Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Η πείνα της δίψας

Κατηφορίζαμε, κατρακυλούσαμε δηλαδή, από την κορυφή του Άθω, την οποία μόλις είχαμε ...κατακτήσει, παραμονή Μεταμορφώσεως (με το νέο). Στο πλάτωμα, σε ύψος 300 μέτρων από τα επουράνια προς τη γη, με το εμφωλευμένο ναΰδριο της Παναγίας, καμιά δεκαριά μουλάρια έβοσκαν αφημένα ελεύθερα από καπίστρι και σαμάρι. Θυμήθηκα το βίο του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, που ξενυχτούσε τ’ άλογα και τα μουλάρια τις νύχτες στα θερισμένα χωράφια, καλοκαίρι, στις τούνδρες της Ρωσίας. Μια πέτρινη λεκάνη, όπου κατέληγε το λούκι της εκκλησίας, μάζευε νερό να πίνουν τα ά-λογα. Αποξηραμένη από καιρό. Μόλις μας είδαν να πηγαίνουμε στο ναό μας όρμησαν έλλογα. «Αντραλίζομαι», διψώ! Η χορτάτη δίψα ανυπόφορη. Μπήκαμε· υπήρχε μια στέρνα συλλογής ομβρίων. Μόλις και προλάβαμε να οχυρωθούμε. Στριμώχτηκαν στη «Στενή πύλη», 5-6 αλλόφρονα κεφάλια, και διαγκωνίζονταν να χυμήξουν, κατεχόμενα από ακόλαστο οίστρο δίψας. Πέθαιναν; Ήξεραν το νερό, το μύριζαν· μήπως και είναι πιο φωτισμένα τ’ αγιορείτικα του είδους;
Αδύνατο να τα ποτίσουμε όλα· το νερό λίγο. Κανένα τους! Μακάβρια ισότητα. Έπρεπε όμως να τα διώξουμε, να ροβολήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας προς τα κάτω, στην Καλύβη φιλοξενίας. Χτυπούσαμε για ώρα άγρια, λυσσασμένοι, τα πρόσωπά τους. Μια μάχη ανθρώπου και ζώου αρχέγονη. Μάτωσαν, έκλαιγαν. Έπιναν, μάλλον έγλειφαν, αίματα και δάκρυα. Κάποτε οπισθοχώρησαν λίγο κι άφησαν δίοδο διαφυγής. Κλείσαμε πίσω κι ορμήσαμε έξω αλαφιασμένοι από τη φρίκη τού είναι μας. Κάποιο απ’ αυτά ίσως ν’ ανεβοκατέβασε τον πατριαρχικό επίσκοπο στη Σκήτη της Αγιάννας, αυτός από ευγνωμοσύνη να το φίλησε στο πρόσωπο («Σε φιλώ στη μούρη»), κι έτσι εκείνο να ασπάστηκε το εγκόλπιό του!
Μας κοιτούσαν νικημένα στο πεδίο της δίψας τους.
Δεν τα ποτίσαμε, ούτε το λίγο του καλού. Ήμασταν εντελώς άνθρωποι επί γης ηγιασμένης. Δηλαδή, απάνθρωπα όντα παραδομένα σε μια ματαιότητα αναζήτησης του υπερκόσμιου, φευγάτοι σε φαντασιώσεις και χορτάτοι εντελώς, ακούγαμε για βίους οσίων με αβάσταγες στερήσεις· όμως χωμένοι βαθιά στις ερήμους του ε-λόγου μας.

Β.Π. Καραγιάννης


Σημ. Το κείμενο είναι δημοσιευμένο στο «Ημερολόγιο 2011» με θέμα «Βία και Λογοτεχνία», της Εταιρείας Συγγραφέων το οποίο περιλαμβάνει μικρά κείμενα των μελών της πάνω σ’ αυτό το θέμα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

"Δεν τα ποτίσαμε, ούτε το λίγο του καλού."

Ο καθείς σας ας δώσει τις προεκτάσεις που επιθυμεί.
Καλή χρονιά!