Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

Χωρική Πατριδο(α)γνωσία

Με το οτρηρό Αη Δημήτρη Κμρδ και την ομίχλη ανηφορήσαμε/ στις παρα-Βέρμιες κορυφές πλαγιές και λόφους/ για τον αρχαίο Τεκέ άνωθεν του χωρίου Σοφουάρ/ Καπνοχώρι τώρα, του οποίου ο παπάς κάποτε/ έκαψε το καρναβάλι της Κοζάνης, μέρες που έρχονται./ Τι ζηλέψαμε: «Ετσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές»/ Αγιος Γεώργιος και Κοσμάς ο Αιτωλός διάδοχοι του/ Μόνο το στρογγύλον ξύλινο ταβάνι απόμεινεν / Βυζαντινό υδραγωγείον λιγοστά πρόβατα και γελάδια/ Καβαλήσαμε το σέλωμα και χωθήκαμε/ στην ερημιά και τα ερείπια του παλιού χωρίου Σκάφη/ ένθα μας περίμενε η θαυματουργή τριπλέτα / Ραφαήλ, Ειρήνη, Νικόλαος οι άγιοι εντελώς/ («Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν» - Θ. Βαλτινός)/ Τότε ήταν που άναψε το διαδίκτυο: Απέθανεν/ ο Πάνος Θεοδωρίδης (1948 – 2925) κι άνοιξα / τα «Ποιήματα που θα χαθούν στη ομίχλη» του/ και «Στη μούχλα σέρνομαι των λέξεων/ σε στυγερή ομίχλη...»

Περί ασώτου

Τέλειωνε η Κυριακή του Ασώτου της μετανοίας και της συγγνώμης κι ενώ έβρεχε νύχτα και μας ενώτιζε (κι νότιζε) γλυκιά νυχτερινή αίσθηση βρεθήκαμε στο μουσικό εντευκτήριο των «30 καθεκλών» του Π. Δημόπουλου σε ρεσιτάλ στο οποίο πιανολαγνουργούσε ο βιρτουόζος κ. Μπάμπης Τσινικοσμάογλου. Μας ταξίδεψε σε μια ρομαντική βραδιά με τα Νυχτερινά του Σοπέν τις Μαζούρκες του, τα Πρελούδιά του, με του Skriabin τα 5 πρελούδια και του Ραχμάνινωφ τη σονάτα αριθ. 2 η οποία μας “γονάτισε” κάπως ώσπου και όπως να τη νοιώσουμε. Εβρεχε έξω μια χαμηλότονη βροχή είμαστε σ’ ένα αισθαντικό περιβάλλον με ευάριθμο αλλά υποψιασμένο ακροατήριο και συντροφιά ωραία. Με τις δύο μαζούρκες θυμήθηκα την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου “Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής” “…Χιλιάδες αποσιωπητικά τ’ αστέρια. ΦΙλησέ με Χιλιάδες στόματα χρυσά λιγάκι λυπημένα πάνου στο στόμα σου. Κ’ οι στίχοι ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τη λαμπα που καπνίζει… ΥΓ. Σ’ αυτές τις βραδιες με συγκινούν ιδιαίτερα οι “γυρίστρες” των σελιδων της παρτιτούρας δίπλα από τον κυρίως καλλιτέχνη για την γνώση της μουσικής και την ετοιμοτητά τους.

Κοκκινολαίμης στη Θεσσαλονίκη

Μετά τη λήξη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκη 97 κάποιοι που μετείχαμε αυτής ως μέλη του Δ. Σ αυτής ή του ΔΣ του Ευρωβαλκανικού ασύλου ποίησης (διάβαζε και μνημόνευε Μίμη Σουλιωτη), με έδρα την Καλλιθέα Πρέσπας όταν ακόμα συνορεύαμε με τα Σκόπια κι όχι με τη Βόρεια Μακεδονία, ήχθημεν χωρίς χειροπέδες αλλά με κλητήρια θεσπίσματα, ως ήτο φυσικόν κι επόμενον, κατηγορούμενοι για κατάχρηση εις τον Εφέτη ανακριτή Θεσσαλονίκης (τότε δεν είχαμε σκεφτεί κι εμείς να του κάνουμε μήνυση για γελοιοποίηση του πράγματος). Εκεί τα λέγαμε με τον Πάνο Θεοδωρίδη διευθυντή της Πολιτιστικής πρωτεύουσας τότε και συν-εταίρο στα ανακριτικά πηγαινέλα μας. Σημείωση ένδον. Την υπόθεση είχε θέσει στο αρχείον ο τότε αντιεισαγγελέας εφετών Θεσσαλονίκης μετέπειτα εισαγγελέας στο εφετείο Δυτικής Μακεδονίας κ. Πέτρος Ραυτόπουλος, άριστος νομικός στολίδι της δικαιοσύνης αλλά την ξανάβγαλεν ο Εισαγγελέας Θεσσαλονίκης. Σε μια τυχαία συνάντησή μου με τον Π.Θ. στο υπόγειο του ΙΑΝΟΥ κι ενώ πηγαινοερχόμασταν στον ανακριτή- όσοι δεν ξέραν από αυτά έτρεμαν αλλ’ ημείς και ως νομικοί το διασκεδάζαμε ορισμένως – μου λέγει, λοιπόν, ο αείμνηστος: - Αν δικαστούμε θα κάτσω φυλακή θα την αράξω και θα γράψω τα βιβλία μου Φυσικά όλοι ηθωώθημεν άλλοι δια βουλεύματος κι άλλοι πανηγυρικά (και διασκεδαστικά) στο ακροατήριον. Εσκασε άρα από το κακό του ο μαυριδερός μηνυτής μας από τη Φλώρινα. Ομως από το καλό του έσκασε ο φίλος του Π. Θ. Σωτήρης Κίσσας μέγας αρχαιολόγος Δ. Μακεδονία και όπως σπαρακτικά με το ο πλάγιο στυλ του τον νεκρολογούσε ο Π.Θ (στο περιοδικό Εντευκτήριο το διάβασα).

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

Η κυρ' ποιήτρια Γεωργία

Η ωραία κυρ’ Γεωργία Ποιήτρια Τριανταφυλλίδου εκ Καβάλης και Θεσσαλονίκης –ένας Στρυμόνας ποταμός χωρίζει τις πόλεις- είχε την καλοσύνη να γράψει εις τον φβ οίκον της, λίγες αράδες που ισοδυναμούν με 1000 και ωραίες λέξεις για τη λιγνόφυλη ποιητική περι-συλλογή μου «Δυτικό Κοιμητήριο (εκδ. Παρέμβαση). Μετ’ αφάτω (και αφράτω) ευχαριστήσεως προς Αυτήν Ταύτην την Τοιαύτην παραθέτω παρακατιών προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες, ασπαζόμενος την κυρία ποιήτρια άμφω, το ολιγότερον... Ση. Η συλλογή αφιερωμένη στον πατέρα όπως και το δίχρωμο κασκόλ που έπλεξε η μάννα στην μνήμη του άμα τω θανατω του. .............. Στο "Δυτικό Κοιμητήριο" του Β.Π.Καραγιάννη οι νεκροί μετριούνται στα δάχτυλα. Ο πατέρας του, ένας μετανάστης στη Γερμανία, ένας παπάς, ένας Αρεοπαγίτης ,ένας ποδοσφαιριστής, ένας άλλος παπάς,ένας δεινός σκακιστής, ένας καθηγητής στο ΤΕΙ, ένας αριστερός ψάλτης. Όλοι τους πεθαμένοι και ξαναζωντανεμένοι μέσα από τις αναμνήσεις,τα κοινά βιώματά,την ποδοσφαιρική τρέλα που τους ένωνε.Ο Καραγιάννης τους παίρνει από το χέρι κι έναν έναν τους ανεβάζει στον πάνω κόσμο.Με τα κουσούρια και τις καλοσύνες τους,τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες,τα χαρίσματα και τα ραπίσματα που τους έδωσε η ζωή αντηχώντας μέσα στον δικό του μικρόκοσμο. Ο Καραγιάννης σ'αυτό το ολιγοσελιδο βιβλίο είναι απολύτως ο εαυτός του: φανατικός Λευκοπηγίτης, φανατικός ανθρωποπαρατηρητής, φανατικός συλλέκτης λεπτομερειών του βίου, ένας ουμανιστής του βουνού και του λόγγου. Χαρίζει μιαν ιδιότυπη αθανασία σε ούτε δέκα ανθρώπους- γιατί τι άλλο είναι η αθανασία από την αλησμόνητη σύνδεση με τους εναπομείναντες; Λίγες φορές τα πλαστικά λουλούδια των νεκροταφείων ανθίζουν τόσο καλαίσθητα σε λογοτεχνική σελίδα. Τα πέντε σημεία αφιερωμένα στον πατέρα του είναι σαν ήσυχα κλάματα.Σαν κι αυτά που ίσως να με πήραν διαβάζοντας το τέλος του κειμένου για τον Γεώργιο Παρτώνα στον οποίο αποδίδεται η πλέον μυθική κουβέντα κατά την έναρξη της σχολικής ζωής.Διαβάστε το "Δυτικό Κοιμητήριο" των εκδόσεων Παρέμβαση. Από τις λίγες φορές,και σίγουρα η πιο κερδισμένη, που ο πληθωρικός Βασίλης Καραγιάννης λέει ό,τι ακριβώς του είπαν.Δηλαδη,όπως μίλησαν στην καρδιά του ούτε δέκα αγαπημένοι νεκροί.

Βασιλειόπιτα

«Εφέτος αν και ακόμα δεν μας έδειρεν η βαρυχειμωνιά κι άρα δεν μας έριξεν στην παλαμική στράτα» πέρασα την πρώτη ημέρα του χρόνου ως ακολούθως. Είναι γνωστόν τοις εντευξομένοις πως εορτάζω 1η Ιανουαρίου αφότου η πνευματική μου μήτηρ (ελάχιστα γνώρισα) μια πολλαπλά εντυπωσιακή Μαντάμ στην κοινωνία της πόλεως, μου έδωσε το όνομα του αγίου Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας και Καππαδοκίας του Ουρανοφάντορος (ου η επίγεια δόξα του έλαμψε έως τους ουρανούς κατά το απολυτίκιον). Το γεγονός έγραψα στη διήγηση «Κολυμβήθρες εν γένει» στο «Χρώμα της νοσταλγίας» μου εκδ. Γαβριηλίδης) ενώ τον βίο της διεξήλθε ορισμένως ο συγγραφεύς Μιχάλης Πιτένης στο μυθιστόρημα του «Οι κόρες της Αφροδίτης». Αρα με την τρίτη καμπάνα στο ναό. Τα πρώτες ευχές μετά το αντίδωρο έλαβα από το δεξί αναλόγιο και τους ερίτιμους πρωτοψάλτη μέγα Στέφανο Κντξ και τον ψαλτολόγιο Απόστολο Ππδμτρ. Οίκοι άρχιζε η πλημμύρα ευχών στο σωτήριο διαδίκτυο. Εορταστική η τράπεζα με την 20φυλλη χειροποίητη Βασιλειόπιτα. Μας συνόδευε η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης (ο Μπλατσιώτης Ν. Δούμπας εδώ κ.λπ) την οποία κανείς δεν άκουγε! Ξαναδιάβασα εν τω μεταξύ την διήγησή μου (ο νάρκισσος!) «Είχε άγιο στα χιόνια» που έχει κάποιους φανατικούς φίλους τους οποίους λατρεύω. Περί την του ηλίου δύσιν με την καμπάνα του εσπερινού έληγε τυπικά η εορτή κι άρχιζε η επόμενη, έκαμα ταμείο ευχών. Απειρες από ζεστές έως ζεστότερες. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και «Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης» όπως κλείνουν τις επιστολές του οι πατριάρχες, ευχαριστώ πολύ όσους με θυμήθηκαν κι εύχομαι μόνο καλά να τους συμβαίνουν στο νέον έτος. Σημ: Αι ευχαί συνεχίζονται και την σήμερον...

κοκκινολαίμης

Σε μια παγκόσμια διάσκεψη για την ποίηση στη Θεσσαλονίκη (μέρα του παγκόσμιου, εαρινού εορτασμού της δηλαδή), όταν εις υγείαν της τρωγοπίναμε σαν φίλοι (σπουργίτες) πέφτοντας λιμασμένοι στα σταφύλια του Υπουργείου γραμμάτων & τεχνών απαγγέλναμε (τσίρι τσίρι τσίρι τρο τσιριτρί τσιριτρό), κλήθηκα στο εδώλιο-έδρανο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, να διαβάσω κι εγώ κάτι, εντός του ποιητικού θέματος, ως συνδιοργανωτής και θεσμικός παράγων που διατελούσα τότε, διευθυντής του βιβλίου στην πόλη των παλιών βιβλίων και νέων χωρικών. Με θεώρησαν δηλονότι ποιητή για την ποιητική μου ίσως δημοσιογραφία που μετέρχομαι στα πεζά κείμενα, αλλά και στις μοναχικές ή τις κατά μόνας ποιητικές ηδονές. Διάβασα ένα, ας το πούμε ποίημα, για έναν ταπεινό Κοκκινολαίμη. Στο βήμα μ’ ακολούθησε ο άγνωστός μου τότε, ως σώμα ανθρώπου, όχι ως πνεύμα και γραφή, Αργύρης Χιόνης, ποιητής και γεωργός, καλλιεργητής ψυχών πάντων των εν Θροφαρίω Κορινθίας οικούνταν και ευρισκόμενων ευαίσθητων ανθρώπων της υπαίθρου χώρας. Κι αυτός για έναν Κοκκινολαίμη απάγγειλε κάπως αμήχανα ότι προηγήθηκα ορισμένως. «Αδελφοποιητοθήκαμε» κατά κάποιον τρόπο. Τα δυο πουλιά μας έφεραν το ίδιο όνομα αλλά πόρρω απείχαν μεταξύ τους. Το ποίημα αυτό και τον Αργύρη Χιόνη σκιαγραφεί ο αγαπητός μου Ηλίας Κεφάλας στα ένδον του βιβλίου του Το χαμένο ποίημα και τώρα κατάλαβα κι εγώ τι ήθελε να πει ο ποιητής και τι ήθελα ίσως να σιωπήσω εγώ. Αναφέροντας το ποίημα του Γ. Δροσίνη για τον Γερανό και τον Καλογιάννο (Κοκκινολαίμη) με ρήμαξε η ανάμνηση του χαμένου παιδικού μας άλλοτε. Το ποίημά μου αυτό ως σχεδίασμα απελπισίας, το εξαφάνισα από το ποιητικό μου σύμπαν άμα τη εμφανίσει του Κοκκινολαίμη του Αργυρίου Χιόνη.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Παρασολωμικά

Με μολύβι γράφει: Οκτώβριος 07. Μόλις είχα τελειώσει επιτυχώς κάτι ιστορίες στο «Γεννηματά» Θεσσαλονίκης και μου ήρθε δώρο λίαν πολύτιμο! « Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και πεζά, Επιμέλεια - Εισαγωγή Στυλιανός Αλεξίου, σελ. 515, εκδ. στιγμή. Μια έκδοση υψηλών φιλολογικών προδιαγραφών στις περί Σολωμού εν γένει και εν είδει μελέτες και δημοσιεύσεις.. Μετά από καιρούς και χρόνους πληροφορήθηκα από ένα έγγραφο του Δήμου Κοζάνης πως στην πόλη μας υπήρχε Οδός Στυλιανού Αλεξιου! Εμεινα. Ρώτηξα τους αρμοδίους για το που πως και πότε αποφασίστηκε αυτό και φυσικά δεν γνώριζαν τίποτα. Φαίνεται πως σε κάποια «επιτροπή» ονοματοθεσίας ημιμαθών άνοιξαν μια εγκυκλοπαίδεια και από την ενότητα φιλόλογοι αρχαιολόγοι κ.λπ. έπαιρναν ονόματα τυχαία. Ετσι κλήρωσε και το Στυλιανός Αλεξίου. Πήγα να βρω την οδό και φυσικά δεν υπήρχε επί τοίχου αλλά μόνον επί χάρτου. Κίνησα γη και ουρανό να μπει η πινακίδα. Εγραψα στον Στ. Αλεξίου που «εθαμβήθη» και σχεδόν το διασκεδάζαμε. Εχω μια μικρή σπαρταριστή αλληλογραφία περί αυτού. Κάποτε εδέησαν να τοποθετήσουν την πινακίδα με το όνομά του στο δρόμο. Εστειλα φωτογραφία στον τιμώμενο. Ετσι ερήμην του και εν ζωή ο Στυλιανός Αλεξίου τιμήθηκε στην πόλη μας. Το χάρηκε ορισμένως είμαι βέβαιος, όπως κι εγώ απολαμβάνω χρόνια τώρα την έκδοση αυτή του Σολωμού, τις μεταφράσεις του Σαίξπηρ, τα ποιήματα, τις μελέτες κ.λπ. του Στυλιανού Αλεξίου.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

ΒΙβλία γαλλικά και γερμανικές λινοτυπικές

Η διεξαγωγή (19 Δεκ. 2024) της ημερίδος «Η βιομηχανική κληρονομιά της Δυτικής Μακεδονίας ως ταυτότητα του τόπου και του πολιτισμού της» που εν θριάμβω έφερε εις πέρας η Παρέμβαση, δηλ. η Δήμητρα Β. Καραγιάννη, με ξαναπήγε στις αγαπημένες μονιές της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (ακόμα την ονομάζουν ανιστόρητα Κοβεντάρειο (= αγελαδότοπος σλαβιστί) και σε δύο αντικείμενα στα οποία «αγγίζω» (και μ’ αγγίζουν) την ιστορία της βιβλιοθήκης. ως παλιές αγάπες λανθάνουσες αλλ’ ανεξίτηλες. Α. Την λινοτυπική μηχανή που δεσπόζει στο φουαγέ του νυν Κτιρίου. Από τη Λειψία φερμένη, την αγόρασε ο πολύς κάποτε Ι. Βελλίδης για τη «Μακεδονία» του. Απ’ αυτόν την αγόρασε ο Χ. Παπαστεριάδης όταν ήρθε στην Κοζάνη από τα Τρίκαλα για να εκδώσει το «Θάρρος» του (1960). Οι νυν ιδιοκτήτες του κληρονόμοι του Ι. Κορομήλη (από Κατερίνη) την άφησαν στην αυλή της Εθνικής Τράπεζας να οξειδώνεται. Τον καιρό της διευθυντίας μου (κι όχι διευθυντοκρατίας) των βιβλίων (ΙΝΒΑ + Δημοτική Βιβλιοθήκη = Κοζάνη πόλη του βιβλίου) την πήραμε από την τραπεζική αυλή και με τη άδεια των ιδιοκτητών της εφημερίδος, την τοποθετήσαμε στο ισόγειο του κτηρίου της Τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου, στον δεύτερο όροφο της οποίας στεγαζόταν η Βιβλιοθήκη, αντιδημαρχούντως του κ. Γ. Βλατή που γκρέμισε την πόρτα του ισογείου για να χωρέσει. Για να «εισάγει» τον επισκέπτη και χρήστη της Βιβλιοθήκης στη χώρα των γραμμάτων. Επί διοικήσεως της Βιβλιοθήκης του κ. Παναγιώτη Δημόπουλου όταν μετακόμισε αυτή στο σημερινό ΜεγαΚτήριο μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στο φουαγέ της. Υπερωκεάνιον των βιβλίων και της γνώσης. Σ’ αυτή την λινοτυπική πόσα και πόσα κείμενα μου δεν γράφτηκαν...Τρία βιβλία μου δε ανεφύησαν στις κι από τις σελίδες της εφημερίδος που στοιχειοθετήθηκαν σ’ αυτήν. Β. Στα ράφια του αναγνωστήριο υπάρχει μια παλιά γαλλική εγκυκλοπαίδεια πολλών τόμων την οποία είχε στην κατοχή του ο Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Φώτιος (Μηνιάτης) (αρχές του 20ου αι, ο οποίος τη χάρισε στον ομοϊδεάτη του (ήταν και οι δύο βασιλόφρονες) επιφανή γαλλομαθή λογοτέχνη τη Κοζάνης Κ. Τσιτσελίκη (1892-1938) (τον οποίο ο λαμπρός νέος φιλόλογος Μάριος Κυπαρίσσης Μώρος φροντίζει την επανέκδοση του έργου του, Η εγκυκλοπαίδεια κατέληξε στην κόρη του Κ. Τσ. Ρέα η τη χάρισε στη Βιβλιοθήκη. Πήγαμε και την πήραμε από το σπίτι της στην Αθήνα, μια αποστολή με ΙΧ και τους Γ. Χαρσώνη και Γιάννη Κάβουρα, υπαλλήλους τότε του ΙΝΒΑ. Την είχα στο γραφείο μου στη Βιβλιοθήκη παρότι δεν γνωρίζω γαλλικά αλλά την ένιωθα ως δεσμό της τοπικής ιστορίας με την παγκόσμια γραφή κι ανάγνωση. Τα δύο αυτά στασίδια τα νοιώθω εντελώς δικά μου (δεν χρησιμοποιούνται παρ’ ουδενός πλέον, κι όταν επισκέπτομαι το χώρο τους φωτογραφίζομαι αγκαλιάζοντάς τα ίσως με ένα χωρικό φωτοναρκισσισμό· αλλά αγάπες είναι αυτές κι «οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο» (της μνήμης) ενώ οι νέες καίγονται στην κόλαση της πραγματικότητας κι επιθυμίας

Μετά την 1ην του μηνός

«Εφέτος αν και ακόμα δεν μας έδειρεν η βαρυχειμωνιά κι άρα δεν μας έριξεν στην παλαμική στράτα» πέρασα την πρώτη ημέρα του χρόνου ως ακολούθως. Είναι γνωστόν τοις εντευξομένοις πως εορτάζω 1η Ιανουαρίου αφότου η πνευματική μου μήτηρ (ελάχιστα γνώρισα) μια πολλαπλά εντυπωσιακή Μαντάμ στην κοινωνία της πόλεως, μου έδωσε το όνομα του αγίου Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας και Καππαδοκίας του Ουρανοφάντορος (ου η επίγεια δόξα του έλαμψε έως τους ουρανούς κατά το απολυτίκιον). Το γεγονός έγραψα στη διήγηση «Κολυμβήθρες εν γένει» στο «Χρώμα της νοσταλγίας» μου εκδ. Γαβριηλίδης) ενώ τον βίο της διεξήλθε ορισμένως ο συγγραφεύς Μιχάλης Πιτένης στο μυθιστόρημα του «Οι κόρες της Αφροδίτης». Αρα με την τρίτη καμπάνα στο ναό. Τα πρώτες ευχές μετά το αντίδωρο έλαβα από το δεξί αναλόγιο και τους ερίτιμους πρωτοψάλτη μέγα Στέφανο Κντξ και τον ψαλτολόγιο Απόστολο Ππδμτρ. Οίκοι άρχιζε η πλημμύρα ευχών στο σωτήριο διαδίκτυο. Εορταστική η τράπεζα με την 20φυλλη χειροποίητη Βασιλειόπιτα. Μας συνόδευε η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης (ο Μπλατσιώτης Ν. Δούμπας εδώ κ.λπ) την οποία κανείς δεν άκουγε! Ξαναδιάβασα εν τω μεταξύ την διήγησή μου (ο νάρκισσος!) «Είχε άγιο στα χιόνια» που έχει κάποιους φανατικούς φίλους τους οποίους λατρεύω. Περί την του ηλίου δύσιν με την καμπάνα του εσπερινού έληγε τυπικά η εορτή κι άρχιζε η επόμενη, έκαμα ταμείο ευχών. Απειρες από ζεστές έως ζεστότερες. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και «Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης» όπως κλείνουν τις επιστολές του οι πατριάρχες, ευχαριστώ πολύ όσους με θυμήθηκαν κι εύχομαι μόνο καλά να τους συμβαίνουν στο νέον έτος. Σημ: Αι ευχαί συνεχίζονται και την σήμερον...

Κάλαντα (δηλ. Κόλιαντα)στη Λευκοπηγή τα αρχαία χρόνια

...Ενα βράδυ Κόλιαντα του έτους 196...το μπλίκι με τους Γιώργο Βλήτα, Αδάμο τ’ Γκαντάρα (ονομαζόταν και Φερυγκόνο, ηρωίδα στην «Οπερα της πεντάρας» του Μπρέχτ και Κούρτ Βάιλ), το Στέφο τ’ Παπά, τον Κάρα-Γιώργο και τον Ζδρουμ, ως έκτακτον μέλος της για να κουβαλά τ’ αλεύρι, ξεκίνησε κανονικά. Στη διανομή των διακονημάτων της βραδιάς ένας μαζεύει τις κολιαντίνες, άλλος τα κάστανα, άλλος το κρέας (τον παστό «κι εκ παστού εν τω ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού· και αυτός ως νυμφίος εκπορευόμενος εκ παστού αυτού. Αγαλλιάσεται ως γίγας δραμείν οδόν αυτού· απ΄ άκρου του ουρανού...» ο Προφητάναξ), άλλος το τυρί, άλλος τ’ αλεύρι, το μόνο είδος με δυνάμει χρηματική ανταλλακτική αξία αφού την αύριο θα το πουλούσαν στον ΧατζιοΠάσχο (με τον πρωινό ανεκλάλητο βήχα). Το μεταπουλούσε στην πόλη, όπως έκανε κι ο Ε. Γκιγκέλας, αλλά αυτός μεταπουλούσε αυγά και ζεύγη ποδαριών από τους επικηρυγμένους από το Δασαρχείο κόρακες και καρακάξες που μάζευαν οι χωρικόπαιδες. Φύλακα σκύλων «Σκλιάη» (πως να το γράψω στο ιδίωμα;) να κυνηγά τα σκυλιά που τους γαύγιζαν άγρια και παντού ανά τας ρύμας και τις ρούγες, δεν είχαν. Ετσι μπήκαν στον οίκο Ταλιόλιου. Εβρεχε, γλιστρούσαν· κι ο Ζδρούμς, ψηλός, μαυριδερός στην πέτσα κι ευκαιριακά άσπρος απ’ τ’ αλεύρι (όλοι το απέφευγαν για το λόγο αυτό) πάτησε γυαλιστερές πέτρες και έπεσε, άκουσον άκουσον, μέσα σε παρακείμενο χάλκωμα γεμάτο με νερό το οποίο έπεφτε απ’ την αστρέχα. Το αλεύρι έγινε για πέταμα. Θρήνος. Εκείνα τα κάλαντα δεν πούλησαν αλεύρι και έτσι την επαύριον στο τυχηρόν παίγνιον της «σβούρας» με το πολυπόθητο «πάρτα όλα» στο νάρθηκα της εκκλησίας δεν είχαν νομισματικό αντίκρισμα κι έτσι κοιτούσαν μόνον, απαρηγόρητοι. Αλλη χρονιά πάλι μπροστά στη γέφυρα του λάκκου που ένωνε τους μαχαλάδες -έγινε επί προεδρίας Νταλαθωμά- κοντά στον νερόμυλο του Αούτου που άλεθε το στάρι σ’ αλεύρι, συναντήθηκε το προαναφερθέν μπλίκι με εκείνη τη γλυκιά συμμορία του Μποέμ από τον Πάνω μαχαλά που την αποτελούσαν οι: Τσέλιος ο Παλές, Μάρκος Μπουμπούναρης (θεός σχωρέστον τον ατίθασο) κι ο Τέλης ο Ζιακάθ’κος όστις στα ψαλλόμενα κάλαντα εμορμύριζε μόνο τις καταλήξεις των στίχων με το εύφωνο νι. Φυσικά πιάστηκαν στα χέρια και διεκδίκησαν ο καθένας το αλεύρι του άλλου. Στη συμπλοκή ο σιωπηλός αλλά τολμηρός όσο κανείς, Τέλης (ο μόνος που χτύπησε με πέτρα τον φόβο και τρόμο των αγροπαρανομούντων, έφιππο αγροφύλακα, Γκιάνη) έσπρωξε τον Ζδρουμ στο λάκκο. Το γέρας της μάχης, το αλεύρι, έγινε ζυμάρι που ούτε τα γουρούνια δεν θα έτρωγαν. Ητο άτυχος στα άλευρα ο Ζδρουμς, κάτοικος από δεκαετιών Αμερικής· υποθέτω νοσταλγεί εκείνες τις μέρες, τέτοιες μέρες, με τις μίξεις χρόνου, προσώπων και τρόπων.. Α, αυτές οι προσφιλείς μορφές του άλλοτε στη Λευκοπηγή ευτυχώς ακόμα μαζί μας – πλην μερικών που πέρασαν σχεδόν φυσιολογικά στο επέκεινα και στη μνήμη...

Τα κατα τον Ματθαίον

16 Δεκεμβρίου 2024, Ματθαίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού και : Τα κατά Ματθαίον πάθη του Μπαχ Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο του Π. Π. Παζολίνι Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε μετάφραση Ντίνου Χριστιανόπουλου Τα 40 χρόνια της Παρέμβασης κι «Οπως ο ναυαγός αρπάζεται από το κύμα/ σαν από κάτι στερεό/ Ετσι κι μεις από τις μνήμες μας...» (Ν. Φωκάς) Θυμάμαι και συγκινούμαι, τους παλιούς μας φίλους της Παρέμβασης ειδικά αυτούς που δεν είναι στη ζωή αλλά και τους νέους. Οι οποίο με τον ένα ή άλλο τρόπο υπήρξαν ο ζωτικός βιότοπος μας μέσα στον οποίο εξάνθισεν, στην πνευματική εκδοτική μας έρημο της πόλης, η Παρέμβαση, η οποία μαζί με λίγους άλλους θεσμούς και τρόπους (θέατρο, μουσική, γράμματα) σηματοδότησαν την 50ετία της μεταπολίτευσης στην Κοζάνη Ηταν Νοέμβριος του 1984, μια τυπική φθινοπωρινή μέρα, απόγευμα δηλ. πριν 40 χρόνια. Στον 2ο όροφο της οικοδομής επί της πλατείας Ειρήνης μαζεύτηκαν σε ειρηνική άοπλη γιάφκα 6 νοματέοι που είχαν κοινή πολιτική αφετηρία την ανανεωτική αριστερά της πόλης το ΚΚΕ εσ θέλω να πω. Μόνον θέμα στη βραδινή συντροφική διάταξη η έκδοση περιοδικού εντύπου δια την διάδοσιν των πολιτικών θέσεων και ιδεών κι ό,τι άλλο. Παρόντες οι: Γ. Γκέκας, Σάκης Καραλιώτας (ήδη κάτοικος Αδου), Τάκης Ζουρουφίδης (κάτοικος Αδου), Δημήτρης Βασιλός (κάτοικος Φαρσάλων), Μάκης Καραγιάννης (Θεσσαλονίκης), και η αναξιότης μου κάτοικος Κοζάνης Χ. Μούκα 1 . Ως τίτλος επικράτησε η «Παρέμβαση» τίτλο στον οποίο ήμουν ο μόνος αντίθετος αλλά που έμελλε να τον επωμισθώ για 40 χρόνια έκτοτε ως δεύτερη στρώση δέρματος. Το 1988 συμπήξαμε Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων μη κερδοσκοπικού σκοπού που φέρεται ιδιοκτήτης πλέον του περιοδικού με εταίρους τους: Σάκη Καραλιώτα,(+), Μάκη Καραγιάννη, Δημήτρη Ζαγάρα, Κική Τασιούλα, Αντώνη Νταγλιούδη και τη δική μου. Τα τελευταία χρόνια μπήκε στην αρχική ομάδα η Δήμητρα Καραγιάννη που σήμερα φέρει το βάρος και την τιμή της συνέχειας. Είμαστε λοιπόν μια έντυπη αλλά ανθρώπινη περιπέτεια 40 περίπου χρόνων τα οποία -ας κοινο-πρωτοτυπήσω- λέγων πως ούτε κατάλαβα πως πέρασαν! Η «Π» έρχεται από τη γενιά της δανεικής ευημερίας που τη διαδέχεται αλίμονο η γενιά της «ιδανικής» απελπισίας. Τι σημαίνει λογοτεχνικό περιοδικό στην εντελώς επαρχία και μάλιστα σε μια πόλη που δεν έχει θάλασσα (ανθρώπων) ούτε καν ποτάμι (προθέσεων) κι η Βουλγάρα ποιήτρια το δήλωσε άλλωστε για την αθυμία εκείνων που ζουν σε πόλεις χωρίς ποτάμι: Μια δόση μοναξιάς, μια φέτα μελαγχολίας, και μια ηυξημένη αίσθηση του μάταιου.
 Αλλά ας είναι, συνεχίζουμε...

Αποχώρηση

Μπενάκειος χώρος επί της οδού Πειραιώς, έτος 2009. Απονομή λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» (ο «δαιμόνιος» Γιάννης Μασκόζος). Η συλλογή μου «Το χρώμα της νοσταλγίας» (εκδ. Γαβριηλίδης) κρίθηκε επιλέξιμη (όπως τα χωράφια στην ύπαιθρο ) για τον τελικό. Δεν επιλέγημεν ότι η Μαρίνα Καραγάτση με « Το ευχαριστημένο» της είχε όλα τα φόντα προς τούτου. Πάλι καλά. Καθόμουν στις τελευταίες θέσεις στο μεγάλο αμφιθέατρο. Αίφνης δίπλα στο διάδρομο βλέπω ένα σώμα να πέφτει. Μπερδεύτηκε στα σκαλοπάτια και με τη βακτηρία του. Πόνεσε φώναξε ωχ. Ενοιωσα μια λύπη. Ηταν ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Ενα θηρίο άνθρωπος. Σκοντάφτουν κι οι κορυφές; Αλίμονον πεθαίνουν κι όλας όπως ο εν λόγω μέγας των γραμμάτων την σήμερον. Εγραφα τότε: Αποχώρηση τμημάτων στον φίλτατο Γιάννη Μπασκόζο Πρώτες αναχωρούν οι συνοδείες των ηττημένων του διαγωνισμού ΔΙΑΒΑΖΩ/ τρεις τρεις, το λιγότερο, κατηφείς που τους δικούς τους φέτος δεν ξεχωρίζουν/ ήγουν δεν κρίθηκαν άξιοι της κριτικής επιτροπής (ήρεμος, αλλ’ ένδον βράζω)/ και δίχως δίπλα τους να κοιτούν, την οδό της λύπης και της εξόδου διασχίζουν./ Ακολουθούν σε μονάδες ή κατά δυάδες, της βραδιάς οι επίτιμοι καλεσμένοι/ εμφανώς ουδέτεροι τα τραπέζια της δεξιώσεως στο αίθριον πλευρίζουν/ δεν δείχνουν, και ποιός να τους προσάψει τη μομφή πως είναι πεινασμένοι/ και έτσι πατατάκια, τσιπς, ξηρούς καρπούς κι άλλα ελαφριά μόνον τσακίζουν/ Δίπλα στον κ. Νόλλα καθήμενος νέους αγώνες και Σπαρτιάτες συλλογίζομαι/ - Του χρόνου εδώ, τι έγινε, μαγκιά! “Αμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρονες”/ Ενώ ο κ. Γεωργουσόπουλος σηκώνεται αλγών, από πτώση σε σκαλί, οργίζομαι:/ - Αει στην ευχή, μη πω στο διάολο: Τώρα « Ας γευσόμεθα πολλούς μακάρονες»./ Τελευταίες οι κουστωδίες των νικητών σαν άλογα προ της μάχης τριποδίζουν/ τους οικείους γλυκοχαζεύοντας περιχαρείς στο πάλκο να φωτογραφίζονται/ άνετοι, ελαφρώς συγκινημένοι κάνουν τους αδιάφορους, κάπως σφυρίζουν./ Η τέχνη της παρηγοριάς και της ματαιοδοξίας τώρα εδώ ακριβώς ορίζονται./

Ωδικόν σκαλάθυρμα

Την Κυριακή, λίγο μετά τα Χριστούγεννα και λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, στη μόνη σινε-αίθουσα της πόλεως Ολύμπιον (κι όλες τις μέρες ) γινόταν το «Ελα Παναγιά μου να δεις και φεύγα» ήγουν πατείς με τσαλαπατώσε. Οι Υπαρχιώτες πόλεως και περιχώρων φανατικοί και φανατισμένοι του μύθου και βίου του Στ. Καζαντζίδη προσκυνούσαν τον άλλοτε θεό τους, επί της οθόνης («ΥΠΑΡΧΩ» κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω της ζωής σου δούλο θα ‘χω» διότι «είμαι της ζωής σου ο ένας κ.λπ.». Εμείς και υμείς Υπήρχαμε στο αισθαντικόν σχολείον ντελικάτων μουσικών «30 καρέγλες». Εδίδετο εκεί ρεσιτάλ μονωδίας της γλυκυτάτης κι ωραιοτάτης σοπράνου Δέσποινας Κελεσίδου. Στο πιάνο (παραλίγο θα έγραφα στα πλήκτρα) ο Μέγας ΠΑΝαγιώτης Δημόπουλος με το θυγάτριον του να γυρίζει τις μουσικές σελίδες. Πανηγύρι καλαισθησίας. - Μα τι φωνή είναι αυτή θεέ μου, πού την κρύβει αυτό το λεπτοφυές ωραίον πλάσμα; Κάπως έτσι θα τραγωδούσαν οι Σειρήνες του Ομήρου και ξεμυάλιζαν τους ταξιδιώτες θαλάσσης. Τραγούδια σε στίχους ποιητών: e.e.cummings («κρατώ την καρδιά σου μαζί μου»), της Ντίκινσον, τραγούδια και άριες των Ντυκέ, Α. Κόπλαντ, Μπράμς, Σούμπερτ, Φωρέ, Μότσαρτ Χαίντελ. Κοινό πολυπληθές υπερτριάκοντα ευγενικοί και αισθαντικοί νυχτερινοί συμπολίτες. Ακουγα με προσήλωση τις άριες. Με το είδος αυτό της μουσικής έχω μια ένοχη εκκρεμότητα από μαθητής. Στην ΣΤ΄ γυμνασίου ένα μεσημέρι μας μάζεψαν στην μεγάλη σάλα του άνω ορόφου του Βαλταδωρείου Γυμνασίου να παρακολουθήσουμε ρεσιτάλ ενός πλανόδιου μουσικού (έπαιζε κι ακορδεόν, («Πόσα χρόνια έχεις ν’ ακούσεις ακορντεόν;» Μ.Α.). Ηλικιωμένος κάπως ευτραφής, με λίγα σχεδόν καθόλου, μαλλιά ο τενόρος τραγουδούσε μαγευτικά γλυκύτατα. Η μαθητοτσογλαναρία (ημείς δηλαδή.) γελούσε κρύφα, μιλούσε, φώναζε μέχρι και κλωτσιές αντάλλασε κ.λπ, μαθητικά καμώματα εν αδιαλλείματι. Οι καθηγητές μας μάλωναν εις μάτην. Πανηγύρι αταξίας. Στην αίθουσα ο καθηγητής γυμναστής Β. Φλέγγας μας είπε πως τραγουδούσε την άρια από τους «Αλιείς Μαργαριταριών» του Μπιζέ. - Ξέραμε εμείς από Αλιείς και Μπιζέ... Εψές ήταν σαν να ζητούσα εκ των υστέρων συγχώρεση από τον μουσικό που μου θύμιζε τότε το γέρο Βιτάλι στο «Χωρίς οικογένεια» του Εκτορος Μαλό και γλυκοσυγκινούμαι αναδρομικά. Ετσι η τελευταία Κυριακή του χρόνου έκλεισε λίαν ζεστά χάριν της Δεσποίνης των μουσικών κι όχι μόνον λογισμών μας.

Η εκ Καβάλης Γεωργία

Η ωραία κυρ’ Γεωργία Ποιήτρια Τριανταφυλλίδου εκ Καβάλης και Θεσσαλονίκης –ένας Στρυμόνας ποταμός χωρίζει τις πόλεις- είχε την καλοσύνη να γράψει εις τον φβ οίκον της, λίγες αράδες που ισοδυναμούν με 1000 και ωραίες λέξεις για τη λιγνόφυλη ποιητική περι-συλλογή μου «Δυτικό Κοιμητήριο (εκδ. Παρέμβαση). Μετ’ αφάτω (και αφράτω) ευχαριστήσεως προς Αυτήν Ταύτην την Τοιαύτην παραθέτω παρακατιών προς γνώσιν και για τις νόμιμες συνέπειες, ασπαζόμενος την κυρία ποιήτρια άμφω, το ολιγότερον... Ση. Η συλλογή αφιερωμένη στον πατέρα όπως και το δίχρωμο κασκόλ που έπλεξε η μάννα στην μνήμη του άμα τω θανατω του. .............. Στο "Δυτικό Κοιμητήριο" του Β.Π.Καραγιάννη οι νεκροί μετριούνται στα δάχτυλα. Ο πατέρας του, ένας μετανάστης στη Γερμανία, ένας παπάς, ένας Αρεοπαγίτης ,ένας ποδοσφαιριστής, ένας άλλος παπάς,ένας δεινός σκακιστής, ένας καθηγητής στο ΤΕΙ, ένας αριστερός ψάλτης. Όλοι τους πεθαμένοι και ξαναζωντανεμένοι μέσα από τις αναμνήσεις,τα κοινά βιώματά,την ποδοσφαιρική τρέλα που τους ένωνε.Ο Καραγιάννης τους παίρνει από το χέρι κι έναν έναν τους ανεβάζει στον πάνω κόσμο.Με τα κουσούρια και τις καλοσύνες τους,τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες,τα χαρίσματα και τα ραπίσματα που τους έδωσε η ζωή αντηχώντας μέσα στον δικό του μικρόκοσμο. Ο Καραγιάννης σ'αυτό το ολιγοσελιδο βιβλίο είναι απολύτως ο εαυτός του: φανατικός Λευκοπηγίτης, φανατικός ανθρωποπαρατηρητής, φανατικός συλλέκτης λεπτομερειών του βίου, ένας ουμανιστής του βουνού και του λόγγου. Χαρίζει μιαν ιδιότυπη αθανασία σε ούτε δέκα ανθρώπους- γιατί τι άλλο είναι η αθανασία από την αλησμόνητη σύνδεση με τους εναπομείναντες; Λίγες φορές τα πλαστικά λουλούδια των νεκροταφείων ανθίζουν τόσο καλαίσθητα σε λογοτεχνική σελίδα. Τα πέντε σημεία αφιερωμένα στον πατέρα του είναι σαν ήσυχα κλάματα.Σαν κι αυτά που ίσως να με πήραν διαβάζοντας το τέλος του κειμένου για τον Γεώργιο Παρτώνα στον οποίο αποδίδεται η πλέον μυθική κουβέντα κατά την έναρξη της σχολικής ζωής.Διαβάστε το "Δυτικό Κοιμητήριο" των εκδόσεων Παρέμβαση. Από τις λίγες φορές,και σίγουρα η πιο κερδισμένη, που ο πληθωρικός Βασίλης Καραγιάννης λέει ό,τι ακριβώς του είπαν.Δηλαδη,όπως μίλησαν στην καρδιά του ούτε δέκα αγαπημένοι νεκροί.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

Π. Ζάννας

Κάθε που βραδιάζει του αγίου Νικολάου «ξεφλουδίζω» θα έλεγα το βιβλίο του Παύλου Ζάννα – αυτού του κορυφαίου πνευματικού ανθρώπου που χάθηκε τόσο ενωρίς το απόγευμα της 6ης 12 -1989- «Πετροκαλαμήθρες» δοκίμια και άλλα 1960-1989. «Στη μυστική γαλήνη εγώ στημένος μες ατα ρείθρα μνέσκω σαν κατά το βορρά η πετροκαλαμήρα» (Σολωμός) Το έψαχνα μανιωδώς πριν χρόνια και για καιρό ώσπου μου τη ηύρε και χάρισε μια αισθαντική και ωραία ύπαρξη η Λ.Β. Περιπλέον διαβάζω αντί για μνημόσυνό του την πρώτη σελίδα της μνημειώδους μετάφρασής του από το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»(εκδ). Ηριδανός) του Μ. Προύστ που ξεκίνησε να μεταφράζει στις φυλακές Αιγίνης ο πολύτιμος αυτός άνθρωπος : «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος..." Λυπημένες ωραιότητες ημέρας...

Απολυτικιον

Ακουσα εσχάτως, δηλ. πριν αρκετα χρόνια ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος … «Προς της Ερήμου πολίτης») «Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης των λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ δόξα τω σε θαυμαστώσαντι δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα». Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωηλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας. Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα. Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του. «Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». 1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;

Αγιος Νικόλαος Κοζάνης

Ακουσα εσχάτως, δηλ. πριν αρκετα χρόνια ένα και(ε)νοφανές «Απολυτίκιον» του αγ. Νικολάου που έχει ως εξής: (Ηχος … «Προς της Ερήμου πολίτης») «Της Κοζάνης την πόλην εκ πολλών περιστάσεων και δεινών ερρύσω παμακάρ ιεράρχα Νικόλαε και ώφθης των λαώ σου θαυμαστώς ως άγγελος κυρίου του Θεού δια τούτο ως προστάτην ημών στερον γεραίρομεν κραυγάζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ δόξα τω σε θαυμαστώσαντι δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα». Το Απολυτίκιο ενέσκηψε εσχάτως όχι μόνο στον Καθεδρικό της πόλεως, αλλά ιμπεριαλιστικώ τω λόγω, διαχέεται προς υποχρεωτική, ψαλτική διεξαγωγή, μαζί με αυτό του πολιούχου του τοπικού ναού, σε όλες τις εκκλησίες της Μητροπόλεως, ακόμα και σε εκείνες που οι άγιοι είναι καταφανώς ανώτεροι κατά την εκκλησιαστική τάξη, του γλυκυτάτου αγίου Νικολάου. Του «παππού» της πόλεως όπως τον ονομάζουν με οικειότητα συνεπικουρούμενη με ελαφρότητα οι παλιοί της κάτοικοι, που φέρουν το ιστορικό προσωνύμιο «σιούρδοι» μιλούν δε άψογα τα «σούρδικα».(1). Ο συνθέτης του άγιος Ιωηλ Εδέσσης, Αλμωπίας και δεν ξέρω ποιας άλλης περιοχής, αντέγραψε, και καλά έκανε για το ρόλο του, τροπάρια των πολιούχων άλλων πόλεων και το προσάρμοσε στα εδώ. Ετσι οι κανονικοί της θρησκείας κι όχι οι εξ απονομής ελέω Θεού της αγιοσύνης τους, «Αγιοι», οι «Φίλοι του Θεού» κατά τον ελλογιμότητο Π. Β. Πάσχο, νιώθουν να περιορίζονται στο ρόλο και το καθήκον τους, αφού τους κόλλησε σαν παράσιτο δίπλα τους, άγιος τρίτος, ο οποίος διεκδικεί ισοτιμία μέχρι και πρωτείον πολιουχίας και δίκην ομπρέλας ανοίγεται ύπερθεν των χωρικών τόπων. Οδηγούνται σε υποχρεωτικό, δυσάρεστο συγχρωτισμό, με τον πολιούχο της πρωτεύουσας πόλεως και μητροπόλεως, γίνονται αντίπαλοι έως κι εχθροί του Θεού. Ομως κάθε «άγιος» στο πάγκο του και το παγκάρι του γράφουν οι σημερινοί Πατέρες της εκκλησίας. Ερώτησα έναν ευσεβή, απλό ιεροψάλτη του συλλόγου «Ιάκωβος Ναυπλιώτης» περί της ποιότητας του εν λόγω Απολυτικίου και μου είπε πως τέτοια μπορώ να σου γράψω όσα θέλεις, ο δε Χοράρχης μας, που είναι και πλέον ειδικός, ακόμα περισσότερα. Θυμήθηκα τον Γιάννη Ρίτσο και το «Καπνισμένο τσουκάλι» του. «Τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». 1. Διαβάζοντας το βιβλίο Β. Αλεξάκη «μ.Χ.» είδα πως στις Αναστενάρηδες εκδηλώσεις του Λαγκαδά οι ακαώς, αλλά διακαώς, περιπατούντες επί των αναμμένων κάρβουνων, μιλούν μια ειδική γλώσσα τα «σούρμπικα ή σούρντικα». Τους άγιους τους ονομάζουν «παππούδες». Γιατί μου ήρθαν αυτοί οι συνειρμοί άραγε;

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Βαρδάρης...

Το στρώνει όχι χιόνι αλλά του αγίου Ανδρέα τα φύλλα/ Και ένδον μας με μιας γλυκιάς ανάμνησης ανατριχίλα/ Κι ήτανε εκείνη η βραδιά που δε φύσαγε ο Βαρδάρης/ Το κύμα η παραλία το εκέρδιζεν οργιά με την οργιά/ Εστειλες σώμα και ψυχή να δώσεις και για να πάρεις... / Κι ακόμα θυμάσαι Μέγαρο, Βλατάδων και Καλαμαριά/

Τα κατά Ματθαίον...

16 Δεκεμβρίου 2024, Ματθαίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού και : Τα κατά Ματθαίον πάθη του Μπαχ Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο του Π. Π. Παζολίνι Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε μετάφραση Ντίνου Χριστιανόπουλου Τα 40 χρόνια της Παρέμβασης κι «Οπως ο ναυαγός αρπάζεται από το κύμα/ σαν από κάτι στερεό/ Ετσι κι μεις από τις μνήμες μας...» (Ν. Φωκάς) Θυμάμαι και συγκινούμαι, τους παλιούς μας φίλους της Παρέμβασης ειδικά αυτούς που δεν είναι στη ζωή αλλά και τους νέους. Οι οποίο με τον ένα ή άλλο τρόπο υπήρξαν ο ζωτικός βιότοπος μας μέσα στον οποίο εξάνθισεν, στην πνευματική εκδοτική μας έρημο της πόλης, η Παρέμβαση, η οποία μαζί με λίγους άλλους θεσμούς και τρόπους (θέατρο, μουσική, γράμματα) σηματοδότησαν την 50ετία της μεταπολίτευσης στην Κοζάνη Ηταν Νοέμβριος του 1984, μια τυπική φθινοπωρινή μέρα, απόγευμα δηλ. πριν 40 χρόνια. Στον 2ο όροφο της οικοδομής επί της πλατείας Ειρήνης μαζεύτηκαν σε ειρηνική άοπλη γιάφκα 6 νοματέοι που είχαν κοινή πολιτική αφετηρία την ανανεωτική αριστερά της πόλης το ΚΚΕ εσ θέλω να πω. Μόνον θέμα στη βραδινή συντροφική διάταξη η έκδοση περιοδικού εντύπου δια την διάδοσιν των πολιτικών θέσεων και ιδεών κι ό,τι άλλο. Παρόντες οι: Γ. Γκέκας, Σάκης Καραλιώτας (ήδη κάτοικος Αδου), Τάκης Ζουρουφίδης (κάτοικος Αδου), Δημήτρης Βασιλός (κάτοικος Φαρσάλων), Μάκης Καραγιάννης (Θεσσαλονίκης), και η αναξιότης μου κάτοικος Κοζάνης Χ. Μούκα 1 . Ως τίτλος επικράτησε η «Παρέμβαση» τίτλο στον οποίο ήμουν ο μόνος αντίθετος αλλά που έμελλε να τον επωμισθώ για 40 χρόνια έκτοτε ως δεύτερη στρώση δέρματος. Το 1988 συμπήξαμε Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων μη κερδοσκοπικού σκοπού που φέρεται ιδιοκτήτης πλέον του περιοδικού με εταίρους τους: Σάκη Καραλιώτα,(+), Μάκη Καραγιάννη, Δημήτρη Ζαγάρα, Κική Τασιούλα, Αντώνη Νταγλιούδη και τη δική μου. Τα τελευταία χρόνια μπήκε στην αρχική ομάδα η Δήμητρα Καραγιάννη που σήμερα φέρει το βάρος και την τιμή της συνέχειας. Είμαστε λοιπόν μια έντυπη αλλά ανθρώπινη περιπέτεια 40 περίπου χρόνων τα οποία -ας κοινο-πρωτοτυπήσω- λέγων πως ούτε κατάλαβα πως πέρασαν! Η «Π» έρχεται από τη γενιά της δανεικής ευημερίας που τη διαδέχεται αλίμονο η γενιά της «ιδανικής» απελπισίας. Τι σημαίνει λογοτεχνικό περιοδικό στην εντελώς επαρχία και μάλιστα σε μια πόλη που δεν έχει θάλασσα (ανθρώπων) ούτε καν ποτάμι (προθέσεων) κι η Βουλγάρα ποιήτρια το δήλωσε άλλωστε για την αθυμία εκείνων που ζουν σε πόλεις χωρίς ποτάμι: Μια δόση μοναξιάς, μια φέτα μελαγχολίας, και μια ηυξημένη αίσθηση του μάταιου.
 Αλλά ας είναι, συνεχίζουμε...

Ανεμουδούριος λόγος

Ανεμοδούριον ήγουν «κωνικός υφασμάτινος κύλινδρος σχεδιασμένος να καταδεικνύει τη διεύθυνση του ανέμου και τη σχετική ταχύτητα» συνήθως στα αεροδρόμια, ονομάζει ο σύντροφος εν γράμμασι κι εκδόσι κυρ’ Αντώνιος Παπαβασιλείου από τα Γρεβενά που εκδίδει τα εβδομαδιαία «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας» τη 2η σελίδα του πνευματικού ένθετου της εφημερίδος από το οποία ποιώ έναρξη αναγνώσεώς της. Η Ανεμουδούριος σελίς είναι ο,τι το εκλεκτότερον διαθέτει ο λόγιος μπαξές που κείται εις την Οδόν των Φιλελλήνων 22 παρά τον ποταμόν, κάπως αφρόντιστον, Γρεβενίτη. Εκεί ο Γρεβενολόγιος εκδότης –πανελληνίου κύρους και με την δισέλιδον υπερλόγια «Τύρβη» του- συνομιλεί επί το πλείστον μόνον με πνεύματα υψηλού επιπέδου ως λ. χ Γ. Σεφέρη, Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Ζήσιμο, Λορεντζάτο, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Αλεξ. Μωραϊτίδη, Κ.Π. Καβάφη, Μόρλεϋ (έρωτας του αγγλόφωνος) κ.α. και ως ύδωρ από φρέαρ ευαγγελικόν, αναβλύζουν οι σκέψεις που γίνονται λόγος ζείδωρος. Διαβάζω, εν συγκινήσει υψηλή διατελών, και προσκυνώ τη χάρη του, λίγες αράδες της τελευταίας έκδοσης των Χ.Δ.Μ και το Ανεμοδούριόν του στο οποίο ο εν λόγω λόγιος αναφορά ποιεί στη σμικρή μου συλλογή ποιημάτων «Δυτικό Κοιμητήριον» εκδ. Παρέμβαση, κάτι μεταξύ του Πωλ Βαλερύ «Παραθαλάσσιο κοιμητήριο» ως τίτλος και την «Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ» του Edgar Lee Masteps” ως περιεχόμενο, τηρουμένων των κρυγαλέων αναλογιών. Ιδού ο λόγος του δια του λόγου το ασφαλές: “Νοτισμένος δρόμος, φωτεινές επιγραφές δουλεύουν, είναι πρωί και χτυπώ με την (στραβή) άκρη της ομπρέλας το βρεγμένο κράσπεδο. Χειμωνιάζει και αλλού περπατώ, φεύγει ο νους. Κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το στενό δρομάκι, "ιδιωτική οδός" α' κατηγορίας, τον νάρθηκα της εκκλησίας. Το ολιγοσέλιδο βιβλίο του ΒΠΚ κι αυτό μια ιδιωτική οδός, απόρρητη, σιγανή, ιδιαζόντως προσωπική. Τοις εντευξομένοις. "Θέλησα απλά να διατηρήσω στην όποια τελική μνήμη μου πρόσωπα και γεγονότα του χωριού τα όποια εν ζωή με «κράτησαν» ορισμένως". Μια συνομιλία, ένα τσίπουρο μαζί τους ξανά, ανάγνωση διπτύχων υπέρ κεκοιμημένων, υπέρ ζώντων, υπέρ αποριών και απουσιών. Πως ένα καρφί στον τοίχο, ένα ζευγάρι γυαλιά ή ένα παλιό μπρούτζινο κόκαλο παπουτσιών φέρνει ξανά εδώ το εκεί; Παράξενες, νοτισμένες παρουσίες, χτυπάν κάρτα καθημερινά στις αγωνίες μας, τις σχεδόν παιδικές αναζητήσεις. Σαν να παίζουμε στο διάλειμμα, πέμπτη δημοτικού, έχοντας ξεχάσει το κόκκινο στις ορθογραφίες…”

Δότας Σαρβάνη ύμνος "Δυτικού κοιμητηρίου"

Ηρθαν από τη Φλώρινα με τα έξοχα γλυκά κουταλιού (αλλά και την πάπρικα), του Σακουλέβα τις θεσπέσιες ομίχλες («μα χάμω χνότισαν ομίχλες / δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν / τις φτωχιές μας ψυχές σαν τσίχλες» Γ. Σφρ) και τις ωραίες ποιήτριες Δότα Σαρβάνη και Αθηνά Ζωγράφου που έγραψαν τόσο αισθαντικά με τον τρόπο τους, για το «Δυτικό κοιμητήριο», μου στη χάρη των οποίων υποκλίνομαι. Αναδημοσιεύουμε της κ. Δότας Σ. την παρουσίαση. Η Δότα Σαρβάνη γράφει για το «Δυτικό κοιμητήριο» του Β.Π.Κ. Κι αφού μας συνεπήρε με το εξαιρετικό και πρωτότυπο ημερολόγιο ζωής, «Επισκέπτης από τα δυτικά», και μας πήγε σε γωνιές του νου αταξίδευτες, κι αφού γίναμε συνεπιβάτες στα ταξίδια του και μας μάγεψε με τη μοναδική γραφή του, κι αφού φύλαξε στα λόγια του τα όνειρά μας, αποφάσισε πάλι, σαν κάθε Οδυσσέας, να επιστρέψει ,ως ποιητής…Με το λεωφορείο μιας απώλειας. Εκείνης του λατρεμένου πατέρα του… Για το πρόσφατο βιβλίο του Β. Π. Καραγιάννη μιλάω. Τη νέα του ποιητική συλλογή «Δυτικό κοιμητήριο». Πάλι από δυτικά… Μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές με ποίηση ο συγγραφέας. Παλιότερα με την «Εσωτερική βραδυπορία» και πρόσφατα ,με τα διάσπαρτα ποιήματά του, τα ενσωματωμένα τέλεια, ανάμεσα στα κείμενά του, στο βιβλίο του «Επισκέπτης από τα δυτικά». Όλα «καρφωμένα» στη θέση τους, για να συμπληρώνουν τα πεζά ,λογοτεχνικά του κομμάτια. Κι όσες φορές τα διάβασα, αναρωτιόμουν, γιατί δεν τα ξεχώρισε, να προσθέσει στο πλούσιο έργο του, μία ακόμη θαυμάσια, ποιητική συλλογή. Όμως τα πράγματα ήρθαν αλλιώς… Οδηγημένος από τον χαμό του πατέρα του, επισκέπτεται, σχεδόν καθημερινά, το νεκροταφείο της αγαπημένης πατρίδας του της Λευκοπηγής. Αυτή η καθημερινή επαφή, τον εξοικειώνει με τον χώρο. Έτσι, η σκληρή λέξη νεκροταφείο, αντικαθίσταται μέσα του, από τη λέξη κοιμητήριο. Σαν όλα τα κοιμητήρια των μικρών τόπων, είναι κι αυτό. Χωρίς περίτεχνα μάρμαρα της ματαιοδοξίας των ζωντανών. Λιτό, για να υποδέχεται την απλότητα των κεκοιμημένων. Το περιγράφει τόσο γλαφυρά ,στο πρώτο ,πεντάστιχο, που αποτελεί και την εισαγωγή της συλλογής. Δυτικό κοιμητήριο Κοιτώ τις άσπρες πλάκες τους σταυρούς ονόματα, πλαστικά επί το πλείστον άνθη φωτογραφίες ,φωτιές-ψυχές στα καντηλάκια κι ανάμεσά τους περπατώ εν σιωπή βοώσα και νοσταλγία σώματος εκκωφαντική… Οι κεκοιμημένοι λοιπόν. Κατά τη χριστιανική παράδοση. Ο χώρος και ο χρόνος, πάντα ο ίδιος ,κάθε που βρίσκεται εκεί. Γιατί και ο χρόνος, δεν προχωρά στα κοιμητήρια. Στέκει πάνω από τα μάρμαρα της ανυπαρξίας, για να τους χαρίσει την αιωνιότητα. Αυτή η αιωνιότητα, μεταλλάσσεται σε ποιήματα. Ελεγείες τρυφερές, που ιστορούν τις ζωές ,δέκα κεκοιμημένων του χωριού. Ξεκινά πρώτα από τον πατέρα του, αείμνηστο Πάσχο Β. Καραγιάννη. Φλέγεται από την ανάμνηση της εξοδίου ακολουθίας. Και του αφιερώνει πέντε ποιήματα, που συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο. Για το φευγιό, για την απώλεια. Με τρυφερότητα, με παράπονο, με συγκρατημένο λυγμό, με θλίψη, μα συγκίνηση άφατη. Αναφέρεται σε όλους τους σταθμούς της ζωής του. «Μνήμη η μνήμη του μόνο ο αέρας μιλάει πια κι αυτός γρήγορα» όπως μας λέει. Τα συναισθήματά του πλημμυρίζουν τους στίχους του. Περιγράφει την ηχηρή απουσία τώρα, μέσα από ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές, με τον πατέρα, τότε. Ήταν πάντα παρών. Όπως είναι και τώρα στη μνήμη του, «κάτοικος πια, του τελικού προορισμού»…Η λέξη «έφυγες», καθοριστική. Τα κυπαρίσσια κυρίαρχα στο φόντο. Σαν μικρές ιστορίες οι στίχοι του, αφιερωμένες στο φευγιό του. Ο ποιητής καταθέτει τις αλήθειες του. Το μόνο που «φλυαρεί» στην απόλυτη σιωπή των νεκρών, είναι το αναπόφευκτο, που, δυστυχώς, δεν μπορεί να το αλλάξει. Κάνει διάλογο μαζί του ,σαν σε μοιρολόι χάνεται, όπως τον αναπλάθει η μνήμη του. Θυμάται συνήθειες καθημερινές που δεν θα υπάρχουν πια…Κι εκείνος, ωσεί παρών, να απαντά. Μόνο το σώμα λείπει…Όμως οι νεκροί δεν μιλούν, ούτε σκέφτονται… «Στο κυριακάτικο τραπέζι όλοι στη θέση τους Κι εσύ που δεν είσαι σώματι να σηκώνεις το ποτήρι της αιωνιότητας Κι εμείς να κάνουμε το σταυρό μας στο Αμήν…» Ξεκινά από την δική του οδύνη και δίνει άλλη διάσταση στα πράγματα. Οι στίχοι του αφηγούνται ένα παρελθόν που δεν θα πεθάνει. Γιατί αυτοί που αγαπήσαμε, δεν φεύγουν από τη καρδιά μας. Χτίζουν το σπίτι τους εκεί και κατοικούν στο παρόν μας. «Το ημίγλυκο χαμόγελό σου Το παίρνω μαζί μου και επιστρέφω» Στις λέξεις του ηχούν η αγάπη, ο σεβασμός, ο θαυμασμός, η νοσταλγία, για τον πατέρα. Για όσα έφεραν στη βιωτή του, «ο πόλεμος, τα εργοστάσια ,η ειρήνη», στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς. Ο πατέρας του ήταν το αγαπημένο του θέμα και σε πολλά διηγήματά του. Πάντα στοργική και τρυφερή εξιστόρηση. Συγκινητική πολλές φορές… Πώς καταφέρνει να χωρέσει τόσες εικόνες και τόσα συναισθήματα στα ολιγόστιχα ποιήματά του…Καθώς περιπλανιέται στο Δυτικό κοιμητήριο, το «δυτικό» επανέρχεται, συνειδητοποιεί, πως σ αυτή τη πολιτεία της απόλυτης σιωπής, τη γεμάτη λευκά μάρμαρα και σταυρούς, «κατοικούν» πολλοί συμπατριώτες του, που βολτάρουν στις αναμνήσεις του. Ο αληθινός τόπος του ,μικραίνει κι ένας άλλος τόπος, μεγαλώνει συνεχώς, ανάποδα. Κάτω από το χώμα. Εκεί, στο κοιμητήριο. Απλώνεται σαν τις ρίζες των σκοτεινών κυπαρισσιών. Φιλοξενεί μετανάστες στην ξενιτιά της αιωνιότητας. Χωρίς καμιά ελπίδα επιστροφής. Μόνο με μια αχνή υπόσχεση συνάντησης… Συναντά, λοιπόν εκεί, πρόσωπα που συνυπήρξαν στη δική του ζωή .Που η μνήμη του τα φυλάει ακόμη. Θυμάται τον καθένα ξεχωριστά και ξανά συνθέτει τις αναμνήσεις του. Με λεπτομέρειες, με τις προσωπικές τους ιστορίες, με τα όνειρά τους, με τα προβλήματα, με τις εργασίες, με τις ματαιώσεις τους, με τις προσπάθειες να κάνουν τον κόσμο τους, τη Λευκοπηγή, καλύτερο. Άνθρωποι αυθεντικοί, ατόφιοι. Και πανταχού παρών και ο Β. Π. Καραγιάννης, σ αυτές τις αφηγήσεις. Άλλοτε με ένα τρυφερό στιγμιότυπο κι άλλοτε με τον θαυμασμό της παιδικής ματιάς, ή του νεανικού βλέμματος. Ιστορούνται, σαν αγιογραφίες, στον τρούλο της μνήμης του… Αίσος Πάσχων. Παπα Παναγιώτης ημιάγιος. Κώστας Καρακίτσιος Αρεοπαγίτης Παπα-Γιάννης Βατάλης Γιώργος Παρτώνας του Χαρισίου Αριστοτέλης (Καμάρας) Ζιάκας Μανώλης Λίτσιος(Μάκης) Γιώργος Κουτρώτσιος ψάλτης αριστερός Η ολοκάθαρη περιγραφή του, μας τους συστήνει. Καθένας και μια ιστορία .Μια περιπέτεια ζωής, που συμπυκνώνεται σε ένα ποίημα. Έχεις την αίσθηση ,πως ακούς τους μύθους της πατρίδας του. Πως βλέπεις μια κινηματογραφική ταινία. Γιατί αυτά τα ποιήματά του, αποτελούν εξαίρετες βιογραφίες, που καταγράφουν τη ζωή καθενός. π.χ .Αίσος Πάσχων «Μια ζωή, στα μέσα και τα έξω των ψυχιατρείων» Παπα Παναγιώτης ημιάγιος «Αυτός βαθύτατα θρησκευτικός φοιτητής θεολογίας» Παπα Γιάννης Βατάλης «Χιλιάδες λειτουργίες, Κοινωνίες, μεταλαβιές» Γιώργος Παρτώναςτου Χαρισίου «Κανένα παιχνίδι με ποδοσφαιρικά ή πάνινα,δεν τον σταματούσε. Μοίραζε μπαλιές ,έτοιμα γκολ σχεδόν». Λειτουργούν βέβαια και σαν ηθογραφίες, καθώς καταγράφουν τη ζωή και τους ανθρώπους ,τις ασχολίες, τη ψυχαγωγία, τη διασκέδαση. Με περιγραφές Παπαδιαμάντειες ,ενίοτε. Ειδικά στα ποιήματα, που αναφέρονται στους αγαθούς Λευΐτες της μικρής πατρίδας του. Κάθε τέτοιο ποίημα, περιέχει μικρές στιγμές, που συντηρούν μεγάλες μνήμες…Είναι και σαν γεωγραφικοί χάρτες, καθώς αναφέρουν συχνά τα ονόματα τοπονυμιών του χωριού. Η γλώσσα του είναι λιτή ,καθημερινή. Χωρίς στολίδια περιττά και χαριεντισμούς. Ταιριάζει στους ανθρώπους της υπαίθρου, εκείνων των δύσκολων καιρών της ανέχειας, που οι κουβέντες τους έλεγαν όσα απαιτούνταν…Χρησιμοποιεί αρκετές φορές την Κοζανίτικη ντοπιολαλιά και κάνει πιο ρεαλιστικές τις αναφορές του. Κάθε ποίημα ένα πορτρέτο, φτιαγμένο αντί με χρώματα, με λέξεις και στίχους. Θαρρείς πως αποκτούν πάλι το σώμα τους και κουβεντιάζουν αραχτοί, κάτω από τον πλάτανο της Λευκοπηγής, τον μεγαλύτερο πλάτανο των Βαλκανίων, όπως καυχιέται ο ποιητής και συγγραφέας Β. Π. Καραγιάννης. Όλοι αυτοί, οι σημαντικοί ,κατά ένα τρόπο ,άνθρωποι της μικρής τους κοινωνίας, παραδίδονται στο φως της ιστορίας. Αποκτούν φήμη, ή γίνονται θρύλοι…Έτσι συμμετέχει στην ιστορία του τόπου του. Κι ας λέγεται, πως η Ιστορία τραβάει τον δρόμο της ερήμην των ποιητών. Εδώ ο ποιητής παίρνει μέρος στην γραφή της τοπικής Ιστορίας… Ο ποιητής αναστοχάζεται. Δεν κάθεται να μελαγχολήσει ή να διαπιστώσει το μάταιο του κόσμου. Όλοι αυτοί υπήρξαν και δεν βαρύνονται με τις υπερβολές της φαντασίας. Δεν κρύβουν παραδείσους τα ποιήματά του. Ανθρώπους του κάματου και του αγώνα μονάχα. Ήρωες της δύσκολης καθημερινότητας. Οι ιερείς του χωριού, το ποδόσφαιρο, κυρίαρχη ασχολία, τα αρνιά και τα κατσίκια, τα συμβάντα που ακόμα συζητιούνται στο χωριό… Είναι πιο εύκολο να γίνει συγγραφέας ένας ποιητής, παρά ένας συγγραφέας να γίνει ποιητής. Όμως και αυτό το καταφέρνει με μαεστρία ο Β. Π. Καραγιάννης. Συμπυκνώνει τα διηγήματα, σε ποιήματα, με την ίδια δύναμη. Βλέπεις να περνούν στα μάτια της ψυχής σου, όλοι αυτοί οι «άυλοι». Σαν να σου μιλούν…Φλόγες αθάνατες, όπως τα φωτεινά καντηλάκια μνήμης, εκεί στο Δυτικό κοιμητήριο. Με αναφορά πάντα στον Πάσχο. Β. Καραγιάννη, Που έφυγε «Ανώδυνα, Αναιπαίσχυντα, Ειρηνικά Ότι έκανε μόνον το καλό στη ζωή του»… Γι’ αυτό θα μνημονεύεται και θα κατοικεί πάντα, στη μνήμη του συγγραφέα και ποιητή, Β. Π. Καραγιάννη…

40...

Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο – γυμνάσιο δηλαδής- αγόραζα και διάβαζα ρουφούσα δηλονότι με κατηχητική μανία, ό,τι θρησκευτικόν βιβλιαρίδιον των εκδόσεων Ζωής και Σωτήρ εμφανιζόταν στη βιτρίνα του χριστιανικού βιβλιοπωλείου της ΧΕΝ. Τω καιρώ εκείνω για λίγο είχε κάπως αλλοφρονήσει η θρησκευτική μας φύση. Μεταξύ αυτών και η νουβέλα-διήγηση του Ευσταθίου Μπαστιά «40 χρόνια στην έρημο». Συναρπαστικές ιστορίες πίστης και απιστίας σεβασμού και ασέβειας βασάνου και καρτερίας, ενός περιπλανώμενου περιούσιου λαού, στη έρημο που αναζητούσε τη γη της επαγγελίας κι που ακόμα την ψάχνει αλίμονο. «Εδίψησέ σε η ψυχή μου ποσαπλώς σοι η σάρξ μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω...» Κάπως έτσι πορευτήκαμε και ημείς... Ηταν Νοέμβριος του 1984, μια τυπική φθινοπωρινή μέρα, απόγευμα δηλ. πριν 40 χρόνια. Στον 2ο όροφο της οικοδομής επί της πλατείας Ειρήνης μαζεύτηκαν σαν σε ειρηνική άοπλη γιάφκα 6 νοματέοι που είχαν κοινή πολιτική αφετηρία την ανανεωτική αριστερά της πόλης το ΚΚΕ εσ θέλω να πω. Μόνον θέμα στη βραδινή συντροφική διάταξη η έκδοση περιοδικού εντύπου δια την διάδοσιν των πολιτικών θέσεων και ιδεών κι ό,τι άλλο. Παρόντες οι: Γ. Γκέκας, Σάκης Καραλιώτας (ήδ κάτοικος Αδου), Τάκης Ζουρουφίδης (κάτοικος Αδου), Δημήτρης Βασιλός (κάτοικος Φαρσάλων), Μάκης Καραγιάννης (Θεσσαλονίκης), και η αναξιότης μου κάτοικος της οδού Χ. Μούκα 1 Κοζάνης. Ως τίτλος επικράτησε μετά από συζήτηση η «Παρέμβαση» τίτλο στον οποίο οποίο ήμουν ο μόνος αντίθετος αλλά που έμελλε να τον επωμισθώ για 40 χρόνια έκτοτε ως δεύτερη στρώση δέρματος. Το 1988 και στο ανύπαρκτο τχ. 20 συμπήξαμε Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων μη κερδοσκοπικού σκοπού που φέρεται ως ιδιοκτήτης πλέον του περιοδικού με εταίρους τους: Σάκη Καραλιώτα, Μάκη Καραγιάννη, Δημήτρη Ζαγάρα, Κική Τασιούλα, Αντώνη Νταγλιούδη και τη δική μου. Τα τελευταία χρόνια μπήκε στην αρχική ομάδα η Δήμητρα Καραγιάννη που σήμερα φέρει το βάρος και την τιμή της συνέχειας. Εκτοτε εκατοντάδες πρόσωπα συνεργάτες σύντροφοι φίλοι, αναγνώστες με ενδιαφέρον ή και αδιάφοροι έως και εχθροί της συμμετείχαν στη μικρή-μεγάλη περιπέτεια κι εποποιία της Παρέμβασης των 40 χρόνων. Απόψε θυμάμαι και συγκινούμαι, τους παλιούς μας φίλους ειδικά αυτούς που δεν είναι στη ζωή αλλά και τους νέους. ΟΙ οποίο με τον ένα ή άλλο τρόπο υπήρξαν ο ζωτικό βιότοπος μας μέσα στον οποίο εξάνθισεν στην πνευματική εκδοτική μας έρημο, η Παρέμβαση, η οποία μαζί με λίγους άλλους θεσμούς και τρόπους (θέατρο μουσική γράμματα) σηματοδότησαν την 50ετία της μεταπολίτευσης στην Κοζάνη. Είμαστε λοιπόν μια έντυπη αλλά ανθρώπινη περιπέτεια 40 περίπου χρόνων τα οποία -ας κοινο-πρωτοτυπήσω- λέγων πως ούτε κατάλαβα πως πέρασαν! Και τι μ’ αυτό; Χάριν της Π δεν έγινα πλούσιος, δηλ. να βιώνω χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, τότε που οι καιροί και το επάγγελμα μου συνηγορούσαν προς τούτο. Αυτό με κάνει σχεδόν ήσυχο εν συνειδήσει.
 Ξεκινήσαμε όπως κάθε προσπάθεια δημόσιου λόγου ν’ αλλάξουμε κάπως τον κόσμο. Αλλάξαμε εαυτούς, δηλ. απλώς μεγαλώσαμε ανεπανόρθωτα. Τον τόπο μας τον ζήσαμε αλλά βοηθήσαμε κι εμείς τελικά, αυτός να πάει προς το χείρον. Η «Π» έρχεται από τη γενιά της δανεικής ευημερίας που τη διαδέχεται αλίμονο η γενιά της «ιδανικής» απελπισίας. Τι σημαίνει λογοτεχνικό περιοδικό στην εντελώς επαρχία και μάλιστα σε μια πόλη που δεν έχει θάλασσα (ανθρώπων) ούτε καν ποτάμι (προθέσεων) κι η Βουλγάρα ποιήτρια το δήλωσε άλλωστε για την αθυμία εκείνων που ζουν σε πόλεις χωρίς ποτάμι. Μια δόση μοναξιάς, μια φέτα μελαγχολίας, και μια ηυξημένη αίσθηση του μάταιου.
 Ομως, ψέματα, ήταν (κι είναι) και μια από τις ωραιότερες, πολυετείς εμπειρίες μου, ενασμενιζόμενος με μια πολυπληθή, πνευματική, αγαπητική συντεχνία όπου η αρχική συμμετοχική συνεταιρεία μετεξελίχτηκε σε οικοτεχνία λόγου και πράξης, με τη γυναίκα και την κόρη μου θέλω να πω, μετόχους κι εν τω άμα γλυκείς «συνενόχους».

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Ροβινσών Παρασκευάς

Οταν ο «Παρασκευάς ή στις μονιές του Ειρηνικού» του Μισέλ Τουρνιέ (εκδ. Εξάντας 1986 μτφρ Χρήστος Λάζος) δηλαδή η παραλλαγή του Ροβινσώνα Κρούσο του Ντανιέλ Ντεφόε, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ερωτικής μοναξιάς, ερημίας κι απελπισίας αναζητούσε επί αδρανών κι αψύχων υλικών τη λύση ως κατωτέρω περιγράφεται: «...Διατρέχοντας το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη, κατάφερε τελικά ν’ αποκαλύψει μια κουιλάια που ο κορμός της –σίγουρα ο κεραυνός ή ο άνεμος θα τον είχε ρίξει καταγής- σερνόταν στο χώμα κι ήταν ελαφρώς ανασηκωμένος στο μέρος όπου χωριζόταν σε δυο χοντρά κύρια κλαδιά. Ο φλοιός ήταν λείος και χλιαρός, μάλιστα στο εσωτερικό της διχάλας ήταν τρυφερός και σκεπασμένος από μια λεπτή και μεταξένια λειχήνα. Για πολλές μέρες ο Ροβινσώνας δίσταζε μπρος στο κατώφλι αυτού που αργότερα θα ονόμαζε η φυτική οδός. Γυρόφερνε την κουιλάια με ύποπτο τρόπο, και τελικά ανακάλυψε κάποιο υπονοούμενο στα κλαδιά που άνοιγαν κάτω από τα χόρτα σαν δυο τεράστια μαύρα μπούτια. Τέλος ξάπλωσε γυμνός πάνω στο κεραυνόπληκτο δέντρο, έσφιξε τον κορμό στην αγκαλιά του, και το όργανό του περιπλανήθηκε μες στη μικρή χνουδωτή κοιλότητα που σχηματιζόταν στην ένωση των δυο κλαδιών. Μια ευχάριστη χαύνωση τον μούδιασε. Τα μισόκλειστα μάτια του έβλεπαν χιλιάδες λουλούδια ν’ ανοίγουν τα σαρκώδη πέταλά τους και γέρνοντας να χύνουν από τις στεφάνες τους παχύρρευστους και μεθυστικούς χυμούς. Μισανοίγοντας τις υγρές μεμβράνες τους, έδειχναν να περιμένουν κάποιο δώρο του ουρανού που τον διέσχιζαν οι τεμπέλικες πτήσεις των εντόμων. Μήπως ο Ροβινσώνας ήταν το τελευταίο πλάσμα του ανθρώπινου γένους που είχε κληθεί να επιστρέψει στις φυτικές πηγές της ζωής; Το λουλούδι είναι το σεξουαλικό όργανο του φυτού. Το φυτό προσφέρει με αφέλεια το φύλο του, ό,τι πιο λαμπρό και μυρωδάτο έχει, στον πρώτο τυχόντα. Ο Ροβινσώνας φανταζόταν μια ανθρωπότητα νέα, όπου καθένας θα έφερε περήφανα στο κεφάλι του το αρσενικό ή θηλυκό φύλο του – πελώριο, φωτισμένο, ευωδιαστό…

Απόμαχα απόμακρα ...

Πιρούνι εν συντάξει από τη Λέσχη της ΛΙΠΤΟΛ/ (ο Πατέρας)/ Κουδούνι που εκουδούνισε εκατοντάδες μαθητές Λευκοπηγής/ (Οι πρώτοι δά σκαλοι κι οι φίλοι, αχ...)/ Γυμνό σε πέτρα, με κόκκινο πόθο και μπλε καυμό/ (διαρκείας)/ «Ελληνική Ποιητική ανθολογία της νέας γενιάς» εκδ. Αστέρος/ (της χώθηκα, χύθηκα, χάθηκα)/ «Κατάλογος εντύπων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης» τ. Β/ (ο άγιος Ν.Π. Δελιαλής) / «Συνομιλίες με τον Στάλιν» του Μίλοβαν Τζίλας !/ (τι έψαχνα;)/ Γεωργίου Παπαδόπουλου «Το Πιστεύω»/ (το βρήκα στα σκουπίδια αλλά δεν το κρύβω)/ Μόλις διακρινόμενος Παπαδιαμάντης «Χριστούγεννα του τεμπέλη»/ (Ο έρωτας)/

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα...

Οι δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί αλλ’ η οδός ΑΓΑΠΗΣ αδιέξοδη. ...Ως εκ τούτου αμέσως μετά την αγία Σοφία προς Βιβλιοθήκη και Εθνικής Αμύνης, πατάς σταθερά την Αλ. Σβώλου δηλ. τις πρώην Κισσάβου, Πολωνίας, πρίγκιπος Νικολάου με το σινε-Εσπερο («Ταξίδι με τον έσπερο» του Αγ.Τερζάκη), την περπατάς λίγο, δεξιά η ηρωική οδός Σκρα. Την ανεβαίνεις λίγο και δεξιά μετεωρίζεσαι στη σεμνή, μικρά γλυκεία οδό ΑΓΑΠΗΣ. Ναι, ακριβώς «αγάπης γενικά και ειδικώς». Την περπατούσα τακτικά όταν κατέβαινα στη Θ. Μου έβγαζε μια αύρα γλυκο-υφάλμυρη από περασμένες ιστορίες: Μέγαρο Μουσικής, Μονή Βλατάδων, Εκθεση, Λιμάνι, πρόσωπα, καταστάσεις. Είχε δεν είχε 2- 3 οικοδομές. Τον καιρό της πανδημίας δις κατέβηκα Θεσσαλονίκη. Κάθε που την επισκέπτομαι είναι μια καταβολή φόρου σε ό,τι ωραίο έφυγε. Πέρασα από το δρόμο ΑΓΑΠΗΣ, τον φετινό Αύγουστο. Η οδός είχε σβηστεί στον τοίχο όπου διαγραφόταν το σημάδι του πρώην σώματός της. Η Σκρα την κατάπιε, την κατέλαβε χωρίς μάχη κι η αγάπη έλαβε τέλος. Τώρα υπόσταση ονειρική, νοσταλγία ανέξοδη, παρακλάδι γλυκόπικρο του άλλοτές μου. Εις μάτην την πήγα πέρα δώθε μη και βρω κάποια σημάδια της. Οταν επιστρέφω στο μόνιμο γεωγραφικό μου στίγμα, ναυαγισμένος σχεδόν με έρμα στο είναι μου ενθύμησες και νοσταλγίες, αυτό γίνεται πάντα από την οδό Αιγύπτου. Λιμάνι των παρκαρισμένων ΙΧ του επαναπατρισμού. Στο χώρο εισιτηρίων κι αναμονής, έναντι από το άλλοτε καφέ του μουσείου φωτογραφίας, αναστοχάζεσαι τις αμέτρητες πορείες και στάσεις σου στην πόλη. “Mύλος” αλέθει της νύχτας την πρόσκαιρη απο-πλάνηση “Παραλία”, στ’ όνειρα πλέεις “Nαυς θαλασσοφίλητος”. “Πανόραμα” μισής ζωής σε μια ένδον περιπλάνηση στο τοπίο της αλήθειας σου προσέρχομαι αμίλητος. Πλακόστρωτη η οδός συνορεύει με τα Λαδάδικα όπου καθώς «Σ’ αναζητώ στη Θε-Σαλονίκη ξημερώματα...» «Τόσα δίνω πόσα θες; Στα Λαδάδικα θα βρεις αυτό που θες...» Θάλασσα της Θεσσαλονίκης. Δεν τη θυμάμαι παρά μόνον με κάτι μεγάλα πλοία στο βάθος του θερμαϊκού σε σταλία ξεφόρτωσης και σε κάτι γλυκιές ζωγραφιές του Π. Παπανάκου. «Φέρτε μου τη θάλασσα να την προσκυνήσω Οι (παλιές) αγάπες μου δεν θα ‘ρθουνε πίσω...» - Γυρίζω στις παντοτινές.