για τη θήρα
ζωώδους αγριότητας».
Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με πιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύτηκα εγώ.
Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.
Να την ευγνωμονείς.
Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμία πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει.
ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ
Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου
σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού
σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι
άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση
εκκενώστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις
και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως
ακριβώς
δύο τρία σπίτια παρά κεί
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει
κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω
της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο
κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος
κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου
κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μία καινούργια
βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται.
***
ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΜΕ
Όχι ο ύπνος. Ο ούριος άνεμος
φέρνει τα όνειρα
αυτός που έστειλαν οι θεοί
να βυθίσει την άπνοια
ν’ αλυσοδέσει τη φουρτούνα
ώστε ταχύς και ανεμπόδιστος
να πλεύσει ο χωρισμός του Οδυσσέα
από την Καλυψώ
σε κείνην δε αυστηρά διεμήνυσαν
«Φτάνει.
Έτη επτά τον κράτησες αιχμάλωτο
στου ερωτά σου τη σπηλιά.
Διάστημα μεγάλο που κουράζει
και το εφικτό και το ανέφικτο.»
Υπέκυψε η Καλυψώ
αλλά εντός της θρήνος.
Άκουγε κείνος ο φταίχτης
ο ούριος για τους χωρισμούς άνεμος
τον έζωσε μία θυελλώδης ενοχή
μη δέρνεσαι
θα ναυπηγήσω όνειρα της έταξε
για την παράνομη επιστροφή του Οδυσσέα κοντά σου
νύχτα θα σου τον φέρνουνε
αφώτηγο θα σου τονε στερούν.
Από τότε σιωπηρά καθιερώθηκε
με αυτό το μέσον
μέσω δηλαδή των τύψεων της πραγματικότητας
να εξυπηρετούνται πέρα δώθε
και τα δικά μας όνειρα.
Αληθεύει άραγε η επιστροφή;
Δευτερεύον πόθος.
Προέχει
αυτό το ονειρώδες πηγαινέλα
των ονείρων ν’ αληθεύει.
***
ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Η φαντασία
-απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας-
σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε
«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.
Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης
να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
γνωστή παγίδα για τη θήρα
ζωώδους αγριότητας».
Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με πιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύτηκα εγώ.
Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.
Να την ευγνωμονείς.
Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμία πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει.
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008
Κουβελης-Τσιπρας και οι γυναικες τους
Προς τους αξιοτίμους υποψηφίους προέδρους του ΣΥΝ
κ.κ. Φώτιον Κουβέλη και Αλέξιον Τσίπρα
(ή περί γυναικείας ποσοστώσεως)
Του Β.Π. Καραγιάννη
Θα ήθελα, αγαπητοί κύριοι (σύντροφοι είναι μόνον όσοι τρώνε από το αυτό πιάτο στο ίδιο τραπέζι ημείς δε κι υμείς δεν τύχαμε ποτέ σε κάτι παρόμοιο ευτυχώς ή δυστυχώς), να σας κάνω γνωστά τα εξής, μη περιμένοντας φυσικά απάντηση· δια της σιωπής σας θα καταλάβω.
Υμείς που ευαγγελίζεσθε, δε θα πω επαγγέλεσθε, με την ευαγγελικήν έννοια φυσικά, την ανανέωση της πολιτικής σκέψης και πράξης στην «Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά (ΠΕΑ), ο μεν ως ήρεμη δύναμη μεταρρύθμισης ο δε ως παιχνιδιάρης της ανατροπής, και τα δυό αποδεκτά, πως παρακαλώ θα με παρηγορήσετε, ήδη απαρηγόρητος διατελών, από τις προάλλες που πληροφορήθηκα πως στις εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη υποψηφίων ΣΥΝέδρων, ετέθην εκποδών των επιτυχόντων, λόγω ποσοστώσεως υπέρ των κυρίων γυναικών ΣΥΝυποψηφίων, έστω κι αν πόρρω απείχαμε σε ψήφους;
Διαπορών εξηγούμαι:
Τι σημαίνει ποσόστωση, ήγουν γυναίκες σώνει και καλά αποδοκιμαζόμενες από τους εκλογείς να προάγονται ελέω φύλου και να παίρνουν τη θέση ανδρών επιφανών, όπως είναι ο κ. Γραμματέας της Ν.Ε. Κοζάνης του ΣΥΝ ή και αφανών όπως η ημετέρα αναξιότης.
Σε ποιά μορφή δημοκρατικής διαδικασίας εμπίπτει αυτή η προνομιούχος ψήφος ή από την άλλη η υπέρ αδυνάτων χαρακτήρων ψηφο-αντιπαροχή.
Πως δέχονται οι ίδιες γυναίκες του ΣΥΝσας –«τα γύναια χαρά έπλησε», κατά τα στιχηρά της Αναστάσεως- τον εσωτερικό αυτό νόμο της (ΠΕΑ) που τις υποβιβάζει στο ρόλο του αναξιοπαθούντος όντος το οποίο οφείλει να προστατεύει ο άνδρας-κυνηγός (ψήφων) των σύγχρονων σπηλαίων.
Εχει προβλέψει ο ΣΥΝσας ευεργετικές ποσοστώσεις και για άλλες αναξιοπαθούσες κατηγορίες της κοινωνίας όπως τα ΑΜΕΑ, τους πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, τους εντελώς τυφλοί, τους πάσχοντες από χρόνιες ψυχικές παθήσεις, κι αν όχι, γιατί ξεχωρίζετε μόνον τις κύριες και κυρίες γυναίκες σας;
Που πάει η ισότητα των φύλων, των φυλών, των ψήφων, των ζόφων και των ψόφων. Μικροαστικές κατακτήσεις αυτά, ενώ η ΠΕΑ ανακάλυψε την τόσο ρηξικέλευθη ποσόστωση γυναικών. Το πασόκ δικαιολογείται για κάτι τέτοια ότι εκεί είναι όλα δυνατά ως κόμμα- σαμπρέλα ποδηλάτου, που είναι.
Με την ανωτέρω ρύθμιση μήπως μεταφέρετε κοινωνικά τις γυναίκες στα έλλογα, δίποδα μαστοφόρα, προσβάλλοντας βαθύτατα το Ωραίον και καθόλου ασθενικό είδος;
Εχει οριστικοποιηθεί, από την εν Μακόνη της Γαλλίας συνελθούσα σύνοδο το 585 μ.Χ. (Ροϊδης- Πάπισσα Ιωάννα) ότι οι γυναίκες ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Ετσι κάποιες επιτρέπεται να είναι ανώτερες του ανδρός οπότε εκλέγονται με το σπαθί τους ή να είναι κατώτερές του και τότε να χρειάζεται να βοηθηθούν υπό των κομματικών ανδρών τους για να παρατήσουν το «Ολο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» του Ντάριο Φο και Φράνκας Ράμα και να βγουν στο κλαρί της πολιτικής!
Ομως τοιουτοτρόπως, το γνωρίζουν άλλωστε κι οι ίδιες που το δέχονται, πως παρά το εξαιρετικά συμπαθές και περιπαθές φύλον τους, δεν θα γίνουν, δια της ποσοστώσεως, ποτέ ελεύθερες Πολίτισσες (Γαλλική Επανάσταση) αλλά απλά θα υπάρχουν ως συγκυριακά απελεύθερες ΣΥΝ(μ)πολίτισσες μειωμένης πολιτικής και γενικότερης αντιλήψεως (Καταστατικό ΣΥΝ). Αυτές τις γυναίκες θέλετε στον ανερχόμενο γκαλοπικά ΣΥΝασπασμό μας;
Οπως είδατε, κι αν δεν το καταλάβατε κύριοι, δυνάμει πρόεδροι, το απλό γυναικείο είδος του ΣΥΝ υπερασπίζω τώρα, το οποίον επι το πλείστον νιώθει ναυτία σ’ αυτή την υποτίμηση που το γίνεται, αλλά και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια κολλημένη λάσπη στα λαστιχένια υποδήματα της κομματικής ιδιοτέλειας κι ευτέλειας αλλά και της ερμηνείας σας, αφού σ’ αυτή χωρούν όχι μόνον δύο μέτρα και δύο σταθμά αλλά πολύ περισσότερα...
- Ωρέ για ποια Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά σιωπάς, εδώ σφάζονται σαν τα αρνιά, τα κριάρια, τα γίδια και τα γελάδια οι ...
«Σύντροφοι στον Αδη»
νήπιοι οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμο ήμαρ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο!
Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ
κ.κ. Φώτιον Κουβέλη και Αλέξιον Τσίπρα
(ή περί γυναικείας ποσοστώσεως)
Του Β.Π. Καραγιάννη
Θα ήθελα, αγαπητοί κύριοι (σύντροφοι είναι μόνον όσοι τρώνε από το αυτό πιάτο στο ίδιο τραπέζι ημείς δε κι υμείς δεν τύχαμε ποτέ σε κάτι παρόμοιο ευτυχώς ή δυστυχώς), να σας κάνω γνωστά τα εξής, μη περιμένοντας φυσικά απάντηση· δια της σιωπής σας θα καταλάβω.
Υμείς που ευαγγελίζεσθε, δε θα πω επαγγέλεσθε, με την ευαγγελικήν έννοια φυσικά, την ανανέωση της πολιτικής σκέψης και πράξης στην «Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά (ΠΕΑ), ο μεν ως ήρεμη δύναμη μεταρρύθμισης ο δε ως παιχνιδιάρης της ανατροπής, και τα δυό αποδεκτά, πως παρακαλώ θα με παρηγορήσετε, ήδη απαρηγόρητος διατελών, από τις προάλλες που πληροφορήθηκα πως στις εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη υποψηφίων ΣΥΝέδρων, ετέθην εκποδών των επιτυχόντων, λόγω ποσοστώσεως υπέρ των κυρίων γυναικών ΣΥΝυποψηφίων, έστω κι αν πόρρω απείχαμε σε ψήφους;
Διαπορών εξηγούμαι:
Τι σημαίνει ποσόστωση, ήγουν γυναίκες σώνει και καλά αποδοκιμαζόμενες από τους εκλογείς να προάγονται ελέω φύλου και να παίρνουν τη θέση ανδρών επιφανών, όπως είναι ο κ. Γραμματέας της Ν.Ε. Κοζάνης του ΣΥΝ ή και αφανών όπως η ημετέρα αναξιότης.
Σε ποιά μορφή δημοκρατικής διαδικασίας εμπίπτει αυτή η προνομιούχος ψήφος ή από την άλλη η υπέρ αδυνάτων χαρακτήρων ψηφο-αντιπαροχή.
Πως δέχονται οι ίδιες γυναίκες του ΣΥΝσας –«τα γύναια χαρά έπλησε», κατά τα στιχηρά της Αναστάσεως- τον εσωτερικό αυτό νόμο της (ΠΕΑ) που τις υποβιβάζει στο ρόλο του αναξιοπαθούντος όντος το οποίο οφείλει να προστατεύει ο άνδρας-κυνηγός (ψήφων) των σύγχρονων σπηλαίων.
Εχει προβλέψει ο ΣΥΝσας ευεργετικές ποσοστώσεις και για άλλες αναξιοπαθούσες κατηγορίες της κοινωνίας όπως τα ΑΜΕΑ, τους πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, τους εντελώς τυφλοί, τους πάσχοντες από χρόνιες ψυχικές παθήσεις, κι αν όχι, γιατί ξεχωρίζετε μόνον τις κύριες και κυρίες γυναίκες σας;
Που πάει η ισότητα των φύλων, των φυλών, των ψήφων, των ζόφων και των ψόφων. Μικροαστικές κατακτήσεις αυτά, ενώ η ΠΕΑ ανακάλυψε την τόσο ρηξικέλευθη ποσόστωση γυναικών. Το πασόκ δικαιολογείται για κάτι τέτοια ότι εκεί είναι όλα δυνατά ως κόμμα- σαμπρέλα ποδηλάτου, που είναι.
Με την ανωτέρω ρύθμιση μήπως μεταφέρετε κοινωνικά τις γυναίκες στα έλλογα, δίποδα μαστοφόρα, προσβάλλοντας βαθύτατα το Ωραίον και καθόλου ασθενικό είδος;
Εχει οριστικοποιηθεί, από την εν Μακόνη της Γαλλίας συνελθούσα σύνοδο το 585 μ.Χ. (Ροϊδης- Πάπισσα Ιωάννα) ότι οι γυναίκες ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Ετσι κάποιες επιτρέπεται να είναι ανώτερες του ανδρός οπότε εκλέγονται με το σπαθί τους ή να είναι κατώτερές του και τότε να χρειάζεται να βοηθηθούν υπό των κομματικών ανδρών τους για να παρατήσουν το «Ολο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» του Ντάριο Φο και Φράνκας Ράμα και να βγουν στο κλαρί της πολιτικής!
Ομως τοιουτοτρόπως, το γνωρίζουν άλλωστε κι οι ίδιες που το δέχονται, πως παρά το εξαιρετικά συμπαθές και περιπαθές φύλον τους, δεν θα γίνουν, δια της ποσοστώσεως, ποτέ ελεύθερες Πολίτισσες (Γαλλική Επανάσταση) αλλά απλά θα υπάρχουν ως συγκυριακά απελεύθερες ΣΥΝ(μ)πολίτισσες μειωμένης πολιτικής και γενικότερης αντιλήψεως (Καταστατικό ΣΥΝ). Αυτές τις γυναίκες θέλετε στον ανερχόμενο γκαλοπικά ΣΥΝασπασμό μας;
Οπως είδατε, κι αν δεν το καταλάβατε κύριοι, δυνάμει πρόεδροι, το απλό γυναικείο είδος του ΣΥΝ υπερασπίζω τώρα, το οποίον επι το πλείστον νιώθει ναυτία σ’ αυτή την υποτίμηση που το γίνεται, αλλά και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια κολλημένη λάσπη στα λαστιχένια υποδήματα της κομματικής ιδιοτέλειας κι ευτέλειας αλλά και της ερμηνείας σας, αφού σ’ αυτή χωρούν όχι μόνον δύο μέτρα και δύο σταθμά αλλά πολύ περισσότερα...
- Ωρέ για ποια Πολιτισμένη Ελληνική Αριστερά σιωπάς, εδώ σφάζονται σαν τα αρνιά, τα κριάρια, τα γίδια και τα γελάδια οι ...
«Σύντροφοι στον Αδη»
νήπιοι οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμο ήμαρ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο!
Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ
«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».
«Τι σου κάνω μάνα μ΄;».
(Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)
«Ψηφιοποίηση!»
«Μα, τι σου είναι πια αυτή η ψηφιοποίηση; Χρυσωρυχείο, όπως απέδειξαν τα σκάνδαλα των ημερών.
Πιάνεις μια ψηφιοποίηση, σου λέει ο καλός ο μύλος (που όλα τα αλέθει) και ξενοιάζεις. Της φορτώνεις και κανένα εκατομμυριάκι ευρώ ως «κόστος» κι όξω απ΄ την πόρτα.
Ακούς φέρ΄ ειπείν, «ψηφιοποίηση της βιβλιοθήκης Κοζάνης»:
700.000 ευρώ. Ψηφιοποίηση του τάδε αρχείου (που εντελώς συμπτωματικώς κατέχει φίλος του χορηγούντος): 650.000 ευρώ. Έτσι φεύγουν τα εκατομμύρια (Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει...) από τα χέρια προέδρων εκ-πολιτιστικών οργανισμών που αναθέτουν την πανάκριβη «ψηφιοποίηση» στην εταιρειούλα τους και ουδενός «σεμνού και ταπεινού» άρχοντος το αυτί ιδρώνει.
Τι είναι η ψηφιοποίηση μαντάμ, για να μας κοστίζει τόσα εκατομμύρια; Μιζ-αν πλι της άνασσας; Συν μπότοξ; Πώς την παίρνει έτσι ο άνεμος- και η ανέμη;
Φοίβη
Με αυτόν τον λίαν αμφίσημο τίτλο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 16ης Ιανουαρίου 2008, το ανωτέρω σχόλιο που έρχεται σαν συμπλήρωμα εκείνου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 6ης Ιανουαρίου 2008 με τον υπέρτιτλο «Κακοδιαχείριση» και τίτλο «Στο μικροσκόπιο τα κονδύλια του Γ’ ΚΠΣ». Μεταξύ των κονδυλίων αναφέρει, άρα και υπονοεί, την κακοδιαχείριση, στα χρήματα που δόθηκαν για την «Κοινωνία της Πληροφορίας». Σ’ αυτό υπάρχει μεταξύ των άλλων και το κονδύλιο: «Ψηφιοποίηση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, 499.998 ευρώ» (τα γράφει αυτά η κ. Μαρία Θέρμου ή Θερμού). Ρώτησα κι έμαθα φυσικά πως «Μιζ- αν πλι» είναι τεχνική κομμώσεως γυναικών κάτι προς το σγουρό και «Συν Μπότοξ» τεχνική τσιτώσεως του δέρματος γυναικών επί το πλείστον.
Ερωτάται, χωρίς να περιμένουμε και απάντηση (στους δημόσιους και δημοτικούς χώρους έχουν μελετήσει καλά την «Τέχνη της σιωπής» του Αββά Ντινουάρ), έτσι για την ιστορία, ο νέος ισχυρός άνδρας των τοπικών γραμμάτων όπως τον προσδιόρισε το Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης, ως πρόεδρο των Δ.Σ., της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και του ΙΝΒΑ (αλήθεια σε ποιά νομική και λειτουργική αφασική κατάσταση διατελεί άραγε το εν λόγω καθίδρυμα): έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων αυτών ίσως κι άλλων και τι απάντησε;
Αν δεν έλαβε, τώρα που έλαβε τι έχει ν’ απαντήσει όχι στις διαφαινόμενες κι υπονοούμενες, λεκτικές, δημοσιογραφικές κακοήθειες, αλλά στην κοινωνία της πόλης; Τι έγινε με εκείνο το πρόγραμμα «ψηφιοποίησης»; Που βρίσκεται και πότε ο συμπολίτης στην Κοζάνη ή ο πολίτης στη χώρα της γνώσης, θα μπορεί, κι αν ποτέ μπορέσει, να ανοίξει από το σπίτι του τον Η/Υ και να επωφεληθεί των γνώσεων εκείνων των οποίων η πολύ-ευρη «Κοινωνία της Πληροφορίας» θα του προσφέρει. Κάτι τέτοια λέγαν άλλωστε στην έναρξη του προγράμματος.
Επειδή ήδη διοικεί ένα χρόνο τα τοπικά γράμματα, μήπως μπορεί να γίνει πιό σαφής, αναλυτικός και με λεπτομέρειες (άνθρωποι που εργάστηκαν, εταιρείες χρήματα, έργο που έγινε κ.λπ.), κι όχι με γενικότητες (που δηλώνουν εσκεμμένη άγνοια ή για να θολώνουν τα νερά), τι έγινε μ’ αυτή την ιστορία; Για να μην αφήνεται να αιωρείται ότι κάτι το σκανδαλώδες υπάρχει, κι είναι πολύ εύκολοι αυτοί οι επιθετικοί προσδιορισμοί την σήμερον. Για να φυλάξει και τα νώτα και τα ώτα του από τυχόν κακές λέξεις και μπλέξεις. Δεν ξέρω βέβαια αν κατανόησε πως διοικεί το πολυτιμότερο κομμάτι της πόλεως του παρελθόντος και του μέλλοντος· αλλά του παρόντος;
Ας αφήσει τις «Λέσχες ανάγνωσης» για τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία όπως και τα «κομμάτια» δράσεων που θέλει να μοιράσει δίκην ευμεγέθους τραχανόπιττας σε δικαίους κι αδίκους. Είναι μεγάλος και σοβαρός άνθρωπος κι έχει πολύ σημαντικό ρόλο, αν δεν κατάλαβε, να διακονήσει στη θέση που του εμπιστεύτηκαν.
Κοζάνη, Αγίου Αθανασίου 2008
Μεθ’ υπολήψεως
Β.Π.Καραγιάννης
(Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)
«Ψηφιοποίηση!»
«Μα, τι σου είναι πια αυτή η ψηφιοποίηση; Χρυσωρυχείο, όπως απέδειξαν τα σκάνδαλα των ημερών.
Πιάνεις μια ψηφιοποίηση, σου λέει ο καλός ο μύλος (που όλα τα αλέθει) και ξενοιάζεις. Της φορτώνεις και κανένα εκατομμυριάκι ευρώ ως «κόστος» κι όξω απ΄ την πόρτα.
Ακούς φέρ΄ ειπείν, «ψηφιοποίηση της βιβλιοθήκης Κοζάνης»:
700.000 ευρώ. Ψηφιοποίηση του τάδε αρχείου (που εντελώς συμπτωματικώς κατέχει φίλος του χορηγούντος): 650.000 ευρώ. Έτσι φεύγουν τα εκατομμύρια (Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει...) από τα χέρια προέδρων εκ-πολιτιστικών οργανισμών που αναθέτουν την πανάκριβη «ψηφιοποίηση» στην εταιρειούλα τους και ουδενός «σεμνού και ταπεινού» άρχοντος το αυτί ιδρώνει.
Τι είναι η ψηφιοποίηση μαντάμ, για να μας κοστίζει τόσα εκατομμύρια; Μιζ-αν πλι της άνασσας; Συν μπότοξ; Πώς την παίρνει έτσι ο άνεμος- και η ανέμη;
Φοίβη
Με αυτόν τον λίαν αμφίσημο τίτλο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 16ης Ιανουαρίου 2008, το ανωτέρω σχόλιο που έρχεται σαν συμπλήρωμα εκείνου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 6ης Ιανουαρίου 2008 με τον υπέρτιτλο «Κακοδιαχείριση» και τίτλο «Στο μικροσκόπιο τα κονδύλια του Γ’ ΚΠΣ». Μεταξύ των κονδυλίων αναφέρει, άρα και υπονοεί, την κακοδιαχείριση, στα χρήματα που δόθηκαν για την «Κοινωνία της Πληροφορίας». Σ’ αυτό υπάρχει μεταξύ των άλλων και το κονδύλιο: «Ψηφιοποίηση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, 499.998 ευρώ» (τα γράφει αυτά η κ. Μαρία Θέρμου ή Θερμού). Ρώτησα κι έμαθα φυσικά πως «Μιζ- αν πλι» είναι τεχνική κομμώσεως γυναικών κάτι προς το σγουρό και «Συν Μπότοξ» τεχνική τσιτώσεως του δέρματος γυναικών επί το πλείστον.
Ερωτάται, χωρίς να περιμένουμε και απάντηση (στους δημόσιους και δημοτικούς χώρους έχουν μελετήσει καλά την «Τέχνη της σιωπής» του Αββά Ντινουάρ), έτσι για την ιστορία, ο νέος ισχυρός άνδρας των τοπικών γραμμάτων όπως τον προσδιόρισε το Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης, ως πρόεδρο των Δ.Σ., της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και του ΙΝΒΑ (αλήθεια σε ποιά νομική και λειτουργική αφασική κατάσταση διατελεί άραγε το εν λόγω καθίδρυμα): έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων αυτών ίσως κι άλλων και τι απάντησε;
Αν δεν έλαβε, τώρα που έλαβε τι έχει ν’ απαντήσει όχι στις διαφαινόμενες κι υπονοούμενες, λεκτικές, δημοσιογραφικές κακοήθειες, αλλά στην κοινωνία της πόλης; Τι έγινε με εκείνο το πρόγραμμα «ψηφιοποίησης»; Που βρίσκεται και πότε ο συμπολίτης στην Κοζάνη ή ο πολίτης στη χώρα της γνώσης, θα μπορεί, κι αν ποτέ μπορέσει, να ανοίξει από το σπίτι του τον Η/Υ και να επωφεληθεί των γνώσεων εκείνων των οποίων η πολύ-ευρη «Κοινωνία της Πληροφορίας» θα του προσφέρει. Κάτι τέτοια λέγαν άλλωστε στην έναρξη του προγράμματος.
Επειδή ήδη διοικεί ένα χρόνο τα τοπικά γράμματα, μήπως μπορεί να γίνει πιό σαφής, αναλυτικός και με λεπτομέρειες (άνθρωποι που εργάστηκαν, εταιρείες χρήματα, έργο που έγινε κ.λπ.), κι όχι με γενικότητες (που δηλώνουν εσκεμμένη άγνοια ή για να θολώνουν τα νερά), τι έγινε μ’ αυτή την ιστορία; Για να μην αφήνεται να αιωρείται ότι κάτι το σκανδαλώδες υπάρχει, κι είναι πολύ εύκολοι αυτοί οι επιθετικοί προσδιορισμοί την σήμερον. Για να φυλάξει και τα νώτα και τα ώτα του από τυχόν κακές λέξεις και μπλέξεις. Δεν ξέρω βέβαια αν κατανόησε πως διοικεί το πολυτιμότερο κομμάτι της πόλεως του παρελθόντος και του μέλλοντος· αλλά του παρόντος;
Ας αφήσει τις «Λέσχες ανάγνωσης» για τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία όπως και τα «κομμάτια» δράσεων που θέλει να μοιράσει δίκην ευμεγέθους τραχανόπιττας σε δικαίους κι αδίκους. Είναι μεγάλος και σοβαρός άνθρωπος κι έχει πολύ σημαντικό ρόλο, αν δεν κατάλαβε, να διακονήσει στη θέση που του εμπιστεύτηκαν.
Κοζάνη, Αγίου Αθανασίου 2008
Μεθ’ υπολήψεως
Β.Π.Καραγιάννης
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008
Εορταστικά και αυτο-επικριτικά
ΕΟΡΤΙΟΣ ΑΦΗΓΗΣΗ
Ματαιοσπουδαρχίας, ματαιοπονίας, ματαιοδοξίας κι αδολεσχίας, υπότροπος κατ’ εξακολουθησιν
Του Β.Π. Καραγιάννη
-Καλά δεν έχεις άλλη δουλειά να κάμεις κι ασχολείσαι κατ’ εξακολούθησιν κι υποτροπήν “με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας», δηλονότι με το σχολιασμό των επώνυμων, σοβαρών αλλά πρωτίστως ασόβαρων, τοπικών προσώπων και διαπραγμάτων;
- Εχω!...
Να ξαναδιαβάσω λ.χ., μάλλον να πρωτοδιαβάσω ολοκληρωμένα κι ώριμα, το Δ. Σολωμό στην έκδοση της Στιγμής που επιμελείται ο ομ. καθ. φιλολογίας Ηρακλείου, κ. Στυλιανός Αλεξίου τον οποίο, προβλεπτικός και διορατικός, όπως σε όλα του, ο Δήμος Κοζανιτών, τον ετίμησε ζώντα, δια ονοματοθεσίας σε δρόμο του συνοικισμού Πλατάνια. (Που τον ήξεραν οι αθεόφοβοι;)
***
Ισως να το έλεγε, μήπως το είπε, δηλαδή το έγραψε στις επιστολές του, στον Αλεξ. Παπαδιαμάντη, ο πατήρ του Οικονόμος Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας δηλαδή σφιχτός στη διαχείριση των οικονομικών, οικογενειακών ζητημάτων, καλός καγαθός λευίτης στη διακονία της πίστης των κατοίκων της νήσου Σκιάθου. Αλλωστε, τα ‘βγαζε εκ των περιστάσεων δύσκολα, καθότι πολυφαμελίτης κι ήθελε τον μορφωμένο κανακάρη του κάπως εργαζόμενο εκεί στης Αθήνας, της νέας Βαβυλώνας, τα ιατρεία-διαφθορεία. Τουλάχιστον τον επιούσιόν του! Σίγουρα όμως το σκεφτόταν. Κι Αυτός έγραφε, έγραφε μετέφραζε, έψελνε, έπινε, εζούσε όπως όπως, καθώς οι περιθωριακοί, οι φοβισμένοι της ζωής, οι δειλοί, οι άτολμοι· αλλά εν τω μεταξύ δημιουργούσε, χωρίς να το γνωρίζει ο τάλας, για όλους μας, για τους τότε, τους σήμερα, τους αεί γνώστες κι αναγνώστες του. ‘Η μήπως αυτό το έγραφε, αυτοσαρκαζόμενος, ο ίδιος ο Ππδ., για την απελπιστική καθημερινότητα που περνούσε κοιταγμένη στο βιωμένο του χρόνο αλλά και στη συνέχειά του, μιας και καθόλου δεν ήταν βέβαιος για την αιωνιότητα του έργου του, που για αυτόν ήταν μόνο το μέσον για τον επιούσιο αγώνα ύπαρξης.
Δεν νιώθω προφανώς του αυτού διαμετρήματος ουδέ τα κορδόνια της λογοτεχνικής του αιωνιότητας μπορώ να λυνω-δένω.
Ηθελα να πω στην καθόλου υποθετική ερώτηση της αρχής του παρόντος, πως ναι έχω κι άλλες δουλειές αλλά και δουλείες να κάνω και να υποστώ. Αυτό όμως δεν με απαλλάσσει της αμαρτωλής έξεως να ενδιατρίβω σε φαινόμενα του καθημέρας βίου, που εγγίζουν στην σοβαρότητά τους, το πρώτο διαπίστευμα, αδοκίμως έστω. Νάτην κι η ηθελημένη σεμνοτυφία και ο αυτοοικτιρμός που ‘ναι μια συνθήκη όχι ασυνήθιστη στους κύκλους των περι-διαγραμμάτου όντων.
Η σχολιογραφική, ας μη την ονομάσουμε συγγραφική, εφήμερη ματαιοπονία, που δεν αφίσταται της ματαιοσπουδαρχίας αλλά και μιας κάποιας ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κατάντησε μια εθελούσια σύμβαση προσχώρησης προς το ανωφελές της ιστορίας. Αυτή συνήθως παραπέμπει, για να στηρίξει τα λεγόμενα της σε άλλους, σε τρίτους, σε τέταρτους. Ψάχνει, βέβαια και τώρα να βρει ένα δύο επιχειρήματα, να δικαιολογηθεί ενώπιον εαυτής κι αλλήλοις. Σ’ εκείνους δηλαδή που με καλή προαίρεση και διάθεση, ως οι καλόπιστοι τρίτοι σε ημινόμιμες συναλλαγές, τους μελετούν στις σελίδες του τοπικού τύπου. Τα κείμενα δημοσιεύονται σε όλες τις εφημερίδες, σαν κομματικές προκηρύξεις ή ανακοινώσεις της Ν. Αυτοδιοίκησης λ.χ. περί των επιλεξίμων ειδών στην αγελαδοτροφία, στην σπορά του μαλακού ή σκληρού σίτου, ή διαγκωνίζονται στα τοπικά σάιτ των ηλεκτρονικών κόμβων ποιο θα καταλάβει το διήμερον της διαδικτυακής δημοσιότητος. Διότι είμαστε δυο, είμαστε τρεις, τέσσερις οι οιονεί κήνσορες και κλητήρες του μάταιου λόγου, που πήραμε εργολαβικά αλλά με ζημία (το αζημίωτο ανήκει και μας περιμένει στη σφαίρα του απρόσιτου κόσμου των ιδεών και των ηθικών αμοιβών και της εξ αυτού υστεροφημίας) άλλος να σώσει και καλά τον κόσμο εν θρησκείες, προσευχές, μετάνοιες κι ελεημοσύνες, άλλος να συν-σαρκάσει αυτόν εν εξουσίες κυρίως κι άλλος να καταδιασκεδάσει αυτούς εν τοις ακατασχέτοις προσωπικές και ... λαογραφικές αδολεσχίες.
Ας γίνουμε πιο σαφής στην ήδη αοριστία μας.
Α. Οι άρχοντες κι οι συνάρχοντες κάθε υφής και αποχρώσεως είναι μια εύκολη σχολιογραφική υπόθεση για όποιον θέλει να περάσει την ώρα του σχολιο-διασκεδάζοντας. Αποτελούν εν ασκήσει και αθλήσει μια ακένωτη δεξαμενή έως και σπαρταριστών επεισοδίων στα οποία πρωταγωνιστούν. Για να μην τους αδικούμε τους ανθρώπους, δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί τους οποίους περνούμε από διάφορα κόσκινα, διυλίζοντάς τους- επί το πλείστον μας έχουν γραμμένους κανονικά- δεν αξίζουν σαν άτομα στη ζωή και στους ρόλους τους; Πιστεύω, όμως πως μόλις ντύνονται τη λεοντή της αρχής και της εξουσίας γίνονται άλλοι άνθρωποι, ευεπίφοροι σε κάθε ευτέλεια λόγου και πράξης. Μετέρχονται ή υπακούουν και σε ό,τι γελοίο μπορεί να σοφιστεί η εκδικητικότητα του ανήμπορου πολίτη, για να τιμωρήσει στο πρόσωπό τους την κατάσταση γενικώς.
Β. Οι μόλις παραπάνω επειδή για να παίξουν τους ρόλους τους πληρώνονται από τον κόσμο, το λαό, όλους μας, νομίζουμε πως έχουμε δικαίωμα να ασκούμε εναντίον τους λόγους κρίσης και κατάκρισης. Οφείλουν να τον δέχονται καλόπιστα όσον καιρό πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η εκλογή του (κι ακόμα χειρότερα η επιλογή του) τον δικαιώνει μόνιμα και τον απαλλάσσει κάθε ψόγου, πολύ δε περισσότερο εκείνοι οι «τα φαιά φορούντες και περί την ηθική λαλούντες», οι οποίοι ενώ ισχυρίζονται πως επιλέγονται ελέω Θεού και αγίου Πνεύματος (δικαίως αφού το εν εκ της Τρισυποστάτου θεότητος ασχολείται με τις αρχαιρεσίες τους), εν τούτοις τους πληρώνει όχι η τράπεζα του αγίου Πνεύματος των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά οι ασύδοτα κερδοφόρες ελληνικές τράπεζες, σε βάρος όλων, πιστών κι απίστων. Ολοι τους είναι άψογοι επαγγελματίες στο είδος τους και θέλουν να κάνουν, και καλά κάνουν, τη ζωή τους, όσο καλύτερη μπορούν κι όσον χρόνο περισσότερο, δύνανται. Δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο γήινο ή υπεργήινο. Εντελώς ανθρώπινα, εξηγημένα (κι ευλογημένα, απ’ αυτούς) πράγματα.
Αλιεύω πάραυτα κάποια συμβάντα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου τα οποία ανήκουν στην υπό εξέτασιν κατηγορία των «αχρήστων».
Τις προάλλες πήρε τ’ αυτί μου (μήπως από τον κ. Νομάρχη;) σε μια διασκεδαστική ομήγυρη εμπόρων και δημοσιογράφων πως: «ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός σχεδόν ξεκίνησε από την Κοζάνη και με τα καραβάνια πήγε στην κεντρική Ευρώπη μεγαλούργησε, διέπρεψε, διαδόθηκε και γύρισε πίσω». Κάτι τέτοιο. Κανείς από την «τοπική δημοσιογραφική, μόνιμα πειναλέα, κρίσιμη μάζα» (συνεχώς τραπεζώνεται από τους υπό ιδιοτελή αυλο-βλακο-κολακείαν χρήστες τους -διετέλεσα κι εγώ κάποτε πειναλέως συνδαιτήμων του αείποτε ευλαβούς βουλευτού, και δυστυχούς πολιτευτού κ. Ρούλη Κοκελίδου-) είπε τι, και τι να πει, αφού το πλείστον τους στην παχυλή μη γνώση πάντων κολυμπούν· κι είναι η συντεχνία που ενετάχθη ασφαλιστικά στην κατηγορία των επιστημόνων και συν-απεργεί κατά καιρούς μ’ αυτούς! Τι είναι αυτά που φορές ξεφεύγουν από το έρκος των οδόντων των επωνύμων; Δεν είναι η άγνοια αλλά η ευκολία με την οποία δίδεται στο κοινό το κενό της σκέψης. Η νοσογόνα αυτή κατάσταση ενδημεί στις «ανώτερες» δημόσιες τάξεις κι επιδεικνύεται με τόση έμφαση και συχνότητα ως σημαία και σήμα κατατεθέν της ημιμαθείας, μητέρας πάσης εν γράμμασι, παθήσεως.
-Μυστήριον ξένον!
Ακουσα εσχάτως, ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος Α πρ. «Προς της Ερήμου πολίτης»)
«Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης τω λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού. Δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα».
Τις ανακρίβείες στο ιστορικό και ...σωστικό πεδίο και την εξ αυτού τούτου ασχετοσύνη του συντάξαντος το τροπάριο, αποδείξαμε σε προηγούμενη επιφυλλίδα στο «Θάρρος» του νυν Δεκεμβρίου. Αλλο είναι τώρα το θέμα.
Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωήλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας.
Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα.
Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του.
«Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα».
Το έχουν ανάγει σε ναρκισσιστική φάμπρικα οι τοπικοί αρχιεπίσκοποι να εισάγουν νέα τροπάρια των αγίων που προστατεύουν την πόλη τους, κυρίως στις ημέρες της δόξης τους, λες και δεν τους έφτανε το ειδικό του αγίου, αναγνωρισμένο κι ευλογημένο πανταχόθεν. («Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος…»). Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούν να επιβεβαιώνουν, όμως, τη δική τους επικυριαρχία στους πιστούς στο Θεό αλλά εν εκκλησίες υπηκόους τους, ότι εδώ γίνεται κάτι το εντελώς θεοτικό και σπουδαίο σε και(ε)νοτομία κ.λπ.
Πριν από χρόνια η ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης, μετά την ενοποίηση του Ολυμπιακού και του Μακεδονικού το 1964, είχε πλέον κοινό ύμνο, όπως είθισται σ’ αυτά τα ομαδικά, θορυβώδη κι εξαιρετικώς υβριστικά προς τα θεία, σπορ.
Κοζάνη τηνέ λένε
την ομάδα του Βορρά
που θα φέρει στη Κοζάνη
πρωταθλήματα πολλά ...κλπ.
(Στον βίο της διέπρεψε όντως, αλλά στα πρωταθλήματα Γ’ ερασιτεχνικής και λίγο πιο κάτω Δ’ ας πούμε, εκεί που συν-αγωνίζονταν, αυτή η Δημοτική ΠΑΕομάδα στις μέρες μας, με τις ομάδες των κοινοτήτων με τις οποίες συνέπηξε στη συνέχεια τη Δημοτική Καποδιστριακή Ομάδα).
Κανείς τότε από την πόλη δεν διανοήθηκε να επιβάλει αυτόν στις ποδοσφαιρικές ομάδες των χωριών του νομού να «λέγετος» με όλη την τέχνη της κακοφωνίας που διαθέτουν οι συνήθως βραχνιασμένοι κι οξύθυμοι οπαδοί τους, και μόνο γιατί ήταν ο ύμνος της πρωτεύουσας ποδοσφαιρικής πόλης. Λ.χ. στον Κένταυρο Πρωτοχωρίου, στον Μέγα Αλέξανδρο Λευκοπηγής, ή την ...Δόξα Δράμας Αγίας Παρασκευής, μιλώ για τις ομάδες που γνωρίζω, καθότι σ’ αυτές ποδοσφαιρο-ανδρώθηκα, όπως καλή ώρα επιχειρείται να επιβληθή από την μητρόπολη εκκλησία στις εκκλησίες των κοινοτήτων και σε βάρος του τοπικών αγίων, οι οποίοι πιστεύω ότι θα ενοχλούνται σφόδρα απ’ αυτήν την ψαλτική εισπήδηση. Βέβαια οι πλείστοι εφημέριοι έχουν γραμμένη κανονικά αυτήν την οδηγία, στα παλιότερα των υποδημάτων τους, ίσως κι αλλού, καθότι φοβούνται και την οργή του άϋλου μεν, αλλά πραγματικού, πολιούχου αγίου τους, ο οποίος με το δίκιο του οργίζεται από αυτό τον αθεολόγητο κι αθέμιτο ανταγωνισμό.
Κάποια χωριά και κώμες έχουν μέχρι και δικό τους του ύμνο. Ακουσα το «Μαρς» του Βελβεντού, χαριέστατο, σε στίχους του εγχώριου ποιητού Ν. Φυλακτού. Η αρχαία πόλις της Αιανής, της οποίας δεν διασώθηκε ο εθνικός της ύμνος τότε, στα νεότερα χρόνια την τραγούδησε ο αείμνηστος Τ. Γκατζόφλιας (Εκτελούντε πάσε μεταφορέ με τρίκυκλο, ομοίως και λαϊκά λυπυτερά και μη άσματα), με την μονομελή, συνήθως μπουζουκική μουσική του ύπαρξη (κάποιες φορές είχε κι ένα τυμπανιστή κι άλλοτε μια ντιζέζ ξέχειλη στήθους), τα κυριακάτικα απογεύματα στις αυτοσχέδιες ταβέρνες στα χωριά της Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, ως: «Αιανή Αιανή έχεις καλό τυρί». Δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα αρχαία της γιατί τότε σίγουρα θα την τραγωδούσε ως «Αιανή, Αιανή με το αρχαίο το πολύ». Αλλά και το τυρί δεν ήταν λίγο για την αρχαία πόλη, αφού στον κτηνοτροφικό τομέα την συναγωνίζονταν η όμορος Ροδιανή (σήμερα είναι η συμπρωτεύουσα του ευρύτερου Δήμου Αιανής) και φυσικά στους καιρούς μας την ξεπέρασε αφού διατηρεί σύγχρονο τυροκομείο, ο Ντίντσκος, έχει δε περιπλέον και ναϋδριον στη μνήμη του αγίου Μόδεστου, προστάτη των μικρών και μεγάλων κατοικίδιων ζώων: βόδια, γελάδια, πρόβατα, γίδια, γομάρια κ.λπ. στις 15 Δεκεμβρίου προσέρχονται, έλλογα και άλογα, κι επιδίδονται σε πανύχιους εσπερινούς μετά γλυκυτάτων ψαλμών και τρυφερών ογκανημάτων.
Επίσης η Πρωτεύουσα πόλη Κοζάνη που δεν ηξιώθει του Δημαρχείου εισέτι, δεν επέβαλε στα χωριά να άδεται καλλίφωνα ο δικός της ύμνος: «Της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά...» που κάποτε τον άκουγα στην έναρξη του προγράμματος του Ρ/Σ της τοπικής ΥΕΝΕΔ και τώρα επιβιώνει μόνον στο οπισθόφυλλο του ετήσιου «Δυτικομακεδονικού Ημερολογίου» που εκδίδει η οικογένεια Αν. Μπέλλου.
Ούτε κι εδώ επιχειρήθηκε ακόμα κι όταν η πόλη αιχμαλώτισε δια του «Καποδίστρια» τα γύρωθεν χωριά της και τα ‘φερε στο δικό της δημοτικό μαντρί.
Παρ’ όλα αυτά.
«Καρδία του χειμώνος Χριστούγεννα, Αις Βασίλης, Φώτα...» (2)
Είμαστε μία πόλη με σπουδαίο εμπορικό και διασκεδαστικό παρελθόν και παρόν στην οποία ο νιάημερος και οι αποκριές, βρέξει χιονίσει (Πάσχα- Χριστούγεννα), μας συνέχουν και μας διαπερνούν σε όλες τις εκδηλώσεις. Φέτος οι δημοτικές κι εμπορικές αρχές έφεραν μια βάρκα-κούνια (η λεγόμενη κούνια που τους κούναγε), μεγάλη σαν γαλέρα (κι ως γνωστόν πρέπει να ‘σαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα), με πειρατές ζωγραφισμένους κι έτοιμους να διασπαράξουν τους καταναλωτές της πόλης, και ένα κύκλω περιφερόμενω καρουζέλ οχημάτων και το έστησαν στην πλατεία. Δεν μας φτάνουν οι μόνιμες ρυπαρές καταλήψεις του ελεύθερου χώρου, από τις κάθε είδους κινητικές ή ακίνητες αηδίες των περιπτέρων! Ετσι είπαν να μας διασκεδάσουν τις μέρες των εορτών. Τα παιδιά ανεβαίνουν, δωρεάν, στη μεγάλη βάρκα χωρίς κουπιά και πανιά και λάμνουν προς το πέρα δώθε του πουθενά. Οπως η πόλη κι η χώρα που λάμνει χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, δίχως έρμα και σε μια διαρκή, εορταστική, τριφηλή μακαριότητα κι αργία, παχαίνει.
Όμως την προπαραμονή των Χριστουγέννων η μεικτή χορωδία Ελίμεια (μαέστρος ο κ. Παφίλης κι ένας ακορδεονίστας τους συνόδευε), στον δημοτικό Αχυρώνα που χτίστηκε στην πλατεία για να θυμίζει Εκείνον («Είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό/αμελημένο, κι οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό» Τ. Παπατσώνης «Στο βουνό των ελάτων λίγο πριν από τα Χριστούγεννα»), μας θύμισε πως έχουμε εντελώς Χριστούγεννα και πνευματικά με ύμνους απ’ όλη την παγκόσμια μουσική φιλολογία κι όχι μόνον τη Βυζαντινή («Ευφραίνεσθε δίκαιοι ουρανοί αγαλλιάσθε…). Την παραμονή, την ωραιότερη μέρα του χρόνου («Είσαι ωραία σαν την παραμονή των Χριστουγέννων»), η Πανδώρα στα κόκκινα, μπροστά από μια Φάτνη κι ένα …έλκηθρο (τέλος πάντων) παιάνισε τα τραγούδια της μέρας, διαχέοντας παντού τόνους τους τόνους της νοσταλγίας. Το «Χιόνια στο καμπαναριό» με κάνει ακόμα και κλαίω. Τον πεζόδρομο δε διέρχονταν όμιλοι σοβαρών, μαυροντυμένων με τα λάβαρα τους, οι σύλλογοι ποντίων και μικρασιατών, οι μόνοι εκπαιδευμένοι στις παραδόσεις και την ιστορία τους, που έλεγαν τα τόσο ωραία τους κάλαντα.
***
Επειδή για μη ευρυχωρία των δημοσίων αισθημάτων διακρίνομαι, εκ τούτου χρησιμοποιώ ευχές και λόγια τρίτων για να ευχηθώ. Αντιγράφω την κάρτα που έλαβα από τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης που δείχνει να ξεχωρίζει από όλες τις άλλες για το μήκος της ευαισθησίας, το πλάτος του λυρισμού και το βάθος του νοήματος (άλλωστε τι Σύνδεσμος Γραμμάτων θα ήταν;).
«Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα και τα ελπιδοφόρα μηνύματα που θα διαλαλήσουν χαρμόσυνα οι χρυσόφωνες καμπάνες ας γεμίσουν την ψυχή μας με χαρά και αγαλλίαση, ελπίδα και αγάπη και ας ευχηθούμε να φθάσουν σε ολόκληρη την οικουμένη ώστε το Πανανθρώπινο αξίωμα της Αδελφότητας να κατακτήσει τις καρδιές μας, να γίνει το πύρωμα του νου και οδηγός των ανθρωπίνων πράξεων». Μήπως βέβαια ν’ αρκεστούμε σ’ ότι επισημαίνει ο Μπόρχες που το σκέφτηκαν κι οι Τσέστερτον και Ουίτμαν, «πως αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ότι υπάρχουμε είναι τόσο μεγαλειώδες, ώστε καμιά κακοτυχία δεν πρέπει να μας αποδεσμεύει από την οφειλή κάποιας εγκόσμιας ευγνωμοσύνης».
-Αμήν…
Σημειώσεις
1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Εξάντας, είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;
2. Αλ. Ππδ. «Ερωτας στα χιόνια»
Ματαιοσπουδαρχίας, ματαιοπονίας, ματαιοδοξίας κι αδολεσχίας, υπότροπος κατ’ εξακολουθησιν
Του Β.Π. Καραγιάννη
-Καλά δεν έχεις άλλη δουλειά να κάμεις κι ασχολείσαι κατ’ εξακολούθησιν κι υποτροπήν “με πράγματα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας», δηλονότι με το σχολιασμό των επώνυμων, σοβαρών αλλά πρωτίστως ασόβαρων, τοπικών προσώπων και διαπραγμάτων;
- Εχω!...
Να ξαναδιαβάσω λ.χ., μάλλον να πρωτοδιαβάσω ολοκληρωμένα κι ώριμα, το Δ. Σολωμό στην έκδοση της Στιγμής που επιμελείται ο ομ. καθ. φιλολογίας Ηρακλείου, κ. Στυλιανός Αλεξίου τον οποίο, προβλεπτικός και διορατικός, όπως σε όλα του, ο Δήμος Κοζανιτών, τον ετίμησε ζώντα, δια ονοματοθεσίας σε δρόμο του συνοικισμού Πλατάνια. (Που τον ήξεραν οι αθεόφοβοι;)
***
Ισως να το έλεγε, μήπως το είπε, δηλαδή το έγραψε στις επιστολές του, στον Αλεξ. Παπαδιαμάντη, ο πατήρ του Οικονόμος Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας δηλαδή σφιχτός στη διαχείριση των οικονομικών, οικογενειακών ζητημάτων, καλός καγαθός λευίτης στη διακονία της πίστης των κατοίκων της νήσου Σκιάθου. Αλλωστε, τα ‘βγαζε εκ των περιστάσεων δύσκολα, καθότι πολυφαμελίτης κι ήθελε τον μορφωμένο κανακάρη του κάπως εργαζόμενο εκεί στης Αθήνας, της νέας Βαβυλώνας, τα ιατρεία-διαφθορεία. Τουλάχιστον τον επιούσιόν του! Σίγουρα όμως το σκεφτόταν. Κι Αυτός έγραφε, έγραφε μετέφραζε, έψελνε, έπινε, εζούσε όπως όπως, καθώς οι περιθωριακοί, οι φοβισμένοι της ζωής, οι δειλοί, οι άτολμοι· αλλά εν τω μεταξύ δημιουργούσε, χωρίς να το γνωρίζει ο τάλας, για όλους μας, για τους τότε, τους σήμερα, τους αεί γνώστες κι αναγνώστες του. ‘Η μήπως αυτό το έγραφε, αυτοσαρκαζόμενος, ο ίδιος ο Ππδ., για την απελπιστική καθημερινότητα που περνούσε κοιταγμένη στο βιωμένο του χρόνο αλλά και στη συνέχειά του, μιας και καθόλου δεν ήταν βέβαιος για την αιωνιότητα του έργου του, που για αυτόν ήταν μόνο το μέσον για τον επιούσιο αγώνα ύπαρξης.
Δεν νιώθω προφανώς του αυτού διαμετρήματος ουδέ τα κορδόνια της λογοτεχνικής του αιωνιότητας μπορώ να λυνω-δένω.
Ηθελα να πω στην καθόλου υποθετική ερώτηση της αρχής του παρόντος, πως ναι έχω κι άλλες δουλειές αλλά και δουλείες να κάνω και να υποστώ. Αυτό όμως δεν με απαλλάσσει της αμαρτωλής έξεως να ενδιατρίβω σε φαινόμενα του καθημέρας βίου, που εγγίζουν στην σοβαρότητά τους, το πρώτο διαπίστευμα, αδοκίμως έστω. Νάτην κι η ηθελημένη σεμνοτυφία και ο αυτοοικτιρμός που ‘ναι μια συνθήκη όχι ασυνήθιστη στους κύκλους των περι-διαγραμμάτου όντων.
Η σχολιογραφική, ας μη την ονομάσουμε συγγραφική, εφήμερη ματαιοπονία, που δεν αφίσταται της ματαιοσπουδαρχίας αλλά και μιας κάποιας ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κατάντησε μια εθελούσια σύμβαση προσχώρησης προς το ανωφελές της ιστορίας. Αυτή συνήθως παραπέμπει, για να στηρίξει τα λεγόμενα της σε άλλους, σε τρίτους, σε τέταρτους. Ψάχνει, βέβαια και τώρα να βρει ένα δύο επιχειρήματα, να δικαιολογηθεί ενώπιον εαυτής κι αλλήλοις. Σ’ εκείνους δηλαδή που με καλή προαίρεση και διάθεση, ως οι καλόπιστοι τρίτοι σε ημινόμιμες συναλλαγές, τους μελετούν στις σελίδες του τοπικού τύπου. Τα κείμενα δημοσιεύονται σε όλες τις εφημερίδες, σαν κομματικές προκηρύξεις ή ανακοινώσεις της Ν. Αυτοδιοίκησης λ.χ. περί των επιλεξίμων ειδών στην αγελαδοτροφία, στην σπορά του μαλακού ή σκληρού σίτου, ή διαγκωνίζονται στα τοπικά σάιτ των ηλεκτρονικών κόμβων ποιο θα καταλάβει το διήμερον της διαδικτυακής δημοσιότητος. Διότι είμαστε δυο, είμαστε τρεις, τέσσερις οι οιονεί κήνσορες και κλητήρες του μάταιου λόγου, που πήραμε εργολαβικά αλλά με ζημία (το αζημίωτο ανήκει και μας περιμένει στη σφαίρα του απρόσιτου κόσμου των ιδεών και των ηθικών αμοιβών και της εξ αυτού υστεροφημίας) άλλος να σώσει και καλά τον κόσμο εν θρησκείες, προσευχές, μετάνοιες κι ελεημοσύνες, άλλος να συν-σαρκάσει αυτόν εν εξουσίες κυρίως κι άλλος να καταδιασκεδάσει αυτούς εν τοις ακατασχέτοις προσωπικές και ... λαογραφικές αδολεσχίες.
Ας γίνουμε πιο σαφής στην ήδη αοριστία μας.
Α. Οι άρχοντες κι οι συνάρχοντες κάθε υφής και αποχρώσεως είναι μια εύκολη σχολιογραφική υπόθεση για όποιον θέλει να περάσει την ώρα του σχολιο-διασκεδάζοντας. Αποτελούν εν ασκήσει και αθλήσει μια ακένωτη δεξαμενή έως και σπαρταριστών επεισοδίων στα οποία πρωταγωνιστούν. Για να μην τους αδικούμε τους ανθρώπους, δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί τους οποίους περνούμε από διάφορα κόσκινα, διυλίζοντάς τους- επί το πλείστον μας έχουν γραμμένους κανονικά- δεν αξίζουν σαν άτομα στη ζωή και στους ρόλους τους; Πιστεύω, όμως πως μόλις ντύνονται τη λεοντή της αρχής και της εξουσίας γίνονται άλλοι άνθρωποι, ευεπίφοροι σε κάθε ευτέλεια λόγου και πράξης. Μετέρχονται ή υπακούουν και σε ό,τι γελοίο μπορεί να σοφιστεί η εκδικητικότητα του ανήμπορου πολίτη, για να τιμωρήσει στο πρόσωπό τους την κατάσταση γενικώς.
Β. Οι μόλις παραπάνω επειδή για να παίξουν τους ρόλους τους πληρώνονται από τον κόσμο, το λαό, όλους μας, νομίζουμε πως έχουμε δικαίωμα να ασκούμε εναντίον τους λόγους κρίσης και κατάκρισης. Οφείλουν να τον δέχονται καλόπιστα όσον καιρό πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η εκλογή του (κι ακόμα χειρότερα η επιλογή του) τον δικαιώνει μόνιμα και τον απαλλάσσει κάθε ψόγου, πολύ δε περισσότερο εκείνοι οι «τα φαιά φορούντες και περί την ηθική λαλούντες», οι οποίοι ενώ ισχυρίζονται πως επιλέγονται ελέω Θεού και αγίου Πνεύματος (δικαίως αφού το εν εκ της Τρισυποστάτου θεότητος ασχολείται με τις αρχαιρεσίες τους), εν τούτοις τους πληρώνει όχι η τράπεζα του αγίου Πνεύματος των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά οι ασύδοτα κερδοφόρες ελληνικές τράπεζες, σε βάρος όλων, πιστών κι απίστων. Ολοι τους είναι άψογοι επαγγελματίες στο είδος τους και θέλουν να κάνουν, και καλά κάνουν, τη ζωή τους, όσο καλύτερη μπορούν κι όσον χρόνο περισσότερο, δύνανται. Δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο γήινο ή υπεργήινο. Εντελώς ανθρώπινα, εξηγημένα (κι ευλογημένα, απ’ αυτούς) πράγματα.
Αλιεύω πάραυτα κάποια συμβάντα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου τα οποία ανήκουν στην υπό εξέτασιν κατηγορία των «αχρήστων».
Τις προάλλες πήρε τ’ αυτί μου (μήπως από τον κ. Νομάρχη;) σε μια διασκεδαστική ομήγυρη εμπόρων και δημοσιογράφων πως: «ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός σχεδόν ξεκίνησε από την Κοζάνη και με τα καραβάνια πήγε στην κεντρική Ευρώπη μεγαλούργησε, διέπρεψε, διαδόθηκε και γύρισε πίσω». Κάτι τέτοιο. Κανείς από την «τοπική δημοσιογραφική, μόνιμα πειναλέα, κρίσιμη μάζα» (συνεχώς τραπεζώνεται από τους υπό ιδιοτελή αυλο-βλακο-κολακείαν χρήστες τους -διετέλεσα κι εγώ κάποτε πειναλέως συνδαιτήμων του αείποτε ευλαβούς βουλευτού, και δυστυχούς πολιτευτού κ. Ρούλη Κοκελίδου-) είπε τι, και τι να πει, αφού το πλείστον τους στην παχυλή μη γνώση πάντων κολυμπούν· κι είναι η συντεχνία που ενετάχθη ασφαλιστικά στην κατηγορία των επιστημόνων και συν-απεργεί κατά καιρούς μ’ αυτούς! Τι είναι αυτά που φορές ξεφεύγουν από το έρκος των οδόντων των επωνύμων; Δεν είναι η άγνοια αλλά η ευκολία με την οποία δίδεται στο κοινό το κενό της σκέψης. Η νοσογόνα αυτή κατάσταση ενδημεί στις «ανώτερες» δημόσιες τάξεις κι επιδεικνύεται με τόση έμφαση και συχνότητα ως σημαία και σήμα κατατεθέν της ημιμαθείας, μητέρας πάσης εν γράμμασι, παθήσεως.
-Μυστήριον ξένον!
Ακουσα εσχάτως, ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος Α πρ. «Προς της Ερήμου πολίτης»)
«Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης τω λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού. Δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα».
Τις ανακρίβείες στο ιστορικό και ...σωστικό πεδίο και την εξ αυτού τούτου ασχετοσύνη του συντάξαντος το τροπάριο, αποδείξαμε σε προηγούμενη επιφυλλίδα στο «Θάρρος» του νυν Δεκεμβρίου. Αλλο είναι τώρα το θέμα.
Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωήλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας.
Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα.
Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του.
«Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα».
Το έχουν ανάγει σε ναρκισσιστική φάμπρικα οι τοπικοί αρχιεπίσκοποι να εισάγουν νέα τροπάρια των αγίων που προστατεύουν την πόλη τους, κυρίως στις ημέρες της δόξης τους, λες και δεν τους έφτανε το ειδικό του αγίου, αναγνωρισμένο κι ευλογημένο πανταχόθεν. («Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος…»). Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούν να επιβεβαιώνουν, όμως, τη δική τους επικυριαρχία στους πιστούς στο Θεό αλλά εν εκκλησίες υπηκόους τους, ότι εδώ γίνεται κάτι το εντελώς θεοτικό και σπουδαίο σε και(ε)νοτομία κ.λπ.
Πριν από χρόνια η ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης, μετά την ενοποίηση του Ολυμπιακού και του Μακεδονικού το 1964, είχε πλέον κοινό ύμνο, όπως είθισται σ’ αυτά τα ομαδικά, θορυβώδη κι εξαιρετικώς υβριστικά προς τα θεία, σπορ.
Κοζάνη τηνέ λένε
την ομάδα του Βορρά
που θα φέρει στη Κοζάνη
πρωταθλήματα πολλά ...κλπ.
(Στον βίο της διέπρεψε όντως, αλλά στα πρωταθλήματα Γ’ ερασιτεχνικής και λίγο πιο κάτω Δ’ ας πούμε, εκεί που συν-αγωνίζονταν, αυτή η Δημοτική ΠΑΕομάδα στις μέρες μας, με τις ομάδες των κοινοτήτων με τις οποίες συνέπηξε στη συνέχεια τη Δημοτική Καποδιστριακή Ομάδα).
Κανείς τότε από την πόλη δεν διανοήθηκε να επιβάλει αυτόν στις ποδοσφαιρικές ομάδες των χωριών του νομού να «λέγετος» με όλη την τέχνη της κακοφωνίας που διαθέτουν οι συνήθως βραχνιασμένοι κι οξύθυμοι οπαδοί τους, και μόνο γιατί ήταν ο ύμνος της πρωτεύουσας ποδοσφαιρικής πόλης. Λ.χ. στον Κένταυρο Πρωτοχωρίου, στον Μέγα Αλέξανδρο Λευκοπηγής, ή την ...Δόξα Δράμας Αγίας Παρασκευής, μιλώ για τις ομάδες που γνωρίζω, καθότι σ’ αυτές ποδοσφαιρο-ανδρώθηκα, όπως καλή ώρα επιχειρείται να επιβληθή από την μητρόπολη εκκλησία στις εκκλησίες των κοινοτήτων και σε βάρος του τοπικών αγίων, οι οποίοι πιστεύω ότι θα ενοχλούνται σφόδρα απ’ αυτήν την ψαλτική εισπήδηση. Βέβαια οι πλείστοι εφημέριοι έχουν γραμμένη κανονικά αυτήν την οδηγία, στα παλιότερα των υποδημάτων τους, ίσως κι αλλού, καθότι φοβούνται και την οργή του άϋλου μεν, αλλά πραγματικού, πολιούχου αγίου τους, ο οποίος με το δίκιο του οργίζεται από αυτό τον αθεολόγητο κι αθέμιτο ανταγωνισμό.
Κάποια χωριά και κώμες έχουν μέχρι και δικό τους του ύμνο. Ακουσα το «Μαρς» του Βελβεντού, χαριέστατο, σε στίχους του εγχώριου ποιητού Ν. Φυλακτού. Η αρχαία πόλις της Αιανής, της οποίας δεν διασώθηκε ο εθνικός της ύμνος τότε, στα νεότερα χρόνια την τραγούδησε ο αείμνηστος Τ. Γκατζόφλιας (Εκτελούντε πάσε μεταφορέ με τρίκυκλο, ομοίως και λαϊκά λυπυτερά και μη άσματα), με την μονομελή, συνήθως μπουζουκική μουσική του ύπαρξη (κάποιες φορές είχε κι ένα τυμπανιστή κι άλλοτε μια ντιζέζ ξέχειλη στήθους), τα κυριακάτικα απογεύματα στις αυτοσχέδιες ταβέρνες στα χωριά της Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, ως: «Αιανή Αιανή έχεις καλό τυρί». Δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα αρχαία της γιατί τότε σίγουρα θα την τραγωδούσε ως «Αιανή, Αιανή με το αρχαίο το πολύ». Αλλά και το τυρί δεν ήταν λίγο για την αρχαία πόλη, αφού στον κτηνοτροφικό τομέα την συναγωνίζονταν η όμορος Ροδιανή (σήμερα είναι η συμπρωτεύουσα του ευρύτερου Δήμου Αιανής) και φυσικά στους καιρούς μας την ξεπέρασε αφού διατηρεί σύγχρονο τυροκομείο, ο Ντίντσκος, έχει δε περιπλέον και ναϋδριον στη μνήμη του αγίου Μόδεστου, προστάτη των μικρών και μεγάλων κατοικίδιων ζώων: βόδια, γελάδια, πρόβατα, γίδια, γομάρια κ.λπ. στις 15 Δεκεμβρίου προσέρχονται, έλλογα και άλογα, κι επιδίδονται σε πανύχιους εσπερινούς μετά γλυκυτάτων ψαλμών και τρυφερών ογκανημάτων.
Επίσης η Πρωτεύουσα πόλη Κοζάνη που δεν ηξιώθει του Δημαρχείου εισέτι, δεν επέβαλε στα χωριά να άδεται καλλίφωνα ο δικός της ύμνος: «Της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά...» που κάποτε τον άκουγα στην έναρξη του προγράμματος του Ρ/Σ της τοπικής ΥΕΝΕΔ και τώρα επιβιώνει μόνον στο οπισθόφυλλο του ετήσιου «Δυτικομακεδονικού Ημερολογίου» που εκδίδει η οικογένεια Αν. Μπέλλου.
Ούτε κι εδώ επιχειρήθηκε ακόμα κι όταν η πόλη αιχμαλώτισε δια του «Καποδίστρια» τα γύρωθεν χωριά της και τα ‘φερε στο δικό της δημοτικό μαντρί.
Παρ’ όλα αυτά.
«Καρδία του χειμώνος Χριστούγεννα, Αις Βασίλης, Φώτα...» (2)
Είμαστε μία πόλη με σπουδαίο εμπορικό και διασκεδαστικό παρελθόν και παρόν στην οποία ο νιάημερος και οι αποκριές, βρέξει χιονίσει (Πάσχα- Χριστούγεννα), μας συνέχουν και μας διαπερνούν σε όλες τις εκδηλώσεις. Φέτος οι δημοτικές κι εμπορικές αρχές έφεραν μια βάρκα-κούνια (η λεγόμενη κούνια που τους κούναγε), μεγάλη σαν γαλέρα (κι ως γνωστόν πρέπει να ‘σαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα), με πειρατές ζωγραφισμένους κι έτοιμους να διασπαράξουν τους καταναλωτές της πόλης, και ένα κύκλω περιφερόμενω καρουζέλ οχημάτων και το έστησαν στην πλατεία. Δεν μας φτάνουν οι μόνιμες ρυπαρές καταλήψεις του ελεύθερου χώρου, από τις κάθε είδους κινητικές ή ακίνητες αηδίες των περιπτέρων! Ετσι είπαν να μας διασκεδάσουν τις μέρες των εορτών. Τα παιδιά ανεβαίνουν, δωρεάν, στη μεγάλη βάρκα χωρίς κουπιά και πανιά και λάμνουν προς το πέρα δώθε του πουθενά. Οπως η πόλη κι η χώρα που λάμνει χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, δίχως έρμα και σε μια διαρκή, εορταστική, τριφηλή μακαριότητα κι αργία, παχαίνει.
Όμως την προπαραμονή των Χριστουγέννων η μεικτή χορωδία Ελίμεια (μαέστρος ο κ. Παφίλης κι ένας ακορδεονίστας τους συνόδευε), στον δημοτικό Αχυρώνα που χτίστηκε στην πλατεία για να θυμίζει Εκείνον («Είδα αυτό το Αχούρι, σκοτεινό/αμελημένο, κι οσφράνθηκα και πάτησα το μαλακό σανό» Τ. Παπατσώνης «Στο βουνό των ελάτων λίγο πριν από τα Χριστούγεννα»), μας θύμισε πως έχουμε εντελώς Χριστούγεννα και πνευματικά με ύμνους απ’ όλη την παγκόσμια μουσική φιλολογία κι όχι μόνον τη Βυζαντινή («Ευφραίνεσθε δίκαιοι ουρανοί αγαλλιάσθε…). Την παραμονή, την ωραιότερη μέρα του χρόνου («Είσαι ωραία σαν την παραμονή των Χριστουγέννων»), η Πανδώρα στα κόκκινα, μπροστά από μια Φάτνη κι ένα …έλκηθρο (τέλος πάντων) παιάνισε τα τραγούδια της μέρας, διαχέοντας παντού τόνους τους τόνους της νοσταλγίας. Το «Χιόνια στο καμπαναριό» με κάνει ακόμα και κλαίω. Τον πεζόδρομο δε διέρχονταν όμιλοι σοβαρών, μαυροντυμένων με τα λάβαρα τους, οι σύλλογοι ποντίων και μικρασιατών, οι μόνοι εκπαιδευμένοι στις παραδόσεις και την ιστορία τους, που έλεγαν τα τόσο ωραία τους κάλαντα.
***
Επειδή για μη ευρυχωρία των δημοσίων αισθημάτων διακρίνομαι, εκ τούτου χρησιμοποιώ ευχές και λόγια τρίτων για να ευχηθώ. Αντιγράφω την κάρτα που έλαβα από τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης που δείχνει να ξεχωρίζει από όλες τις άλλες για το μήκος της ευαισθησίας, το πλάτος του λυρισμού και το βάθος του νοήματος (άλλωστε τι Σύνδεσμος Γραμμάτων θα ήταν;).
«Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα και τα ελπιδοφόρα μηνύματα που θα διαλαλήσουν χαρμόσυνα οι χρυσόφωνες καμπάνες ας γεμίσουν την ψυχή μας με χαρά και αγαλλίαση, ελπίδα και αγάπη και ας ευχηθούμε να φθάσουν σε ολόκληρη την οικουμένη ώστε το Πανανθρώπινο αξίωμα της Αδελφότητας να κατακτήσει τις καρδιές μας, να γίνει το πύρωμα του νου και οδηγός των ανθρωπίνων πράξεων». Μήπως βέβαια ν’ αρκεστούμε σ’ ότι επισημαίνει ο Μπόρχες που το σκέφτηκαν κι οι Τσέστερτον και Ουίτμαν, «πως αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ότι υπάρχουμε είναι τόσο μεγαλειώδες, ώστε καμιά κακοτυχία δεν πρέπει να μας αποδεσμεύει από την οφειλή κάποιας εγκόσμιας ευγνωμοσύνης».
-Αμήν…
Σημειώσεις
1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Εξάντας, είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;
2. Αλ. Ππδ. «Ερωτας στα χιόνια»
Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007
Βιβλια α' ηθικης ταξεως
Βιβλία του παγκόσμιου αισθητισμού
και βιβλία «εθνικού φρονηματισμού»
Του Β. Π. Καραγιάννη
Ετούτη την εποχή τοποθέτησα στην αναγνωστική μου φαρέτρα πολλά βέλη. Πότε θα φύγουν απ’ αυτήν είναι ένα ερώτημα στο οποίο ο χρόνος είναι μια καθοριστική παράμετρος και μου χαμογελάει, από τη γωνία του, κάπως ειρωνικά. Βρίσκομαι στο γεωγραφικό τόξο της βόρειας Ευρώπης, που το χτυπάει άγρια ο Ατλαντικός κι ο αέρας, και που ξεκινάει από τη Νορμανδία-Βρεττάνη και φτάνει μέχρι την Ολλανδία. Κοινός καιρός εκεί η υγρασία, η ομίχλη, η βροχή, το κρύο. Κοινός υποθαλάσσιος κόσμος οι ρέγκες και οι μπακαλιάροι. Η συγγραφική περίοδος ξεκινάει τον 16ο αι. και φτάνει στο σήμερα. Μερικά απ’ αυτά τα βιβλία έχουν αφήσει εποχή στην εποχή τους, διέσχισαν τις ενδιάμεσες κι έφτασαν στην σημερινή. Με τα βιβλία αυτά βρίσκομαι τον τελευταίο καιρό, σε μια σχέση βιωματικής έντασης, αναγνωστικής έξαψης και οικειότητας και κάποτε σ’ αντιπαλότητα. Είναι ογκώδη, δυσκολοδιάβαστα κι αναγκαστικά σε υποχρεώνουν σε ανάγνωση διακοπτόμενη. Κάτι σαν συνουσία διακεκομμένη, που λεν! (1). Τα αρχίζεις, τα παρατάς, τα συνεχίζεις, τα ξεχνάς και πάλι απ’ την αρχή. Στο μεταξύ παρεισφρέουν κι οι καθημερινές αναγνωστικές υποχρεώσεις, που ευτυχώς ξεπετιούνται στα γρήγορα· ελληνική ποίηση και μυθιστόρημα κυρίως, βιβλία που έρχονται, φιλική προσφορά από τους συγγραφείς, και πως να αρνηθείς τη διατριβή τους μ’ αυτά, ή και σαν μια εσπευσμένη αγορά τους, αφού πάσχεις κι από την ανίατη βιβλιοφιλία, η οποία συνίσταται στην αγορά και κατοχή του βιβλίου πρωτίστως, αλλά φορές σου προκύπτει και η ανάγνωση. «Η βιβλιοφιλία είναι βέβαια η αγάπη για τα βιβλία, αλλά όχι κατ’ ανάγκη για το περιεχόμενό τους.» (2).
Ετσι ήρθαν τα βιβλία: του Βασίλη Χατζηβασιλείου το «Κοιμούνται τα πράγματα μαμά;» ρηξικέλευθον και σπαρταριστό μυθιστόρημα, εκδ. Ψυχογιός· του Kώστα Ακρίβου το «ΠανΔαιμόνιο», ένα ...αμαρτωλό, κατά κάποιο τρόπο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Αγιον Ορος, εκδ. Μεταίχμιο· Γιάννη Κιουρτσάκη «Το βιβλίο του έργου και του χρόνου» κάτι σαν ένα μεγαλοφυές μυθιστόρημα για το μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος· Αργύρη Χιόνη «Περί αγγέλων και δαιμόνων» περίεργες προς το μαγικό, αφηγήσεις, εκδ. Γαβριηλίδη. Καταγινόμαστε δηλαδή με το τρόπο που πρέπει να διαβάζουμε· σύμφωνα με τη διάθεση της ψυχής και της στιγμής κι όχι με τον καταναγκασμό των σελίδων ή την μονορούφι μονο-ανάγνωση απ’ αρχής μέχρι τέλους. Ετσι γίνεται με τη μελέτη των εγχειριδίων για τις εξετάσεις κι όχι για την απόλαυση από την ανάγνωση.
Αλλά και γιατί να τα διαβάζουμε; Ας τα παρατήσουμε οριστικά κι αμετάκλητα. Δεν πρόκειται να μας επιτιμήσει, πολύ δε περισσότερο να μας τιμωρήσει κανείς, γιατί αφήσαμε ένα αγορασμένο βιβλίο, αδιάβαστο. Κι ούτε μπορείς να τα διαβάσεις κι όλα! Δεν έχω απάντηση πρόχειρη σ’ αυτό. Οταν, όμως, αφήνω στην οριστική γωνία της βιβλιοθήκης ή του πατώματος ένα βιβλίο, έχω πάντα μια κρυφή τύψη να με τύπτει με τον καιρό, γλυκά. Σαν μια ανεξερεύνητη αγάπη που άφησες και σε προσπέρασε υπακούοντας στην μοιρολατρία του Κ. Ουράνη: «Αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει...», με την λανθάνουσα παρηγοριά πως ίσως να μη άξιζε τον κόπο. Αλλά αν άξιζε;
Στο τόξο των τόπων και των βιβλίων τώρα:
1. IAIN PEARS «Το πορτραίτο. Η εκδίκηση είναι τέχνη», εκδ. Αγρα, σελ. 220. Γράφει στο εξώφυλλο: «Ένα υπέροχα γραμμένο σύντομο μυθιστόρημα, γεμάτο σασπένς για ένα ζωγράφο που οδηγήθηκε στα άκρα». Είκοσι σελίδες προ του τέλους το μόνο που δεν βρήκα ήταν το σασπένς. Κράτησα μια επιθυμία του ιδιόρρυθμου ήρωα-ζωγράφου που ζει σε μια καλύβα δίπλα στη θάλασσα της Νορμανδίας, πως θέλει να πίνει κρασί που μυρίζει μόνο χώμα και ήλιο. Που να ‘βρω ένα τέτοιο μη όντας και ζωγράφος;
2. Ρόμπερτ Μπέρτον «Η ανατομία της μελαγχολίας» εκδ. Ηριδανός σελ.641. Αντιγράφω εκ νέου: «Αν τα τρία από τα τέσσερα βιβλία που πρέπει να διαθέτει ένας Αγγλος είναι η Βίβλος, ο Σαίξπηρ και ο Τσώσερ, τέταρτο είναι απαραιτήτως η «Ανατομία της μελαγχολίας». Η περιβόητη πραγματεία που έγραψε στα τέλη της Αναγέννησης ο θεολόγος Ρ. Μ. (1577 -1640) είναι αφενός μια σπουδή πάνω στην σκοτεινή αρρώστια που σήμερα ονομάζουμε κατάθλιψη, αφετέρου μια μνημειώδης αφήγηση της ανθρώπινης συνθήκης». Κι ακολουθούν άλλοι δύο τόμοι!
3. Χωλλ Κέιν: «Ο Μαξιώτης», μετάφραση Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Λαμπρινή Τριανταφυλλόπουλου, εκ. Ινδικτος σελ. 636. «Ο Χωλλ Κέιν κατάγεται εκ της νήσου του Μαν, κειμένης μεταξύ της Μεγ. Βρεττανίας και της Ιρλανδίας και εχούσας ιδιαιτέρους δεσμούς και προνόμια. Ολον το ελεύθερον πνεύμα των νησιωτών εκείνων, των αλιέων της ρέγκας, επιπνέει εις τα έργα του -των κατοίκων της νήσου εκείνης, όπου όλα είναι ιδιόρρυθμα, ως και ο όρκος, τον οποίον ομνύουν οι δικασταί της: «Ορκίζομαι να είμαι όπως το κόκαλον της ρέγκας το οποίον δεν κλίνει ούτε προς την μίαν ούτε προς την ετέραν πλευράν του μικρού οψαρίου, αλλά ίσταται ακριβώς εν τω μέσω· Τόσον να είμαι δίκαιος και ευθύς και αμερόληπτος…» Περί ρέγκας σήμερα ακούμε και τη φράση για τους αδύνατους: «Είναι ρέγκα χωρίς αυγά».
4. Ούγκο Κλάους «Η θλίψη του Βελγίου», μυθιστόρημα, μετάφραση από τα φλαμανδικά Γ. Ιωαννίδης, εκδ. Καστανιώτης σελ. 601. Θεωρείται το αριστούργημα του Ο. Κλ. και ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα, παρακαλώ.
5. Χάρι Μούλις: «Η ανακάλυψη του Ουρανού», μυθιστόρημα, μετάφραση από τα Ολλανδικά Ινώ Βαν Ντάικ- Μπλατά σελ. 645. Το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα συνδυάζει με αριστουργηματικό τρόπο τη συγκίνηση με τον προβληματισμό, την αγωνία με το χιούμορ και είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων – ένα σύγχρονο φιλοσοφικό έργο και ταυτόχρονα ένα συναρπαστικό θρίλερ. Θεωρείται το αριστούργημα του Χ. Μούλις τον οποίο απολαύσαμε στην εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» του Ανταίου Χρυσοστομίδη στην ΕΤ 1., μια Τετάρτη και για ακόμα λίγες Τετάρτες ώρα 10.
***
Πέρα απ’ αυτά υπάρχουν και τα βιβλία που έχουν ως μόνη τους επιδίωξη τον εθνικό μας φρονηματισμό!. Κάτι τέτοια μας ήρθαν, μας παρουσιάστηκαν και τα υποστήκαμε, (όσοι) στην πόλη. Αυτοί που παρακολούθησαν τις παρουσιάσεις (δυσανάλογα λίγοι, με τα ονόματα των συγγραφέων αλλά και των βιβλίων ως χαρτί), υποθέτω πως φρονηματίστηκαν (καλά να πάθουν) γενικά. Τους αρνητές τους δεν τους φταίει κανείς για το ό,τι εξακολουθούν και μένουν στη αφώτιστη γωνία της εθνικής τους απομόνωσης· και καλά κάνουν.
Στις 22/11ου ο γενικά σοφός και από τηλεοράσεως εθναμύντωρ (γενική: εθναμύντορος) Κωνσταντίνος Γ. Ζουράρις (επί το γελοιογραφικότερον κάτι σαν Κοσμάς ο Αιτωλός στις μέρες μας) παρουσίασε (με τη συνηγορία των Κ. Σαμοϊλη εκπ/κού και Δημήτρη Κατσιού εκπ/κού, αγωνιστών κατά της “Ιστορίας” της ΣΤ’ Δημοτικού) στην αίθουσα του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κοζάνης και καλεσμένος της Ν.Α. φυσικά (δεν τους διαφεύγει ή δεν μπορούν να ξεχωρίουν τίποτε από τα σκουπίδια έως τα σοβαρά), το βιβλίο του με τον τίτλο: Βέβηλα Κίβδηλα Σκύβαλα κα Αλλως η Νατοκεμαλική Συμμωρία της “Ιστορίας” για την ΣΤ’’ δημοτικού που κατήργησε το βιβλίο-αίσχος της ΣΤ’ Δημοτικού. Λοιπόν, μία μία οι λέξεις έχουν ως εξής: Βέβηλα (=ακάθαρτα, μιαρά), Κίβδηλα (=κάλπικα), Σκύβαλα (=επί ανθρώπου: ο ουτιδανός, ανίκανος, άχρηστος), Νατοκεμαλική (συμμαχία του Νάτο και του κεμαλικού βαθύτατου κράτους σε συμφωνία (υπονοείται) με έλληνες γραικύλους επί τω τέλει αλώσεως του ελληνισμού των νεοελλήνων ορθοδόξων, ελλήνων κ.λπ. κατοίκων της ελληνίδος γης, όπου ακόμα ανθίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία). Συμμωρία με διττή έννοια: επί του ηχητικού συμμορία (ομάς κακοποιών, σπείρα) αλλά και συν-μωρία (=ανοησία). Ιστορία (ανήκει στις ανθρωπιστικές επιστήμες· στην αρχαιότητα είχε προστάτιδα τη μούσα Κλειώ), ΣΤ’ Δημοτικού (είναι η σχολική τάξη αμέσως μετά την Πέμπτη και πριν την πρώτη Γυμνασίου), Αίσχος(=εντροπή, ατιμία, όνειδος). Πού να τολμούσες να πας να παρακολουθούσες μετά από τα παραπάνω, αν συμφωνούσες κάπως με το «βιβλίο αίσχος» της ΣΤ’ Δημοτικού, που έφαγε ολόκληρη και μάλιστα ωμή (καμιά σχέση με τις παραπάνω ρέγκες ) την κ. Γιαννάκου Κουτσίκου. Ούτε απ’ έξω δεν πέρασα, από το φόβο μου.
***
Σ’ ένα αυστηρά υπηρεσιακό κοινό, στην αίθουσα Φίλιππος, στρατιωτικής εκμεταλλεύσεως (οι άμοιροι στρατιώτες εκεί, με υπηρετική στολή γκαρσονιού, έφεραν και ζωνάρι για να διακρίνονται, ήταν σ’ ετοιμότητα), με τις δέουσες ρεβεράντζες και τα αλληλοθυμιατά μέχρι ναυτίας -νομαρχιακοί παράγοντες όλης της κλίμακας, δημαρχιακοί ανθυποπαράγοντες υψηλού επιπέδου, στρατιωτικοί εντεταλμένοι εν στολή· μόνον ο απλός κόσμος και η τοπική εκκλησία έλειπε, ότι η τοπική παπαδο-κουστωδία (με τον ευαγγελικό όρο της Μ. Πέμπτης) ήταν στο «κάθισμα» Τιμίου Προδρόμου στο Σκαφίδι (εκεί, δηλαδή, που κάθεται ξάπλα και κοιμάται ή οκλαδόν και προσεύχεται ο δεσπότης) και εσπερινίζονταν, της αγίας και πανσόφου Αικατερίνας γαρ ξημέρωνε- έγινε παρουσίαση βιβλίου του αντιπροέδρου της Βουλής Γ. Σούρλα. Τίτλος: «Οι ήρωες του 40 περιμένουν». Δηλαδή, οι άταφοι νεκροί του ελληνοϊταλικού πολέμου στην Αλβανία. Απούσα ήταν επίσης η νεοδημοκρατική μάζα όντων και ψήφων· μόνον ένας φιλότιμος, απλός πολίτης ήταν εκεί κι είχε μαζί ένα μπουκάλι με ξινόγαλο βουνού, να το δώσει στον Σαρακατσάνο, Λαρισινών συμφερόντων, βουλευτή που κατάγεται κι από την περιοχή μας, όπως είπαν!
Η εκδήλωση -όσο παρακολούθησα, αφού άργησε ν’ αρχίσει, -με κύριο ομιλητή τον στρατηγό Π. Κωνσταντόπουλο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, με φώτισε σε ένα θέμα που όντως συγκινεί κάθε πατριώτη, καθώς η ομιλία συνοδευόταν από κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής: Οι άταφοι νεκροί του πολέμου του 1940 περιμένουν στα χώματα της Αλβανίας, έρμαιο όλων των σκυλιών και των καιρών, και το εν λόγω κράτος αρνείται να συμφωνήσει σε διευθέτηση αυτού του λεπτού ζητήματος. Δεν είναι ότι η Αλβανία σε περιφρονεί, αλλά το ότι εμείς, η Ελλάς, γίναμε, όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης (ή μήπως ο Κολοκοτρώνης;) κράτος «μπαίγνιο» πάντων κι ειδικά όλων των γειτόνων. Θα συμφωνούσε επ’ αυτού κι ο προαναφερθείς κ. Ζουράρις, ο προϊστάμενος του Λάος και των λοιπών πολιτικά τραυλών και παραληρούντων δυνάμεων, της επίσημης Εκκλησίας, μη εξαιρουμένης και σίγουρα όλοι από κοινού θα διέταζαν μία εισβολή να τους γ... το κέρατο. Ετσι μούρχεται σ’ αυτό το υποθετικό να συμφωνήσω αλλά αυτοσυγκρατούμαι, είμαι της πολιτισμένης αριστεράς και μέλος της Ε.Ε., η οποία φυσικά και μας επιβάλει να μην ήμεθα υπερβολικά εθνικιστές κ.λπ. αλλά σοβαροί ευρωαπαί(ε)οι πολίτες
Δεν άκουσα τον συγγραφέα, γιατί δεν διαβάζω –κι’ αν μπορώ, δεν ακούω κιόλας- τίποτε από τους εν ενέργεια πολιτικούς. Νομίζω πως είναι εν επιγνώσει ευνουχισμένοι στις σκέψεις, ακόμα και στα πνευματικά ζητήματα, όταν κι όποιοι έχουν· επί το πλείστον κύμβαλα αλλαλάζοντα, ούτε καν ευλαλάζοντα, είναι, χωμένοι όπως όπως στην ιδιοτέλεια της εφήμερης κομματικής ουσίας τους, ακόμα κι όταν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων ώστε να διαψεύσουν τα μόλις πριν λεχθέντα, όπως ο κ. αντιπρόεδρος της Βουλής, που όλοι τον αποκαλούσαν (πλην του κ. Νομάρχη που ήξερε το ρόλο του) “Κύριε πρόεδρε” και “κύριε πρόεδρε” λες κι ήταν σε συνεδρίαση του Κοινοβουλίου. Εδώ προήδρευε ο κ. Θ. Κωνσταντινίδης, καθηγητής του Δυτικομακεδονικού πανεπιστημίου, που μάλλον εκείνην τη στιγμή αλιεύτηκε από το ακροατήριο προς τούτο, όπως μου φάνηκε.
3. Στο ίδιο πνεύμα αλλά πόρρω απέχουσα από το γλαφυρόν του λόγου του ανωτέρω, Ζρρ., πριν μέρες έγινε παρουσίαση του βιβλίου του κ. Μελά Κ. Γιαννιώτη: “Αλειφούσης πόλεως» ή Ιστορικοπραγματική έρευνα περί Ελλαδεμπορίου και Χριστεμπορίου! Οχι λαδεμπορίου φυσικά και δεν μιλάμε για χονδρεμπόριο των παραπάνω, αλλά μάλλον για λιανεμπόριο θα πρόκειται. Αυτό συνέβη στο ισόγειο του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών, (ας βάλουμε ένα ερωτηματικό, πάει βέβαια και θαυμαστικό στο σκέλος των «γραμμάτων» του εν λόγω Συνδέσμου) ημέρα Κυριακή (11- 11-2007) από τον ίδιο το συγγραφέα, ο οποίος ίσως ήταν κι ο μόνος που καταλάβαινε το έργο του, πολυτελέστατα ένδοθεν, όμως, σε δύο τόμους.
Κοζάνη, Βαρβάρας Μεγαλομάρτυρος, 2007
Σημειώσεις
(1) Το σκεφτόμουν τον όρο όταν τον έγραφα αν έπρεπε να τον χρησιμοποιήσω ίνα μη θεωρηθώ χυδαίος εν είδει ή αμοραλιστής εν γένει. Ομως με απάλλαξε κάθε ενδοιασμού το ίδιο βράδυ ο Ουμπέρτο Εκο με το βιβλίο του: «Αναμνήσεις επί χαρτού. Κείμενα για την βιβλιοφιλία», εκδ. Ελλ. Γράμματα και στο κείμενο «Στοχασμοί για τη βιβλιοφιλία». Γράφει: «Και ο βιβλιόφιλος που, αφού αγγίξει και μυρίσει, ανακαλύπτει ότι το βιβλίο είναι κολοβό, ότι του λείπει έστω ο κολοφώνας ή τα παροράματα, έχει την αίσθηση μιας «διακεκομμένης συνουσίας».
(2) Ο Ουμπέρτο Εκο και πάλι στο μόλις παραπάνω βιβλίο.
και βιβλία «εθνικού φρονηματισμού»
Του Β. Π. Καραγιάννη
Ετούτη την εποχή τοποθέτησα στην αναγνωστική μου φαρέτρα πολλά βέλη. Πότε θα φύγουν απ’ αυτήν είναι ένα ερώτημα στο οποίο ο χρόνος είναι μια καθοριστική παράμετρος και μου χαμογελάει, από τη γωνία του, κάπως ειρωνικά. Βρίσκομαι στο γεωγραφικό τόξο της βόρειας Ευρώπης, που το χτυπάει άγρια ο Ατλαντικός κι ο αέρας, και που ξεκινάει από τη Νορμανδία-Βρεττάνη και φτάνει μέχρι την Ολλανδία. Κοινός καιρός εκεί η υγρασία, η ομίχλη, η βροχή, το κρύο. Κοινός υποθαλάσσιος κόσμος οι ρέγκες και οι μπακαλιάροι. Η συγγραφική περίοδος ξεκινάει τον 16ο αι. και φτάνει στο σήμερα. Μερικά απ’ αυτά τα βιβλία έχουν αφήσει εποχή στην εποχή τους, διέσχισαν τις ενδιάμεσες κι έφτασαν στην σημερινή. Με τα βιβλία αυτά βρίσκομαι τον τελευταίο καιρό, σε μια σχέση βιωματικής έντασης, αναγνωστικής έξαψης και οικειότητας και κάποτε σ’ αντιπαλότητα. Είναι ογκώδη, δυσκολοδιάβαστα κι αναγκαστικά σε υποχρεώνουν σε ανάγνωση διακοπτόμενη. Κάτι σαν συνουσία διακεκομμένη, που λεν! (1). Τα αρχίζεις, τα παρατάς, τα συνεχίζεις, τα ξεχνάς και πάλι απ’ την αρχή. Στο μεταξύ παρεισφρέουν κι οι καθημερινές αναγνωστικές υποχρεώσεις, που ευτυχώς ξεπετιούνται στα γρήγορα· ελληνική ποίηση και μυθιστόρημα κυρίως, βιβλία που έρχονται, φιλική προσφορά από τους συγγραφείς, και πως να αρνηθείς τη διατριβή τους μ’ αυτά, ή και σαν μια εσπευσμένη αγορά τους, αφού πάσχεις κι από την ανίατη βιβλιοφιλία, η οποία συνίσταται στην αγορά και κατοχή του βιβλίου πρωτίστως, αλλά φορές σου προκύπτει και η ανάγνωση. «Η βιβλιοφιλία είναι βέβαια η αγάπη για τα βιβλία, αλλά όχι κατ’ ανάγκη για το περιεχόμενό τους.» (2).
Ετσι ήρθαν τα βιβλία: του Βασίλη Χατζηβασιλείου το «Κοιμούνται τα πράγματα μαμά;» ρηξικέλευθον και σπαρταριστό μυθιστόρημα, εκδ. Ψυχογιός· του Kώστα Ακρίβου το «ΠανΔαιμόνιο», ένα ...αμαρτωλό, κατά κάποιο τρόπο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Αγιον Ορος, εκδ. Μεταίχμιο· Γιάννη Κιουρτσάκη «Το βιβλίο του έργου και του χρόνου» κάτι σαν ένα μεγαλοφυές μυθιστόρημα για το μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος· Αργύρη Χιόνη «Περί αγγέλων και δαιμόνων» περίεργες προς το μαγικό, αφηγήσεις, εκδ. Γαβριηλίδη. Καταγινόμαστε δηλαδή με το τρόπο που πρέπει να διαβάζουμε· σύμφωνα με τη διάθεση της ψυχής και της στιγμής κι όχι με τον καταναγκασμό των σελίδων ή την μονορούφι μονο-ανάγνωση απ’ αρχής μέχρι τέλους. Ετσι γίνεται με τη μελέτη των εγχειριδίων για τις εξετάσεις κι όχι για την απόλαυση από την ανάγνωση.
Αλλά και γιατί να τα διαβάζουμε; Ας τα παρατήσουμε οριστικά κι αμετάκλητα. Δεν πρόκειται να μας επιτιμήσει, πολύ δε περισσότερο να μας τιμωρήσει κανείς, γιατί αφήσαμε ένα αγορασμένο βιβλίο, αδιάβαστο. Κι ούτε μπορείς να τα διαβάσεις κι όλα! Δεν έχω απάντηση πρόχειρη σ’ αυτό. Οταν, όμως, αφήνω στην οριστική γωνία της βιβλιοθήκης ή του πατώματος ένα βιβλίο, έχω πάντα μια κρυφή τύψη να με τύπτει με τον καιρό, γλυκά. Σαν μια ανεξερεύνητη αγάπη που άφησες και σε προσπέρασε υπακούοντας στην μοιρολατρία του Κ. Ουράνη: «Αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει...», με την λανθάνουσα παρηγοριά πως ίσως να μη άξιζε τον κόπο. Αλλά αν άξιζε;
Στο τόξο των τόπων και των βιβλίων τώρα:
1. IAIN PEARS «Το πορτραίτο. Η εκδίκηση είναι τέχνη», εκδ. Αγρα, σελ. 220. Γράφει στο εξώφυλλο: «Ένα υπέροχα γραμμένο σύντομο μυθιστόρημα, γεμάτο σασπένς για ένα ζωγράφο που οδηγήθηκε στα άκρα». Είκοσι σελίδες προ του τέλους το μόνο που δεν βρήκα ήταν το σασπένς. Κράτησα μια επιθυμία του ιδιόρρυθμου ήρωα-ζωγράφου που ζει σε μια καλύβα δίπλα στη θάλασσα της Νορμανδίας, πως θέλει να πίνει κρασί που μυρίζει μόνο χώμα και ήλιο. Που να ‘βρω ένα τέτοιο μη όντας και ζωγράφος;
2. Ρόμπερτ Μπέρτον «Η ανατομία της μελαγχολίας» εκδ. Ηριδανός σελ.641. Αντιγράφω εκ νέου: «Αν τα τρία από τα τέσσερα βιβλία που πρέπει να διαθέτει ένας Αγγλος είναι η Βίβλος, ο Σαίξπηρ και ο Τσώσερ, τέταρτο είναι απαραιτήτως η «Ανατομία της μελαγχολίας». Η περιβόητη πραγματεία που έγραψε στα τέλη της Αναγέννησης ο θεολόγος Ρ. Μ. (1577 -1640) είναι αφενός μια σπουδή πάνω στην σκοτεινή αρρώστια που σήμερα ονομάζουμε κατάθλιψη, αφετέρου μια μνημειώδης αφήγηση της ανθρώπινης συνθήκης». Κι ακολουθούν άλλοι δύο τόμοι!
3. Χωλλ Κέιν: «Ο Μαξιώτης», μετάφραση Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Λαμπρινή Τριανταφυλλόπουλου, εκ. Ινδικτος σελ. 636. «Ο Χωλλ Κέιν κατάγεται εκ της νήσου του Μαν, κειμένης μεταξύ της Μεγ. Βρεττανίας και της Ιρλανδίας και εχούσας ιδιαιτέρους δεσμούς και προνόμια. Ολον το ελεύθερον πνεύμα των νησιωτών εκείνων, των αλιέων της ρέγκας, επιπνέει εις τα έργα του -των κατοίκων της νήσου εκείνης, όπου όλα είναι ιδιόρρυθμα, ως και ο όρκος, τον οποίον ομνύουν οι δικασταί της: «Ορκίζομαι να είμαι όπως το κόκαλον της ρέγκας το οποίον δεν κλίνει ούτε προς την μίαν ούτε προς την ετέραν πλευράν του μικρού οψαρίου, αλλά ίσταται ακριβώς εν τω μέσω· Τόσον να είμαι δίκαιος και ευθύς και αμερόληπτος…» Περί ρέγκας σήμερα ακούμε και τη φράση για τους αδύνατους: «Είναι ρέγκα χωρίς αυγά».
4. Ούγκο Κλάους «Η θλίψη του Βελγίου», μυθιστόρημα, μετάφραση από τα φλαμανδικά Γ. Ιωαννίδης, εκδ. Καστανιώτης σελ. 601. Θεωρείται το αριστούργημα του Ο. Κλ. και ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα, παρακαλώ.
5. Χάρι Μούλις: «Η ανακάλυψη του Ουρανού», μυθιστόρημα, μετάφραση από τα Ολλανδικά Ινώ Βαν Ντάικ- Μπλατά σελ. 645. Το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα συνδυάζει με αριστουργηματικό τρόπο τη συγκίνηση με τον προβληματισμό, την αγωνία με το χιούμορ και είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων – ένα σύγχρονο φιλοσοφικό έργο και ταυτόχρονα ένα συναρπαστικό θρίλερ. Θεωρείται το αριστούργημα του Χ. Μούλις τον οποίο απολαύσαμε στην εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» του Ανταίου Χρυσοστομίδη στην ΕΤ 1., μια Τετάρτη και για ακόμα λίγες Τετάρτες ώρα 10.
***
Πέρα απ’ αυτά υπάρχουν και τα βιβλία που έχουν ως μόνη τους επιδίωξη τον εθνικό μας φρονηματισμό!. Κάτι τέτοια μας ήρθαν, μας παρουσιάστηκαν και τα υποστήκαμε, (όσοι) στην πόλη. Αυτοί που παρακολούθησαν τις παρουσιάσεις (δυσανάλογα λίγοι, με τα ονόματα των συγγραφέων αλλά και των βιβλίων ως χαρτί), υποθέτω πως φρονηματίστηκαν (καλά να πάθουν) γενικά. Τους αρνητές τους δεν τους φταίει κανείς για το ό,τι εξακολουθούν και μένουν στη αφώτιστη γωνία της εθνικής τους απομόνωσης· και καλά κάνουν.
Στις 22/11ου ο γενικά σοφός και από τηλεοράσεως εθναμύντωρ (γενική: εθναμύντορος) Κωνσταντίνος Γ. Ζουράρις (επί το γελοιογραφικότερον κάτι σαν Κοσμάς ο Αιτωλός στις μέρες μας) παρουσίασε (με τη συνηγορία των Κ. Σαμοϊλη εκπ/κού και Δημήτρη Κατσιού εκπ/κού, αγωνιστών κατά της “Ιστορίας” της ΣΤ’ Δημοτικού) στην αίθουσα του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κοζάνης και καλεσμένος της Ν.Α. φυσικά (δεν τους διαφεύγει ή δεν μπορούν να ξεχωρίουν τίποτε από τα σκουπίδια έως τα σοβαρά), το βιβλίο του με τον τίτλο: Βέβηλα Κίβδηλα Σκύβαλα κα Αλλως η Νατοκεμαλική Συμμωρία της “Ιστορίας” για την ΣΤ’’ δημοτικού που κατήργησε το βιβλίο-αίσχος της ΣΤ’ Δημοτικού. Λοιπόν, μία μία οι λέξεις έχουν ως εξής: Βέβηλα (=ακάθαρτα, μιαρά), Κίβδηλα (=κάλπικα), Σκύβαλα (=επί ανθρώπου: ο ουτιδανός, ανίκανος, άχρηστος), Νατοκεμαλική (συμμαχία του Νάτο και του κεμαλικού βαθύτατου κράτους σε συμφωνία (υπονοείται) με έλληνες γραικύλους επί τω τέλει αλώσεως του ελληνισμού των νεοελλήνων ορθοδόξων, ελλήνων κ.λπ. κατοίκων της ελληνίδος γης, όπου ακόμα ανθίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία). Συμμωρία με διττή έννοια: επί του ηχητικού συμμορία (ομάς κακοποιών, σπείρα) αλλά και συν-μωρία (=ανοησία). Ιστορία (ανήκει στις ανθρωπιστικές επιστήμες· στην αρχαιότητα είχε προστάτιδα τη μούσα Κλειώ), ΣΤ’ Δημοτικού (είναι η σχολική τάξη αμέσως μετά την Πέμπτη και πριν την πρώτη Γυμνασίου), Αίσχος(=εντροπή, ατιμία, όνειδος). Πού να τολμούσες να πας να παρακολουθούσες μετά από τα παραπάνω, αν συμφωνούσες κάπως με το «βιβλίο αίσχος» της ΣΤ’ Δημοτικού, που έφαγε ολόκληρη και μάλιστα ωμή (καμιά σχέση με τις παραπάνω ρέγκες ) την κ. Γιαννάκου Κουτσίκου. Ούτε απ’ έξω δεν πέρασα, από το φόβο μου.
***
Σ’ ένα αυστηρά υπηρεσιακό κοινό, στην αίθουσα Φίλιππος, στρατιωτικής εκμεταλλεύσεως (οι άμοιροι στρατιώτες εκεί, με υπηρετική στολή γκαρσονιού, έφεραν και ζωνάρι για να διακρίνονται, ήταν σ’ ετοιμότητα), με τις δέουσες ρεβεράντζες και τα αλληλοθυμιατά μέχρι ναυτίας -νομαρχιακοί παράγοντες όλης της κλίμακας, δημαρχιακοί ανθυποπαράγοντες υψηλού επιπέδου, στρατιωτικοί εντεταλμένοι εν στολή· μόνον ο απλός κόσμος και η τοπική εκκλησία έλειπε, ότι η τοπική παπαδο-κουστωδία (με τον ευαγγελικό όρο της Μ. Πέμπτης) ήταν στο «κάθισμα» Τιμίου Προδρόμου στο Σκαφίδι (εκεί, δηλαδή, που κάθεται ξάπλα και κοιμάται ή οκλαδόν και προσεύχεται ο δεσπότης) και εσπερινίζονταν, της αγίας και πανσόφου Αικατερίνας γαρ ξημέρωνε- έγινε παρουσίαση βιβλίου του αντιπροέδρου της Βουλής Γ. Σούρλα. Τίτλος: «Οι ήρωες του 40 περιμένουν». Δηλαδή, οι άταφοι νεκροί του ελληνοϊταλικού πολέμου στην Αλβανία. Απούσα ήταν επίσης η νεοδημοκρατική μάζα όντων και ψήφων· μόνον ένας φιλότιμος, απλός πολίτης ήταν εκεί κι είχε μαζί ένα μπουκάλι με ξινόγαλο βουνού, να το δώσει στον Σαρακατσάνο, Λαρισινών συμφερόντων, βουλευτή που κατάγεται κι από την περιοχή μας, όπως είπαν!
Η εκδήλωση -όσο παρακολούθησα, αφού άργησε ν’ αρχίσει, -με κύριο ομιλητή τον στρατηγό Π. Κωνσταντόπουλο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, με φώτισε σε ένα θέμα που όντως συγκινεί κάθε πατριώτη, καθώς η ομιλία συνοδευόταν από κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής: Οι άταφοι νεκροί του πολέμου του 1940 περιμένουν στα χώματα της Αλβανίας, έρμαιο όλων των σκυλιών και των καιρών, και το εν λόγω κράτος αρνείται να συμφωνήσει σε διευθέτηση αυτού του λεπτού ζητήματος. Δεν είναι ότι η Αλβανία σε περιφρονεί, αλλά το ότι εμείς, η Ελλάς, γίναμε, όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης (ή μήπως ο Κολοκοτρώνης;) κράτος «μπαίγνιο» πάντων κι ειδικά όλων των γειτόνων. Θα συμφωνούσε επ’ αυτού κι ο προαναφερθείς κ. Ζουράρις, ο προϊστάμενος του Λάος και των λοιπών πολιτικά τραυλών και παραληρούντων δυνάμεων, της επίσημης Εκκλησίας, μη εξαιρουμένης και σίγουρα όλοι από κοινού θα διέταζαν μία εισβολή να τους γ... το κέρατο. Ετσι μούρχεται σ’ αυτό το υποθετικό να συμφωνήσω αλλά αυτοσυγκρατούμαι, είμαι της πολιτισμένης αριστεράς και μέλος της Ε.Ε., η οποία φυσικά και μας επιβάλει να μην ήμεθα υπερβολικά εθνικιστές κ.λπ. αλλά σοβαροί ευρωαπαί(ε)οι πολίτες
Δεν άκουσα τον συγγραφέα, γιατί δεν διαβάζω –κι’ αν μπορώ, δεν ακούω κιόλας- τίποτε από τους εν ενέργεια πολιτικούς. Νομίζω πως είναι εν επιγνώσει ευνουχισμένοι στις σκέψεις, ακόμα και στα πνευματικά ζητήματα, όταν κι όποιοι έχουν· επί το πλείστον κύμβαλα αλλαλάζοντα, ούτε καν ευλαλάζοντα, είναι, χωμένοι όπως όπως στην ιδιοτέλεια της εφήμερης κομματικής ουσίας τους, ακόμα κι όταν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων ώστε να διαψεύσουν τα μόλις πριν λεχθέντα, όπως ο κ. αντιπρόεδρος της Βουλής, που όλοι τον αποκαλούσαν (πλην του κ. Νομάρχη που ήξερε το ρόλο του) “Κύριε πρόεδρε” και “κύριε πρόεδρε” λες κι ήταν σε συνεδρίαση του Κοινοβουλίου. Εδώ προήδρευε ο κ. Θ. Κωνσταντινίδης, καθηγητής του Δυτικομακεδονικού πανεπιστημίου, που μάλλον εκείνην τη στιγμή αλιεύτηκε από το ακροατήριο προς τούτο, όπως μου φάνηκε.
3. Στο ίδιο πνεύμα αλλά πόρρω απέχουσα από το γλαφυρόν του λόγου του ανωτέρω, Ζρρ., πριν μέρες έγινε παρουσίαση του βιβλίου του κ. Μελά Κ. Γιαννιώτη: “Αλειφούσης πόλεως» ή Ιστορικοπραγματική έρευνα περί Ελλαδεμπορίου και Χριστεμπορίου! Οχι λαδεμπορίου φυσικά και δεν μιλάμε για χονδρεμπόριο των παραπάνω, αλλά μάλλον για λιανεμπόριο θα πρόκειται. Αυτό συνέβη στο ισόγειο του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών, (ας βάλουμε ένα ερωτηματικό, πάει βέβαια και θαυμαστικό στο σκέλος των «γραμμάτων» του εν λόγω Συνδέσμου) ημέρα Κυριακή (11- 11-2007) από τον ίδιο το συγγραφέα, ο οποίος ίσως ήταν κι ο μόνος που καταλάβαινε το έργο του, πολυτελέστατα ένδοθεν, όμως, σε δύο τόμους.
Κοζάνη, Βαρβάρας Μεγαλομάρτυρος, 2007
Σημειώσεις
(1) Το σκεφτόμουν τον όρο όταν τον έγραφα αν έπρεπε να τον χρησιμοποιήσω ίνα μη θεωρηθώ χυδαίος εν είδει ή αμοραλιστής εν γένει. Ομως με απάλλαξε κάθε ενδοιασμού το ίδιο βράδυ ο Ουμπέρτο Εκο με το βιβλίο του: «Αναμνήσεις επί χαρτού. Κείμενα για την βιβλιοφιλία», εκδ. Ελλ. Γράμματα και στο κείμενο «Στοχασμοί για τη βιβλιοφιλία». Γράφει: «Και ο βιβλιόφιλος που, αφού αγγίξει και μυρίσει, ανακαλύπτει ότι το βιβλίο είναι κολοβό, ότι του λείπει έστω ο κολοφώνας ή τα παροράματα, έχει την αίσθηση μιας «διακεκομμένης συνουσίας».
(2) Ο Ουμπέρτο Εκο και πάλι στο μόλις παραπάνω βιβλίο.
Ταξιδα στη σιωπη του αγιου Ορους
Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος
ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ
Β.Π. Καραγιάννης, Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω, Κοζάνη 2007
Έκτη έκδοση του Βασίλη Καραγιάννη, εκδότη και διευθυντή της Παρέμβασης πάνω από είκοσι χρόνια, τα Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω, που παίζουν με το ταξι-διωτικό Αμάρτημα στον Άθω κι άλλα διηγήματα του Ι. Βασιλείου (1978). Προηγήθη-καν: Περιπλάνηση ένδον (διηγήματα, 1995), Σχεδίασμα Ιστορίας του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης (1996), Εσωτερική βραδυπορία (ποίηση, 1997), Κωνσταντίνος Τσι-τσελίκης (μελέτη, 1997), Ο ζωγράφος Μανώλης Δραγώγιας (λεύκωμα, 1998), Ανεβαί-νοντας τον Αη-Λια (οδοιπορικό, 1998), Δεκαπενθήμερα (χρονογραφήματα, 1999), Τα 6,6 της σκηνοπηγίας (αφήγημα, 2000), Οι χάρτες των ονείρων μας (αφηγήσεις, 2002), Προλογύδρια παντός καιρού (προλογικές δοκιμές, 2003).
Η έκδοση αποτελείται από έξι μέρη, από τα οποία το πρώτο, που λειτουργεί ως εισαγωγή, καλύπτεται από το ποίημα του συγγραφέα «Ευλογείτε» (Εσωτερική βραδυπορία). Τα άλλα μέρη περιλαμβάνουν πέντε αφηγήματα, που φαίνεται να αντι-στοιχούν σε πέντε επισκέψεις του αφηγητή και της μικρής συντροφιάς του στο Άγιο Όρος: «2. Με τα πανιά και τα κανιά», «3. Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω», «4. Αγιορείτικο τρι-όδιο», «5. Παραπλέοντες κι οδοιπορούντες εις το Όρος Νικολάου Γαβριήλ Πεντζίκη», «6. Ο χώρος του κυρίου Περίνδαρου και ο χώρος του κυρίου Περίανδρου». Πρόκειται, όπως διαφάνηκε ήδη, για ταξιδιωτικές εντυπώσεις από ένα χώρο που ο Καραγιάννης επισκέπτεται συχνά και γοητεύεται από αυτόν.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθεί τους τόπους και τους ανθρώπους του Όρους, τις διατροφικές και λατρευτικές συνήθειες, αλλά και το βαθύ σεβασμό που νιώθει ο προσκυνητής συγγραφέας μπροστά στην αφοσίωση ορισμένων μονα-χών. Μονές και σκήτες, κοιμητήρια και σοφοί γέροντες, επανέρχονται στα κείμενα, ενώ συχνότατες είναι οι διακειμενικές αναφορές στην υμνογραφική εκκλησιαστική παράδοση και σε Νεοέλληνες συγγραφείς (Μωραϊτίδης, Καβάφης, Παπατσώνης, Σε-φέρης, Πεντζίκης προπάντων και Παπαδιαμάντης) αλλά και ξένους (Γκρας, Θερβά-ντες, Τσβάιχ). Ενδεχομένως να περίμενε κανείς μεγαλύτερη επιμονή στην πνευματική διάσταση της αγιορείτικης ζωής, αλλά αυτό, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι στις προθέ-σεις του οδοιπόρου αφηγητή. Άνθρωπος του δικού μας κόσμου, βλέπει τις επισκέψεις στο Περιβόλι της Παναγίας σαν στιγμές ανάπαυλας κι ανακούφισης, μια μορφή απο-τοξίνωσης, από την τύρβη του άστεως και της καταναλωτικής μανίας. Γι’ αυτό και τον συνεπαίρνουν προπάντων δύο στοιχεία που διαθέτει εν αφθονία το Όρος, η ολι-γάρκεια και η σιωπή.
Κατά τ’ άλλα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν κι εδώ τόσο η αφήγηση όσο και η γλωσσική έκφραση του Καραγιάννη. Η αφήγηση ρέει, όπως πάντα, ομαλά κι αβία-στα, ενώ οι συνειρμοί, τα απροσδόκητα περάσματα από τη μια παράστα-ση/κατάσταση στην άλλη, γνωστοί κι από τη μυθοπλασία του, διατρέχουν όλες τις διηγήσεις. Η γλώσσα πάλι είναι βέβαια η καθομιλούμενη, μπολιάζεται όμως συχνά με λόγια στοιχεία για λόγους επιγραμματικής ακριβολογίας αλλά και χιούμορ ή ειρωνεί-ας. Αυτή η χρήση της γλώσσας συνιστά βασικό γνώρισμα των κειμένων, όπως προϊ-δεάζουν άλλωστε οι τίτλοι των ενοτήτων κι ο τίτλος της έκδοσης. Για λόγους χιουμο-ριστικούς και ειρωνικούς επίσης ο συγγραφέας δε διστάζει να γίνει και λεξιπλάστης: ενθεόφοβος, ημιονιάς, αβαδισία, πολυμασία, καλογερίδιον, τουριστοπούλια.
Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε πως είτε για αφηγήματα και οδοιπορικές εντυπώσεις πρόκειται είτε για δοκίμια και χρονογραφήματα, ο Β.Π. Καραγιάννης έχει έναν ολότελα δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα και να εκφέρει το λόγο: οξεία όραση, βαθιά σπουδή, κοινωνική ευαισθησία, χιούμορ, ειρωνεία. Δεν ξέρω, αλλά δε μου φεύγει στιγμή από το νου ότι ο συγγραφέας αυτός θητεύει μονίμως στην ιθαγέ-νεια και στο Ροΐδη.
ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ
Β.Π. Καραγιάννης, Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω, Κοζάνη 2007
Έκτη έκδοση του Βασίλη Καραγιάννη, εκδότη και διευθυντή της Παρέμβασης πάνω από είκοσι χρόνια, τα Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω, που παίζουν με το ταξι-διωτικό Αμάρτημα στον Άθω κι άλλα διηγήματα του Ι. Βασιλείου (1978). Προηγήθη-καν: Περιπλάνηση ένδον (διηγήματα, 1995), Σχεδίασμα Ιστορίας του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης (1996), Εσωτερική βραδυπορία (ποίηση, 1997), Κωνσταντίνος Τσι-τσελίκης (μελέτη, 1997), Ο ζωγράφος Μανώλης Δραγώγιας (λεύκωμα, 1998), Ανεβαί-νοντας τον Αη-Λια (οδοιπορικό, 1998), Δεκαπενθήμερα (χρονογραφήματα, 1999), Τα 6,6 της σκηνοπηγίας (αφήγημα, 2000), Οι χάρτες των ονείρων μας (αφηγήσεις, 2002), Προλογύδρια παντός καιρού (προλογικές δοκιμές, 2003).
Η έκδοση αποτελείται από έξι μέρη, από τα οποία το πρώτο, που λειτουργεί ως εισαγωγή, καλύπτεται από το ποίημα του συγγραφέα «Ευλογείτε» (Εσωτερική βραδυπορία). Τα άλλα μέρη περιλαμβάνουν πέντε αφηγήματα, που φαίνεται να αντι-στοιχούν σε πέντε επισκέψεις του αφηγητή και της μικρής συντροφιάς του στο Άγιο Όρος: «2. Με τα πανιά και τα κανιά», «3. Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω», «4. Αγιορείτικο τρι-όδιο», «5. Παραπλέοντες κι οδοιπορούντες εις το Όρος Νικολάου Γαβριήλ Πεντζίκη», «6. Ο χώρος του κυρίου Περίνδαρου και ο χώρος του κυρίου Περίανδρου». Πρόκειται, όπως διαφάνηκε ήδη, για ταξιδιωτικές εντυπώσεις από ένα χώρο που ο Καραγιάννης επισκέπτεται συχνά και γοητεύεται από αυτόν.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθεί τους τόπους και τους ανθρώπους του Όρους, τις διατροφικές και λατρευτικές συνήθειες, αλλά και το βαθύ σεβασμό που νιώθει ο προσκυνητής συγγραφέας μπροστά στην αφοσίωση ορισμένων μονα-χών. Μονές και σκήτες, κοιμητήρια και σοφοί γέροντες, επανέρχονται στα κείμενα, ενώ συχνότατες είναι οι διακειμενικές αναφορές στην υμνογραφική εκκλησιαστική παράδοση και σε Νεοέλληνες συγγραφείς (Μωραϊτίδης, Καβάφης, Παπατσώνης, Σε-φέρης, Πεντζίκης προπάντων και Παπαδιαμάντης) αλλά και ξένους (Γκρας, Θερβά-ντες, Τσβάιχ). Ενδεχομένως να περίμενε κανείς μεγαλύτερη επιμονή στην πνευματική διάσταση της αγιορείτικης ζωής, αλλά αυτό, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι στις προθέ-σεις του οδοιπόρου αφηγητή. Άνθρωπος του δικού μας κόσμου, βλέπει τις επισκέψεις στο Περιβόλι της Παναγίας σαν στιγμές ανάπαυλας κι ανακούφισης, μια μορφή απο-τοξίνωσης, από την τύρβη του άστεως και της καταναλωτικής μανίας. Γι’ αυτό και τον συνεπαίρνουν προπάντων δύο στοιχεία που διαθέτει εν αφθονία το Όρος, η ολι-γάρκεια και η σιωπή.
Κατά τ’ άλλα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν κι εδώ τόσο η αφήγηση όσο και η γλωσσική έκφραση του Καραγιάννη. Η αφήγηση ρέει, όπως πάντα, ομαλά κι αβία-στα, ενώ οι συνειρμοί, τα απροσδόκητα περάσματα από τη μια παράστα-ση/κατάσταση στην άλλη, γνωστοί κι από τη μυθοπλασία του, διατρέχουν όλες τις διηγήσεις. Η γλώσσα πάλι είναι βέβαια η καθομιλούμενη, μπολιάζεται όμως συχνά με λόγια στοιχεία για λόγους επιγραμματικής ακριβολογίας αλλά και χιούμορ ή ειρωνεί-ας. Αυτή η χρήση της γλώσσας συνιστά βασικό γνώρισμα των κειμένων, όπως προϊ-δεάζουν άλλωστε οι τίτλοι των ενοτήτων κι ο τίτλος της έκδοσης. Για λόγους χιουμο-ριστικούς και ειρωνικούς επίσης ο συγγραφέας δε διστάζει να γίνει και λεξιπλάστης: ενθεόφοβος, ημιονιάς, αβαδισία, πολυμασία, καλογερίδιον, τουριστοπούλια.
Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε πως είτε για αφηγήματα και οδοιπορικές εντυπώσεις πρόκειται είτε για δοκίμια και χρονογραφήματα, ο Β.Π. Καραγιάννης έχει έναν ολότελα δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα και να εκφέρει το λόγο: οξεία όραση, βαθιά σπουδή, κοινωνική ευαισθησία, χιούμορ, ειρωνεία. Δεν ξέρω, αλλά δε μου φεύγει στιγμή από το νου ότι ο συγγραφέας αυτός θητεύει μονίμως στην ιθαγέ-νεια και στο Ροΐδη.
Διονυσιου Ψαριανου 10ετια
Δηλώσεις, Βεβηλώσεις, Βιβλιοθηκο-δηώσεις
Με αφορμή τα10 χρόνια από την κοίμηση του Μητροπολίτη Διονυσίου Ψαριανού εκ της νήσου Ανδρου
Του Β. Π. Καραγιάννη
«Ηχθην στην απόφαση», που θα έλεγε κι ο εντιμότατος κύριος Δεσπότης των παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικών μας πραγμάτων ή έλαβα καιρό επί το εκκλησιαστικότερον, να αφεθώ σε ημισοβαρούς σχολιασμούς στα όσα άκουσα την βδομάδα της θρησκευτικής εορτής της πόλεως (6/12), αλλά και του μνημοσύνου (9/12), για τα δέκα χρόνια από την εκδημία του μητροπολίτη Διονυσίου Ψαριανού, σε συνδυασμό με την περικοπή του Ευαγγελίου της Κυριακής Ι’ Λουκά: «Υποκριταί, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει;».
«Φυσικά και Σάββατο ποτίζει και βόδι και γομάρι
όποιου της μοίρας του ‘λαχε τέτοιο ειδικό σαμάρι»
Από τηλεοράσεως, στην Αθήνα μάλιστα, άκουσα τον Δήμαρχο Κοζάνης να δηλώνει τη μέρα του πολιούχου της πόλεώς του, ήδη εκ της πολιτικής χρησικτησίας, μπορεί να τη θεωρεί κτήμα του, πως: «ο άγιος Νικόλαος προστάτευσε κι έσωσε την πόλη τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά βέβαια». Για σταθείτε, όμως, κύριε πολυχρόνιε τ. πρόεδρε πασών των δημάρχων Ελλάδος; Εχετε αποδείξεις γι’ αυτό που είπατε ιστορικές, γραπτές φυσικά, είτε και μεταφυσικές, ας πούμε, με ειδική, πιθανόν, εις υμάς υπόμνηση περί αυτών, εν ύπνω ή εν τω ξύπνω σας; Ως γνωστόν επί τουρκοκρατίας δεν εγκαταστάθηκαν Τούρκοι στην πόλη, από δε το 1660 ο μεγαλέμπορος υποδημάτων Χαρίσιος Τράντας, (αν ζούσε σήμερα θα ήταν μόνιμος πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου και μαζί με τον Δήμαρχο θα έκαναν δηλώσεις κάτω από το καναμπαριό [1850] δίπλα από το λαμπιονό-δεντρο επί τη ενάρξει των εορταστικών λιανεμπορικών εορτών κ.λπ.), κατάφερε με βαρβάτες δωροδοκίες κι άλλα θεμιτά κι αθέμιτα μέσα του καιρού και του τρόπου του, να θέσει την τότε κοινότητα και πόλη μετέπειτα, στην προστασία της Σουλτανομήτορος. Αυτό σήμαινε σημαντικά προνόμια για την θρησκεία και το εμπόριο. Γράμματα σπουδάγματα μάθαιναν στο Κρυφό σχολειό της Σχολής της Κοζάνης (1668), ένα οιονεί πανεπιστήμιο τω καιρώ εκείνω, με δασκάλους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης κι όχι όπως τα σημερινά «μασάλια», με το φεγγαράκι το λαμπρό κ.λπ, που φώτιζε τα «παρταλόπκα και μη» να πηγαίνουν σ’ αυτό, ότι δεν είχε ακόμα εφευρεθή ο ηλεκτρισμός των Καϊλαρίων. Ούτε τζαμί κτίστηκε, εκτός από το φουγάρο του πρώτου ατμοκίνητου εργοστασίου, αλευρόμυλος ιταλικών συμφερόντων (1881) στην περιοχή του φανού Γητιάς, που για χρόνια νόμιζαν ότι είναι τζαμί, επομένως ο άγιος δεν είχε να επιδείξει συγκεκριμένο έργο σωτηρίας. Στην επιδρομή των αγαρηνών-Κονιάρων από την περιοχή των Καραγιαννίων ανήμερα των Θεοφανίων (1770) και την τετραήμερη άλωσή της το 1787 από τους παραπάνω συν τους εκ του Καράτζιλαρ βαζιβουζούκους, όχι μόνον δεν την έσωσε αλλά η πόλη δηώθηκε. Ενώ, ένας εγκόσμιος άγιος, ο δεσπότης Βενιαμίν (1818-1850) το 1822, αυτός ναι, έσωσε την πόλη από τους Τούρκους, όταν μετά την καταστροφή της Νάουσας ήρθε αποφασισμένος ο καταστροφέας της Αμπαλαμπούτ, να καταστρέψει εκ θεμελίων την Κοζάνη γιατί βοήθησαν 124 άνδρες και δύο γυναίκες Ναουσαίους πρόσφυγες, τους οποίους φυγάδευσαν δια μέσου της Βιβλιοθήκης και του υπονόμου της ως την οικία Μεγδάνη κι από κει προς Νότον. Κατάφερε, ο δαιμόνιος ρασο-διπλωμάτης, με ρουσφέτια (δύο ημιόνους κεκοσμημένους μεγάλης αξίας), γλειψίματα, τεμενάδες, παρακλήσεις, δωροδοκίες, να τον συγκρατήσει. Δεν θα υπήρχε σημερινή Κοζάνη για να εκλέγεται ο Δήμαρχος της πέντε φορές, αν δεν υπήρχε αυτός ο μέγας Μητροπολίτης. Η τοπική πατρίς ευγνωμονούσα και επειδή δεν γνώριζαν τα στοιχεία της φυσιογνωμίας του, έστησε ένα μεγαλειώδη ανδριάντα στην πλατεία, φατσικά υπέρ του δεσπότη Ιωακείμ, αλλά αυτόν εννοούσαν σίγουρα οι κοζανίτες συμ-πατριώτες. Ετσι κάθε ημιαργία του Πολυτεχνείου και της Εθνικής Αντιστάσεως καταθέτουν στεφάνια και λένε ποιήματα ενώπιόν του. Ο μόνος εξωκόσμιος άγιος που βεβαιωμένα ιστορικά συνέδραμε την πόλη, ήταν ο άγιος Νικάνορας, λείψανα του οποίου περιέφεραν, την εποχή της ισπανικής, θανατηφόρου γρίπης το 1918 στην πόλη, και δεν τόλμησε αυτή να εισέλθει σε χώρο ελεγχόμενο από την ευωδία τους. Στα χρόνια μας η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Ζιδανιώτισσας έβαλε το χέρι της κι ο σεισμός της 13ης /5/1995 πέρασε αναίμακτος. Αν και κατά την ταπεινή μου γνώμη η ελάσσων αγία Γλυκερία που τότε εφημέρευε, μας σκέπασε με τη σκέπη της.
(«Τα είπα έτσι για να περνάει η ώρα της εορταστικής μέρας», θα σου πει ο κ. Δμρχς, «Θυμηθείτε τι αφόρητες κοινοτοπίες έως ανοησίες ξεφουρνίζουμε όλοι μας, ενώπιων των τοπικών τηλεοράσεων, για να διασκεδάζει το κοινό με την ημιμάθειά μας σε κάθε εθνική επέτειο και γιορτή»).
Επιμύθιον. Οι άγιοι σώζουν σίγουρα τις ψυχές των ανθρώπων και δι’ αυτών και τα σώματα. Ομως στην σωτηρία ολόκληρων πόλεων δεν νομίζω ότι τα καταφέρνουν· πλην μιας εξαιρέσεως στην ιστορία, της Παναγίας Άχραντου και Υπερευλογημένης Θεοτόκου η οποία έσωσε την Κωνσταντινούπολη από την επιδρομή των Αβάρων (626), οι πρόγονοι των σημερινών ορθοδόξων Σλάβων, και τότε Της επλέχθη ο μελωδικότατος «Ακάθιστος ύμνος», ο οποίος σημειωτέον υπάρχει μόνον στην ελληνική Ορθοδοξία.
[Τι μ’ έπιασε, μέρες που είναι, τόσος ορθολογισμός, ενώ κατά βάθος το θρησκευτικό αίσθημα σαν την «ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι».]
Η συνέχεια και πάλι επί της τηλεοπτικής οθόνης. Την Κυριακή 9/12- Σύλληψις Αγίας Αννης- ετελέσθη αρχιερατική λειτουργία, μετ’ όρθρου παρακαλώ κατά το πρόγραμμα, και μνημόσυνο για την συμπλήρωση 10 χρόνων από την εκδημία του Μητροπολίτου Διονυσίου Ψαριανού (1957-1997). Παρούσα μια πεντάδα μιτρο-λαμπροφορεμένων δεσποτάδων. Αρχιερατικό μνημόσυνο σημαίνει υψηλών προδιαγραφών διαμεσολάβηση προς τον Κύριον για την ανάπαυσιν της ψυχής του υπέρ ου. Εν τω μεταξύ ποιος θυμάται σήμερα, και γιατί άλλωστε, τον αλήστου μνήμης Μητροπολίτη Δ.Ψ; Κανείς, πλην από τους άμεσα συγγενείς εξ αίματος και χαλαρά οι εκ πνεύματος, κάτι σαν τον απόηχο μιας ευγενικής ύπαρξης που περιίπταται ουρανόθεν, δηλαδή στο πουθενά, κι επιγείως στα υλικά του έργα. Κι αυτό είναι νόμος στη φύση. Μόνον τα υλικά έργα μένουν για να διαιωνίζουν κάπως τον απελθόντα. Εργα τους είναι και κάποιες πράξεις που μυρίζουν ή ακόμα καλύτερα μένουν με κάποιο υλικό αντίκρισμα. Λ.χ. ο Κ. Γκέρτσιος που δώρισε το κτίριο να γίνει οικοτροφείο απόρων κορασίδων νοσοκομειακής επιστήμης και πρακτικής και για να εγκαθίσταται εκεί το επιχειρηματικό (ως μέγας επιχειρηματίας που ήταν) επιτελείο της μητροπόλεως. Ο Γ. Τιάλιος έκτισε το γηροκομείο, ο παλαιότερος Π. Χαρίσης την Χαρίσειο Γεωργική Σχολή, που σήμερα ούτε τ’ όνομά του φέρει ως Διεύθυνση συγκοινωνιών. Αλλά και νεότεροι δωρητές και δωρήτριες που έδωσαν χρήματα να γίνουν το νοσοκομείο, σχολεία, νηπιαγωγεία, πλατείες κ.λπ. Οι αδελφοί Κοβεντάροι δώρισαν το υπό ριζική, επιτέλους, ανακαίνιση, Κοβεντάρειον συνεδριακό κέντρο και την ήδη υπό κατεδάφιση προέκταση του Δημαρχείου που στεγάστηκε κάποτε η Δημοτική Βιβλιοθήκη, και στην οποία τώρα εδράζεται το Δημοτικό Ταμείο ένθα και επιβιώνει, ως σπάνιον και πολύτιμο είδος, ο μοναδικός τόσον ευσυνείδητος υπάλληλος κ. Μαν. Δεληγεωργίδης. Ο μακαριστός, όπως τον αποκαλούν τώρα και γεμίζει το στόμα τους με μεταφυσικό αλλά φτηνό άρωμα ανάμνησης, Διονύσιος Ψ., φτωχός σε περιουσιακά στοιχεία («Με τη βοήθεια το Θεού κατάφερα να μείνω φτωχός») έγραφε στη διαθήκη του· ούτε βίλες, ούτε καν ένα απλό μοναχικό «κάθισμα» απέκτησε, ούτε άλλα μάταια πράγματα που χαρακτηρίζουν τους χλιδάτους του κόσμου και της ιεραρχίας. Ως μόνη περιουσία κατέλιπε μια τεράστια σε μέγεθος και ποιότητα βιβλιοθήκη την οποία δώρισε στο Δήμο και στη Βιβλιοθήκη, τη ημέρα της αεράτου σύστασης (και θλιβερής κατάληξης), του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης. (Τι γίνονται άραγε αυτά τα δύο συναρπαστικά δημιουργήματα και η συνισταμένη τους «Κοζάνη πόλη του βιβλίου;»). Αυτοί που την παρέλαβαν με φόβο θεού κι ανθρώπων την τακτοποίησαν σε ειδικό χώρο που φέρει το όνομα του μέγα δωρητή, και είχαν ορίσει την ενιαία ύπαρξη της και διαχείρισή της, όπως αξίζει σ’ αυτή τη μεγαλειώδη δωρεά στα γράμματα και τον πολιτισμό της πόλης. Αυτοί που την περίλαβαν μετά, τα λεγόμενα «άδεια σακιά» των γραμμάτων του δήμου τα οποία τοποθετούσε εκεί ο κ. Δμρχς για να τα ξεφορτωθεί από τα άλλα αξιώματα, την διέλυσαν, την παραπέταξαν την κατέστρεψαν σαν ενιαίο σύνολο πνευματικού πράγματος, μετατρέποντας τον ευλογημένο της χώρο σε οίκο του δημοτικο-εκλογικού τους μαγειρείου. Ο Δήμος Κοζάνης έδωσε το χρυσό μετάλλιο της πόλης στον Επίσκοπο για τη δωρεά του κι αμέσως μετά για να ισορροπίσει κάπως τα πράγματα συμμορφούμενος και με την εν γένει αισθητική του, απένειμε το αυτό χρυσίον διπλής όψεως (Γ. Λασσάνη και άγιο Νικόλαο φέρει στις δύο όψεις του) στην κυρία Δόμνα Σαμίου για την πρωτοποριακή, αποκριάτικη σύνθεσή της: «Πως το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι». Ενώ ο καημένος κ. Ιάκωβος Καμπανέλης ηξιώθη, ανεξήγητα γιατί, μόνον της αργυράς διακρίσεως του Δήμου. Ισως για το θεατρικό του «Πρόσωπα για βιολί κι ορχήστρα». που συνόρευε με τον τοπικό πνευματικό περίγυρο. Παιδιά –βιολιά που λεν.
Οι κατά καιρούς πρόεδροι των θεσμών του Δήμου που έχουν σχέση με τα γράμματα, αυτές δηλαδή οι εκρηκτικές προσωπικότητες του πνεύματος και της ευαισθησίας, τ’ ανωτέρω άδεια σακιά δηλαδή, σ’ αυτούς τους ρόλους θέλουν να τους γεμίσουν όπως όπως αρπάζοντας από εδώ κι από κει, ό,τι να ‘ναι σε δουλειά να βρίσκονται, αυταρεσκο-βαυκαλιζόμενοι ότι, τέλος πάντων είναι κάτι, όπως είναι και φαίνονται φυσικά κι αυτοί και τα έργα τους. «και κατά τα έργα σου κι αλληλούια» λέει ο λαός. Κατάφεραν τη μόνη μεγάλη κι υλική δωρεά του Διονυσίου Ψ. να την ευνουχίσουν να την αποψιλώσουν, και να τη φέρουν δηλαδή στα μέτρα της απελπισίας τους.
Από κοντά η οικογένεια του δωρητή - αρχιερέα που εγκατέλειψε τη βιβλιοθήκη από την εποπτεία της, όπως είχε εκ των γραπτά συμφωνηθέντων, υποχρέωση, σαν έκθετο στην πόρτα του Δήμου και άφησε τη δωρεά του όντως κι όχι κατά επίφασιν αγίου, έρμαιη στις διαθέσεις και την άγνοια των μόλις ανωτέρω.
Ολοι αυτοί της εγκόσμιας και εκκλησιαστικής εξουσίας, που σοβαροφανώς ανιούσαν και νύσταζαν στον Καθεδρικό της πόλης στο μνημόσυνο και υπήρχαν σώματι στην εκδήλωση που ακολούθησε στη στρατιωτική αίθουσα Φίλιππος, χαμένοι στον κόσμο τους ο καθένας ν’ ακούει και να μην καταλαβαίνει επί της ουσίας τίποτε, υποκρινόμενοι πως βιώνουν σχεδόν τη μέθεξη του πνεύματος, άλλοι του εγκόσμιου κι άλλοι του αγίου, κοιμώνταν τον ύπνο εν ξύπνω του αδιάφορου έως του εν επιγνώσει αδίκου.
Ο μέγας άρχων της τελετής σεβασμιότατος εκτός ορίων μητροπόλεώς του, Παναγιώτατος εντός της Θεσσαλονίκης, έκλεισε το λόγο του με τον λήρο περί της Σκοπιανο-μακεδονικής μας δυσανεξίας με μια (πασίγνωστη) αλλά «αποκλειστική αποκάλυψη χαρτών με γκρίζες αμφισβητούμενες ζώνες της Μακεδονίας» των ελεεινών Σκοπιανών και το εκκλησίασμα, ως συνήθως κεχηναίο, εντυπωσιάστηκε σφόδρα. Αμέσως μετά σήμανε την απόλυση. Ομως στην έξοδο του ναού τον επανέφεραν, ευτυχώς, στη τάξη οι τοπικοί παράγοντες Δήμαρχος και Βουλευτές: «Κάτσε στ’ αυγά σου δέσποτα πολυέλεε δεν σε αφορούν άμεσα αυτά· εδώ δεν είναι διανομή μητροπόλεων και θρόνων για να παίζεις επί μακρόν με όσην έκτασιν πολιτικού νοός διαθέτεις. Γι αυτά να μιλάς εκεί που γίνεται δημόσιος διάλογος με συνέπειες κι αντίλογο κι όχι στα μονόπαντα κηρύγματα. Ηττήθημεν κατά κράτος στα Σκοπιανο-μακεδονικά (βάλατε εδώ κι υμείς και οι συν αυτώ τον ιερόν σας δάκτυλο). «Με το ζερβί το δάχτυλο ρίξε στα βόδια άχυρο» επιμένει ο λαϊκός ποιητής. Ας περισώσομεν ό,τι ακόμα έχει μείνει από τα ράκη της εθνικής μας αξιοπρέπειας κι ας το βουλώσουμε, κυβερνήσεις, πολιτικοί με τις «πολιτικές» τους πολιτικές κ.λπ., άνθρωποι δε κι ανθρωπάρια εν γένει».
Στην εκδήλωση, έψαλαν, οι μόνοι επώνυμα ανυπόκριτοι, ο Σύλλογος ψαλτών «Ιάκωβος Ναυπλιώτης», ύμνους του αοίδιμου Μητροπολίτη και στο τέλος μοιράστηκε ημερολόγιο ως αντίδωρο, εκδοθέν αναλώμασι της Ν. Αυτοδιοίκησης Κοζάνης εννοείται. Κι αν δεν έχουν πληρώσει οι κατά καιρούς Νομάρχες και η Ν. Αυτ. Κζνς υπέρ συνήθως αχρήστων ή αλυσιτελών έργων της τοπικής μητροπόλεως! Αλλά, το είπαμε πλειστάκις το μπρεχτικόν: «Εξουσίες (ολιγόνοες επί το πλείστον) που αλληλογλείφονται σαν ερωτιάρες γάτες». Το φετινό ημερολόγιο (απ’ αυτά που τα πετάς αχρησιμοποίητα μόλις τα ξεφυλλίσεις και δεις πότε είναι οι νηστείες της Εκκλησίας μας για να μην πέσεις στο αμάρτημα της κατάλυσης παρανόμων φαγητών (Λόγος ΙΔ’ της Κλίμακος), και ποιοι καμαρώνουν εισπηδήσαντες εντός του, όπως οι ταοί της Μονής Βλατάδων ή προβάλλονται εις υγείαν του κορόιδου κ. Νομάρχου και της κυρίας του Ν.Α. του τώρα), είναι αφιερωμένο (sic) στον δεκαετή ελλείποντα της Μητροπόλεως. Αυτής της οποίας ο τοπικός αρχιεπίσκοπός της δεν έχασε αφορμή να δείξει εκ νέου την πνευματική του ανωτερότητα και στο μνημόσυνο βράβευσε -όχι θα τον άφηνε- τον πρώτο χειροτονηθέντα ιερέα από τον Διονύσιο Ψ. Αυτός βράβευσε για τις επιδόσεις τους, μέχρι και την Παναγία, μητέρα του Χριστού για όσους το αγνοούν, και τον Αγιο Νικόλαο, επίσκοπο Μύρων της Λυκίας). Συγκλονιστικό ενσταντανέ του διαπράγματος! Ομολογώ με κατέπληξε! Πως το σκέφτηκε ο ευλογημένος;
Στο ημερολόγιο τσέπης δεν αναφέρεται, στο βίο του Δ.Ψ. η βιβλιοθήκη και η δωρεά της. Ισως γιατί όλοι θέλουν να ξεχάσουν την ύβρη που διέπραξαν με έργα οι παραλήψεις, με πηγαίο φθόνο ή γνήσια ζήλια, κάποιοι απ’ αυτούς που μετείχαν στη φανταχτερή, δεκαετή μνημοσύνη, ή λησμοσύνη του αλησμόνητου ιεράρχη.
- Αμήν. Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού
Με αφορμή τα10 χρόνια από την κοίμηση του Μητροπολίτη Διονυσίου Ψαριανού εκ της νήσου Ανδρου
Του Β. Π. Καραγιάννη
«Ηχθην στην απόφαση», που θα έλεγε κι ο εντιμότατος κύριος Δεσπότης των παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικών μας πραγμάτων ή έλαβα καιρό επί το εκκλησιαστικότερον, να αφεθώ σε ημισοβαρούς σχολιασμούς στα όσα άκουσα την βδομάδα της θρησκευτικής εορτής της πόλεως (6/12), αλλά και του μνημοσύνου (9/12), για τα δέκα χρόνια από την εκδημία του μητροπολίτη Διονυσίου Ψαριανού, σε συνδυασμό με την περικοπή του Ευαγγελίου της Κυριακής Ι’ Λουκά: «Υποκριταί, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει;».
«Φυσικά και Σάββατο ποτίζει και βόδι και γομάρι
όποιου της μοίρας του ‘λαχε τέτοιο ειδικό σαμάρι»
Από τηλεοράσεως, στην Αθήνα μάλιστα, άκουσα τον Δήμαρχο Κοζάνης να δηλώνει τη μέρα του πολιούχου της πόλεώς του, ήδη εκ της πολιτικής χρησικτησίας, μπορεί να τη θεωρεί κτήμα του, πως: «ο άγιος Νικόλαος προστάτευσε κι έσωσε την πόλη τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά βέβαια». Για σταθείτε, όμως, κύριε πολυχρόνιε τ. πρόεδρε πασών των δημάρχων Ελλάδος; Εχετε αποδείξεις γι’ αυτό που είπατε ιστορικές, γραπτές φυσικά, είτε και μεταφυσικές, ας πούμε, με ειδική, πιθανόν, εις υμάς υπόμνηση περί αυτών, εν ύπνω ή εν τω ξύπνω σας; Ως γνωστόν επί τουρκοκρατίας δεν εγκαταστάθηκαν Τούρκοι στην πόλη, από δε το 1660 ο μεγαλέμπορος υποδημάτων Χαρίσιος Τράντας, (αν ζούσε σήμερα θα ήταν μόνιμος πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου και μαζί με τον Δήμαρχο θα έκαναν δηλώσεις κάτω από το καναμπαριό [1850] δίπλα από το λαμπιονό-δεντρο επί τη ενάρξει των εορταστικών λιανεμπορικών εορτών κ.λπ.), κατάφερε με βαρβάτες δωροδοκίες κι άλλα θεμιτά κι αθέμιτα μέσα του καιρού και του τρόπου του, να θέσει την τότε κοινότητα και πόλη μετέπειτα, στην προστασία της Σουλτανομήτορος. Αυτό σήμαινε σημαντικά προνόμια για την θρησκεία και το εμπόριο. Γράμματα σπουδάγματα μάθαιναν στο Κρυφό σχολειό της Σχολής της Κοζάνης (1668), ένα οιονεί πανεπιστήμιο τω καιρώ εκείνω, με δασκάλους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης κι όχι όπως τα σημερινά «μασάλια», με το φεγγαράκι το λαμπρό κ.λπ, που φώτιζε τα «παρταλόπκα και μη» να πηγαίνουν σ’ αυτό, ότι δεν είχε ακόμα εφευρεθή ο ηλεκτρισμός των Καϊλαρίων. Ούτε τζαμί κτίστηκε, εκτός από το φουγάρο του πρώτου ατμοκίνητου εργοστασίου, αλευρόμυλος ιταλικών συμφερόντων (1881) στην περιοχή του φανού Γητιάς, που για χρόνια νόμιζαν ότι είναι τζαμί, επομένως ο άγιος δεν είχε να επιδείξει συγκεκριμένο έργο σωτηρίας. Στην επιδρομή των αγαρηνών-Κονιάρων από την περιοχή των Καραγιαννίων ανήμερα των Θεοφανίων (1770) και την τετραήμερη άλωσή της το 1787 από τους παραπάνω συν τους εκ του Καράτζιλαρ βαζιβουζούκους, όχι μόνον δεν την έσωσε αλλά η πόλη δηώθηκε. Ενώ, ένας εγκόσμιος άγιος, ο δεσπότης Βενιαμίν (1818-1850) το 1822, αυτός ναι, έσωσε την πόλη από τους Τούρκους, όταν μετά την καταστροφή της Νάουσας ήρθε αποφασισμένος ο καταστροφέας της Αμπαλαμπούτ, να καταστρέψει εκ θεμελίων την Κοζάνη γιατί βοήθησαν 124 άνδρες και δύο γυναίκες Ναουσαίους πρόσφυγες, τους οποίους φυγάδευσαν δια μέσου της Βιβλιοθήκης και του υπονόμου της ως την οικία Μεγδάνη κι από κει προς Νότον. Κατάφερε, ο δαιμόνιος ρασο-διπλωμάτης, με ρουσφέτια (δύο ημιόνους κεκοσμημένους μεγάλης αξίας), γλειψίματα, τεμενάδες, παρακλήσεις, δωροδοκίες, να τον συγκρατήσει. Δεν θα υπήρχε σημερινή Κοζάνη για να εκλέγεται ο Δήμαρχος της πέντε φορές, αν δεν υπήρχε αυτός ο μέγας Μητροπολίτης. Η τοπική πατρίς ευγνωμονούσα και επειδή δεν γνώριζαν τα στοιχεία της φυσιογνωμίας του, έστησε ένα μεγαλειώδη ανδριάντα στην πλατεία, φατσικά υπέρ του δεσπότη Ιωακείμ, αλλά αυτόν εννοούσαν σίγουρα οι κοζανίτες συμ-πατριώτες. Ετσι κάθε ημιαργία του Πολυτεχνείου και της Εθνικής Αντιστάσεως καταθέτουν στεφάνια και λένε ποιήματα ενώπιόν του. Ο μόνος εξωκόσμιος άγιος που βεβαιωμένα ιστορικά συνέδραμε την πόλη, ήταν ο άγιος Νικάνορας, λείψανα του οποίου περιέφεραν, την εποχή της ισπανικής, θανατηφόρου γρίπης το 1918 στην πόλη, και δεν τόλμησε αυτή να εισέλθει σε χώρο ελεγχόμενο από την ευωδία τους. Στα χρόνια μας η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Ζιδανιώτισσας έβαλε το χέρι της κι ο σεισμός της 13ης /5/1995 πέρασε αναίμακτος. Αν και κατά την ταπεινή μου γνώμη η ελάσσων αγία Γλυκερία που τότε εφημέρευε, μας σκέπασε με τη σκέπη της.
(«Τα είπα έτσι για να περνάει η ώρα της εορταστικής μέρας», θα σου πει ο κ. Δμρχς, «Θυμηθείτε τι αφόρητες κοινοτοπίες έως ανοησίες ξεφουρνίζουμε όλοι μας, ενώπιων των τοπικών τηλεοράσεων, για να διασκεδάζει το κοινό με την ημιμάθειά μας σε κάθε εθνική επέτειο και γιορτή»).
Επιμύθιον. Οι άγιοι σώζουν σίγουρα τις ψυχές των ανθρώπων και δι’ αυτών και τα σώματα. Ομως στην σωτηρία ολόκληρων πόλεων δεν νομίζω ότι τα καταφέρνουν· πλην μιας εξαιρέσεως στην ιστορία, της Παναγίας Άχραντου και Υπερευλογημένης Θεοτόκου η οποία έσωσε την Κωνσταντινούπολη από την επιδρομή των Αβάρων (626), οι πρόγονοι των σημερινών ορθοδόξων Σλάβων, και τότε Της επλέχθη ο μελωδικότατος «Ακάθιστος ύμνος», ο οποίος σημειωτέον υπάρχει μόνον στην ελληνική Ορθοδοξία.
[Τι μ’ έπιασε, μέρες που είναι, τόσος ορθολογισμός, ενώ κατά βάθος το θρησκευτικό αίσθημα σαν την «ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι».]
Η συνέχεια και πάλι επί της τηλεοπτικής οθόνης. Την Κυριακή 9/12- Σύλληψις Αγίας Αννης- ετελέσθη αρχιερατική λειτουργία, μετ’ όρθρου παρακαλώ κατά το πρόγραμμα, και μνημόσυνο για την συμπλήρωση 10 χρόνων από την εκδημία του Μητροπολίτου Διονυσίου Ψαριανού (1957-1997). Παρούσα μια πεντάδα μιτρο-λαμπροφορεμένων δεσποτάδων. Αρχιερατικό μνημόσυνο σημαίνει υψηλών προδιαγραφών διαμεσολάβηση προς τον Κύριον για την ανάπαυσιν της ψυχής του υπέρ ου. Εν τω μεταξύ ποιος θυμάται σήμερα, και γιατί άλλωστε, τον αλήστου μνήμης Μητροπολίτη Δ.Ψ; Κανείς, πλην από τους άμεσα συγγενείς εξ αίματος και χαλαρά οι εκ πνεύματος, κάτι σαν τον απόηχο μιας ευγενικής ύπαρξης που περιίπταται ουρανόθεν, δηλαδή στο πουθενά, κι επιγείως στα υλικά του έργα. Κι αυτό είναι νόμος στη φύση. Μόνον τα υλικά έργα μένουν για να διαιωνίζουν κάπως τον απελθόντα. Εργα τους είναι και κάποιες πράξεις που μυρίζουν ή ακόμα καλύτερα μένουν με κάποιο υλικό αντίκρισμα. Λ.χ. ο Κ. Γκέρτσιος που δώρισε το κτίριο να γίνει οικοτροφείο απόρων κορασίδων νοσοκομειακής επιστήμης και πρακτικής και για να εγκαθίσταται εκεί το επιχειρηματικό (ως μέγας επιχειρηματίας που ήταν) επιτελείο της μητροπόλεως. Ο Γ. Τιάλιος έκτισε το γηροκομείο, ο παλαιότερος Π. Χαρίσης την Χαρίσειο Γεωργική Σχολή, που σήμερα ούτε τ’ όνομά του φέρει ως Διεύθυνση συγκοινωνιών. Αλλά και νεότεροι δωρητές και δωρήτριες που έδωσαν χρήματα να γίνουν το νοσοκομείο, σχολεία, νηπιαγωγεία, πλατείες κ.λπ. Οι αδελφοί Κοβεντάροι δώρισαν το υπό ριζική, επιτέλους, ανακαίνιση, Κοβεντάρειον συνεδριακό κέντρο και την ήδη υπό κατεδάφιση προέκταση του Δημαρχείου που στεγάστηκε κάποτε η Δημοτική Βιβλιοθήκη, και στην οποία τώρα εδράζεται το Δημοτικό Ταμείο ένθα και επιβιώνει, ως σπάνιον και πολύτιμο είδος, ο μοναδικός τόσον ευσυνείδητος υπάλληλος κ. Μαν. Δεληγεωργίδης. Ο μακαριστός, όπως τον αποκαλούν τώρα και γεμίζει το στόμα τους με μεταφυσικό αλλά φτηνό άρωμα ανάμνησης, Διονύσιος Ψ., φτωχός σε περιουσιακά στοιχεία («Με τη βοήθεια το Θεού κατάφερα να μείνω φτωχός») έγραφε στη διαθήκη του· ούτε βίλες, ούτε καν ένα απλό μοναχικό «κάθισμα» απέκτησε, ούτε άλλα μάταια πράγματα που χαρακτηρίζουν τους χλιδάτους του κόσμου και της ιεραρχίας. Ως μόνη περιουσία κατέλιπε μια τεράστια σε μέγεθος και ποιότητα βιβλιοθήκη την οποία δώρισε στο Δήμο και στη Βιβλιοθήκη, τη ημέρα της αεράτου σύστασης (και θλιβερής κατάληξης), του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης. (Τι γίνονται άραγε αυτά τα δύο συναρπαστικά δημιουργήματα και η συνισταμένη τους «Κοζάνη πόλη του βιβλίου;»). Αυτοί που την παρέλαβαν με φόβο θεού κι ανθρώπων την τακτοποίησαν σε ειδικό χώρο που φέρει το όνομα του μέγα δωρητή, και είχαν ορίσει την ενιαία ύπαρξη της και διαχείρισή της, όπως αξίζει σ’ αυτή τη μεγαλειώδη δωρεά στα γράμματα και τον πολιτισμό της πόλης. Αυτοί που την περίλαβαν μετά, τα λεγόμενα «άδεια σακιά» των γραμμάτων του δήμου τα οποία τοποθετούσε εκεί ο κ. Δμρχς για να τα ξεφορτωθεί από τα άλλα αξιώματα, την διέλυσαν, την παραπέταξαν την κατέστρεψαν σαν ενιαίο σύνολο πνευματικού πράγματος, μετατρέποντας τον ευλογημένο της χώρο σε οίκο του δημοτικο-εκλογικού τους μαγειρείου. Ο Δήμος Κοζάνης έδωσε το χρυσό μετάλλιο της πόλης στον Επίσκοπο για τη δωρεά του κι αμέσως μετά για να ισορροπίσει κάπως τα πράγματα συμμορφούμενος και με την εν γένει αισθητική του, απένειμε το αυτό χρυσίον διπλής όψεως (Γ. Λασσάνη και άγιο Νικόλαο φέρει στις δύο όψεις του) στην κυρία Δόμνα Σαμίου για την πρωτοποριακή, αποκριάτικη σύνθεσή της: «Πως το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι». Ενώ ο καημένος κ. Ιάκωβος Καμπανέλης ηξιώθη, ανεξήγητα γιατί, μόνον της αργυράς διακρίσεως του Δήμου. Ισως για το θεατρικό του «Πρόσωπα για βιολί κι ορχήστρα». που συνόρευε με τον τοπικό πνευματικό περίγυρο. Παιδιά –βιολιά που λεν.
Οι κατά καιρούς πρόεδροι των θεσμών του Δήμου που έχουν σχέση με τα γράμματα, αυτές δηλαδή οι εκρηκτικές προσωπικότητες του πνεύματος και της ευαισθησίας, τ’ ανωτέρω άδεια σακιά δηλαδή, σ’ αυτούς τους ρόλους θέλουν να τους γεμίσουν όπως όπως αρπάζοντας από εδώ κι από κει, ό,τι να ‘ναι σε δουλειά να βρίσκονται, αυταρεσκο-βαυκαλιζόμενοι ότι, τέλος πάντων είναι κάτι, όπως είναι και φαίνονται φυσικά κι αυτοί και τα έργα τους. «και κατά τα έργα σου κι αλληλούια» λέει ο λαός. Κατάφεραν τη μόνη μεγάλη κι υλική δωρεά του Διονυσίου Ψ. να την ευνουχίσουν να την αποψιλώσουν, και να τη φέρουν δηλαδή στα μέτρα της απελπισίας τους.
Από κοντά η οικογένεια του δωρητή - αρχιερέα που εγκατέλειψε τη βιβλιοθήκη από την εποπτεία της, όπως είχε εκ των γραπτά συμφωνηθέντων, υποχρέωση, σαν έκθετο στην πόρτα του Δήμου και άφησε τη δωρεά του όντως κι όχι κατά επίφασιν αγίου, έρμαιη στις διαθέσεις και την άγνοια των μόλις ανωτέρω.
Ολοι αυτοί της εγκόσμιας και εκκλησιαστικής εξουσίας, που σοβαροφανώς ανιούσαν και νύσταζαν στον Καθεδρικό της πόλης στο μνημόσυνο και υπήρχαν σώματι στην εκδήλωση που ακολούθησε στη στρατιωτική αίθουσα Φίλιππος, χαμένοι στον κόσμο τους ο καθένας ν’ ακούει και να μην καταλαβαίνει επί της ουσίας τίποτε, υποκρινόμενοι πως βιώνουν σχεδόν τη μέθεξη του πνεύματος, άλλοι του εγκόσμιου κι άλλοι του αγίου, κοιμώνταν τον ύπνο εν ξύπνω του αδιάφορου έως του εν επιγνώσει αδίκου.
Ο μέγας άρχων της τελετής σεβασμιότατος εκτός ορίων μητροπόλεώς του, Παναγιώτατος εντός της Θεσσαλονίκης, έκλεισε το λόγο του με τον λήρο περί της Σκοπιανο-μακεδονικής μας δυσανεξίας με μια (πασίγνωστη) αλλά «αποκλειστική αποκάλυψη χαρτών με γκρίζες αμφισβητούμενες ζώνες της Μακεδονίας» των ελεεινών Σκοπιανών και το εκκλησίασμα, ως συνήθως κεχηναίο, εντυπωσιάστηκε σφόδρα. Αμέσως μετά σήμανε την απόλυση. Ομως στην έξοδο του ναού τον επανέφεραν, ευτυχώς, στη τάξη οι τοπικοί παράγοντες Δήμαρχος και Βουλευτές: «Κάτσε στ’ αυγά σου δέσποτα πολυέλεε δεν σε αφορούν άμεσα αυτά· εδώ δεν είναι διανομή μητροπόλεων και θρόνων για να παίζεις επί μακρόν με όσην έκτασιν πολιτικού νοός διαθέτεις. Γι αυτά να μιλάς εκεί που γίνεται δημόσιος διάλογος με συνέπειες κι αντίλογο κι όχι στα μονόπαντα κηρύγματα. Ηττήθημεν κατά κράτος στα Σκοπιανο-μακεδονικά (βάλατε εδώ κι υμείς και οι συν αυτώ τον ιερόν σας δάκτυλο). «Με το ζερβί το δάχτυλο ρίξε στα βόδια άχυρο» επιμένει ο λαϊκός ποιητής. Ας περισώσομεν ό,τι ακόμα έχει μείνει από τα ράκη της εθνικής μας αξιοπρέπειας κι ας το βουλώσουμε, κυβερνήσεις, πολιτικοί με τις «πολιτικές» τους πολιτικές κ.λπ., άνθρωποι δε κι ανθρωπάρια εν γένει».
Στην εκδήλωση, έψαλαν, οι μόνοι επώνυμα ανυπόκριτοι, ο Σύλλογος ψαλτών «Ιάκωβος Ναυπλιώτης», ύμνους του αοίδιμου Μητροπολίτη και στο τέλος μοιράστηκε ημερολόγιο ως αντίδωρο, εκδοθέν αναλώμασι της Ν. Αυτοδιοίκησης Κοζάνης εννοείται. Κι αν δεν έχουν πληρώσει οι κατά καιρούς Νομάρχες και η Ν. Αυτ. Κζνς υπέρ συνήθως αχρήστων ή αλυσιτελών έργων της τοπικής μητροπόλεως! Αλλά, το είπαμε πλειστάκις το μπρεχτικόν: «Εξουσίες (ολιγόνοες επί το πλείστον) που αλληλογλείφονται σαν ερωτιάρες γάτες». Το φετινό ημερολόγιο (απ’ αυτά που τα πετάς αχρησιμοποίητα μόλις τα ξεφυλλίσεις και δεις πότε είναι οι νηστείες της Εκκλησίας μας για να μην πέσεις στο αμάρτημα της κατάλυσης παρανόμων φαγητών (Λόγος ΙΔ’ της Κλίμακος), και ποιοι καμαρώνουν εισπηδήσαντες εντός του, όπως οι ταοί της Μονής Βλατάδων ή προβάλλονται εις υγείαν του κορόιδου κ. Νομάρχου και της κυρίας του Ν.Α. του τώρα), είναι αφιερωμένο (sic) στον δεκαετή ελλείποντα της Μητροπόλεως. Αυτής της οποίας ο τοπικός αρχιεπίσκοπός της δεν έχασε αφορμή να δείξει εκ νέου την πνευματική του ανωτερότητα και στο μνημόσυνο βράβευσε -όχι θα τον άφηνε- τον πρώτο χειροτονηθέντα ιερέα από τον Διονύσιο Ψ. Αυτός βράβευσε για τις επιδόσεις τους, μέχρι και την Παναγία, μητέρα του Χριστού για όσους το αγνοούν, και τον Αγιο Νικόλαο, επίσκοπο Μύρων της Λυκίας). Συγκλονιστικό ενσταντανέ του διαπράγματος! Ομολογώ με κατέπληξε! Πως το σκέφτηκε ο ευλογημένος;
Στο ημερολόγιο τσέπης δεν αναφέρεται, στο βίο του Δ.Ψ. η βιβλιοθήκη και η δωρεά της. Ισως γιατί όλοι θέλουν να ξεχάσουν την ύβρη που διέπραξαν με έργα οι παραλήψεις, με πηγαίο φθόνο ή γνήσια ζήλια, κάποιοι απ’ αυτούς που μετείχαν στη φανταχτερή, δεκαετή μνημοσύνη, ή λησμοσύνη του αλησμόνητου ιεράρχη.
- Αμήν. Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού
Καζαντζακης 50 χρονια υστερα
Καζαντζακικές «σπουδές» στην Κοζάνη
και «Μετοχικές» σπονδές στο Βελβεντό
Του Β. Π. Καραγιάννη
Ξανάρθε, λοιπόν, την σήμερον ο Ν. Kαζαντζάκης, πενήντα χρόνια από το θάνατό του, στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος, στο μέγα πανελλήνιον. Στα φοιτητικά μας χρόνια οι κλεψίτυπες, φθηνές αλλά γρηγοροδιάβαστες εκδόσεις του, στο κόκκινο πάντα, αραδιασμένες στους πάγκους, που τις τελαλούσαν οι πωλητές ως κάτι το εξωτικό έξω από τη φοιτητική Λέσχη, ολοκλήρωναν, μέσα σ’ ένα αναγνωστικό ενθουσιασμό, τη μαθητική έναρξη γνωριμίας του μυθιστορηματικού κόσμου, του Νίκου Καζαντζάκη (Ν.Κ.), που άρχισε με το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (βιβλίο δανεισμένο, άρα και βιβλίο χαμένο έκτοτε). Το 1971, κυκλοφόρησε σε χάρτινη, νόμιμη, έκδοση το πρώτο του βιβλίο το «Συμπόσιο» που πρωθύστερα ερχόταν να συμπληρώσει την αρχική πνευματική «απορία» γι’ αυτόν. Ηταν και οι εποχές που όλα ξεσηκώνονταν μέσα κι έξω: αισθήματα, απαιτήσεις έρωτος αμήχανες ή πιεστικές, αναζητήσεις πολιτικές, όλα ραγδαία μετά την ποδοσφαιρική μας ολοκλήρωση κι εκτόνωση, γνώσεις άγνωστες που μας χτυπούσαν σαν ανοιξιάτικες μπόρες, διεγέρσεις παντός καιρού και τρόπου. Διότι είμασταν νέοι.
Η ηλικιακή φάση ζητούσε κάτι παραπάνω. Ετσι η «Οδύσσειά» του, σε βαριά χάρτινη εμφάνιση, Δ’ Εκδοση, (Χειμώνας του 1972).
«Ηλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρυσό σκουφί του νου μου
αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω
όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας»
Από τότε υπήρχε άψυχη, αδιάβαστη αλλά μαγικά κι ερμητικά απόμακρη, σε κάθε γραφείο και χώρο που αφήνονταν το σώμα κι η ψυχή, για 20 ολόκληρα χρόνια· όσα χρειάστηκε, δηλαδή, για να επιστρέψει ο ήρωας του τυφλού ποιητή από τότε που έφυγε από την Ιθάκη προς Τροία μεριά. Κι όταν επιτέλους Αυτός τον επέστρεψε, απορφανισμένο από συντρόφους, τον άρπαξε ο ανοιχτομάτης μας ποιητής και μέγας ταξιδιώτης, να τον οδηγήσει πέρα από τις γνώριμες θάλασσες, τους κόλπους και τις αγκαλιές, τη θαλπωρή του συνηθισμένου, την αφόρητη αγάπη του οικείου, σε μια αναζήτηση του μεγάλου τίποτα, για το οποίο φλεγόταν η ψυχή του Ν. Κ. Δεν ησύχαζε πουθενά και σε τίποτε· σε κανένα τόπο, σε κανένα θεό, σε καμιά πίστη. Στις μονιές της ακρότατης ανθρώπινης απελπισίας για την παρουσία-απουσία του Θεού («Μου ζήτησε ο Θεός βοήθεια και τρέχω να τον σώσω» Ασκητική) να μην ησυχάζει και να αναβοσβήνει -κοσμική φωτιά - η αχόρταγη ψυχή του για το άλλο, το μακρινό, το μηδέν εν τέλει. Για 20 χρόνια έτσι ζούσα με το έργο αυτό σε μια διαπάλη, μια διεξαγωγή πράγματος, μια γεμάτη προσπάθεια κατανόησης, με αγωνία, πισωγυρίσματα, παραιτήσεις, επιστροφές, και κάθε φορά, ανάλογα με τις πνευματικές ορέξεις κι ενοχλήσεις να τη σταματώ ή να την ξαναρχίζω.
«Μάνα, κι αν έχεις δείπνο γέψου το, κρασί ξεφάντωσέ το,
μάνα, κι αν έχεις στρώμα ξάπλωσε τα χοντροκόκαλα σου·
δεν θέλω, μάνα, πιά κρασί να πιώ μήτε ψωμί ν’ αγγίξω·
απόψε βίγλισα τον αγαπό σα στοχασμό να σβήνει”.
(11 Σεπτεμβρίου 1992)
Για να μπορώ τώρα -εδώ και καιρό- να ισχυρίζομαι ενώπιον παντός, συνήθως αδιάφορου, ότι ναι, διάβασα κι εγώ το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής, των 33.333 στίχων (το οποίο αυτό το τέρας της πνευματικής θέλησης έγραψε …εφτά φορές). Και λοιπόν; Πώς και πού να εξαργυρώσω αυτή την αναγνωστική μου ματαιότητα; Σε τι έγινα καλύτερος ή χειρότερος μετά από αυτή τη διεξαγωγή; Σε τίποτε. Τι έμεινε ως αίσθημα ή μεταίσθημα απ’ αυτό; Από τον «Καπετάν Μιχάλη» μου έμεινε η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, τουλάχιστον. Διαβάζεται, άραγε, σήμερα ο Ν. Κ.; Λείπει από το αναγνωστικό κοινό και γιατί; Οι μελετητές του το ψάχνουν και δίνουν σ’ αυτό πολλές ερμηνείες. Όπως λ.χ. συζητείται και γιατί δεν διαβάζεται ο Παλαμάς αλλά όχι κι ο Καβάφης; ή διαβάζεται ο Σολωμός αλλ’ όχι ο Σικελιανός. Το εκκωφαντικό, το μεγαλειώδες, το στομφώδες υποχωρεί ευθέως ανάλογα με το παγκόσμιο στις διαθέσεις του κοινού των αναγνωστών. Κάποτε λέγανε ότι ήταν αφύσικο να είσαι νέος και να μην περάσεις από την ψευδαίσθηση του επαναστάτη ή την αυταπάτη του κομμουνιστή. Αργότερα φυσικά ημέρευαν τα πάθη, νομοτελειακά. Ομοίως έπρεπε κάποτε να περάσεις, στο νεοελληνικό επίπεδο, την αντίστοιχη φάση του καζαντζακικού κόσμου, για να προχωρήσεις, ανεπίστροφα γι’ αυτόν, σε πιο φυσιολογικές συζητήσεις με τον εαυτό σου πρώτα, αλλά και σε αναγνώσεις των άλλων. Σήμερα και τα δύο στάδια είναι μια ξεπερασμένη συνθήκη αρχείου.
Σε μια «Περιπλάνηση ένδον» μου στο καταληκτικό της αφήγημα με τίτλο «Ο Οδυσσέας, οι Οδύσσειες και η διάβαση στον Λέοντα», προσπάθησα να δέσω όπως όπως, με κόμπους εύκολα λυτούς σε όσους γνώριζαν, τα πρόσωπα στις δύο Οδύσσειες, του Ν.Κ. και του Ομήρου, με τον «Οδυσσέα» του Τζόυς.
Ξηλώνω μια δυο παραγράφους του.
«Σκύβω και προσκυνώ τις τέσσερις γωνιές του πάνω κόσμου
Τα τετραθέμελα του νου ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα» (Ν.Κ., «Οδ.»).
«Εχω μπροστά μου και τις τρεις εκδοχές της ανθρώπινης περιπλάνησης. Τη αρχική αρχαία, την προέκταση και συνέχεια της και τη μεταγραφή της στο σήμερα. Γυρίζω από σελίδα σε σελίδα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, από όνειρο σε όνειρο. Η ταυτόχρονη επί τρία περιδιάβαση είναι μια εμπειρία ξεχωριστή. Η Ομηρική δίνει την αίσθηση της σταθερότητας, της διάρκειας, της αιώνιας προσπάθειας και της τελικής επιστροφής. Η Καζαντζακική, την αξεδίψαστη επιθυμία για το καινούργιο, το διαφορετικό, το ξένο προς το καθημερινό αλλοτριωτικό πλαίσιο διαβίωσης, για τα απλά που θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, για τα ταξίδια καθημερινά ή διαρκείας που δεν κάναμε, παρότι κάθε μέρα ταξιδεύουμε ανεπιστρεπτί στο χρόνο· για ό,τι τέλος πάντων υπάρχει στον κόσμο και δεν το ξέρουμε. Τέλος, η Τζοϋσική μεταγραφή, το καθημερινό παράλογο της ύπαρξης».
Με τον καιρό περάσαμε σε τοπικό επίπεδο, με τους θεσμικούς νεολογισμούς μας, στη φαντασιακή σχεδόν «Κοζάνη πόλη του βιβλίου» (τώρα ακούω πως τα Γρεβενά θα ανακηρυχτούν πόλη των μανιταριών...), όταν πήραν τα πάνω τους όλα τα πιθανά κι απίθανα όνειρα κι έργα γύρω από τα βιβλία και τα γράμματα, σε βαθμό κορεσμού αλλά και δημιουργικής υπερεπάρκειας για όλους τους συμμέτοχους. Σε μια εκδήλωση για τον Ν. Κ., ο κ. Πάτροκλος Σταύρου, θετός υιός της γυναίκας του (ακόμα ελέγχει ασφυκτικά τις εκδόσεις των έργων του, όμως ασχολίαστες, απρολόγιστες, χωρίς κατατοπιστικές εισαγωγές, αφιλολόγητες κατά συνέπεια) προσπαθούσε να μεταβιβάσει μια σχεδόν εξ επαγγέλματος συγκίνηση, σ’ εμάς, στο ακροατήριο, που τον άκουγε σχεδόν ουδέτερα, με τη συνοδεία προσωπικών υλικών ενθυμημάτων του Ν. Κ. Μέχρι και μια μπλούζα είχε. Όμως δεν κράτησα από τότε τίποτε άλλο πλην τα πρόσωπα της διοργάνωσης: την φιλόλογο Ρίτσα Γκρτζμ., που διηύθυνε το όλον και τον αλήστου, αλίμονο, μνήμης Θεόδωρο Μμλδ., που διάβασε το προοίμιον της «Οδύσσειας» κι ύστερα, εκεί που στα καλά καθούμενα ζούσε, τον καλεσε εσπευσμένα κι αδόκήτα ο «τεντοκρούστης» στις τάξεις του.
Λίγο αργότερα μπλέξαμε με μια μονομελή παρέα Φίλων του Ν.Κ, στον κόσμο, μια πρόχειρη εντελώς οργάνωση με ακόμα πιο πρόχειρες δράσεις και μας παρέσυρε σε συνυπάρξεις το λιγότερο αδιάφορες. Όμως τότε, ευτυχώς, ανεφάνη στον τόπο μας μια μελέτη με θέμα: « Η γυναίκα ως «Αλλος» και η ιδανική γυναίκα στον «Τελευταίο πειρασμό». Ενας ιδιότυπος διάλογος του Ν. Καζαντζάκη με τον Freud και το κίνημα του φεμινισμού”, εκδ. Παρέμβαση, της φιλολόγου Αγνής Ππκστ, που έδωσε μια μικρή κίνηση στις ανύπαρκτες σπουδές για τον Κ. στον τόπο μας. Ο άστοχος συγχρωτισμός με την εταιρεία φίλων του συγγραφέα είχε ένα αντίβαρο φιλικό, επιστημονικό, δημιουργικό κι ενδιαφέρον με ανθρώπους και σχέσεις που ακόμα, σε κάθε ανακάτεμα της στάχτης του, αναζωπυρώνεται. Ετσι κάθε διοργάνωση για τον Ν. Κ. άφηνε πίσω της, σαν εκκρεμότητες, πρόσωπα στη ζωή και μνήμες προσώπων που υπήρξαν.
***
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, φέτος, βρεθήκαμε στο Βελβεντό για να δέσουμε τον Ν.Κ. με το χωριό τού ήρωα του (ας τον ονομάσουμε έτσι, αν και ήρωας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας στο έργο) στο «Βίος και πολιτεία Αλέξη Ζορμπά», τον Γ. Ζορμπά, που σαν πρώτη ανθρώπινη ύλη καταγόταν από το Καταφύγι Πιερίων. Πάλι σε ανούσιο συγχρωτισμό με εκείνη τη μονομελή εταιρεία Φίλων του Ν. Κ. Πώς τα καταφέρνουν ορισμένοι με τις εξουσίες· πώς πείθουν τους ελάχιστα, περί αυτών, νοήμονες· πως τα καταφέρνουν οι καταφερτζήδες παντός καιρού και εμφανίζονται σε ρόλους και καταστάσεις πάντα που συνήθως νοθεύουν το θέμα αλλά πολλαπλασιάζουν το ίδιον όφελος ή το αδηφάγον έρμα τους; Αλλά τα θύματα δεν τελειώνουν ποτέ. Δεν τελειώνουμε ποτέ. Ο άνθρωπος -μιλάμε δι’ εαυτούς- είναι αδιόρθωτος, αδύναμος, ασήμαντος, μοιραίος, έρμαιος διαφόρων παθών άρα και λαθών όπως και υστεροβουλιών. Ημουνα μεν σε θέση ελεύθερη πλέον, αδύναμος όμως να αντισταθώ στις ένδον μου πιέσεις για την αναβίωση του χαμένου μου εγωτισμού. Ετσι ένιωσα εκείνη τη βραδιά κι ευτυχώς με άγριες φωνές κι απειλές απέφυγα το ακόμα χειρότερο, να περιβαλλόμαστε οι ομιλητές -το καραγκιόζ σκηνικό, ακόμα κι ημείς αυτοί οι άσημοι- από κρητικές βρακοφορούσες γλάστρες· γιατί, έλεγαν ότι, έτσι κάνουν στην Κρήτη με το συγγραφέα, όταν μιλούν γι αυτόν. Τι φρίκη, τι κακογουστιά τι μωρός τοπικισμός!
Ας γίνω λίγο πιο σαφής, με την εισαγωγική μου αναφορά, για τα πράγματα που καλούμασταν να διεξέλθουμε ή ό,τι εγώ νόμιζα ως δέον να επισημανθεί, έστω κι εντελώς έξω από το αναζητο-συζητούμενο θέμα, με το οποίο η τοπική διοίκηση αλλά και η ευρύτερη επένδυαν κάπως παρά το ανύπαρκτο, επί της ουσίας, πνευματικό του πράγματος. Μέχρι που λογάριαζαν να κάνουν μουσείο του Γ. Ζορμπά. Μουσείο ενθυμημάτων ενός λογοτεχνικού ήρωος. Άλλο και τούτο!
Ελεγα το λοιπόν:
«Μεταξύ Καταφυγίου και Βελβεντού, στο δρόμο που σήμερα τον ανεβαίνει με ιεραποστολική σχεδόν αφοσίωση ο δασολόγος Νικ. Κρτς -που έφαγε αυτά τα δάση με το κουταλάκι ή την δασονομική σφύρα για να κυριολεκτούμε - έζησε κάποια περίοδο, σε μια καλύβα που έχτιζαν για τους ξυλοκόπους οι ειδικοί επ’ αυτού, ένας Καταφυγιώτης άντρακλας, ξυλοκόπος, ερημίτης που έτρωγε κρέας μέχρι και μουλαριού. Δι’ αιτήσεώς του χρεώθηκε από το δασαρχείο έκταση για να την ξυλεύσει. Εστησε, δηλαδή, ένα αυτοσχέδιο υλοτομείο. Ηταν αριστερός, με ειδική πάντα επιθυμία κι ευχή να διαβάζουν οι άλλοι την ΑΥΓΗ ή τον Ριζοσπάστη, ποιος ξέρει, ανάλογα ποια Αριστερά θυμόταν: την προπολεμική ή μεταπολεμική. Μια δυό φορές πήρα κι εγώ αυτό το εξαίσιο μονοπάτι, βαρύθυμος, από Βελβενδού ως το Καταφύγι κι άκουσα την ιστορία. Σε πολλά του ο οιονεί ερημίτης, θύμιζε μια εκδοχή του Αλέξη Ζορμπά με τα μεταλλεία του, τα λατομεία κι ό,τι άλλο κι όπως κι εγώ τα έμαθα εν αναγνώσει ή σε κινηματογραφική εκτέλεση. Στις υπερβολές και στα ανύπαρκτα, δηλαδή, στοιχεία του βίου και της πολιτείας του. Ο Γ. Ζ. είναι γνωστό πως γεννήθηκε στο Καταφύγι, έζησε πέρα, δώθε, κείθε ένα πλάνητα βίο, του κάπως Οδυσσέα, του κάπως τυχοδιώκτη, πέθανε και ετάφη στα Σκόπια. Αλλά τώρα ακόμα ζει στην διαρκέστερη αθανασία που επιφυλάσσει –δυστυχώς, σε ελάχιστους μόνον θνητούς- η Ιστορία, μετά την ενχώματι φυσική απώλεια: στη διαρκή αιωνιότητα των γραμμάτων. Ο ήρωας -το ιδεατό πρότυπο για έναν βίο, όπως του Αλέξη Ζορμπά, που δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει ο συγγραφέας Ν. Κ.- ήταν η υπαρκτή μορφή που είχε αυτή την προνομία να υπάρξει ως τέτοια γιατί έπεσε θύμα ευλογημένο μιας εκρηκτικής σκέψης. Δεν ξέρω αν το Καταφύγι έχει αναδείξει άλλους μεγάλους άνδρες στην ιστορία του πραγματικού. Ομως στον κόσμο της λογοτεχνίας, στον κόσμο του φαντασιακού, είναι μάνα γη ενός κορυφαίου ήρωα. Ο Γ. Ζορμπάς ως Αλέξης Ζ. είναι φυσικά κατασκεύασμα του Καζαντζάκη. Η πραγματικότητα δεν τον προικίζει με τα πραγματολογικά στοιχεία του μυθιστορήματος. Απλά σ’ αυτόν ο συγγραφέας έβαλε ό,τι ήθελε ο ίδιος να ζήσει, όπως το ήθελε, για να διακηρύξει παγκόσμια τη φιλοσοφία του· και ο οποίος ήρωας κατέληξε να γίνει κυρίως ταβέρνες και συρτάκι, τη συνοδεία «σουβλάκι με ή χωρίς πίτα».
Μια βέβηλη σκέψη μου ‘ρχεται κι ένας παραλληλισμός, τηρώντας πάντα τις αναλογίες· την επιτρέπω αφού το ‘φερε η μικρή μου διαπλοκή με τα σημερινά:
Μια ύπαρξη του μάταιου κόσμου (το ίδιο μάταιος και στο Μεσαίωνα όπως και σήμερα) που πέρασε στην αιωνιότητα ήταν και η Βεατρίκη, η θεϊκιά αγαπημένη στη «Θεία Κωμωδία», του Δάντη, την οποία μετέφρασε ο Ν. Κ. (Μόλις πέρσι μου χάρισαν την κανονική της έκδοση, και μάλιστα φερμένη από την Πρέβεζα, αλλά ούτε αυτήν ούτε τη φοιτητική κλεψίτυπη διάβασα παρά τις πολλαπλές ενάρξεις, αφού η μετάφραση του Γιώργη Κότσιρα, εκδ. Ζαχαρόπουλου, με κράτησε ως το τέλος της, όπως και τα ανεπανάληπτα αλλά ελάχιστα άσματά της, μεταφρασμένα από τον Γ. Κοροπούλη). Πέρασε η Βεατρίκη στην παγκόσμια γραμματεία και μάλιστα στις απαρχές της, μέσα από το έργο ενός μέγιστου. Ο Γιώργος-Αλέξης Ζορμπάς μένει στη μνήμη, έγινε κι αυτός ένας μη θνητός, μέσα από τα γραπτά του Ν.Κ. Ο γραπτός λόγος είναι μέχρι σήμερα το μόνο σίγουρο μέσον που δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας κάποιας μορφής αθανασίας για τα έλλογα και τ’ άλογα του σύμπαντος, μοναδικού και μοναχικού μας κόσμου. Επομένως, ο μικρός αυτός τόπος οφείλει στον Ν. Κ. ό,τι αυτός οφείλει στο γενεσιουργό ερέθισμά του, τον Γ. Ζορμπά. Οφειλές και οφειλέτες είναι σε μια συνάρτηση χρόνου και σχέσης πνευματικής πλέον, αδιάλυτη. Κι αυτό είναι λίαν ερεθιστικό πράγμα για το σήμερά μας, τουλάχιστον στο πεδίο της ηθικής, μερικής αλληλοαναγνώρισης σε εδαφικό επίπεδο και σε αντίθεση με τους μονοπωλούντες και ακυρώνοντες εν τινι λόγω τον Ν.Κ., Κρήτες πάσης φουρνιάς και παντός τόπου.
Ο Ν.Κ., συνολικά, είναι μια πολύ-πλαγκτη οντότητα ανάγνωσης (Ομηρική ή και Τζοϋσική) ανάλογα με τις ηλικίες, τις διαθέσεις, τους καιρούς και κατά πού γέρνει η ψυχή. Περισσότερο μένεις στην πρώτη και καθοριστική σου μαθητεία, τουλάχιστον στα μυθιστορήματά του. Δύσκολα θα επιστρέψεις στα κορυφαία του έργα, την «Οδύσσεια», ή στα άγνωστα θεατρικά, στα περίφημα Ταξιδιωτικά, στις δύσκολες μεταφράσεις όπως του Ομήρου και Δάντη, τα άγνωστα θεατρικά, αλλά και στις μικρές «Τερτσίνες» που με θέλγουν ορισμένως και σ’ αυτές θα σταθώ για λίγο. Απ’ όπου περνάς, όμως, βιώνεις μια πνευματική δοκιμασία, μια ανάβαση, ένα σκαλί για το παραπέρα.
Τερτσίνες είναι μεγάλα ποιήματα, ομοιοκατάληκτα, γραμμένα στα δαντικά μετρικά πρότυπα. Το βιβλίο, κοντά στις 180, σελίδες έχει 21 τραγούδια για τα οποία ο Ν. Κ. γράφει: «Στα τραγούδια ετούτα θα ‘θελα να μπορούσα να φανέρωνα την ταραχή και τη χαρά που μου δίνουν οι ψυχές που εθρέψαν την ψυχή μου.» Αυτόν τον ψυχοφάγο, με τον ακόρεστο πνευματικό καταπιόνα, αυτοί τον βύζαξαν, λέει, γράφει, το εννοεί, με την αγάπη, την άσκηση, την επιμονή, την αφιλοκέρδεια· «την αντοχή- κι όχι μονάχα την αντοχή παρά τον μισάνθρωπο, πασίχαρον έρωτα της μοναξιάς». Αυτής της μοναξιάς που λάτρεψε σαν θεότητα, πατρίδα της αξεδίψαστης ψυχής του· που τον βοήθησε να δημιουργήσει τα μεγάλα έργα. Οι ψυχοτροφοδότες του, όπως τους τραγουδά στις «Τερτσίνες» ήταν οι: Βούδας, Μωυσής, Χριστός, Μουχαμέτης, Λένιν, Δον Κιχώτης, Μέγας Αλέξανδρος, Τσιγκισχάνος, Χιντεγιόχη, Τόντα Ράμπα, Δάντης, Σαιξπήρος, Λεονάρντο, Γκρέκο, Νίτσε, Αγία Τερέζα, Ελένη, Ψυχάρης. Είναι ποιήματα που έχουν μια αυστηρότητα κλασικής φόρμας και σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα έως εκρηκτική γλώσσα, γεμάτα καζαντζακικούς ιδιωματισμούς, σχηματισμούς άγριων και λυρικών λέξεων γίνονται καταφανώς απόμακρα και αποτρέπουν κάθε εύκολη κι ανέμελη προσέγγισή τους. Απαιτούν ιδιαίτερη προσήλωση κι αφοσίωση, για να σ’ αφήσουν κάτι από το μυστικό τους λόγο.
Μικρό δείγμα από την «Τερτσίνα» που είναι αφιερωμένη στον Αγγελο Σικελιανό:
37 Γυναίκα φιλαντρού, κερά και δούλα,
πηλέ θαματουργέ, βαθιά φρεγάδα,
και γιέ μου εσύ, γλυκιά της ζωής φωνούλα,
40 άσβεστη ιερή του αγώνα μας λαμπάδα,
χίλια καλώς στη γης σε βρήκα, γειά σου,
ζεστή μου χωματένια Αγια -Τριάδα!
43 Σαν τον κισσό στα φρένα μου αγκαλιάσου,
σφιχτοπερίπλοκή μου ορθή τερτσίνα!
Να κρεμαστούν στα στρουφιχτά κλαριά σου
46 άστρα οι καημοί, τα κρίματα σαν κρίνα,
βαρύ, δροσάτο ο Χάρος πορτοκάλι,
κι αδρό, χορταστικό σταφύλι η πείνα!
***
Η δυσανάλογα μεγάλη κουστωδία του Βελβεντού, αργά το βράδυ, κατέφυγε στο Μετόχι του δια τα συνήθη περαιτέρω εις υγείαν των όποιων κορόιδων. Σπονδή. Μέτοχος κι εγώ μιας ιστορίας, για την οποία στα μέσα μου κάπως ναυτιούσα αλλά, επιφανειακά ακολουθούσα σε όλα το …επιτραπέζιον πρόγραμμα. Δεν αντέδρασα εγκαίρως, επομένως είμαι και συμμέτοχος αυτών που τώρα θέλω να σαρκάσω.
Ας πρόσεχα.
και «Μετοχικές» σπονδές στο Βελβεντό
Του Β. Π. Καραγιάννη
Ξανάρθε, λοιπόν, την σήμερον ο Ν. Kαζαντζάκης, πενήντα χρόνια από το θάνατό του, στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος, στο μέγα πανελλήνιον. Στα φοιτητικά μας χρόνια οι κλεψίτυπες, φθηνές αλλά γρηγοροδιάβαστες εκδόσεις του, στο κόκκινο πάντα, αραδιασμένες στους πάγκους, που τις τελαλούσαν οι πωλητές ως κάτι το εξωτικό έξω από τη φοιτητική Λέσχη, ολοκλήρωναν, μέσα σ’ ένα αναγνωστικό ενθουσιασμό, τη μαθητική έναρξη γνωριμίας του μυθιστορηματικού κόσμου, του Νίκου Καζαντζάκη (Ν.Κ.), που άρχισε με το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (βιβλίο δανεισμένο, άρα και βιβλίο χαμένο έκτοτε). Το 1971, κυκλοφόρησε σε χάρτινη, νόμιμη, έκδοση το πρώτο του βιβλίο το «Συμπόσιο» που πρωθύστερα ερχόταν να συμπληρώσει την αρχική πνευματική «απορία» γι’ αυτόν. Ηταν και οι εποχές που όλα ξεσηκώνονταν μέσα κι έξω: αισθήματα, απαιτήσεις έρωτος αμήχανες ή πιεστικές, αναζητήσεις πολιτικές, όλα ραγδαία μετά την ποδοσφαιρική μας ολοκλήρωση κι εκτόνωση, γνώσεις άγνωστες που μας χτυπούσαν σαν ανοιξιάτικες μπόρες, διεγέρσεις παντός καιρού και τρόπου. Διότι είμασταν νέοι.
Η ηλικιακή φάση ζητούσε κάτι παραπάνω. Ετσι η «Οδύσσειά» του, σε βαριά χάρτινη εμφάνιση, Δ’ Εκδοση, (Χειμώνας του 1972).
«Ηλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρυσό σκουφί του νου μου
αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω
όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας»
Από τότε υπήρχε άψυχη, αδιάβαστη αλλά μαγικά κι ερμητικά απόμακρη, σε κάθε γραφείο και χώρο που αφήνονταν το σώμα κι η ψυχή, για 20 ολόκληρα χρόνια· όσα χρειάστηκε, δηλαδή, για να επιστρέψει ο ήρωας του τυφλού ποιητή από τότε που έφυγε από την Ιθάκη προς Τροία μεριά. Κι όταν επιτέλους Αυτός τον επέστρεψε, απορφανισμένο από συντρόφους, τον άρπαξε ο ανοιχτομάτης μας ποιητής και μέγας ταξιδιώτης, να τον οδηγήσει πέρα από τις γνώριμες θάλασσες, τους κόλπους και τις αγκαλιές, τη θαλπωρή του συνηθισμένου, την αφόρητη αγάπη του οικείου, σε μια αναζήτηση του μεγάλου τίποτα, για το οποίο φλεγόταν η ψυχή του Ν. Κ. Δεν ησύχαζε πουθενά και σε τίποτε· σε κανένα τόπο, σε κανένα θεό, σε καμιά πίστη. Στις μονιές της ακρότατης ανθρώπινης απελπισίας για την παρουσία-απουσία του Θεού («Μου ζήτησε ο Θεός βοήθεια και τρέχω να τον σώσω» Ασκητική) να μην ησυχάζει και να αναβοσβήνει -κοσμική φωτιά - η αχόρταγη ψυχή του για το άλλο, το μακρινό, το μηδέν εν τέλει. Για 20 χρόνια έτσι ζούσα με το έργο αυτό σε μια διαπάλη, μια διεξαγωγή πράγματος, μια γεμάτη προσπάθεια κατανόησης, με αγωνία, πισωγυρίσματα, παραιτήσεις, επιστροφές, και κάθε φορά, ανάλογα με τις πνευματικές ορέξεις κι ενοχλήσεις να τη σταματώ ή να την ξαναρχίζω.
«Μάνα, κι αν έχεις δείπνο γέψου το, κρασί ξεφάντωσέ το,
μάνα, κι αν έχεις στρώμα ξάπλωσε τα χοντροκόκαλα σου·
δεν θέλω, μάνα, πιά κρασί να πιώ μήτε ψωμί ν’ αγγίξω·
απόψε βίγλισα τον αγαπό σα στοχασμό να σβήνει”.
(11 Σεπτεμβρίου 1992)
Για να μπορώ τώρα -εδώ και καιρό- να ισχυρίζομαι ενώπιον παντός, συνήθως αδιάφορου, ότι ναι, διάβασα κι εγώ το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής, των 33.333 στίχων (το οποίο αυτό το τέρας της πνευματικής θέλησης έγραψε …εφτά φορές). Και λοιπόν; Πώς και πού να εξαργυρώσω αυτή την αναγνωστική μου ματαιότητα; Σε τι έγινα καλύτερος ή χειρότερος μετά από αυτή τη διεξαγωγή; Σε τίποτε. Τι έμεινε ως αίσθημα ή μεταίσθημα απ’ αυτό; Από τον «Καπετάν Μιχάλη» μου έμεινε η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, τουλάχιστον. Διαβάζεται, άραγε, σήμερα ο Ν. Κ.; Λείπει από το αναγνωστικό κοινό και γιατί; Οι μελετητές του το ψάχνουν και δίνουν σ’ αυτό πολλές ερμηνείες. Όπως λ.χ. συζητείται και γιατί δεν διαβάζεται ο Παλαμάς αλλά όχι κι ο Καβάφης; ή διαβάζεται ο Σολωμός αλλ’ όχι ο Σικελιανός. Το εκκωφαντικό, το μεγαλειώδες, το στομφώδες υποχωρεί ευθέως ανάλογα με το παγκόσμιο στις διαθέσεις του κοινού των αναγνωστών. Κάποτε λέγανε ότι ήταν αφύσικο να είσαι νέος και να μην περάσεις από την ψευδαίσθηση του επαναστάτη ή την αυταπάτη του κομμουνιστή. Αργότερα φυσικά ημέρευαν τα πάθη, νομοτελειακά. Ομοίως έπρεπε κάποτε να περάσεις, στο νεοελληνικό επίπεδο, την αντίστοιχη φάση του καζαντζακικού κόσμου, για να προχωρήσεις, ανεπίστροφα γι’ αυτόν, σε πιο φυσιολογικές συζητήσεις με τον εαυτό σου πρώτα, αλλά και σε αναγνώσεις των άλλων. Σήμερα και τα δύο στάδια είναι μια ξεπερασμένη συνθήκη αρχείου.
Σε μια «Περιπλάνηση ένδον» μου στο καταληκτικό της αφήγημα με τίτλο «Ο Οδυσσέας, οι Οδύσσειες και η διάβαση στον Λέοντα», προσπάθησα να δέσω όπως όπως, με κόμπους εύκολα λυτούς σε όσους γνώριζαν, τα πρόσωπα στις δύο Οδύσσειες, του Ν.Κ. και του Ομήρου, με τον «Οδυσσέα» του Τζόυς.
Ξηλώνω μια δυο παραγράφους του.
«Σκύβω και προσκυνώ τις τέσσερις γωνιές του πάνω κόσμου
Τα τετραθέμελα του νου ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα» (Ν.Κ., «Οδ.»).
«Εχω μπροστά μου και τις τρεις εκδοχές της ανθρώπινης περιπλάνησης. Τη αρχική αρχαία, την προέκταση και συνέχεια της και τη μεταγραφή της στο σήμερα. Γυρίζω από σελίδα σε σελίδα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, από όνειρο σε όνειρο. Η ταυτόχρονη επί τρία περιδιάβαση είναι μια εμπειρία ξεχωριστή. Η Ομηρική δίνει την αίσθηση της σταθερότητας, της διάρκειας, της αιώνιας προσπάθειας και της τελικής επιστροφής. Η Καζαντζακική, την αξεδίψαστη επιθυμία για το καινούργιο, το διαφορετικό, το ξένο προς το καθημερινό αλλοτριωτικό πλαίσιο διαβίωσης, για τα απλά που θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, για τα ταξίδια καθημερινά ή διαρκείας που δεν κάναμε, παρότι κάθε μέρα ταξιδεύουμε ανεπιστρεπτί στο χρόνο· για ό,τι τέλος πάντων υπάρχει στον κόσμο και δεν το ξέρουμε. Τέλος, η Τζοϋσική μεταγραφή, το καθημερινό παράλογο της ύπαρξης».
Με τον καιρό περάσαμε σε τοπικό επίπεδο, με τους θεσμικούς νεολογισμούς μας, στη φαντασιακή σχεδόν «Κοζάνη πόλη του βιβλίου» (τώρα ακούω πως τα Γρεβενά θα ανακηρυχτούν πόλη των μανιταριών...), όταν πήραν τα πάνω τους όλα τα πιθανά κι απίθανα όνειρα κι έργα γύρω από τα βιβλία και τα γράμματα, σε βαθμό κορεσμού αλλά και δημιουργικής υπερεπάρκειας για όλους τους συμμέτοχους. Σε μια εκδήλωση για τον Ν. Κ., ο κ. Πάτροκλος Σταύρου, θετός υιός της γυναίκας του (ακόμα ελέγχει ασφυκτικά τις εκδόσεις των έργων του, όμως ασχολίαστες, απρολόγιστες, χωρίς κατατοπιστικές εισαγωγές, αφιλολόγητες κατά συνέπεια) προσπαθούσε να μεταβιβάσει μια σχεδόν εξ επαγγέλματος συγκίνηση, σ’ εμάς, στο ακροατήριο, που τον άκουγε σχεδόν ουδέτερα, με τη συνοδεία προσωπικών υλικών ενθυμημάτων του Ν. Κ. Μέχρι και μια μπλούζα είχε. Όμως δεν κράτησα από τότε τίποτε άλλο πλην τα πρόσωπα της διοργάνωσης: την φιλόλογο Ρίτσα Γκρτζμ., που διηύθυνε το όλον και τον αλήστου, αλίμονο, μνήμης Θεόδωρο Μμλδ., που διάβασε το προοίμιον της «Οδύσσειας» κι ύστερα, εκεί που στα καλά καθούμενα ζούσε, τον καλεσε εσπευσμένα κι αδόκήτα ο «τεντοκρούστης» στις τάξεις του.
Λίγο αργότερα μπλέξαμε με μια μονομελή παρέα Φίλων του Ν.Κ, στον κόσμο, μια πρόχειρη εντελώς οργάνωση με ακόμα πιο πρόχειρες δράσεις και μας παρέσυρε σε συνυπάρξεις το λιγότερο αδιάφορες. Όμως τότε, ευτυχώς, ανεφάνη στον τόπο μας μια μελέτη με θέμα: « Η γυναίκα ως «Αλλος» και η ιδανική γυναίκα στον «Τελευταίο πειρασμό». Ενας ιδιότυπος διάλογος του Ν. Καζαντζάκη με τον Freud και το κίνημα του φεμινισμού”, εκδ. Παρέμβαση, της φιλολόγου Αγνής Ππκστ, που έδωσε μια μικρή κίνηση στις ανύπαρκτες σπουδές για τον Κ. στον τόπο μας. Ο άστοχος συγχρωτισμός με την εταιρεία φίλων του συγγραφέα είχε ένα αντίβαρο φιλικό, επιστημονικό, δημιουργικό κι ενδιαφέρον με ανθρώπους και σχέσεις που ακόμα, σε κάθε ανακάτεμα της στάχτης του, αναζωπυρώνεται. Ετσι κάθε διοργάνωση για τον Ν. Κ. άφηνε πίσω της, σαν εκκρεμότητες, πρόσωπα στη ζωή και μνήμες προσώπων που υπήρξαν.
***
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, φέτος, βρεθήκαμε στο Βελβεντό για να δέσουμε τον Ν.Κ. με το χωριό τού ήρωα του (ας τον ονομάσουμε έτσι, αν και ήρωας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας στο έργο) στο «Βίος και πολιτεία Αλέξη Ζορμπά», τον Γ. Ζορμπά, που σαν πρώτη ανθρώπινη ύλη καταγόταν από το Καταφύγι Πιερίων. Πάλι σε ανούσιο συγχρωτισμό με εκείνη τη μονομελή εταιρεία Φίλων του Ν. Κ. Πώς τα καταφέρνουν ορισμένοι με τις εξουσίες· πώς πείθουν τους ελάχιστα, περί αυτών, νοήμονες· πως τα καταφέρνουν οι καταφερτζήδες παντός καιρού και εμφανίζονται σε ρόλους και καταστάσεις πάντα που συνήθως νοθεύουν το θέμα αλλά πολλαπλασιάζουν το ίδιον όφελος ή το αδηφάγον έρμα τους; Αλλά τα θύματα δεν τελειώνουν ποτέ. Δεν τελειώνουμε ποτέ. Ο άνθρωπος -μιλάμε δι’ εαυτούς- είναι αδιόρθωτος, αδύναμος, ασήμαντος, μοιραίος, έρμαιος διαφόρων παθών άρα και λαθών όπως και υστεροβουλιών. Ημουνα μεν σε θέση ελεύθερη πλέον, αδύναμος όμως να αντισταθώ στις ένδον μου πιέσεις για την αναβίωση του χαμένου μου εγωτισμού. Ετσι ένιωσα εκείνη τη βραδιά κι ευτυχώς με άγριες φωνές κι απειλές απέφυγα το ακόμα χειρότερο, να περιβαλλόμαστε οι ομιλητές -το καραγκιόζ σκηνικό, ακόμα κι ημείς αυτοί οι άσημοι- από κρητικές βρακοφορούσες γλάστρες· γιατί, έλεγαν ότι, έτσι κάνουν στην Κρήτη με το συγγραφέα, όταν μιλούν γι αυτόν. Τι φρίκη, τι κακογουστιά τι μωρός τοπικισμός!
Ας γίνω λίγο πιο σαφής, με την εισαγωγική μου αναφορά, για τα πράγματα που καλούμασταν να διεξέλθουμε ή ό,τι εγώ νόμιζα ως δέον να επισημανθεί, έστω κι εντελώς έξω από το αναζητο-συζητούμενο θέμα, με το οποίο η τοπική διοίκηση αλλά και η ευρύτερη επένδυαν κάπως παρά το ανύπαρκτο, επί της ουσίας, πνευματικό του πράγματος. Μέχρι που λογάριαζαν να κάνουν μουσείο του Γ. Ζορμπά. Μουσείο ενθυμημάτων ενός λογοτεχνικού ήρωος. Άλλο και τούτο!
Ελεγα το λοιπόν:
«Μεταξύ Καταφυγίου και Βελβεντού, στο δρόμο που σήμερα τον ανεβαίνει με ιεραποστολική σχεδόν αφοσίωση ο δασολόγος Νικ. Κρτς -που έφαγε αυτά τα δάση με το κουταλάκι ή την δασονομική σφύρα για να κυριολεκτούμε - έζησε κάποια περίοδο, σε μια καλύβα που έχτιζαν για τους ξυλοκόπους οι ειδικοί επ’ αυτού, ένας Καταφυγιώτης άντρακλας, ξυλοκόπος, ερημίτης που έτρωγε κρέας μέχρι και μουλαριού. Δι’ αιτήσεώς του χρεώθηκε από το δασαρχείο έκταση για να την ξυλεύσει. Εστησε, δηλαδή, ένα αυτοσχέδιο υλοτομείο. Ηταν αριστερός, με ειδική πάντα επιθυμία κι ευχή να διαβάζουν οι άλλοι την ΑΥΓΗ ή τον Ριζοσπάστη, ποιος ξέρει, ανάλογα ποια Αριστερά θυμόταν: την προπολεμική ή μεταπολεμική. Μια δυό φορές πήρα κι εγώ αυτό το εξαίσιο μονοπάτι, βαρύθυμος, από Βελβενδού ως το Καταφύγι κι άκουσα την ιστορία. Σε πολλά του ο οιονεί ερημίτης, θύμιζε μια εκδοχή του Αλέξη Ζορμπά με τα μεταλλεία του, τα λατομεία κι ό,τι άλλο κι όπως κι εγώ τα έμαθα εν αναγνώσει ή σε κινηματογραφική εκτέλεση. Στις υπερβολές και στα ανύπαρκτα, δηλαδή, στοιχεία του βίου και της πολιτείας του. Ο Γ. Ζ. είναι γνωστό πως γεννήθηκε στο Καταφύγι, έζησε πέρα, δώθε, κείθε ένα πλάνητα βίο, του κάπως Οδυσσέα, του κάπως τυχοδιώκτη, πέθανε και ετάφη στα Σκόπια. Αλλά τώρα ακόμα ζει στην διαρκέστερη αθανασία που επιφυλάσσει –δυστυχώς, σε ελάχιστους μόνον θνητούς- η Ιστορία, μετά την ενχώματι φυσική απώλεια: στη διαρκή αιωνιότητα των γραμμάτων. Ο ήρωας -το ιδεατό πρότυπο για έναν βίο, όπως του Αλέξη Ζορμπά, που δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει ο συγγραφέας Ν. Κ.- ήταν η υπαρκτή μορφή που είχε αυτή την προνομία να υπάρξει ως τέτοια γιατί έπεσε θύμα ευλογημένο μιας εκρηκτικής σκέψης. Δεν ξέρω αν το Καταφύγι έχει αναδείξει άλλους μεγάλους άνδρες στην ιστορία του πραγματικού. Ομως στον κόσμο της λογοτεχνίας, στον κόσμο του φαντασιακού, είναι μάνα γη ενός κορυφαίου ήρωα. Ο Γ. Ζορμπάς ως Αλέξης Ζ. είναι φυσικά κατασκεύασμα του Καζαντζάκη. Η πραγματικότητα δεν τον προικίζει με τα πραγματολογικά στοιχεία του μυθιστορήματος. Απλά σ’ αυτόν ο συγγραφέας έβαλε ό,τι ήθελε ο ίδιος να ζήσει, όπως το ήθελε, για να διακηρύξει παγκόσμια τη φιλοσοφία του· και ο οποίος ήρωας κατέληξε να γίνει κυρίως ταβέρνες και συρτάκι, τη συνοδεία «σουβλάκι με ή χωρίς πίτα».
Μια βέβηλη σκέψη μου ‘ρχεται κι ένας παραλληλισμός, τηρώντας πάντα τις αναλογίες· την επιτρέπω αφού το ‘φερε η μικρή μου διαπλοκή με τα σημερινά:
Μια ύπαρξη του μάταιου κόσμου (το ίδιο μάταιος και στο Μεσαίωνα όπως και σήμερα) που πέρασε στην αιωνιότητα ήταν και η Βεατρίκη, η θεϊκιά αγαπημένη στη «Θεία Κωμωδία», του Δάντη, την οποία μετέφρασε ο Ν. Κ. (Μόλις πέρσι μου χάρισαν την κανονική της έκδοση, και μάλιστα φερμένη από την Πρέβεζα, αλλά ούτε αυτήν ούτε τη φοιτητική κλεψίτυπη διάβασα παρά τις πολλαπλές ενάρξεις, αφού η μετάφραση του Γιώργη Κότσιρα, εκδ. Ζαχαρόπουλου, με κράτησε ως το τέλος της, όπως και τα ανεπανάληπτα αλλά ελάχιστα άσματά της, μεταφρασμένα από τον Γ. Κοροπούλη). Πέρασε η Βεατρίκη στην παγκόσμια γραμματεία και μάλιστα στις απαρχές της, μέσα από το έργο ενός μέγιστου. Ο Γιώργος-Αλέξης Ζορμπάς μένει στη μνήμη, έγινε κι αυτός ένας μη θνητός, μέσα από τα γραπτά του Ν.Κ. Ο γραπτός λόγος είναι μέχρι σήμερα το μόνο σίγουρο μέσον που δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας κάποιας μορφής αθανασίας για τα έλλογα και τ’ άλογα του σύμπαντος, μοναδικού και μοναχικού μας κόσμου. Επομένως, ο μικρός αυτός τόπος οφείλει στον Ν. Κ. ό,τι αυτός οφείλει στο γενεσιουργό ερέθισμά του, τον Γ. Ζορμπά. Οφειλές και οφειλέτες είναι σε μια συνάρτηση χρόνου και σχέσης πνευματικής πλέον, αδιάλυτη. Κι αυτό είναι λίαν ερεθιστικό πράγμα για το σήμερά μας, τουλάχιστον στο πεδίο της ηθικής, μερικής αλληλοαναγνώρισης σε εδαφικό επίπεδο και σε αντίθεση με τους μονοπωλούντες και ακυρώνοντες εν τινι λόγω τον Ν.Κ., Κρήτες πάσης φουρνιάς και παντός τόπου.
Ο Ν.Κ., συνολικά, είναι μια πολύ-πλαγκτη οντότητα ανάγνωσης (Ομηρική ή και Τζοϋσική) ανάλογα με τις ηλικίες, τις διαθέσεις, τους καιρούς και κατά πού γέρνει η ψυχή. Περισσότερο μένεις στην πρώτη και καθοριστική σου μαθητεία, τουλάχιστον στα μυθιστορήματά του. Δύσκολα θα επιστρέψεις στα κορυφαία του έργα, την «Οδύσσεια», ή στα άγνωστα θεατρικά, στα περίφημα Ταξιδιωτικά, στις δύσκολες μεταφράσεις όπως του Ομήρου και Δάντη, τα άγνωστα θεατρικά, αλλά και στις μικρές «Τερτσίνες» που με θέλγουν ορισμένως και σ’ αυτές θα σταθώ για λίγο. Απ’ όπου περνάς, όμως, βιώνεις μια πνευματική δοκιμασία, μια ανάβαση, ένα σκαλί για το παραπέρα.
Τερτσίνες είναι μεγάλα ποιήματα, ομοιοκατάληκτα, γραμμένα στα δαντικά μετρικά πρότυπα. Το βιβλίο, κοντά στις 180, σελίδες έχει 21 τραγούδια για τα οποία ο Ν. Κ. γράφει: «Στα τραγούδια ετούτα θα ‘θελα να μπορούσα να φανέρωνα την ταραχή και τη χαρά που μου δίνουν οι ψυχές που εθρέψαν την ψυχή μου.» Αυτόν τον ψυχοφάγο, με τον ακόρεστο πνευματικό καταπιόνα, αυτοί τον βύζαξαν, λέει, γράφει, το εννοεί, με την αγάπη, την άσκηση, την επιμονή, την αφιλοκέρδεια· «την αντοχή- κι όχι μονάχα την αντοχή παρά τον μισάνθρωπο, πασίχαρον έρωτα της μοναξιάς». Αυτής της μοναξιάς που λάτρεψε σαν θεότητα, πατρίδα της αξεδίψαστης ψυχής του· που τον βοήθησε να δημιουργήσει τα μεγάλα έργα. Οι ψυχοτροφοδότες του, όπως τους τραγουδά στις «Τερτσίνες» ήταν οι: Βούδας, Μωυσής, Χριστός, Μουχαμέτης, Λένιν, Δον Κιχώτης, Μέγας Αλέξανδρος, Τσιγκισχάνος, Χιντεγιόχη, Τόντα Ράμπα, Δάντης, Σαιξπήρος, Λεονάρντο, Γκρέκο, Νίτσε, Αγία Τερέζα, Ελένη, Ψυχάρης. Είναι ποιήματα που έχουν μια αυστηρότητα κλασικής φόρμας και σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα έως εκρηκτική γλώσσα, γεμάτα καζαντζακικούς ιδιωματισμούς, σχηματισμούς άγριων και λυρικών λέξεων γίνονται καταφανώς απόμακρα και αποτρέπουν κάθε εύκολη κι ανέμελη προσέγγισή τους. Απαιτούν ιδιαίτερη προσήλωση κι αφοσίωση, για να σ’ αφήσουν κάτι από το μυστικό τους λόγο.
Μικρό δείγμα από την «Τερτσίνα» που είναι αφιερωμένη στον Αγγελο Σικελιανό:
37 Γυναίκα φιλαντρού, κερά και δούλα,
πηλέ θαματουργέ, βαθιά φρεγάδα,
και γιέ μου εσύ, γλυκιά της ζωής φωνούλα,
40 άσβεστη ιερή του αγώνα μας λαμπάδα,
χίλια καλώς στη γης σε βρήκα, γειά σου,
ζεστή μου χωματένια Αγια -Τριάδα!
43 Σαν τον κισσό στα φρένα μου αγκαλιάσου,
σφιχτοπερίπλοκή μου ορθή τερτσίνα!
Να κρεμαστούν στα στρουφιχτά κλαριά σου
46 άστρα οι καημοί, τα κρίματα σαν κρίνα,
βαρύ, δροσάτο ο Χάρος πορτοκάλι,
κι αδρό, χορταστικό σταφύλι η πείνα!
***
Η δυσανάλογα μεγάλη κουστωδία του Βελβεντού, αργά το βράδυ, κατέφυγε στο Μετόχι του δια τα συνήθη περαιτέρω εις υγείαν των όποιων κορόιδων. Σπονδή. Μέτοχος κι εγώ μιας ιστορίας, για την οποία στα μέσα μου κάπως ναυτιούσα αλλά, επιφανειακά ακολουθούσα σε όλα το …επιτραπέζιον πρόγραμμα. Δεν αντέδρασα εγκαίρως, επομένως είμαι και συμμέτοχος αυτών που τώρα θέλω να σαρκάσω.
Ας πρόσεχα.
Θανασης Κωσταβαρας
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ
(1922 - Οκτώβριος 2007
ΤΑ ΦΑΝΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑΣ
Τι όμορφη που είναι η Αγάπη μου.
Πόσο απλόχερα μοιράζει στον κόσμο τις χάρες της.
Στολίζει με τον ερωτά της τις μέρες μου.
Διαβάζω το πρόσωπο της
αποστηθίζω τα μάτια της
χάνομαι
στα νυχτερινά της μαλλιά.
Ξαφνικά και μόνο που την κοιτάζω παίρνω φωτιά, λαμπαδιάζω ολόκληρος.
Όλοι βέβαια το ξέρουν
πόσο όμορφη είναι η Αγάπη μου.
Όμως εγώ μόνο μπορώ να μετρήσω
όλη την ομορφιά της.
Εγώ μόνο ξέρω
πόσο ανεξάντλητος είναι ο μέσα της πλούτος.
Πόσο μοναδικά
είναι τα κρυφά της χαρίσματα.
Ένα δώρο για μένα είναι πάντα η Αγάπη μου.
Κι αν κάποτε με πληγώνει
αν ματώνει απ’ τα λόγια της η καρδιά μου
για το καλό μου το κάνει.
Γλυκά με κεντρίζει, η μέλισσα μου.
Ένα δώρο για μένα είσαι πάντα Αγάπη μου.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
Σαν το άνθος της βουκαμβίλιας
αέρινο
είναι το χάδι σου.
Και σαν του ροδιού τους σπόρους
αμέτρητα
τα χαρίσματα σου.
Κι όπως του ρυακιού το ανάβρυσμα
έτσι κυλάει η φωνή σου.
Καθώς μου τραγουδάει τα κελαρυστά
ρήματα της Αγάπης.
Μου περιγράφει τα φανταστικά ταξίδια
που μας έχει προγραμματίσει ο Έρωτας.
Τελικά, ένας ανθισμένος κήπος είσαι.
Μια όαση μέσα στην έρημο.
Με τα νερά, τα πουλιά
τα φιλιά και τα χάδια σου.
ΑΝΘΗ ΘΑΛΕΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
(Σε είχα δει πριν απ’ τον Έρωτα.
Σε είδα μέσα στα πλήθη που πλημμυρίζουν τους δρόμους.
Ήσουν απίστευτα όμορφη.
Ήσουν για μένα
μοναδική.
Και ήσουν κιόλας δική μου.
Κι ας μη με είχες φαντασθεί ως τότε ποτέ σου.
Ας ήταν χαμένα τα όνειρα σου.
Ας μην είχες ακούσει τα τραγούδια μου
που είχα γράψει για σένα.
Γιατί σε είχα ξεχωρίσει
πολύ πριν να συναντηθούμε.
Μέσα στους κήπους των παιδικών μου πόθων
εγώ ο ονειροπόλος κι εσύ η ονειρεμένη
σαν διαλεγμένοι από την καλή μας τη μοίρα
είχαμε ήδη
αγαπηθεί.
Έτσι όπως σε ονειρεύτηκα τότε
έτσι σε βλέπω και τώρα.
Κάτω απ’ τα φώτα της ανθισμένης ροδιάς
να μου χαμογελάς και να λάμπεις.
Να μου μιλάς τη γλώσσα που μιλούν οι μανόλιες
και που φωταυγούν τα χρυσάνθεμα.
Να μου στέλνεις με το θρόισμα των φύλλων της λεύκας
τρυφερές υποσχέσεις για τις αυριανές συναντήσεις μας.
Είσαι όπως πάντα, ασύγκριτα ωραία.
Μέσα στον πολύφθογγο κήπο του Έρωτα
σκορπίζεις το άρωμα σου.
Σαν άνθος η ομορφιά σου στολίζει τον κόσμο.
Σαν άνθος που ξεχωρίζει
σε φροντίζει η Αγάπη μου.
ΜΟΝΟΝ Ο ΥΠΝΟΣ
Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Σε φέρνει σε άλλους δρόμους.
Κι εσύ γλιστράς αθόρυβα.
Με ιστορίες παράξενες κινάς και ταξιδεύεις.
Σε ξεχασμένους θρύλους χάνεσαι.
Και σε τοπία ερημικά ξεχνιέσαι αποστηθίζοντας
αρχαία ερωτικά ποιήματα.
Κλείνεις σε σχήματα θαμπά, γνωστά κι άγνωστα
πρόσωπα.
Στέλνεις μ’ αυτά μηνύματα αινιγματικά.
Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Άδεια και φοβισμένη μένει η καρδιά μου.
Τις ώρες που η άγρια μοναξιά
αφήνει λυτά τα σκυλιά της ξοπίσω μου.
Έρημοι οι δρόμοι που περπατήσαμε.
Σκοτεινιάζουν τ’ αστέρια. Και τα πουλιά
κουρνιάζουν βουβά και λυπημένα στον κήπο μου.
Μόνον ο ύπνος σου σε παίρνει από κοντά μου.
Κι η μόνη μου πάντα παρηγοριά
είναι πως θα συναντηθούμε αύριο πάλι.
Γι’ ακόμα μια φορά θα μου χαρίσεις τα μάτια σου.
Θα μου μιλήσεις για την Αγάπη.
Όλη τη μέρα θα είσαι δικιά μου.
Κι η αγκαλιά μου
θα είναι μια ζεστή φωλιά.
Να φωλιάζεις με τα φτερωτά σου λόγια.
Και τα κελαηδιστά τραγούδια σου.
Ώσπου να σε πάρει πάλι ο ύπνος.
Αυτός: ο λατρεμένος μάγος της νύχτας.
Ο μοναδικός μου αντίζηλος.
ΟΠΩΣ ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ
στην απόλυτη σιωπή ακόμα
ακούω το σώμα σου.
Και κάτω από του φεγγαριού το αράγιστο σελάγισμα
και στ’ άγρια ουρλιαχτά μιας καταιγίδας
εγώ αφουγκράζομαι το τρίξιμο της σάρκας.
Μέσα από τα κρυφά της ρίγη
μαθαίνω τα μυστικά σου.
Τα μυστικά του κόσμου που μου τα εμπιστεύεσαι.
Σαν το νεράκι που κυλάει ανάμεσα
στα χόρτα και τις πέτρες.
Ημερεύοντας τ’ αγρίμια του δάσους
που κατεβαίνουν να ξεδιψάσουν.
Φαντασμαγορικά νερά πετάγονται απ’ τα χείλη σου.
Άσπρα λιοντάρια και γαλάζιοι πάνθηρες
παίζουν στα όνειρα σου.
Και τα φιλιά σου
ένα απέραντο λιβάδι με παπαρούνες στο λιόγερμα.
Ένα ποτάμι είσαι τελικά.
Που κατεβαίνει απ’ τα βουνά.
Χαρίζοντας δροσιά και βλάστηση
στους αναμμένους κάμπους.
ΟΜΩΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Έτσι όπως περνάει ένας αέρας μέσα από τα μαλλιά σου
κι εσύ σηκώνεις το χέρι.
Και ξέρεις πως κάποιος σου μίλησε.
Σού είπε για τα όνειρα που ταξιδεύουν τον άνθρωπο.
Για τα πουλιά που συνεχίζουν το τραγούδι, στον ύπνο
τους.
Όμως ποιος έχει περάσει
τα σκιερά μονοπάτια του αισθήματος;
Ποιος έχει ζήσει τα σκοτεινά του χαράματα;
Δεν ξέρεις βέβαια από πού έρχεται αυτό το γκρίζο
σύννεφο
που αγγίζει το πρόσωπο σου.
Που αλλάζει φθόγγους και χρώματα.
Που φεύγοντας αφήνει ένα περιβολάκι
με κάποια τρελά χελιδόνια στον ίσκιο του.
Δεν ξέρεις.
Σκέφτομαι τώρα πόσες φορές πέρασες πλάι μου
δίχως να με προσέξεις.
Πόσες νύχτες ξαγρύπνησα κάτω απ’ τα κλειστά όνειρα
σου
χωρίς να το νιώσεις.
Κι ούτε ποτέ θα πιστέψεις
πόσο πολύ σ’ αγάπησα.
Πόσο παθιασμένα σου δόθηκα.
Πόσο βαθιά ωρίμασα
δυστυχώντας, για σένα.
ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΙΣΤΟΡΕΙΤΑΙ Ο ΑΓΡΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Αν με ρωτήσουν γιατί τόσο πολύ σ’ αγάπησα
τόσο πολύ σε πόθησα και πόνεσα για σένα
δε θα μπορέσω ν’ απαντήσω.
Μόνο θα δείξω τους στίχους μου.
Αφού μόνο με το τραγούδι μπορεί ν’ ακούσει κανένας
του πουλιού το ραγισμένο κελάηδισμα.
Να νιώσει τη μοναξιά και τη θλίψη του
έξω από την Αγάπη.
Γιατί αυτός που έχει διασχίσει τη φοβερή έρημο της
αγρύπνιας
αυτός που επέζησε μέσα από την απόγνωση
αυτός που μια ζωή ολόκληρη έλιωσε περιμένοντας
δεν έχει λόγια να μιλήσει.
Να πει πώς λουλουδίζει η ψυχή του ανθρώπου κάποτε.
Να περιγράψει τη στιγμή
την τρομερή στιγμή που βγαίνοντας
από σκληρή πολύχρονη μάχη
δε σκέφτεται τίποτε άλλο
παρά μόνο το ταίρι του.
Αυτός μόνο να κλάψει•
μόνο να ουρλιάξει και να τραγουδήσει μπορεί.
Πάνω στο νήμα του θανάτου ακροβατεί ο σημαδεμένος.
Μέσα απ’ τα όνειρα του προχωρεί.
Και μόνο η καρδιά του κατορθώνει και ιστορεί το φόβο
του.
Μόνο η καρδιά του τραγουδάει τον άγριο Έρωτα του.
ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να επιζήσω.
Να μη χαθώ μέσα στο μαύρο δάσος.
Ν’ αψηφήσω τον άγριο σκύλο
που μ’ ακολουθεί σα’ να ‘ναι ο ίσκιος μου.
Μόνο με την Αγάπη σου.
Να χτίσω ένα άλλο πρόσωπο.
Να γίνω πάλι ένα μικρό αγόρι.
Αθώο σαν το τρεχούμενο νερό.
Και να γνωρίζω τον κόσμο
μ’ ένα καινούργιο θάμπωμα.
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να λέω τραγούδια από άλλους, άγνωστους
τόπους.
Να γίνομαι ένας γρύλος άγρυπνος·
και να κεντώ τ’ όνομα σου, με στίχους αέρινους.
Να μιλώ μόνο για σένα.
Να σε καλημερίζω μ’ έναν φοβισμένο κορυδαλλό
κρυμμένον στο στήθος μου·
και να μου αποκρίνεσαι μ’ ένα ξεχασμένο μου ποίημα.
Μόνο για την Αγάπη σου.
Μπορώ να περνάω την κάθε μου μέρα
απαγγέλλοντας τους πικρούς στεναγμούς
και αγιογραφώντας τους αίνους
απ’ το μέγα θαύμα του Έρωτα.
Να σου λέω τέλος καληνύχτα
και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου.
Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένον
στα μαγεμένα σου όνειρα.
Μόνο με και για την Αγάπη σου
μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος.
Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.
(1922 - Οκτώβριος 2007
ΤΑ ΦΑΝΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑΣ
Τι όμορφη που είναι η Αγάπη μου.
Πόσο απλόχερα μοιράζει στον κόσμο τις χάρες της.
Στολίζει με τον ερωτά της τις μέρες μου.
Διαβάζω το πρόσωπο της
αποστηθίζω τα μάτια της
χάνομαι
στα νυχτερινά της μαλλιά.
Ξαφνικά και μόνο που την κοιτάζω παίρνω φωτιά, λαμπαδιάζω ολόκληρος.
Όλοι βέβαια το ξέρουν
πόσο όμορφη είναι η Αγάπη μου.
Όμως εγώ μόνο μπορώ να μετρήσω
όλη την ομορφιά της.
Εγώ μόνο ξέρω
πόσο ανεξάντλητος είναι ο μέσα της πλούτος.
Πόσο μοναδικά
είναι τα κρυφά της χαρίσματα.
Ένα δώρο για μένα είναι πάντα η Αγάπη μου.
Κι αν κάποτε με πληγώνει
αν ματώνει απ’ τα λόγια της η καρδιά μου
για το καλό μου το κάνει.
Γλυκά με κεντρίζει, η μέλισσα μου.
Ένα δώρο για μένα είσαι πάντα Αγάπη μου.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
Σαν το άνθος της βουκαμβίλιας
αέρινο
είναι το χάδι σου.
Και σαν του ροδιού τους σπόρους
αμέτρητα
τα χαρίσματα σου.
Κι όπως του ρυακιού το ανάβρυσμα
έτσι κυλάει η φωνή σου.
Καθώς μου τραγουδάει τα κελαρυστά
ρήματα της Αγάπης.
Μου περιγράφει τα φανταστικά ταξίδια
που μας έχει προγραμματίσει ο Έρωτας.
Τελικά, ένας ανθισμένος κήπος είσαι.
Μια όαση μέσα στην έρημο.
Με τα νερά, τα πουλιά
τα φιλιά και τα χάδια σου.
ΑΝΘΗ ΘΑΛΕΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
(Σε είχα δει πριν απ’ τον Έρωτα.
Σε είδα μέσα στα πλήθη που πλημμυρίζουν τους δρόμους.
Ήσουν απίστευτα όμορφη.
Ήσουν για μένα
μοναδική.
Και ήσουν κιόλας δική μου.
Κι ας μη με είχες φαντασθεί ως τότε ποτέ σου.
Ας ήταν χαμένα τα όνειρα σου.
Ας μην είχες ακούσει τα τραγούδια μου
που είχα γράψει για σένα.
Γιατί σε είχα ξεχωρίσει
πολύ πριν να συναντηθούμε.
Μέσα στους κήπους των παιδικών μου πόθων
εγώ ο ονειροπόλος κι εσύ η ονειρεμένη
σαν διαλεγμένοι από την καλή μας τη μοίρα
είχαμε ήδη
αγαπηθεί.
Έτσι όπως σε ονειρεύτηκα τότε
έτσι σε βλέπω και τώρα.
Κάτω απ’ τα φώτα της ανθισμένης ροδιάς
να μου χαμογελάς και να λάμπεις.
Να μου μιλάς τη γλώσσα που μιλούν οι μανόλιες
και που φωταυγούν τα χρυσάνθεμα.
Να μου στέλνεις με το θρόισμα των φύλλων της λεύκας
τρυφερές υποσχέσεις για τις αυριανές συναντήσεις μας.
Είσαι όπως πάντα, ασύγκριτα ωραία.
Μέσα στον πολύφθογγο κήπο του Έρωτα
σκορπίζεις το άρωμα σου.
Σαν άνθος η ομορφιά σου στολίζει τον κόσμο.
Σαν άνθος που ξεχωρίζει
σε φροντίζει η Αγάπη μου.
ΜΟΝΟΝ Ο ΥΠΝΟΣ
Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Σε φέρνει σε άλλους δρόμους.
Κι εσύ γλιστράς αθόρυβα.
Με ιστορίες παράξενες κινάς και ταξιδεύεις.
Σε ξεχασμένους θρύλους χάνεσαι.
Και σε τοπία ερημικά ξεχνιέσαι αποστηθίζοντας
αρχαία ερωτικά ποιήματα.
Κλείνεις σε σχήματα θαμπά, γνωστά κι άγνωστα
πρόσωπα.
Στέλνεις μ’ αυτά μηνύματα αινιγματικά.
Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Άδεια και φοβισμένη μένει η καρδιά μου.
Τις ώρες που η άγρια μοναξιά
αφήνει λυτά τα σκυλιά της ξοπίσω μου.
Έρημοι οι δρόμοι που περπατήσαμε.
Σκοτεινιάζουν τ’ αστέρια. Και τα πουλιά
κουρνιάζουν βουβά και λυπημένα στον κήπο μου.
Μόνον ο ύπνος σου σε παίρνει από κοντά μου.
Κι η μόνη μου πάντα παρηγοριά
είναι πως θα συναντηθούμε αύριο πάλι.
Γι’ ακόμα μια φορά θα μου χαρίσεις τα μάτια σου.
Θα μου μιλήσεις για την Αγάπη.
Όλη τη μέρα θα είσαι δικιά μου.
Κι η αγκαλιά μου
θα είναι μια ζεστή φωλιά.
Να φωλιάζεις με τα φτερωτά σου λόγια.
Και τα κελαηδιστά τραγούδια σου.
Ώσπου να σε πάρει πάλι ο ύπνος.
Αυτός: ο λατρεμένος μάγος της νύχτας.
Ο μοναδικός μου αντίζηλος.
ΟΠΩΣ ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ
στην απόλυτη σιωπή ακόμα
ακούω το σώμα σου.
Και κάτω από του φεγγαριού το αράγιστο σελάγισμα
και στ’ άγρια ουρλιαχτά μιας καταιγίδας
εγώ αφουγκράζομαι το τρίξιμο της σάρκας.
Μέσα από τα κρυφά της ρίγη
μαθαίνω τα μυστικά σου.
Τα μυστικά του κόσμου που μου τα εμπιστεύεσαι.
Σαν το νεράκι που κυλάει ανάμεσα
στα χόρτα και τις πέτρες.
Ημερεύοντας τ’ αγρίμια του δάσους
που κατεβαίνουν να ξεδιψάσουν.
Φαντασμαγορικά νερά πετάγονται απ’ τα χείλη σου.
Άσπρα λιοντάρια και γαλάζιοι πάνθηρες
παίζουν στα όνειρα σου.
Και τα φιλιά σου
ένα απέραντο λιβάδι με παπαρούνες στο λιόγερμα.
Ένα ποτάμι είσαι τελικά.
Που κατεβαίνει απ’ τα βουνά.
Χαρίζοντας δροσιά και βλάστηση
στους αναμμένους κάμπους.
ΟΜΩΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Έτσι όπως περνάει ένας αέρας μέσα από τα μαλλιά σου
κι εσύ σηκώνεις το χέρι.
Και ξέρεις πως κάποιος σου μίλησε.
Σού είπε για τα όνειρα που ταξιδεύουν τον άνθρωπο.
Για τα πουλιά που συνεχίζουν το τραγούδι, στον ύπνο
τους.
Όμως ποιος έχει περάσει
τα σκιερά μονοπάτια του αισθήματος;
Ποιος έχει ζήσει τα σκοτεινά του χαράματα;
Δεν ξέρεις βέβαια από πού έρχεται αυτό το γκρίζο
σύννεφο
που αγγίζει το πρόσωπο σου.
Που αλλάζει φθόγγους και χρώματα.
Που φεύγοντας αφήνει ένα περιβολάκι
με κάποια τρελά χελιδόνια στον ίσκιο του.
Δεν ξέρεις.
Σκέφτομαι τώρα πόσες φορές πέρασες πλάι μου
δίχως να με προσέξεις.
Πόσες νύχτες ξαγρύπνησα κάτω απ’ τα κλειστά όνειρα
σου
χωρίς να το νιώσεις.
Κι ούτε ποτέ θα πιστέψεις
πόσο πολύ σ’ αγάπησα.
Πόσο παθιασμένα σου δόθηκα.
Πόσο βαθιά ωρίμασα
δυστυχώντας, για σένα.
ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΙΣΤΟΡΕΙΤΑΙ Ο ΑΓΡΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Αν με ρωτήσουν γιατί τόσο πολύ σ’ αγάπησα
τόσο πολύ σε πόθησα και πόνεσα για σένα
δε θα μπορέσω ν’ απαντήσω.
Μόνο θα δείξω τους στίχους μου.
Αφού μόνο με το τραγούδι μπορεί ν’ ακούσει κανένας
του πουλιού το ραγισμένο κελάηδισμα.
Να νιώσει τη μοναξιά και τη θλίψη του
έξω από την Αγάπη.
Γιατί αυτός που έχει διασχίσει τη φοβερή έρημο της
αγρύπνιας
αυτός που επέζησε μέσα από την απόγνωση
αυτός που μια ζωή ολόκληρη έλιωσε περιμένοντας
δεν έχει λόγια να μιλήσει.
Να πει πώς λουλουδίζει η ψυχή του ανθρώπου κάποτε.
Να περιγράψει τη στιγμή
την τρομερή στιγμή που βγαίνοντας
από σκληρή πολύχρονη μάχη
δε σκέφτεται τίποτε άλλο
παρά μόνο το ταίρι του.
Αυτός μόνο να κλάψει•
μόνο να ουρλιάξει και να τραγουδήσει μπορεί.
Πάνω στο νήμα του θανάτου ακροβατεί ο σημαδεμένος.
Μέσα απ’ τα όνειρα του προχωρεί.
Και μόνο η καρδιά του κατορθώνει και ιστορεί το φόβο
του.
Μόνο η καρδιά του τραγουδάει τον άγριο Έρωτα του.
ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να επιζήσω.
Να μη χαθώ μέσα στο μαύρο δάσος.
Ν’ αψηφήσω τον άγριο σκύλο
που μ’ ακολουθεί σα’ να ‘ναι ο ίσκιος μου.
Μόνο με την Αγάπη σου.
Να χτίσω ένα άλλο πρόσωπο.
Να γίνω πάλι ένα μικρό αγόρι.
Αθώο σαν το τρεχούμενο νερό.
Και να γνωρίζω τον κόσμο
μ’ ένα καινούργιο θάμπωμα.
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να λέω τραγούδια από άλλους, άγνωστους
τόπους.
Να γίνομαι ένας γρύλος άγρυπνος·
και να κεντώ τ’ όνομα σου, με στίχους αέρινους.
Να μιλώ μόνο για σένα.
Να σε καλημερίζω μ’ έναν φοβισμένο κορυδαλλό
κρυμμένον στο στήθος μου·
και να μου αποκρίνεσαι μ’ ένα ξεχασμένο μου ποίημα.
Μόνο για την Αγάπη σου.
Μπορώ να περνάω την κάθε μου μέρα
απαγγέλλοντας τους πικρούς στεναγμούς
και αγιογραφώντας τους αίνους
απ’ το μέγα θαύμα του Έρωτα.
Να σου λέω τέλος καληνύχτα
και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου.
Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένον
στα μαγεμένα σου όνειρα.
Μόνο με και για την Αγάπη σου
μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος.
Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)