Εφημερεύουσες φαρμακείες
Μηδείς ανώνυμος υβριστής
εισίτω (επώνυμοι όμως γίνονται δεκτοί)


Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Ψυχ(ρ)οσάββατα


Αφίξεις.
Από τη Σαχάρα αφίχθη πηχτός κουρνιαχτός. Στον ορίζοντα έδειχνε όπως εκείνος που σηκώθηκε ανήμερα του σεισμού της 13ης Μαΐου 1995 και θόλωσαν τα υπό γης νερά. Διέσχιζες στην πόλη το παχύ στρώμα αμέριμνος και σχεδόν υγιής, μέσα στην απορία του πράγματος. Το άκουσες αργότερα στις ειδήσεις.
Απόγευμα, ενσώματος αφίχθης στο μονύδριο της Λαριούς. Ο καιρός μας αποξέχασε στην τύρβη και τη λησμοσύνη. Μ’ έφερε η ανάγκη ότι μέρες της Σαρακοστής μου πάει κάπως το πλησίασμα, μάλλον άγγιγμα, παρόμοιων τόπων. Εις μάτην χτυπάς το παράθυρο «κρούετε και μη ανοιγήσεται» - του ιερομόναχου· τον φωνάζεις κοσμικά μιαν που η πολυχρόνια οικειότητα κατάργησε την ιερότητα.
«Ιλαρίων...».
Είναι μέσα, δεν ανοίγει. Οι γάτες του καμιά δεκαριά ράθυμες και χορτασμένες ζυμαρικά, σε κοιτούν διαπορούσες, καθισμένες πάνω στο τραπέζι. Αυτές ξέρουν περισσότερα από σένα γι’ αυτόν και τους τρόπους του. Οι γάτες στα μοναστήρια του αγίου Ορους είναι το μόνο ακώλυτα επιτρεπτό τετράποδο κι οικιακόν είδος. «Οι γάτες τ’ Αη Νικόλα» του Γ. Σεφέρη στο μοναστήρι με τους Αγιοβασιλίτες καλόγερους στην Κύπρο χάθηκαν από το πολύ φαρμάκι στη μάχη τους με τα φίδια. «Ηταν ένα θαύμα να τις βλέπεις, λένε/άλλη κουτσή κι άλλη στραβή, την άλλη/χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι./ Ετσι με τέσερεις καμπάνες την ημέρα/πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί./Αγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες/ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος/ χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι». Στη μονή Αναλήψεως κοντά στις 60, ένα κοπάδι ολόκληρο, γι’ αυτές υπάρχει κι ειδικό διακόνημα. Αλλά φίδι και ποντίκι ίχνος!
Το ποτάμι άγριο, θολό όσο ποτέ. Ελιωσαν τα χιόνια στα βουνά και στις πηγές του, και γέμισαν τα παρά τον Αλιάκμονα ρυάκια, λάκκοι, παραπόταμοι και τον φουσκώνουν. Επεσαν και πολλές βροχές. Ο μοναχός προφήτευσε (ατελέσφορα τελικά) πως η θεότης του (άκουσον άκουσον) δε θα επιτρέψει στους ανθρώπους να του κάνουν το φράγμα, να το ζέψουν στο ζυγό της ενεργειακής πολιτικής. Ομως το φράγμα έγινε. Τώρα, το νερό που βγαίνει με δύναμη αφρισμένη από τη μεγάλη σήραγγα εκτροπής, δημιουργεί κύματα που σε φοβίζουν. Είναι θολό πολύ θολό σήμερα και τον τελευταίο καιρό. Εφαγε την γύρω ξηρά, έφαγε δέντρα, έφαγε χώματα. Εβγαλε τις ρίζες από τα γυμνά λιγνά πλατάνια στην επιφάνεια, όπως τυφλή η πλημμύρα βγάζει τα κόκαλα από τους τάφους στην επιφάνεια της σιωπής. Βουή κι αντάρα. Μαγνητοφωνώ τη φωνή του ποταμού. Μια κοσμική οχλοβοή δημιουργίας και καταστροφής. Δημιουργεί δίνες και μια λίμνη λίγο παρακάτω του, αφού έφαγε -αχόρταγο για σώμα χώμα- μεγάλο μέρος της ακτής. Ενθεν κι ένθεν της μηχανήματα και άνθρωποι. Σημαίες ελληνικές στα γραφεία της εταιρείας· ανάμικτες με βυζαντινές στο καμπαναριό.
Αφίξεις.
Στην πόλη αμέσως μετά την παρέλαση των καρναβαλιών αφικνούνται κατά σειράν και για το ενιαύσιο αγιοεμπόριον, λείψανα αγίων και οσίων ως ακολούθως:
Από τις ειδήσεις:
Ανακοινώνεται ότι την Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010 και ώρα 5.30 το απόγευμα θα φθάσει στον Ιερό Ναό της Παναγίας Φανερωμένης Κοζάνης η τίμια κάρα του Οσίου Αλεξίου, του ανθρώπου του Θεού, από την Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων. Η τίμια κάρα θα παραμείνει στο Ναό μέχρι την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου και θα τελεστούν ιερές ακολουθίες. Ο άγιος γεννήθηκε στη Ρώμη από πατέρα γερουσιαστή και μητέρα αριστοκράτισσα. Αλλ' αυτά βέβαια δεν είχαν καμιά σημασία για τον Αλέξιο. Όταν ήλθε σε ηλικία, για να μη δυσαρεστήσει τους γονείς του, δέχθηκε να νυμφευθεί. Αλλά την τελευταία στιγμή, αμέσως μετά το γάμο, παράτησε τη νύφη και έφυγε. Μπήκε σ’ ένα πλοίο και πήγε στην Έδεσσα της Συρίας. Εκεί ντύθηκε φτωχικά κι έκανε το ζητιάνο. Συνήθιζε να κάθεται έξω από την Εκκλησία, κάτω από μια εικόνα της Παναγίας. Μια μέρα, περνώντας από κει ένας ιερέας, είδε να λαμποκοπά η εικόνα κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ετοιμάστε κάπου να μείνει τούτος ο φτωχός δούλος μου».
Σε κλίτος του ναού ήδη αποφάσισε ο επιχώριος άγιος (εγώ είμαι ο ων, ο ερχόμενος δεσποτικά κι ο διερχόμενος από τους πιστούς της πόλεως) να λειτουργεί παρεκκλήσι του αγίου. Ετσι ίσως ο φίλος μου ο Αλέκος να βρει το εκκλησιαστικό του καταφύγιο (δεν είχε που την κεφαλήν κλίναι) με τον άγιο του που συναντήθηκε σε μια τράπεζα στην Τράπεζα της Λαύρας καθότι μέχρι τώρα ήταν θρησκευτικά ανέστιος αλλ’ όχι και πένης. Η μετρημένη εδωδή της σαρακοστής την οποία διασχίζει ανδρείος, είναι προς απολέπιση ανομιών κι αμαρτημάτων ψυχής επί το πλείστον.
*
ΕΙΔΗΣΗ ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ εις την ενορία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου της πόλεώς μας από την Ιεράν Μονήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Δρυοβούνου, το οποίον θα ευρίσκεται πάντα ως πνευματικός θησαυρός εις τον Ιερόν μας Ναόν για να μας αγιάζει. Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010, ώρα 5 μ.μ. Θα γίνει υποδοχή του Χαριτοβρύτου Ιερού Λειψάνου του Αγίου εις την κεντρική πλατεία της πόλεως μας, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου και Ποιμενάρχου μας κ.κ. ΠΑΥΛΟΥ και των αρχών της πόλεώς μας και της ενορίας μας. Εν συνεχεία η πομπή, προπορευομένης της Φιλαρμονικής του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού και των συναθροισθέντων χριστιανών, θα κατευθυνθεί εις τον Κεντρικόν Ιερόν Ναόν της Κοιμήσεως όπου θα τελεσθεί Μέγας Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας, μετά το πέρας του οποίου ο Σεβασμιότατος θα ομιλήσει για το πνευματικό αυτό γεγονός».
Οι συνοδείες λειψάνων συνοδεύονται με τα απαραίτητα κινούμενα και λίαν καλά κλειδωμένα παγκάρια μέσα στα οποία καταθέτεις το αίτημα σου το οποίο είναι ανάλογο με την προσφορά. Να μια καλή πηγή άντλησης εισόδων για τους ευρισκόμενους στην διεθνή γύρα γυρολόγους της πολιτικής μας που βάλθηκαν να μας σώσουν ή να μας τελειώσουν κατά το άσμα ηρωικό και πένθιμο... «Με τελείωσες». Νομίζω πως εύλογα κανένα λείψανο δεν θα αρνιόταν τη συμμετοχή του στην κοινή αυτή προσπάθεια των λειψαναβάτων νεοελλήνων χριστιανών και ψηφοφόρων.
Λέγεται ότι οι ευλαβείς και λυρικοί Βελβενδινοί έφεραν τον άγιο να τους ελεήσει και να τους βοηθήσει να διατηρηθούν ως ανεξάρτητος Δήμος, αφού έχουν μια όλως ιδιαίτερη ιδιαιτερότητα ως κοινωνία. Η ανωτέρω άφιξη κι υποδοχή άλλωστε δηλώνει του λόγου το ασφαλές.
Στο χωριό και στο σπίτι βρίσκω άπαξ ίσως και δις του έτους, θραύσμα του αγίου Νικάνορα. Το γυρίζουν οι ευλαβείς συγχωριανοί από σπίτι σε σπίτι, την ευχή του νάχωμεν. Το προσκυνώ σχεδόν θερμά. Δεν θέλω να θεωρηθώ βλάσφημος αλλά η άφιξη λειψάνων άλλων άγιων μου φαντάζει κάπως σαν εισπήδησις σε ξένα αγιολιανεμπορικά χωράφια, βαρύ εκκλησιαστικόν παράπτωμα. Ζητήθηκε άραγε η άδεια προς την αγιογύρα από τον Περιφεριάρχη άγιο Δυτικής Μακεδονίας, όσιο ΝΙκανορα, ή έστω από τον κατά κόσμον ισόβαθμο του που μονάζει κι ευλαβείτε κοντά στον ‘Αργιλο και την ΖΕΠ;
Επιστροφή. Το θολό ποτάμι με το θυμωμένο νερό δείχνει ακόμα πιο σκοτεινό από μακριά καθώς φεύγεις ανεσπέρινος από το μονύδριον.

...Σκοτείνιασε κλείσε τα τζάμια
κάνε σουραύλια με τα χθεσινά καλάμια,
και μην ανοίγεις όσο κι α χτυπούν
φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα απ' την άμμο, κι απ' τη θάλασσα ανεμώνες
γυναίκα που έχασες το νου,
άκου, περνά το ξόδι του νερού. (Γ.Σεφέρης)

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Σιαμπανογλυπτισμός, το ανώτατο στάδιο του εξαγαλματισμού μας


"Τι με κοιτάς τι με κοιτάς
δεν είμαι ψάρι να με φας"

Βωβός διάλογος ανδρών επιφανών


Εγιναν λοιπόν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του μεγάλου δασκάλου Κοζάνης και περιχώρων Κ. Σιαμπανόπουλου στην αρχαία πόλη Αιανή, που ως νυν δήμος, λίγα είναι πλέον τα ψωμιά του, ότι θα πέσει θύμα του αρχαίου Καλλικράτη και νέου αυτοδιοικητικού καθεστώτος του Ραγκουσιστάν. Ο ρέκτης (υπερδραστήριος θα πει κι όχι κάτι άλλο απαξιωτικό) δήμαρχός της, γρηγορότερος ως απόγονος εκείνου του δρομέα Απολλόδωρου, πρόλαβε τους κατεξοχήν πνευματικούς κατιόντες του Κ. Σ., το Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών κι άνοιξε πρώτος τον δεύτερο κύκλο της προτομιακής (όλο κακόηχους νεολογισμούς είμαι) εσωστρέφειας του αείμνηστου. Κοινώς τους την έφεραν. Η πρώτη γλυπτική του αναπαράσταση έγινε στο μουσείου του Μπούρινου, περιοχή αγίου Νικολάουν άνωθεν του χωρίου Χρωμίου πριν χρόνια.
Κλήθηκε στην Αιανή προς αποκάλυψη της προτομής ο υπουργός πολιτισμού (δεν θυμάμαι τι άλλο συνοδεύει τον τίτλο του) επιφανής γόνος μεγάλων οικογενειών, γραμμάτων, πολιτικής κ.λπ. Μνημειώδης παραμένει ακόμα η ομιλία του στο Μπενάκειο στα εγκαίνια της έκθεσης Γ. Τσαρούχη από την οποία περνούσε όλη η απελπισία (κι η συνακόλουθη φρίκη) του άδειου πασοκοδιαλογισμού και του αγοραίου διανουμενισμού. Ποιός του την έγραψε άραγε για να του απονεμηθεί το παράσημο της κατεδάφισης δημοσίου προσώπου. (Βλέπε και το άρθρο «Ναύτες με τσαρούχια– Ο αγράμματος νεολαϊκισμός του κ. Γερουλάνου» του Κ. Βούλγαρη στις «Αναγνώσεις» της Αυγής, 3 Ιανουαρίου 2010).
Με την ευκαιρία ο κυρ’ Υπουργός τράβηξε και μια σύσκεψη για το καθιερωμένο διαδούλεμα των υπηρεσιακών χάνων (εκλεγμένων και μη) της πόλεως και της περιοχής.
Εν τω μεταξύ ο ανδριάντας που στήθηκε για τον Κ.Σ. στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνης παραμένει περιτυλιγμένος σαν μούμια.

Πως μας θωρεί εντύλιχτος σε μια λινάτσα κυανή
μήνες καιρό κι άρχοντα αποκάλυψης προσμένει
που τρέχει λογισμός, ίσως στην πόλη τη φτενή
που οι προεστοί της στο Λ. Μουσείο συναγμένοι

είπαν, στον ανδριάντα τον Πατριάρχη να καλέσουν
αφού στις προτομές τα δεύτερα παίζουνε μπάλα
στα ευμεγέθη μεγίστην αίσθηση θα προκαλέσουν
κι οι εν σπουδή Καλλιανιώτες θα μείνουνε μπουκάλα.

Ηδη πληροφορούμεθα πως υπάρχει και τρίτος γύρος κατασκευής ελάσσονων προτομών, οι οποίες θα στηθούν στην πορεία του χρόνου που μας διατρέχει αλλά και κατά μήκος της καθημερινής εγκόσμιας πορείας του Κ.Σ. Οπως σε κάθε πόλη της Κρήτης υπάρχει ο ανδριάντας του Βενιζέλου σε διαφορετικές πόζες έτσι κι εδώ στα χωριά του μελλούμενου τεράστιου Δήμου Κοζανιτών και χωρικών θα υπάρχει ο ενοποιός κρίκος της προτομής του Κ.Σ. –Αμήν!
Στη Λευκοπηγή ετοιμάζεται προτομή του για τους εξής λόγους: πρώτον απ’ αυτήν περνούσε κάθε μέρα, έπινε, φορές καφέ στον πλάτανο δίπλα από το μορμυρίζοντα λάκκο, και συνέχιζε για το Μπούρινο, το ημερήσιο προσκύνημά του σ’ ό,τι αγαπούσε η ψυχή του και το είναι του, και δεύτερον επειδή γνωμάτευσε πως οι κάτοικοί της κατάγονται από τους αρχαίους Μιλήσιους (αποικία των Χαλκιδέων) οι οποίοι μετά από μια μεγάλη περιπλάνηση στην κεντρική Ευρώπη ήρθαν να κατακάτσουν στο τότε Βελίστι.
Ομως και δύο φανοί της πόλεως Κοζάνης σκέφτονται στις γειτονιές τους να του στήσουν προτομές μικρού μήκους. Οι λογιότεροι αυτών (Σκρ’κα και Λάκκος τ’ Μάγγανι) που διαθέτουν στις ορχούμενες (μπρέ μπρε μπρε) τάξεις τους, επιφανείς τοπικούς συγγραφείς, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τις απόκριες, τη μαγειρική και τα λαογραφικά τους συμβάντα, μνήμην ποιούντες στην προσφορά του Κ.Σ. στην τοπική ιστορία και κάπως πατριάρχη της εγχώριας λαογραφίας, θα τον απαθανατίσουν γλυπτικά, στο μέσον του φανού τους και γύρωθέν του θα χοροπηδούν ως επιχώριοι ινδιάνοι κ.λπ.

***
ΥΓ. 1 Κι αν δεν είχε στήσει προτομές ο αλήστου μνήμης (αλησμόνητος δηλαδή)! Στην ευρύτερη περιοχή του Μπούρινου στην οποία ήδη εκλείπουν «τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου» έστησε δεκάδες προτομές μεγάλων ή μικρών ηρώων της μακεδονικής γης κι ελληνικής ιστορίας. Η κάθε μια διέφερε από τις άλλες στο μουστάκι. Ελεγαν τον Θεόφιλο ο οποίος άρχιζε να ζωγραφίζει τους ήρωές του από τα πόδια και πήγαινε προς τα πάνω (ακολουθούσε δηλαδή την πορεία των αποτελεσμάτων του κώνειου που ήπιε ο Σωκράτης) - Ποιόν ζωγραφίζες; Απαντούσε: - Θα το δείξει το μουστάκι!

ΥΓ. 2 Ο πολύς Γ. Π. Σαββίδης ονόμασε σε αρθρίδιό του στα ΝΕΑ κάποτε, την πόλη της Κοζάνης η «λογιοτέρα της Δ. Μακεδονίας» με αφορμή το μικρό, μετρίας αξίας, βιβλίο του Λάζαρου Παπαϊωάννου: «Ανά τας οδούς και τας ρύμας» που κυκλοφόρησε στη σειρά των εκδόσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, αριθ. 6. Η νυν Κοβεντάρεια εξαλλαγή της δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική Βιβλιοθήκη της πόλεως κι ας μην ακουστεί ως παραδοξολογία αυτό. Γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη διαφορά ο κ. Δήμαρχος ή μάλλον ο δημαρχεύων αυτό τον καιρό, του οποίου η εφήμερη πολυπραγμοσύνη θυμίζει την παρόμοια του άλλοτε Γ. Αλευρά ως μεταβατικού πρόεδρου της Δημοκρατίας, την εποχή των έγχρωμων ψηφοδελτίων -ορέ τι κοροϊδίες έχει ανεχτεί ο τράχηλος του νεοέλληνα θα μασήσει τώρα με τις διεθνείς επιτηρήσεις!- Ετσι, το βιβλίο του καθηγητού Κ. Φωτιάδη με τον τίτλο: «Πόντος Ελληνικός, μεγάλος και ευδαίμων» το εξέδωσε ως Δήμος Κοζάνης (εννοείται μετά φωτογραφίας και προλόγου του) κι όχι στις εκδόσεις της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (σιγά το θεσμό, όπως τον καταντήσαμε σκέφτεται) ή του αλήστου μνήμης –(εδώ ο όρος με την τρέχουσα έννοια) και πραγματικότητας θέλω να πω, ΙΝΒΑ, του οποίου η εναπομείνασσα άσβεστα φωτεινή πινακίδα απέναντι από τους απογευματινούς καφέδες του ΑRT Cafe (-Γιάννη, πότε θα την κλέψουμε ότι μας έχουν ευτελίσει και τις μνήμες οι αφιλότιμοι;) θυμίζει το βαρναλικόν με την αμφισημία του βέβαια: «Που ‘σαι νεότης που έδειχνες πως θα γινόμουν άλλος».

ΥΓ. 3 Μα φυσικά :
«Τα αγάλματα είναι στο μουσείο
Καληνύχτα
-...γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
είμαστε εμείς. Τ’ αγάλματα λυγίζουν αλαφριά...καληνύχτα.

Εδώ χωρίστηκαν. Αυτός επήρε
την ανηφόρα που τραβάει κατά την Αρκτο
κι αυτή προχώρησε προς το πολύφωτο ακρογιάλι
όπου το κύμα πνίγεται στη βοή του ραδιοφώνου...»


Από τον «Ηδονικό Ελπήνορα» και την «Κίχλη» του Γ. Σεφέρη

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Επέρασε, επιτέλους , κι αυτή η αποκριά...


Η εκτάκτως, αλλά τόσο ωραία, ενσκήψασα χιών κι ακαταπαύστως πίπτουσα, τη μέρα της μεγάλης Αποκριάς, με υποχρέωσε να παρακολουθήσω θραύσμα από την παρέλαση των αρμάτων και των πεζοπόρων τμημάτων διασκέδασης, (να καταλάβω επιτέλους «γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα...» εκείνη τη μέρα). Ουδέποτε άλλη φορά στη ζωή μου, τα τελευταία, πολλά χρόνια, ενέδωσα σ’ αυτόν τον πειρασμό ή τις πιέσεις. Αυτός ο στρατός των απλών μελών της αποκριάς που δεν τους πτοούν τα νέα μέτρα ούτε τα όψιμα χιόνια, (αλλά γιατί όψιμα, χειμώνα καιρό έχουμε ας μην ερχόταν τόσο νωρίς η αποκριά) ούτε το κρύο ούτε τίποτα άλλο, αξίζει ομολογουμένως της προσοχής και της δημόσιας επαινέσεως. Θέλω να πιστεύω πως είναι αυθεντικοί κι όχι απλά γιατί η διασκεδαστική γραφειοκρατία τους το επιβάλει. Τώρα αν εσύ:
Αλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις. (Κ.Π.Κβφς)
πρόβλημα σου κι ας πρόσεχες.
Αν και ομπρελοφόροι οι κεφάτοι πελταστές, τι πειράζει, διεξήλθαν το διακόνημα στο οποίο τους έταξε η ιστορία της πόλης τους, ανδρείοι με κέφι και ανοιχτόκαρδη διάθεση· κι αυτό είναι που μένει στο υστερόγραφον της γιορτής. Μόνον τα μέλη από τις δημοτικές μπάντες δεν μπορούσαν να κρατήσουν ομπρέλα λόγω του ότι ήταν απασχολημένα τα χέρια τους στα πνευστά και τυμπανοκρουστικά τους καθήκοντα.
Το λιωμένο, ποδοπατημένο χιόνι μια θλιβερή εικόνα, γεμάτο βρομιές σου έδινε την εικόνα της όλης εθνικής, τοπικής γιορτής της αποκριάς λόγω της αστασίας του καιρού. Οι ψυχές («καθαρές») όμως των κοζανιτών, είναι και μπακιριένες ως γνωστόν, ότι έχουν γανωθεί από γενιά σε γενιά στα γανωματζίδικα και στα Γύφτικα κατασκευαστήρια κουδουνιών (παραφθορά τοπωνύμιου της πόλεως που δόθηκε από τους εποίκους που ήρθαν από την Αίγυπτο και χώρεσαν εκεί -στην αρχή σαν σε γκέτο, κατά τον Π. Λιούφη) για να μην παρεξηγηθούμε εκ νέου, σε συνθήκες πλέον Σαρακοστής και συγχωρήσεως.
Είπα συγχωρήσεως. Προχωρημένο το εσπέρας στον άγιο Νικόλαο· έρημος. Το εκκλησίασμα κι οι ταγοί του το έβαλαν στα πόδια και τον άφησαν ...ασυγχώρητο. Θα τους μόλυνε, είπαν, η χάβρα των φανών. Αλλού είναι το θέμα. Ο τοπικός άναξ των πιστών δεν τη βρίσκει σ’ αυτόν το ναό καθότι εδώ συχνάζουν οι παραδοσιακοί κοζανίτες (που είναι και στο φανό και στην εκκλησία), οι οποίοι δεν τα βρίσκουν μ’ αυτόν. Θυμήθηκα (δηλαδή μου τον θύμισε τις προάλλες η πορτέρισσα της Μονής Αναλήψεως) τον ιερό Χρυσόστομο και την διαμάχη του με την Ευδοξία κι ενώ αυτή το διασκέδαζε στην πλατεία, στην εκκλησία ο πραγματικός άγιος (κι όχι οι ερζάτς καταστάσεις της σήμερον) λειτουργούσε και ο καταγγελτικός του λόγος δεν κολλούσε πουθενά. Παντελώς άδειος ο ναός. Τι ευτυχία! Μόνος μου χωρίς κανέναν άλλο σε μια παραδείσια κατάσταση πνευματικής γαλήνης κι ησυχίας («Μόνος θα πενθώ στον παράδεισο...» του Οδ. Ελύτη), απ’ αυτούς που συνήθως τον βαραίνουν με την παρουσία και με την απουσία τους τον ελαφρύνουν. Μια γυναίκα ξένη, επισκέπτρια των φανών, προσευχόταν. Στο οικείο στασίδι, δίπλα από το μόνιμο, ένθα έχει βγάλει ρίζες προσευχής και μετανοίας ο κύριος Ν. Κρτς, ζήτησα συγχώρεση απ’ όσους έβλαψα ποικιλοτρόπως έργω, λόγω ή διανοία. Μπαίνει η Σαρακοστή κι αυτό απαιτεί η θρησκεία μας. Το διέπραξα μόνος μου. Που να βρω τόσους που πίκρανα να τους ζητήσω έναν έναν λόγο συγγνώμης; Ετσι το κάνω συλλήβδην, όπως λεν κι οι εγγράμματοι δημοσιογράφοι μας –σιγά το ωά δηλαδή- «μνιαν κι όξου» που έλεγε κι εκλέγονταν επί οκταετία ο δήμαρχος Γ. Πγνς, όστις είχε επίγνωση του ανθρώπινου και εξουσιαστικού πεπερασμένου, αλλά και του Εκκλησιαστή το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» και τον επ’ αυτού περίφημο λόγο του Χρυσοστόμου. (Σημ. Δεν μπαίνω στα λιβάδια των θεολόγων προς θεού, στα κανάλια του Google ψάχνω απλώς).
Μήπως, όμως, δεν δίνεται έτσι η συγχώρεση και πάω να τη βγάλω καθαρή χωρίς υποκλίσεις και χειροφιλήματα ιερέων και δεσποτάδων; Δεν ξέρω, μου αρκούν οι ποιητές, όπως ο Εζρα Πάουντ λ.χ.

από το ΚΑΝΤΟ 120
Προσπάθησα να γράψω Παράδεισο
Μην κουνηθείς
Ασε τον άνεμο να μιλήσει
αυτό είναι παράδεισος
Οι Θεοί ας συγχωρήσουν
ό,τι έκανα
Εκείνοι π’ αγαπώ ας προσπαθήσουν
να συγχωρέσουν ό,τι έκανα
(μετ. Ηλία Κυζηράκου)

Υ.Γ. Η φετινή αποκριά διεξήχθη από τα δεύτερα (Δήμαρχος κι αντιδήμαρχος, αμήχανοι). Πάνε οι εποχές που ηγούνταν αυτής οι μεγάλοι της πόλεως που σιγά σιγά αποσύρονται από το προσκήνιό της. Σαν να μας λείπουν κιόλας. Είμαστε σε φάση μεγάλης μετάβασης. Βρήκε ευκαιρία κι ο καιρός και επιτέθηκε στην πόλη με ένα σύννεφο χιόνι που άφησε πάνω της κι όλη μέρα και το βράδυ το έριχνε. Οι ξένοι επισκέπτες γίναν λαγωοί από νωρίς. Ομως στη συνέχεια τα πατροπαράδοτα «Περιστέρια», ήγουν χορός επί των γονάτων κι επί του ορθίως (οι γκλίτσες ανεμίζουν σαν φτερά) –γκραν σουξέ- έδωσε και πήρε· ενώ οι Τήνιοι έχουν τους εξαίσιους περιστερώνες οι κοζανίτες έχουν τους αξέχαστους περιστεράϊδες.

Υ.Γ Χωροταξικά κι ενοριακά ανήκω στο φανό του αγίου Δημητρίου, μικρό, γλυκό, παραδοσιακό, κατηφορικό. Ενώ πολιτικά και κοινωνικά, ας πούμε δηλαδή, ανήκω (θέλω μάλλον) στην αντιπολίτευση που λέγεται ζωή, του Μπαλζάκ. Εξ αυτής της ιδεολογικής νοσφίσεως δείχνω δημοσιολογικά να εφαρμόζω -δεν το επιδιώκω αλλά μου βγαίνει και ως εκ της παλιοκαταστάσεως που βιώνουμε ή μου το χρεώνουν ορισμένως, εκείνο που αποδόθηκε στον Χρυσόστομο ότι είπε για την Ευδοξία: «Πάλιν η Ηρωδιάς μαίνεται...». Το έλεγε ο Σάββας Κωνσταντόπουλος στη δικτατορία και από τον «Ελεύθερο Κόσμο» του, για την εφημερίδα «Βραδυνή» που έγραφε και τι δεν έγραφε τότε και γινόταν ανάρπαστη. Τραβηγμένα κι αντιφατικά τα παραδείγματα ίσως, αλλά με κάτι τέτοια αυταπατώμαι, καθώς οι τόνοι και οι στόνοι σαρκασμού και αυτοσαρκασμού, εκλαμβάνονται σαν λάσπη και ύβρις κοινή, άλλα μόνον οι πρώτοι ανοίγουν πληγές μικρές σαν λαγούμια όπου εύκολα τρυπώνουν ασπάλακες. Το άλλο μέρος είναι καταφύγιο και λύτρωσή ταυτοχρόνως.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Αποκριάτικος φονταμενταλισμός - μητροπολιτικός παρόμοιος 1-0


Τις προάλλες σε θλιβερή, δημόσια (κατ’ αντιμωλίαν) συνομιλία μου, έγραψα πως την Κυριακή της Τυροφάγου περί το εσπέρας θα λάβουν χώρα στην πόλη μας κατά το έθος, δύο γεγονότα υψηλής πνευματικής στάθμης: το άναμμα του φανού στην κεντρική πλατεία υπό του αξιοτίμου Δημάρχου και ο μέγας εσπερινός της συγχώρεσης, τελούμενος υπό του ερίτιμου Μητροπολίτου στον παρακείμενο και κάπως χωροταξικά βυθισμένο ναό του αγίου Νικολάου. Ομως, έμαθα ότι ο εσπερινός δεν θα διεξαχθή τελικά στον καθεδρικό αλλά στον άγιο Κωνσταντίνο, όπου θα μεταφερθεί (θα υπάρχουν λεωφορεία όπως στις εξόδιες τελετές που θα μεταφέρουν το λαό μετά της ιερατικής κουστωδίας της θεοσώστου Αποκρεοπόλεως και Μητροπόλεως Κοζάνης.
Ετσι, μετά από εκατοντάδες χρόνια ο ναός του αγίου Νικολάου θα σιγήσει (δεν σιώπησε ούτε επί τουρκοκρατίας, αλλά αυτό θα συμβεί επί ΜαλουτοΠαυλοκρατίας) και θα κατισχύσουν τα άσματα ηρωικά και γελοία της κεντρικής πλατείας, των τροπαρίων για τους νικημένους της νηστείας και της συγχωρήσεως. Θέλω να συγχαρώ τον κ. Δήμαρχο (προλογιστή βιβλίων παντός χωρίου) για τη νίκη που πέτυχε ειδικώς και γενικώς, κατά του φονταμενταλισμού της εκκλησίας και του εκκλησιάσματός της, το οποίο κατάφερε να το εξοστρακίσει από το κέντρο της τοπικής ιστορίας, αλλά και κατά του επιχωρίου Μητροπολίτου, κατοίκου του χωρίου Σκαφιδίου («ανακαινιστή» παντός ναού). Αλλά ας θυμάται: «Πως ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει εκκλησιά». Φυσικά ο κανονικός άγιος Νικόλαος (που του άλλαξαν το κλασσικό τροπάριο («Κανόνα ...κ.λπ.») με άλλο ανιστόρητο) τα σημειώνει αυτά που γίνονται σε βάρος του και θα πει το λόγο του κάποτε...
Ερώτημα: οι επισκέπτες του απογεύματος που ένιοι είναι και χριστιανοί ορθόδοξοι, δεν είναι όλοι άθεοι και ποδοπατητές κάθε πατρίου λόγου και τρόπου, οι οποίοι θα έρθουν να βακχεύσουν αλλά και να τονώσουν την τοπική αγορά των σάντουιτς και των σουβλακιών, αν θελήσουν να βιώσουν και τη θεία συγχώρεση που θα πάνε; Στους γλυκύτατους Κασμιρτζήδες ή στα Μπουντανάθκα. Τον άγιο Κων/ντίνο δεν ξέρουν που πέφτει κι ούτε έχουν χρόνο να το μάθουν.
Μια χρονιά, μήπως ήταν και πέρσι, την ώρα που ο πριν μέγας δήμαρχος, ως άλλος μέγας Παν, άναβε τον τρίποδο βωμό του φανού στην πλατεία κι άρχιζαν να φέρνουν γύρες «σιγαλά κι απαλά» στην αρχή, πιο ζωηρά κατόπιν, όλη η πλέμπα της εξουσίας (φυσικά εκπρόσωπος της εκκλησίας δεν παρίσταται σ’ αυτές τις τελετές μόνον διακριτικά υπάρχουν κατά τη άφιξη της Ολυμπιακής φλόγας όπου τελούνται διαφορά μαγικά της πρώην μας θρησκείας, του δωδεκαθέου) και χαχανίζει αδιακρίτως στο μπρεμπρεδικό σκοπό, περαστικός από το ναό, είδα να εισέρχεται εντός του, κάπως μεγαλοπρεπής (ως και εκ της διαπλάσεως) και σεμνός, ο νυν υπουργός δικαιοσύνης, τότε βουλευτής, επισκέπτης της φανικής πόλεώς μας αλλά και μέτοχος της τελετής της συγχωρήσεως. Τι θα γίνει αν φέτος οι δυο υφυπουργοί αγνώστων λοιπών στοιχείων κι αρμοδιοτήτων, που στριμώχνονται και διαγκωνίζονται στο άλλοτε Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης, θελήσουν να επισκεφτούν τον κ. Δήμαρχο στη εξέδρα, αλλά και να πάνε ως καλοί ή μέτριοι χριστιανοί στον άγιο Νικόλαο και τον βρούνε κλειστό; Τι θα πουν, όταν με το καλό γυρίσουν στα σπίτια τους (μέχρι εκεί είναι το εύρος της επιρροής τους κι αυτοί μόνον τους γνωρίζουν υφυπουργεύοντες); «Εκεί στης Κοζάνης τα σοκάκια και τους φανούς κήρυξαν νέα θρησκεία τον Αποκριο-ακκισμό».
Τα σκέφτηκε άραγε ο κυρ’ Δήμαρχος που είναι κάτοικος της πόλεως Κοζάνης (ο μητροπολίτης είπαμε είναι κάτοικος Σκαφιδίου και δεν τον πολυκόφτει το πράγμα), πόσο δυσφημεί την πόλη του, στην οποία θέλει να ξαναδημαρχεύσει (και καλά θα κάνει) αλλά και πέφτει σε τέτοια σφάλματα τακτικής.
Εχω όντως μια σκασίλα μεγάλη...

Στη φωτογρφαία οι εν λόγω άρχοντες της αποκριάς και της εκκλησιάς δεν αλληλογλείφονται αλλά αλληλοτρίβονται ορισμένως με τα καλογερικά, μοναχικά τους τους τριβώνια

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Είδηση: ”Εχασα τ’ αυγά και τα πασχάλια. Ο ευρών αμειφθήσεται”


Κύριε διευθυντά του Kozan.gr
Καθυστερημένα, λόγω αποκλεισμού μου από τους γεωργούς Τυρνάβου και πάσης Θετταλίας, είδα το σχόλιο του ημισεβασμιοτάτου (επειδή ασχολείται με τα τοπικά επισκοπικά) Π. Πλιάτσιου, δημοσιογράφου κατά δήλωσίν του, ο οποίος άκουσα, άκουσον άκουσον, αλλ’ ίσως και να παράκουσα, πως αμείβεται και από την ευτραφή κυρία ΔΕΥΑΚ, νυν σύζυγον (πολλούς άνδρες έγημε ως η Σαμαρείτις αγία Φωτεινή), του κ. Ιωάννη Ν. Κοκαλιάρη, μάνα όλων μας, που μας ζεσταίνει, μας δίνει νερό, μας αποχετεύει (κοινώς μας ξεσκατώνει). Αν είναι αλήθεια, να μας πει για ποιές εργασίες τον πληρώναμε όλοι μας οι υπήκοοί της, άρα και υπάλληλός μας. Αν όχι (και από άλλη δημοτική υπηρεσία σιτιζόταν κι άλλος παρόμοιος από τη ΔΕΥΑΚ αργομισθών τα έπαιρνε), του ζητούμε προκαταβολικά συγχώρεση (γι’ αυτό) τώρα, κι όχι την άλλη Κυριακή το εσπέρας, μετά το άναμα του κεντρικού φανού στην πλατεία από τον δήμαρχο κύριο Μαλούτα (1), επιτέλους κάποιος διαφορετικός θα ανάψει το φανό μετά από 19 χρόνια, δεξιάς μου ‘ρθε, να πω, και του ταυτόχρονου εσπερινού της συγχώρεσης στον άγιο Νικόλαο. Το σύγχρονο του πράγματος θυμίζει το αποκριατικόν “Τσελιγκάδες ψέν αρνιά τσελιγκούδες κ.λπ…” κ.λπ.).
Το μακρύ (μετά συγχωρήσεως τόοοσο) σχόλιον με οδήγησε σε μια ακόμα πιο βαθύτατη σκέψη για την ονοματολογική, συλλογική και θεσμική ακράτεια, ου μην αλλά κι αθλιότητα, που μας δέρνει σ’ αυτό το μεγάλο χωριό που ζούμε κι ονομάζεται πόλη της Kozanis.maloutas.gr.
Η πόλη αυτή που την πατούμε, την περπατούμε αλλά άλλοι την χορεύουν και καλά την κάνουν, αυτές τις μέρες, πριν λίγο καιρό πήρε τη μνήμη του Νικόλα Ασιμου, τη σήκωσε με όλη την ασημαντότητα που διαθέτει και την έκανε σαν τα παρτάλια που κρέμασε αυτές τις μέρες στους δρόμους. Τον μεγαλύτερο αντιεξουσιαστή πάντων και πασών, τον πλέον τρυφερό αναρχικό, τον άγριο σαρκαστή και ισοπεδωτή κάθε κοινωνικής συμβάσεως και καθωσπρεπισμού, τον χλευαστή του μικρομεσαίου είναι μας κ.λπ., τον έκανε ένα γλυκούλη και μαλακούλη τύπο, με το να δώσει το όνομα του σε ένα γελοίο φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού. Ας έκανε ο κυρ’ Δήμος όσα ήθελε αλλά ας το ονόμαζε διαφορετικά και όχι «Φεστιβάλ Νικόλας Ασιμος»! Εδώ ο κόσμος του σαλτάρει. Η μνήμη Του και η ιστορία του, εντελώς αφύλακτη γίνεται έρμαιο κάθε καλλιτεχνικού, ιδεολογικού, δημοτικού σκύβαλου, το οποίο μπορεί να την ευτελίζει ατιμωρητί κι αδιακρίτως, δεξιά κι αριστερά κατά το δοκούν και το καραδοκούν. Νιώθω ντροπή εγώ γι’ αυτό και γι’ Αυτόν και ναυτία γι’ αυτούς (ελπίζω ο κυρ’ Πλιάτσιος να μου το επιτρέπει). Του ζητώ εκεί στο τίποτα που υπάρχει, να τους συγχωρέσει, οι άνθρωποι του πολιτισμού εδώ “σην Κόζιαν” (δεν ξέρω και πως γράφεται), δυστυχώς τόσοι είναι, κι ευτυχώς δεν τους κόβει και περισσότερο γιατί μόνο χειρότερα θα έκαναν.
Στη συνέχεια μπορώ να προβώ και σε κάποιους εξυπνακισμούς, ευκαιρίας δοθείσης και λόγω της διανυόμενης αποκριάς, σε σχέση με τον σχετλιαστικό σχολιασμό μου από τον κ. Πλτσ. (καλά να πάθω).
1. Φίλτατέ μου, επειδή ενώπιόν σου τηλεοπτικά παρελαύνουν καθήμενοι, όλοι οι τοπικοί “χαλβάδες” (διευκρινίζω όχι με την προσωπική και σεβαστή τους “προσωπικότητα”) -απ’ το χαλβά του τσιμπολόγησα κι εγώ άπαξ, το ομολογώ, με ελεγχόμενη οργή, γιατί συνεχώς με μπέρδευε (ως άσημος που ήμουν) με τον ακόλουθό μου (στη θέση εννοώ)- αλλά με τις όποιες λεοντές της εξουσίας φορούν ή επιδιώκουν να φορέσουν (για να μας τη φορέσουν αμέσως και κανονικά), δημοσιολογικά το λοιπόν “νόμισες πως θα ‘πιάνες και τον παπά απ’ τα …” (κατά τον Ν. Ασιμο από την κασέτα του “Πάλι στην ξεφτίλα”, σε βγάλαν Νικόλα). Του παπά που κάποτε έκαψε το καρναβάλι την δόξα εννοώ κι όχι του παπα-Λιούλια (εθνομάρτυρα, η εκκλησία απλά δεν τον κήρυξε άγιο γιατί έτσι αυτοαποκαλείται μόνο το σινάφι τους από κανδυλανάπτου και άνω) τη μνήμη του οποίου διασύρουν, χωρίς πρόθεση βέβαια αλλά από άγνοια και από συγγνωστή μαλθακοσύνη νοός, μην αδικούμε τώρα τα σαράντα τόσα, ίσως και περισσότερα, παλικάρια από την Γκόβλιτσα. Και πέρυσι έγραψα γι’ αυτό, από μια αδυναμία που έχω στον οιονεί Παπαφλέσσα της περιοχής μας, εκ του λόγου ότι, όταν ο δημοσιογράφος μας δεν είχε βγει ακόμα απ’ του αβγού (νάτο πάλι το αβγό) το τσόφλιον, εκδώσαμε ένα μικρό βιβλίο για το βίο του μάρτυρα με συγγραφέα του τον κ. Χ. Μπέσσα (είμασταν τότε τσακωμένοι· καλά και με ποιον δεν τσακώθηκες θα έλεγε κάποιος; Ελα ντε!) εισαγωγέα του κοζανίτικου χιούμορ (μια κρυάδα και μισή), στις εκδόσεις του περιοδικού Παρέμβαση.
2. Γνωρίζω πότε πέφτει και το φετινό Πασχάλιον (άλλωστε ο πατέρας μου λέγεται Πάσχος ή Πασχάλης) ως εκ τούτο δεν το έχασα ποτέ. Οσο για τ’ αυγά προβληματίστηκα ορισμένως. Κοιτούσα τις φωτογραφίες μας που είναι κοντά κοντά στο Kozan.gr. Απλά τις κοιτούσα κι ευθυμία κατέσχε με.
3. “Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι με την τρίτη εθνική εσύ μια …Μπαρτσελόνα του πνεύματος! (εδώ με έχω, είπα ένδον, και φυσικά το πήρα πάνω μου) και τσικό του οινοπνεύματος (άκρασον με απεκάλεσε ένας ανώνυμος, άρα δυσώνυμος, διευθυντής φανού), μου είπε ένας φίλος. Κι όμως πίνω πίνω ένα τσίπουρο την ημέρα και το οποίο και κάθε βλάκα κάνει πέρα. Δεν ασχολήθηκα, με ασχολούν αγαπητέ μου φίλε και στο κάτω κάτω κι η Μπαρτσελόνα στο κύπελλο φορές κληρώνεται και με ομάδες εσχάτης κατηγορίας και παίζει αναγκαστικά.
4. Δεν τα ξέρω όλα, όμως τολμώ κι έχω γνώμη (συνήθως λανθασμένη και άδικη το δέχομαι, ή εκτός του συρμού, ποτέ όμως του διασυρμού) για πολλά που μας καίνε το λαρύγγι ως αναθυμιάσεις υδροθείου -οσμή κλούβιου αβγού- (να ‘την κι η ανόργα(σμ)νη χημεία). Ο ξερολισμός, το ανώτατο στάδιο του τοπικού δημοσιογραφισμού, είναι το προνόμιο, λυπάμαι, υμών, όπως εύκολα μπορεί ν’ αποδειχτεί από τον πάσαν ένα τηλεοπτικά πληττόμενο συμπολίτη.
5. Ακούσα τον εκλαμπρότατο αντινομάρχη κ. Γ. Σβώλη, εκ της σβώλας = στρογγύλη λάσπη, (“Πάρε ένα σβώλο Μήτρο/και διώξε εκείνο το σκυλί/ που μου χαλάει το φύτρο” από τον “Φωτεινό» του Αρ. Βαλαωρίτη, θα μπορούσε να επαναλάβει δημοτικός ενοχλούμενος απ’ την επέμβαση του νομαρχιακού στα αποκριάτικά τους χωράφια και χέρσα), καθότι είναι ο γκεστ σταρ της φετινής αποκριάς, να δηλώνει στο φανό «Πηγάδ’ τ’ Κεραμαργιού” ερωτηθείς για τα ενδονομαρχιακά καρναβάλια: “Εμείς (η Ν. Αυτοδιοίκηση δηλαδή) έχουμε δεμένη τη γομάρα μας στον πλάτανο (ελπίζω όχι της Λευκοπηγής γιατί εδώ θα τα χαλάσουμε ότι εκεί δένονται μόνον καθαρόαιμα κι όχι γομαροειδή είδη) κι όχι στο μακεδονίσι” (μαϊδανός). “Ο δυόσμος κι ο βασιλικός και το μακεδονίσι παν τα ματάκια μ’ βρύση” που θα το τραγουδούσε περίτεχνα ο εν λόγω. Ως εκ τούτου νιώθω αγαπητέ κ. Πλ. σαν ένα από τα δυό γομάρια που μαλώνουν στον ξένο, αλλά φιλόξενο, αχυρώνα, του Kozan.gr. Γιατί δεν τα λέμε στα δικά μας χαλβαδοστάσια και ποιμνιόστρουγκες!
- Αμην!

Ο Λευκοπηγής και Κοζάνης
Β.Π. Καραγιάννης

Σημ. 1. Τον κύρ’ Δήμαρχο του είπαν φαίνεται πως για να επανεκλεγεί πρέπει να λογιοφέρνει το πράγμα του κι όχι μόνον να το χοροσέρνει ή να υφίσταται κάθε γελοιοποίηση που του επιφυλάσσει η κοζανίτικη κλάκα. Ετσι προλογίζει σε κάθε βιβλίο(!) που φύεται τοπικώς. Σε λίγο θα ξεπεράσει και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που προλόγισε, από πνευματική αβρότητα, αμέτρητα βιβλία. Πήρε σβάρνα κάθε τι που κυκλοφορεί (εκτός αν τα χρηματοδοτεί από τη τσέπη του εννοείται κι όχι από το δημοτικόν ταμείον, απ’ όλους μας δηλαδή, γιατί τότε πρέπει να τεκμηριώσει με δικούς του λόγους την αιτία αυτή) και του επιτίθεται σαν τον ιό της γρίπης με προλόγους μετά της εικόνας του. Μέχρι και το λεύκωμα της εξαίσιας έκθεσης με θέμα την “Αποκάλυψη” του κ. Ντιό, προλόγισε ο αθεόφοβος και προσέδωσε εις αυτήν και τον καλλιτέχνη, το βαρύτατο πνευματικό του βάρος.



Το παρόν είναι απάντηση σε κείμενο του κ. Πλτσ. που αναρτήθηκε στο Kozan.gr
Αν μου το έστελνε θα το δημοσίευα κι εδώ προς πλήρη γνώση των αναγνωστών και για τις νόμιμες συνέπειες

Η φωτογραφία είναι από γλυπτό της περσινής αποκριάς που φέτος δεν το χρησιμοποιούν. Γιατί άραγε;

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Οχι ποιος θα κόψει αλλά ποιος θα τους σιάξει τη γραβάτα


Εβλεπα στην τοπική τηλεόραση κάτι γλυκύτατες «καρακαηδόνες», καμιά σχέση με τη ωραιότατη αηδόνα στο χορικό του Αριστοφάνη από τις «Ορνιθες» (ωχ, ο πρώτος ακούσιος συνειρμός), σε μουσική Μ. Χατζιδάκι, να χοροπηδούν κρατώντας ψαλίδια, γύρω από τον σεβάσμιο πλην ακκιζόμενο, Δήμαρχο της θεοσώστου πόλεως Κοζάνης, οι οποίες θέλαν να του κόψουν, λέιε, τη γραβάτα, ανήμερα Τσικνοπέμπτης (στην «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» δε θυμάμαι αν χρησιμοποιήθηκε το ψαλίδι για την κοπή των εκεί πραγμάτων...). Τελικά του την έκοψαν διότι έτσι είναι το έθιμο σε πόλεις της Γερμανίας (έκπαλαι τα γερμανικά φύλα κόβουν και σαπωνοποιούν κατά το νόμο και τις συνθήκες). Το γράφει κι ο Τάκιτος στον «Γερμανικό» του.
Οσοι θυμούνται την ταινία του Μακαβέγιεφ «Σούητ Μούβη» (πάλι η εξαίσια μουσική ήταν του Μ. Χατζιδάκι), σε κάποια φάση ο πρωταγωνιστής ξεκούμπωσε το παντελόνι του κι έβγαλε από κει κάτι κοκκινωπό, μακρύ σαν γραβάτα ή σαλάμι πεπλατισμένο, ακούμπησε την άκρη του σε κρεατοσάνιδο και το έκοβε φέτες. Οι θεατές προς στιγμή πάγωσαν αφού μπερδεύτηκαν και δεν κατάλαβαν αμέσως τι κοβόταν. Αυτή η εικόνα μου ήρθε με το κόψιμο της γραβάτας του κ. δημάρχου, από τις παιχνιδιάρες καρακαηδόνες της ημέρας (τις λοιπές ημέρες του έτους, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, είναι κανονικές αηδόνες), και φυσικά ελαφρώς φοβήθηκα μήπως, έτσι χάριν της κοζανίτικης αποκριάς, προχωρήσουν το ψαλίδι και παρακάτω, «απ’ τουν νουφαλό πιο κάτω», που λεν με τόση ζέση οι ψάλτες των φανών, τους οποίους εβράβευσεν η τοπική νομαρχία, στα ένδον της οποίας γίνεται το έλα να δεις ή κοινώς της κ. Πόπης. Δεν γνωρίζω την αφετηρία του εθίμου αλλά είμαι βέβαιος ότι εφ’ όσον εντάσσεται στις αποκριάτικές καταστάσεις των λαών, σίγουρα εννοούσαν το παρακάτω, αυτό που όλοι εννοούμε.
Οι κυρίες είναι γερμανίδες νύφες στην πόλη και τα περίχωρά της και έχουν συμπήξει σωματείο φιλίας με τους γηγενείς καζανίτας (νύφες Γερμανικές που ήρθαν στην Ελλάδα, άλλος συνειρμός κι αυτός με το ομότιτλο έργο του Παντελή Βούλγαρη!) και έχουν δεύτερο συνθετικό στην επωνυμία του «ο Χ. Φον Κάραγιαν». Είχα λησμονήσει τον οιονεί διασυρμό του ονόματος της μεγάλης οικογενείας Κάραγιαν αλλά τώρα ως εκ συνεπιθετείας, μπορώ να έχω λόγο αντιρρήσεως σ’ αυτό που του γίνεται. Αν και γιατί να μην ισχυριστώ ότι κι εγώ έλκω από κείνη την οικογένεια την καταγωγή μου (οι Σκοπιανοί γιατί την έλκουν από το Μ. Αλέξανδρο;) και οι της Αιανής από τον ομηρικό Απολλόδωρο). Ηδη ο εξαίρετος ερευνητής κ. Φ. Πάμπας στη Βιέννη έχει νεότερα στοιχεία για την αφετηρία του γενάρχη της Γ. Καραγιάννη ότι ξεκίνησε από τα χωριά νότια της πόλεως Κοζάνης, εκεί δηλ. που είναι η Λευκοπηγή, η οποία εν όψει του Καλλικράτεως, θα ζητήσει να γίνει πάλι χωριό, αφού κατάγεται από τους αρχαίους Μιλήσιους που ήταν αποικία των Χαλκιδέων, κατά τον Κ. Σιαμπανόπουλο. Ποιός μπορεί να μου το αμφισβητήσει αφού κι ο αμέσως προηγούμενος του Χ.Φ.Κ. Θεόδωρος Καραγιάννης βουλευτής, μυστικοσύμβουλος και συγγραφεύς, διετέλεσε και διευθυντής της Αυτοκρατορικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης. Νάτο και το μακρινό DNA και όπερ έδει δείξε κύριε Δήμαρχε με την κομμένη γραβάτα (κραβάτα την ονομάζει ο Κ. Π. Καβάφης).
Θεωρώ τόσο βέβηλη και γελοία την ονομασία όσο μ’ εκείνη ενός ποδοσφαιρικού χορευτικού διασκεδαστικού γενικώς συλλόγου που φέρει την επωνυμία και τη φυσιογνωμία (στις αφίσες) του τοπικού μάρτυρα Ιωακείμ Λιούλια. Τείνει δε προς το αηδιαστικόν όσο με εκείνο το οβελιστήριο κοντά στην Αλαμάνα των γεωργικών μπλόκων (μου θυμίζουν οι ηρωικοί μπλοκαδόροι το Μπλόκο της Καισαριανής το οποίο ιστορικά, ηθικά, πολιτικά μπροστά στα δικά τους ήταν απλή οδοντόκρεμα), με την ονομασία «Αθανάσιος Διάκος». Δεν ξέρω αν υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά στο πλαίσιο της ανάπτυξής τους θα μπορούσε να συσταθεί και μάλιστα αλυσίδα παρόμοιων «εκεί στους πέρα κάμπους όπου είναι οι ελιές...»

***

ΥΓ. 1. Το θέμα δεν είναι να κόψουν τη γραβάτα του όποιου δημάρχου αλλά ποιός θα σιάξει τη γραβάτα τους εξουσιολάγνους κάθε εποχής και περιοχής. Μα ο λαός φυσικά. Δηλαδή εμείς εγώ, εσύ, αυτός, ο κανένας (ο ούτις και οι ουτιδανοί που έλεγε ο Μεταξάς). Οπως έγινε με τον γείτονα βουλευτή που αφού τον βρήκαν στις βρομερές λίστες του κ. Χριστοφοράκου (τι ήθελε εκεί;) τον εξέλεξαν πανηγυρικά βολευτήν τους. Ενα παράδειγμα αναφέρω.

Υ.Γ. Σκέφτομαι τι ωραίο μπορεί να έχουν κάποιοι άνθρωποι που χωρίς καμιά ωφέλεια κι ιδιοτέλεια βγαίνουν, φωνάζουν στους δρόμους εις μάτην (εις μάτην;) ενάντια στον κοινωνικό έλεγχο και την κρατική καταστολή; Για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά μας, εμάς των φοβισμένων, των φουκαράδων της καθημερινότητας, των ασπόνδυλων μπροστά σε κάθε εξουσία, των θλιβερών τελικά ονταρίων που έχουμε αφήσει την τύχη μας στα χέρια των τυχάρπαστων. Φωνάζουν για μας κι εμείς φωνάζουμε αυτούς, γιατί πιθανόν να μας ενοχλήσουν κάπως, μην και ανακινήσουν το βούρκο στον οποίο απολαμβάνουμε ενήδονα, την απελπισία του είναι μας. Αυτούς μόνον τιμώ, σέβομαι κι αποκαλύπτομαι, στην όλη ανημπόρια μου. Δίπλα μας εν τω μεταξύ διάφοροι «τύποι» λυμαίνονται τα πάντα. Διάβασα πως πρώην νομάρχης δικαιολογήθηκε γιατί έδωσε 26 χιλιάδες ευρώ, να κτίσει το σπίτι του και να ζήσει τη ζωή του (καλά κάνει) ο Δεσπότης της ψυχής του. Αλλοι, λέει έδωσαν πολύ περισσότερα. Να το πρόβλημα! Ναι, τέτοια πολιτικά ανθρωπάκια επιλέγουμε. Αυτός κι όσοι σαν αυτόν ιδιοποιήθηκαν, λες και τα έβγαλαν από τη τσέπη τους, χρήματα που ανήκουν στην κοινωνία, τα οποία στέρησαν από το φτωχό, τον ανάπηρο, τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, τους αρρώστους, απ’ όλη την κοινωνική αθλιότητα, για ν’ αλληλογλειφτούν με τα γένια και τα χτένια αυτού του είδους, για το προσωπικό τους αλισβερίσι και την προβολή τους, να καταδειχτούν και να στιγματιστούν πολιτικά (όσο άριστοι κι αν είναι στον προσωπικό κι επαγγελματικό τους βίο). Δεν έχουν καμιά θέση στα δημόσια πράγματα, έρχονται κι εκλογές τοπικού λόγου· να εξοβελιστούν παραχρήμα αυτοί κι οι επιδιώξεις τους, ως ανίκανοι κι επικίνδυνοι για τον πολίτη. Για δούμε κι εμείς ποιούς θα φτύσουμε σιέλω μακρώ ή σμικρώ, έστω. Ως προς αυτό σάλιο έχουμε.
Υ.Γ. Αλλά μπορεί και να σφάλω εν οργή διατελών που έκοψαν αι κυρία γερμανογυναίκες τη γραβάτα του κ. Δημάρχου μόνον και δεν του την ίσιαξαν κιόλας, αφού του χρειάζεται για να ορχείται επί φανών (ως εθιμολάγνος) εις υγείαν όλων, επιφανών και αφανών.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Της νομαρχίας το κάγκελο


Του ψαριού η κομμένη κεφαλή (βρομάει), τσιρόνια και γαρίδες
ρίχτηκαν στη βράση και θολώνουν της νομαρχίας τη σούπα
ας πρόσεχεν ο αλιεύς που άπλωνε της κομματίλας τις αρίδες.
Μηδέν εις το πηλίκιον εν γένει. Εργο αναλαμβάνει η σκούπα

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Σοβαρά ...θεολογική τοποθέτηση για τη γιορτή των γραμμάτων της πόλεως Κοζάνης και περιχώρων


....Σήμερα είναι παραμονή της γιορτής εκείνων των αγίων που θεωρήθηκαν φωστήρες της τρισήλιου θεότητος. Eίναι όμως γιορτή και των γραμμάτων.(;) Aς μας συγχωρέσουν οι από κοινού εορτάζοντες άγιοι που δεν θα διεξέλθουμε τους βίους τους, τα μηνύματα, την προσφορά τους. H σχέση μου μ’ αυτούς είναι εντελώς επιφανειακή και σχηματική, όμως και από τους τρεις κρατώ ένα μικρό ενθύμιον γνώσης. Kαι συγχωρέστε για τη ρηχή αναφορά σε αυτούς τους φιλοσοφικούς και πατερικούς ογκόλιθους της εκκλησίας. Mικρός που μας πηγαίναν στην εκκλησιά, με το δημοτικό σχολείο κάθε Kυριακή, στεκόμουν μπροστά σε μια μεγάλη εικόνα των τριών ιεραρχών. Πάντα απορημένος ακόμα και σήμερα και κατά τι ενοχλημένος. O ζωγράφος είχε τον συνόματον μου άγιο πρώτο μεν εξ αριστερών αλλά ο μεσαίος I. Xρυσόστομος ήταν ψηλότερος. Aρα και ανώτερος. Hξερα ότι κι οι τρεις αγιολογικά είναι ισόβαθμοι. Γιατί άραγε ο M. Bασίλειος αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ήταν χαμηλότεροι του Xρυσοστόμου. Bέβαια εγώ νοιαζόμουν με σχεδόν φίλαθλο πνεύμα η δική μου συμπάθεια να υπερέχει των άλλων, αφού αυτός είχε τον τίτλο του Mέγα. Aρα...κλπ. Eλάχιστοι ναοί είναι αφιερωμένοι σ’ αυτόν γι’ αυτό και συγκινούμαι ιδιαίτερα με τον καθεδρικό ναό του Aγίου Bασιλείου της Mόσχας ή με εκείνον τον αγαθό μοναχό Bασίλειο στη μονή της μεγίστης Λαύρας στο Aγιο Oρος, οικονόμο των ταλαιπωρημένων ψυχών που καταφεύγουν σ’ αυτόν για εξομολόγηση. Kάθε Πρωτοχρονιά με συγκινεί το τροπάριο του που λέει μεταξύ άλλων το “εις πάσαν τη γην εξήλθεν ο φθόγγος του...”. Διαβάζω για το καλό του χρόνου μη και μας βρει ο νέος να κάνουμε άλλη δουλειά πλην αυτήν που καθημερινά βιώνουμε, ένα φιλοσοφικό του δοκίμιο μάλιστα σε κοσμικές εκδόσεις. Aπό φοιτητής έχω τους τόμους από τα άπαντά του. Aδιάβαστους. Tους αγόρασε με ένα αίσθημα θρησκευτικό. Oπως αγοράζεις τις εικόνες στο σπίτι. Δεν τις δίνεις τη σημασία που έχουν στην εκκλησία. Στο σπίτι το διακοσμούν ή την επιφανειακή μας μεταφυσική αγωνία ή ουδετερότητα διαλαλούν. Eτσι και τα βιβλία του Mεγάλου Bασιλείου. Tα αντιμετώπιζα όπως τις εικόνες.
Aπό το Θεολόγο Γρηγόριο κρατούσα ως θραύσμα γνώσης από τον πολύπαθο βίο του τη στάση που κράτησε προς τους πρώην διώκτες και υβριστές του, όταν έγινε Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως. Oταν τον ρώτησε ο κύκλος του τί θα κάνει, πως θα εκδικηθεί εκείνους που τον κυνήγησαν, ταλαιπώρησαν, εξόρισαν, απάντησε πως: H μόνη μου εκδίκηση ήταν ότι μπορούσα να τους εκδικηθώ κι αυτό μου αρκεί. Mια απάντηση που με θέλγει με το βαθύ ανθρωπιστικό μήνυμα. Δεν λέω χριστιανικό απαραίτητα αφού είναι μια οικουμενική αλήθεια. Προσπαθώ να την τηρήσω στο βίο μου, αν και δεν μου έτυχαν τέτοιες οριακές ευκαιρίες για να δοκιμάσουμε την υποκρισία μας και πόσο αυτή αντέχει στη δοκιμασία χωρίς την άσκηση της αυτογνωσίας και της απλότητας πριν, που είχαν κανόνα τους οι μεγάλοι αυτοί άνθρωποι και ιεράρχες. Aπό την άλλη προσπερνώντας το θεολογικό του έργο από αδυναμία, αφήνεσαι στο ποιητικό του κι είναι αυτός από τους πρώτους μεγάλους ποιητές της ελληνικής γλώσσας αμέσως μετά τους αρχαίους τραγικούς. Yπήρξε ο λογοτεχνικότερος των πατέρων της Eκκλησίας και ως εκ τούτου με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για να εκφράσει, όπως λέει τις σκέψεις με συντομία, να δώσει στους νέους φίλους του των γραμμάτων ένα τερπνό και ωφέλιμο ανάγνωσμα και τρίτο για ν’ αποδείξει ότι οι χριστιανοί δεν υστερούν των εθνικών ποιητών.
Tου Xρυσοστόμου με συναρπάζει ο Kατηχητικός Λόγος που με τόση θεατρικότητα διαβάζουν στο τέλος της αναστάσιμης λειτουργίας οι παπάδες κι επαναλαμβάνει το εκκλησίασμα “Eπικράνθη ο Aδης” και “Που σου Aδη το νίκος” κλπ. Aυτό το υπέροχο μήνυμα ελπίδας που συνοδεύει την Aνάσταση ή την προσδοκία της. Tην όποια ανάσταση ή επανάσταση ακόμα κι αυτή την ταπεινή αλλά συγκλονιστική, φυτών και λουλουδιών του Eλύτη κατ’ έτος. Tον είχα από την εποχή της στρατιωτικής μου θητείας δακτυλογραφημένο. Kαι τον έχω κάτω από κάθε ντοσιέ και σε κάθε γραφείο που κατασταλάζω. Στις επανειλημμένες εκκαθαρίσεις αυτών ο λόγος του παραμένει. Kιτρίνισε το χαρτί. Oμως δεν έχω σκοπό να τον στερηθώ. Eίναι ο λόγος της ελπίδας και της παρηγορίας. Kανείς ακόμα και οι πλέον αυτάρκεις που αδιαφορούν γι’ αυτήν δεν μπορούν να προσπεράσουν το μήνυμα του. Iσως και γιατί ως ένα σημείο μας συμφέρει. Aφού μας επαναπαύει στον καθημερινό μας υλισμό με την γαλαντομία και την ανοιχτόκαρδη αντιμετώπισή μας από τον κριτή Kύριο .... “Φιλόστοργος γαρ ων ο Πατήρ δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον, αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει· κι ακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί...”(2)
«Νεφίδιον εστί και ταχέως παρελεύσεται πάσα θλίψης», έγραψε κάπου ο Ι.Χρσστμς.

***
1. ‘Η πως η επανάληψη εστί μητέρα διαφόρων παθήσεων που σχέση έχουν με τον νάρκισσο που κρύβουμε μέσα μας, ιδίως ό,τι αφορά τα κείμενά μας, τις λέξεις τον αφρό ή την ουσία τους.
2. Θραύσμα ομιλίας που έγινε στο ΤΕΙ Δ. Μακεδονίας στο τέλος της δεκαετίας του 1990 παραμονή της εορτής των τριών αγίων με τίτλο: «Η μπαλάντα των ασήκωτων, αδιάβαστων λυπημένων βιβλίων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης».
***

Υ.Γ.

Επί του σημερινού που σχέση έχει με τον συναγωνισμό των ανώτατων πνευματικών ιδρυμάτων της πόλεως και περιοχής μας, ήγουν ...Πανεπιστήμιον και ΤΕΙ (!) και τον ενιαύσιο ανταγωνισμό τους (θυμίζουν την ευγενική και θορυβώδη άμιλλα των φανών – όλι’ στα Αλώνια με τα κοντά τα πανταλόνια- ήδη μπήκαμε και στο Τριώδιο έγιναν και οι γενικές συνελεύσεις των μελών των φανομπρεμπρέδων) ποιό εκ των δύο θα φανεί (όχι να είναι αλλά απλά να δείξει) ότι είναι το πνευματικότερον καθίδρυμα!
Από λίαν καλό φίλο κι αγαπημένο έλαβα το παρακάτω μέιλ με αφορμή την έλευση της κ. Ε.Γ. Αλβελέρ. Μια αφίσα στο δημαρχείο, εκεί που συνεχώς αναδιπλοξεδιπλώνονται ένθεν κι ενθεν της δωρικής εισόδου, αγγελτήρια πανό, ως αρχάγγελοι φύλακες της ένδον μετριότητας, μέχρι και ξεφωνίζονται εκεί θίασοι του σκοινιού και του παλουκιού, τελαλεί την άφιξή της, η οποία θα μιλήσει για την παιδεία, στο επιχώριον ΤΕΙ, χώρο κατεξοχήν αγραμμάτων όντων. (Εντάξει, υπάρχουν κι οι εξαιρέσεις).
Εν τω μεταξύ όλα τα βλέπει το μηδέν και γελάει.
«Πως βλέπετε το γεγονός της παρουσίας της Ε. Γ. Αλβελέρ στο ΤΕΙ; Θα παρελάσουν οι αλήτες της πολιτικής, της ΤΑ και λοιποί, ή θα είναι μια αμιγώς επιστημονική παρουσία; Ρωτώ την άποψή σας διότι δεν μπορώ να τους αντέχω. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν παρακολουθώ τέτοιες εκδηλώσεις, εξαιτίας αυτών των άσχετων παρουσιών...»
Σκέφτομαι:
Μ' αυτές τις θλιβερότητες είμαι όχι μόνον ξένος αλλά σφόδρα εχθρικός και μάλιστα με δημόσιο τρόπο και λόγο. Η σύναξη και ημιμαθών, ηλιθίων κι αγραμμάτων ν' ακούσουν τον όποιο επώνυμο (σιγά το πράγμα, ας τον διαβάσουν άμα θέλουν), οι θεσμοί (εσμοί) που διοργανώνουν τα πανηγύρια της ματαιοδοξίας και της επιδειξιομανίας τους, (αυτό ακριβώς τους μάρανε) όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα, ο παλιός αλλά άχρηστος αυτός κόσμος, ας μένει μακριά από μένα, δηλαδή εγώ απ' αυτούς. Αν και κάποιες φορές δεν αρνήθηκα κι εγώ να τσιμοπολογίσω από την ευτέλειά τους και γι’ αυτό και μόνον μου αξίζει η κόλαση (των άλλων) και ο όποιος κόλαφος, αναδρομικά.
Το λοιπόν: «Ποιός κόκκος ηγείται της άμμου;» (Γ. Βαρβέρης)

Η φωτογραφία είναι του Γρηγ. Δάλλη

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Ομιχλώδης διάβαση


Περαστικές

Γυναίκες που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη·
γυναίκες που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ'ένα μαντίλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ ' τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Κ. Ουράνης

Η φωτογραφία είναι του έξοχου φωτογράφου Χ. Λαμπριανίδη

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

«Είχε βαρύ ίσκιο...» Κάτι σαν ρέκβιεμ για τον Μιχ. Παπακωνσταντίνου (1919-2010)


Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Θανάσης Κανελλόπουλος ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ήταν αναμφισβήτητα οι πολιτικοί άνδρες οι οποίοι στην Ελληνική Βουλή, μεταπολεμική κι μεταπολιτευτική διακρίνονταν για την πνευματική τους ευρυμάθειά, το συγγραφικό έργο και την ενασχόληση τους με τον πολιτισμό των γραμμάτων. Κι άλλοι καταπιάστηκαν με παρόμοια πράγματα αλλά το οποίο έργο τους τελικά έργο δεν ξεπερνούσε το ασήμαντοτο ευκαιριακό ή το εντυπωσιοθηρικό.
«Ευπατρίδες», έτσι σχηματικά κι ενοχλητικά τους ονόμαζε (μαζί κι άλλους βέβαια) ο συρμός της γραφής και ανέξοδης τιτλοφορίας και ειδικά τον μόλις εκλιπόντα (σε βαθύτατη βιολογική ηλικία ως εκ τούτου ας μη θρηνούν «βαρύτατα» οι κάθε είδους «βαρυπενθούντες» δια δηλώσεων) από τον μάταιο τούτο κόσμο, Μ.Π. Πιστεύω ότι στην ιστορία θα μείνουν για ό,τι έγραψαν (κυρίως στη λογοτεχνία, την ιστορία, τη φιλοσοφία) κι όχι για ό,τι έπραξαν ή παρέλειψαν. Ο Μ. Π. ασχολήθηκε περισσότερο αισθαντικότερα και με μεγαλύτερη επιτυχία από την πολιτική κείμενα με τη λογοτεχνία, την τοπική ιστοριογραφία και τις πολιτικές του μνήμες. Εκεί βρήκε τον πραγματικό εαυτό του σ’ αυτά τα προσωπικά κείμενα μεταξύ των οποίων και η συγκινητική αφήγηση για τη σύζυγό με το ομότιτλό της αφήγημα «Τάσα». Η τριλογία «Η γιαγιά μου η Ρούσα», «Πέτρινη πόλη», «Το χρονικό της μεγάλης νύχτας» είναι μια μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορικής πραγματικότητας μιας πόλεως· το αφήγημα της πόλεως Κοζάνης από δεκαετία του ‘20 μέχρι το τέλος του εμφυλίου. «Μια βορειοελληνική πόλη στην τουρκοκρατία. Ιστορία της Κοζάνης 1400-1912» είναι μια ιστορία γραμμένη όχι απαραίτητα με τις απαιτήσεις του επιστήμονα ιστορικού αλλά με εκείνη την έμφαση του λογοτέχνη και εγγράμματου δημοσιολόγου. Σ’ αυτήν ο Μ.Π. ξανακοιτά τα μέχρι τότε στοιχεία της πόλεως αλλά και τα νεότερά της. Μαζί με την «Ιστορία της Κοζάνης» του Π. Λιούφη (1924) είναι δύο έργα που με επάρκεια δίνουν στον αναγνώστη το σημαντικό του τόπου στο όλον του αλλά και στις λεπτομέρειες. Μια γλαφυρή εξιστόρηση του βίου και της πολιτείας μιας πόλης που ο Μ.Π. την έζησε από κοντά κι από μακριά, την αγάπησε και τον αγάπησε (φορές τον πίκρανε μέσω της πολιτικής), είτε ως δικός της καθ’ αυτό είτε ως τυπικά ξένος της, αλλά ο οποίος πάντα την είχε στις προτεραιότητές του της πολιτικής και της πνευματικής του ενασχόλησης. Οπως όλοι που ζουν μακριά από την πόλη τους την αγαπούν, τη σκέφτονται, την νοσταλγούν, την ονειρεύονται, την επισκέπτονται. Ο πολιτικός Μ.Π. τη φρόντισε επιπλέον και δι έργων.
Στην αρχή της χιλιετίας ή στο τέλος της προηγούμενης στο γραφείο του στην Αθήνα μαζί με τον τότε νομάρχη κ. Πασχάλη Μητλιάγκα και τον δημοσιογράφο Βίκτορα Νέττα συνοψίσαμε σ’ ένα μακρύ τηλεοπτικό ντοκουμέντο μια εκατονταετία του νεότερου βίου του νομού Κοζάνης. Είναι μια μοναδική δημόσια αναφορά και καταγραφή στην οποία ο Μ.Π. είχε το κεντρικό ρόλο πλην του χωροδεσπότη και του «οικοδεσπότη» του βίου και της ιστορίας της πόλεως Κοζάνης.
Πριν λίγες μέρες πήρα την ετήσια κάρτα του με τα «Χρόνια πολλά». Αντιστρέφω εκ των πραγμάτων τα πρόσωπα του ποιητικού δίστιχου του ποιητή Γ. Βαρβέρη.
«Χρόνια πολλά λένε οι ζωντανοί
Χιόνια πολλά απαντούν οι πεθαμένοι».
Αλλά που είναι και τα χιόνια...
Αναδημοσιεύω από το βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγο με τον τίτλο: «Ταξιδιωτικό στα βιβλία, μαθητεία στο ταξίδι», (1995-2003 χρόνια στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης και το Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης) δύο μικρά κομμάτια που έχουν σχέση με τον Μ.Π.
***
«Λίγο πριν αναλάβω τη διεύθυνση (του ΙΝΒΑ) γνωρίστηκα με τον M. Παπακωνσταντίνου εκ του σύνεγγυς. Θα γινόταν η παρουσίαση του βιβλίου του, ο δεύτερος τόμος της τριλογίας μυθιστορηματική ανάπλαση μιας εποχής, λίαν ενδιαφέρουσα για το τρόπο γραφής (δημοσιογραφική λογοτεχνία) αλλά και τις πληροφορίες που περιείχε για την Kοζάνη του μεσοπολέμου, με τον τίτλο “H πέτρινη πόλη”. Zήτησε να είμαι ένας από τους παρουσιαστές και εκ των πραγμάτων διευθύνων της βραδιάς. H αίθουσα του Kοβεντάρειου γεμάτη. Νομίζω εντυπωσιάστηκε από την εισήγηση, τον ξάφνιασε που η πόλη διέθετε δυνάμεις και τρόπους σκέψης που ξεπερνούσαν τα φτωχά πνευματικά της όρια. Kι αυτές υπήρχαν στον κύκλο της «Παρέμβασης». Eκτοτε δημιουργήθηκε μια θερμή σχέση τουλάχιστον στα τηλεφωνήματα, στις προσωπικές επαφές στην Kοζάνη και Aθήνα, αλλά και στις πυροσβεστικές παρεμβάσεις του, όπως στο ζήτημα που δημιουργήθηκε με το Σύλλογο Kοζανιτών της Aθήνας, αργότερα. Θεωρούσε την παρουσία μου ευλογία για τα πνευματικά πράγματα της πόλης. Προς το τέλος, μόνο, της δεύτερης συμβατικής θητείας μου, υπήρξε από μέρους του μια σιωπή. Eβλεπε, άκουγε, διέβλεπε τη λύση της συνέχειάς μου στο χώρο και την πολιτική, τελικά, ρήξη; Tο άλλο του βιβλίο που παρουσιάσαμε ήταν οι πολιτικές του αναμνήσεις του “H ταραγμένη εξαετία”. Mαζί ο Hλίας Kυρατσούς, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Kοζάνης, με τον οποίο είχα μια ζεστή αφετηριακή συνεργασία στην πνευματική μου εξωτερίκευση. Επί προεδρίας του ο Δικηγορικός Σύλλογος Kοζάνης είχε καθιερώσει εκδηλώσεις στις 3 Oκτωβρίου, Διονυσίου Aρεοπαγίτου, γιορτή των νομικών. Mε αφορμή αυτές εξέδωσα δύο βιβλία: την “Aγάπη στον Aλιάκμονα” του K. Tσιτσελίκη και το “Σχεδίασμα ιστορίας του Δικηγορικού Συλλόγου Kοζανης”. O τρίτος της βραδιάς ήταν ο καθηγητής της Nομικής Παύλος Πετρίδης που είχε την επιμέλεια της εκδοτικής σειράς αλλά και του βιβλίου. Πέθανε τρία χρόνια αργότερα, τόσο νέος· με συγκίνησε ιδιαίτερα ένα άρθρο του στο περιοδικό ANTI όπου έγραψε για τον καθηγητή της Nομικής στην έδρα του Pωμαϊκού και Eλληνικού Δικαίου N. Πανταζόπουλου, που είχαμε στο A’ και Δ’ έτος στη Θεσσαλονίκη. M’ άρεσε το μάθημα του και τα βιβλία του που είχαν τη λόγια εκδοχή γραφής κι όχι την αφυδατωμένη της επιστημονική εκδοχής.»
«...O Mιχ. Παπακωνσταντίνου έχει πολλούς λόγους για να περάσει στην ιστορία. Oμως το πνευματικό του έργο είναι αυτό που θα διατηρηθεί στη μνήμη παρά η πολιτική του διαδρομή που διαθέτει μέσα της ούτως ή άλλως εφήμερον σπέρμα. Θα καταγραφεί ως ο πολιτικός συγγραφέας και δεν υπήρξαν πολλοί παρόμοιοι. Eχει εκδόσει πολλά βιβλία με πολιτικές μνήμες κι αναφορές όμως εκείνα από τα οποία περνά η ιστορία και η μνήμη της Kοζάνης είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο της γραφής με ιδιαίτερο αφηγηματικό λόγο και προσωπικό στυλ. H άλλη ματιά της ιστορίας της Kοζάνης με το βιβλίο “Kοζάνη μια Eλληνική Πόλη στην Tουρκοκρατία” (1992) είναι μια εμπλουτισμένη, στη γλώσσα της καθημερινότητας εκδοχή - συμπλήρωμα ή επέκταση της ιστορίας του Π. Λιούφη. Oπως και η λογοτεχνική ανάπλαση της πόλης την περίοδο του μεσοπολέμου με την τριλογία, «H Γιαγιά μου η Pούσα», «H πέτρινη Πόλη», «Tο Xρονικό της Mεγάλης νύχτας», με την όποια προσωπική ας πούμε εκδοχή που θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι έχουν τα κείμενα ιστορικής μυθοπλασίας, σκιαγραφεί ανάγλυφα τη δεκαετία από το ‘20 έως τη δεκαετία του ‘50 που ως γραπτή εμπειρία απουσιάζει παντελώς και καλύπτει ένα κενό γνώσης σημαντικό».
***
Ακούστηκαν, θ’ ακουστούν και θα γραφούν πολλά για τον Μ.Π. Σημειώνω μόνον μια φράση του άλλοτε Νομάρχη κ. Πασχάλη Μητλιάγκα ο οποίος γνώρισε κι έζησε όσοι λίγοι πολιτικοί του τόπου μας μετά τη μεταπολίτευση τον Μ.Π., που αποτιμώντας τον επιγραμματικά είπε αυτό που λέει ο λαός: «Είχε βαρύ ίσκιο»


ΥΓ. Στη φωτογραφία τμήμα του πίνακα ο οποίος έγινε από το ζωγραφικό οίκο των μοναζουσών του Ησυχαστηρίου Αναλήψεως και εικονίζονται οι: Μ. Παπακωνσταντίνου, Ν.Π. Δελιαλής, Μητιώ Σακελλαρίου, Ν. Κασομούλης, Λάζαρος Παπαϊωάννου, Διον. Μανέντης, Παναγιώτης Λιούφης. Στο άλλο μισό του πίνακα εικονίζονται οι: Χ. Μεγδάνης, Κ. Παπακωνσταντίνου, Κ. Σιαμπανόπουλος, Γ. Ρουσιάδης, Γ. Σακελλάριος, Γ. Λασσάνης και Κ. Τσιτσελίκης, οι οποίοι αποτελούν κατά μία σχηματική κατάξη του Β.Π.Κ. συνέβαλαν ιδιαίτερα στον πολιτισμό των κοζανίτικων γραμμάτων.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Μνήμη χιονιού


Το χιόνι που λαχτάριζες σε έχει ήδη προσπεράσει
η αριζόνα που μεταφυτεύτηκε από μιας γλάστρας σωθικά
απ' την αυλή του χρόνου στον ουρανό θέλει να φτάσει
Σε μια συμπαντικη σιγή το προσπαθώ αλλά δε σώθηκα


Τα χιόνια είναι της περιόδου 2008-2009
Η φωτογραφία είναι του Β. Βακρατσά

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Σχόλιον επί σχολίου του κ. Βασιλόπουλου αρχιτέκτονος περί της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης κι άλλων τινων


Επιτέλους, βρέθηκε κάποιος να σχολιάσει θέματα του πολιτισμού των γραμμάτων και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, όταν οι δημοτικοί εντεταλμένοι σιωπούν κατ’ εξακολούθησιν σε σχόλια, υποδείξεις, νύξεις ακόμα κι ήπιες «ύβρεις» (εδώ εκ του λόγου ότι είναι ...μεγάθυμοι). Επίκαιρος ο σχολιαστής ότι τις μέρες αυτές ανακοινώθηκε η Καλλικράτεια κυβερνητική αρχιτεκτονική της Τ.Α., αλλά μόνιμα επίκαιρη υπάρχει “Η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» του Ν. Γ. Πεντζίκη (σε διάφορες εκδόσεις η προτιμοτέρα στις εκδόσεις Αγρα), όπως και εσχάτως «Η αρχιτεκτονική της ευτυχίας» του Αλαίν ντε Μπουτόν, εκδ. Πατάκη.
Λοιπόν, η “πόλη του βιβλίου” που αναφέρει ο κ. Β. ήταν ένα πλάσμα πραγματικότητος που ανεφύει την εποχή που το ΙΝΒΑ (1996-2003) ήταν στις δόξες του (και σε κάποια σημεία στις λόξες του). Τότε γύρω από τα βιβλία και τα συμπαραρτούντα αυτών, υπήρχε μια κινητικότητα άνευ προηγουμένου στην ιστορία της πόλεως αλλά και στα ελληνικά επαρχιακά δεδομένα (δεκάδες εκδόσεις, εκδηλώσεις, συζητήσεις, συνέδρια, παρουσιάσεις και πρωτίστως διαθέσεις και "διαθεσιμότητες" ανθρώπων, θεσμών κ.λπ.). Ετσι την ονομάσαμε κατ’ επιθυμίαν γιατί απλά θα μας άρεσε να ήταν έτσι, άσχετα αν ως ένα σημείο πληρούσε η πόλη τον όρο αυτό. Τώρα στον τομέα των γραμμάτων, κι αναλογιζόμενοι την ιστορία της πόλεως σ’ αυτά, η Κοζάνη είναι απλά πόλη του γελοίου κι όχι του βιβλίου. Το αυτό, αλλά τώρα ως πλάσμα φριχτής ημιμαθείας, ονομάζουν ορισμένοι την Κοζάνη «κέντρον του νεοελληνικού διαφωτισμού», ακόμα και του ύστερου! Τόσον πολύ δηλαδή και δεν το γνωρίζαμε ούτε ημείς ούτε και κανείς εκ των επιστημόνων που μελετούν την εποχή!
Σ’ αυτή την ποιοτική “αναβάθμιση” προς τον ...πάτο, σημαντικό ρόλο διεδραμάτισε με συνειδητές πράξεις ή ασυνείδητες παραλείψεις ο αποχωρήσας, πολυετής δήμαρχος· ο δε νυν με την φοβική του (εκλογές άγριες έρχονται) στάση, την σχεδόν ολική του άγνοια, αρκείται στην αποθέωση του ασήμαντου και το εφήμερα εμφανές της εντυπωσιοθηρικής, τελικά Δημοτικής Χαρτοθήκης (για ποιούς άραγε γίνονται όλα όσα γίνονται, με επιστημονική μεν επάρκεια αλλά απελπιστική αναντιστοιχία με τις γνωστικές ανάγκες της νυν πόλεως). Ομως, πριν απ’ αυτήν υπάρχει βοώσα η σημερινή θλιβερή πραγματικότητα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι και όσοι περάσαμε από κει και δεν δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις για να την αγαπήσουν (και να συνεχίσουν εκεί) νέοι μ’ ενδιαφέροντα συμπολίτες, αρκούμενοι (ή μη μπορώντας κι αλλιώς) στην από τέφρα δημοτικοϋπαλληλία· όπως δεν αφήσαμε και το όποιο καθοριστικό μας στίγμα για την ύπαρξη και τη συνέχεια του χώρου και του τρόπου.
Ο σχολιογράφος αναφέρεται σε μια υλική πτυχή του πολιτισμού των γραμμάτων, την αρχιτεκτονική δηλαδή της υπό «ανέγερσιν νέας βιβλιοθήκης». Δεν είναι μόνον το θέμα της αρχιτεκτονικής στο οποίο μπορείς να συμφωνήσεις, να διαφωνήσεις ή και ν’ αδιαφορήσεις (το πλέον φυσιολογικό) είναι και το ζήτημα της χωροθέτησής της, που δείχνει πως αυτοί που το αποφάσισαν είναι μάλλον άσχετοι με το βίο και τις αγωνίες καθ’ αυτές των βιβλίων, μιας μεγάλης ιστορικής βιβλιοθήκης, με πεδίο εφαρμογής τους μια πόλη σαν την Κοζάνη και με δεδομένο το πνευματικό της παρόν και το εντελώς αβέβαιο μέλλον της στα γράμματα. Τα σχέδια της νέας Βιβλιοθήκης από το 1996 και μετά, πρώτα στάθηκαν άνωθεν στον αέρα της Εμπορικής τραπέζης, διολίσθησαν παρακάτω στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, δρόμο πήραν δρόμο αφήσαν ανέβηκαν στο Σιόποτο, (με τις υπερφίαλες τότε δεσποτικές μεγαλοσχημοσύνες), και τώρα κατέληξαν στις άλλοτε αποθήκες σιτηρών και λοιπών δημητριακών και ζωοτροφών. Αλλά ακόμα κι εκεί ας γίνει κάποτε, τουλάχιστον να συμμαζέψει τα βιβλία που είναι εγκατεσπαρμένα (θέλω να πω πεταμένα) δώθε κείθε.
Το αρχιτεκτονικό κερδισμένο ή απωλεσθέν είναι πλέον το ήσσονος της υποθέσεως ζητούμενον.

Υ.Γ. Στην εικόνα (φορητή στον Τίμιο Πρόδρομο Λευκοπηγής) "ο λυστής" είναι ο μόνος της συντεχνίας που διεσώθη και μάλιστα επί σταυρού (κι όχι λόγω του ύψιλον αντί του ήτα) οι όμοιοί του κι ιδίως οι της σήμερον σταυρωμένοι υ-ληστές πάσης αρχής και εξουσίας, αργά ή γρήγορα θα υποστούν τα επίχειρα του επαγγέλματός τους.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Οι αντινομάρχες ξανάρχονται...


Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και των αντινομάρχων ο ορισμός...


Παραμονή των Φώτων («Θεοφανείας σου Χριστέ…») επεφάνη στον συννεφιασμένο ουρανό της πόλεως (ξυπνήσαμε με χιόνι αλλά μας το έλιωσαν νωρίς) νέα αγία τριάδα αντινομαρχών, που αντικατέστησε τους παλιούς, οι οποίοι μετά από ενιαύσια θητεία κι άσκηση των καθηκόντων τους ανδρείως, διατελούσαν εν αδημονία, αθώοι. Ο τέταρτος πιάνει τετραετία αναντικάστατος, εκ του λόγου ότι είναι τα μάλα ικανός ότι είναι εντελώς Σαμαρικός (κι ο αλλάζων αυτούς ως υποκάμισα κ. νομάρχης ανακοίνωσε υποψηφιότητα Περιφερειάρχη και θέλει τις εσωκομματικές ευλογίες του κυρίου του κόμματος. Τους έβλεπα επί της τοπικής τηλεοράσεως (λίγο πριν αρχίσει ένας «προγνώστης» καιρού (πάει η κυρία Πετρούλα κι η άλλη πως τη λένε;) άλλο και τούτο πάλι το τηλεοπτικόν επάγγελμα ή μήπως είναι ειδικότης που αποκτάται στο ΤΕΙ Δ. Μακεδονίας ή το Πανεπιστήμιόν της, στη Φλώρινα, όπως η ειδικότητα του γράφειν επιτυχώς ποιήματα ή συγγράφειν γενικώς λογοτεχνήματα), να παραδίδουν την «εξουσία» τους και να παραδίδονται έτσι στην προσωπική απελπισία και τη γενικότερη λήθη, δε λέω χλεύη, σε τι μου φταίνε οι άνθρωποι, στους επόμενους που περιχαρείς παραλάμβαναν το χαρτοφυλάκιο, λες και ήταν το θησαυροφυλάκιο του έθνους των νεοελλήνων (παρότι άδειο εντελώς και διάτρητο). Είχα την εντύπωση πως υπουργοί τουλάχιστον ήταν οι απερχο-ερχόμενοι και ο στόμφος, η συγκίνηση, οι λόγοι περί του έργου που έγινε ή που θα γίνει, η σοβαρλότης τους, μ’ έπεισαν ότι κάτι το σπουδαίο συμβαίνει εδώ. Κοιτούσα τα αφημένα καλάμια στα αντινομαρχιακά τους υπουργεία και τα ερχόμενα που με τόση έμφαση κράδαιναν οι νέοι (δεν τα είχαν καβαλικεύσει εισέτι) και μου ‘ρθε το ποιητικόν: «Χαίρε ποτέ και χαίρε τίποτα». Σιγά αδέλφια (δε λέω ξαδέλφια ότι έτσι αποκαλούν οι ανάγωγοι ρατσιστές τους γύφτους) συγκρατηθείτε κάπως. Τι σας κα μας έγινε δηλαδή;
Αλήθεια τι αρμοδιότητες και καθήκοντα έχουν οι αντινομάρχες παντός καιρού. Εδώ δεν έχουν οι νομάρχες εκ της γενικής αποψιλώσεώς τους και οσονούπω της καταργήσεώς τους, που να περισσέψει κανένα γλειφιτζούρι εξουσίας και γι’ αυτούς τους ερίφηδες. Μισθός ναι, βεβαίως υπάρχει και δίκαια. Δεν είναι και λίγο να γυρίζει ένας καλός αντινομάρχης συνεχώς σε τσιγαριδογιορτές, λαϊκές πανηγύρεις, γιορτές φασιόλων και μαντάρας, πράσων, κρεμμυδιών, αρακά, μελιτζάνας, καλαμποκιού, ροδάκινου (το φρούτο αυτό υποχρέωσε τους λυρικούς Βελβενδινούς να διαδηλώσουν πως δεν θα υπακούσουν σε Β’ Καποδίστρια θα γίνουν ολοκαύτωμα για να μη χάσουν την αι-Δημοσύνη τους. «Μιμητής του Αρμοδίου και Αριστογείτων νέος/ σκέπασε Μαυρομιχάλη το σπαθί σου με μυρσίνη/ τον προδότη της πατρίδος χτύπα χτύπα και γενναίως/πέθαινε καθώς κι εκείνοι». Σούτσος ο ποιητής αλλά ποίος ο Παναγιώτης ή ο Αλέξανδρος; Σε γιορτές των αρχαίων λίθων (οι πέτρες αυτές ανάγκασαν τους νυν Καλλιανιώτες της αρχαίας Αιανής, να διακηρύξουν ομοίως πως αν τολμήσουν να τους διαλύσουν το Δήμο θα επαναστατήσουν κανονικά, όπως οι προγονοί τους στην επανάσταση του Μπούρινου το 1879, οι οποίοι συν-εξεγέρθησαν, μαζί με άλλους κατοίκους των γύρω χωριών, χωρίς να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά, γενόμενοι λαγοί στους λόφους και τα λαγκάδια μόλις άκουσαν ότι έρχονται οι Τούρκοι. Στη γελοία ως ονομασία γιορτή Αγάπης(!) που διεξάγεται ατιμωρητί στη Λευκοπηγή (η οποία ετοιμάζεται να καταγράψει την ιδιαιτερότητά της και να γίνει εκ νέου χωριό («Χωριό μου όμορφο με τις ραχούλες και τις ρεματιές…» μου έρχεται ο απόηχος του σχολικού τραγουδιού και κλαίω) για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους κι αληθινούς λόγους: 1. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι των αρχαίων Μιλησίων (έτσι γνωμοδότησε κάποτε ο Μέγας Σιαμπανόπουλος, 2. Εχει τον ευρρωστότερο πλάτανο των Βαλκανίων, 3. Διασχίζεται, όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης με ποτάμια, από λάκκο, έστω, 4. Μέχρι πρότινος ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της πόλεως Κοζάνης ή αυτή ήταν πολιτιστική της αποικία. Να πηγαίνουν σε καστανογιορτές και στη καινοφανή εορτή της σουγλιμάδος (νέος ετούτος θεσμός όστις ανεφύει στις δυτικές υπώρειες του όρους Μπούρινου τον οποίον εισήγαγε κι επιμελείται δημοδιδάσκαλος (ουδείς μωρότερος των ιατρών αν δεν υπήρχαν οι δάσκαλοι), ιστορικός πάσχων από συγγραφικήν ακράτειαν αρχειο-γνώσεων. Σε εορτές γιδοκουρέματος και γελαδοκουρέματος, γαλομέτρου, μπάτζιου, τυρί φέτας και τουλουμίσιου, κερασιού, φράουλας, μήλων,λάχανων, σκόρδων (είναι και για τα σκόρδα που λεν) και στις γιορτές αχύρου. Να είναι παρόντες στα Κοτζαμάνια (πόσο με συγκινούν να βλέπω τους ομίλους Σκήτης και Τετραλόφου να διεξάγουν το «δρώμενό» τους (ωχ, είπα την απαίσια λέξη) με τις ενδυμασίες από σκηνικά του Μποστ. Μου θυμίζει ο διευθυντής των ορχουμένων με τις κινήσεις του τον κ. Λζρν Πρασινολόγον στο φανό «Λάκκος τ’ Μάγγανι» καθώς διευθύνει επιτυχώς τον φανικό χορό). Σε ναύδρια και καθεδρικούς, στα θερινά πανηγύρια (και γι’ αυτά είναι αυτοί ούτοι), στις επιδοτούμενες συναυλίες της κυρίας Θώδη (;), του κ. Μαργαρίτη, του κ. Θ. Μικρούτσικου (γειά σου μεγάλε Τζιόρνταν!), του κ. Πλέσσα κ.λπ. Με την ευκαιρία θυμίζω πως τα σαϊνια του γραφείου τύπου του νυν Νομάρχη την χλιδάτη έως σκανδάλου πρόσκληση για τη συναυλία του μόλις ανωτέρω, που διεξήχθη λίαν επιτυχώς ερήμην μας, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ως περιοδικό «Παρέμβαση» την έλαβα παραμονή Πρωτοχρονιάς και την άλλη ως έγκριτος, ας πούμε πολίτης, την έλαβα παραμονή Θεοφανείων. Να σπεύδουν σε εκδηλώσεις πνευματικές απ’ τις οποίες φεύγουν άμα τη ενάρξει, ότι έχουν κι αλλού να πάνε οι αθλιόφοβοι, ενώ δε λείπουν από κανένα χαζοχαρούμενο, δημόσιο γεγονός· φάντες μπαστούνια σε χορούς και πίτες όπου διαπρέπουν· χορεύουν, χορεύουν ασταμάτητα οι δύσμοιροι. Τι άλλο κάνουν; Εχουν γραφείο χωριστό στο διοικητήριο, υπηρετικό προσωπικό, μέχρι αηδίας αυλοκόλακες, πολυπληθές και κομματοσύλλεκτον, πίνουν συνεχώς καφέδες. Αν τους ζητήσεις κάτι σου λεν το αφοπλιστικό και παραλυτικό «υπέβαλλε γραπτώς ένα αίτημα» ή «ο κ. αντινομάρχης δεν θα σε δεχτεί σήμερα» (τι λες βρε θηρίο τόσο πολύ και τόσο μακρύ, μετά συγχωρήσεως), όπως την έπαθα τις προάλλες, αλλά είδα πως ο εν λόγω αξίως καθηρέθη. Ομολογώ, είμαι πολιτικά ρατσιστής, τους ζηλεύω γιατί ούτε καν αντινομάρχης δεν ηξιώθην στη ζωή μου γίνω («Συρράπτης Επιφυλλίδων» ήγουν παπαδιαμαντικόν κακέκτυπο), και όπως στη Γαλλία αποτυχημένοι θεωρούνται εκείνοι που δεν μπόρεσαν στη ζωή τους να γίνουν ούτε καν ακαδημαϊκοί! Ο πλέον διασκεδαστικός όλων, ως καθ’ ύλην συγγενής προς τις δημόσιες ηδονές και τέρψεις, είναι ο εκάστοτε επί του πολιτισμού αντινομάρχης, όρεξη να έχουν οι πολίτες να σπάνε πλάκα μαζί τους. Είναι αμείλικτοι στο ειρωνεύειν τους.
***
ΥΓ.1 Για χιλιοστή φορά διευκρίνιση. Οσους «αξιωματούχους» αιρετούς ή διορισμένους κρίνουμε ή σαρκάζουμε, εντούτοις ως πολίτες, επαγγελματίες, και άτομα τους τιμούμε όσο πρέπει και τους αξίζει. Ομως ως δημόσια πρόσωπα δικαιούμαστε να έχουμε κατ’ αυτών χλευαστικό λόγο. Από εμάς άλλωστε πληρώνονται για να ακούνε τα σάλια και τα μασάλια μας, χωρίς ενόχληση όπως αδιαμαρτύρητο δέχεται τα χτυπήματα το μέγα άργανο της Πανδώρας ή με το αντί (εργαλείο υφάνσεως) από την ανάποδη και την καλή.
ΥΓ. 2 Ο Μέγας αγιασμός που προσφέρεται στους πιστούς την παραμονή των αγίων Θεοφανίων σε τάπερ ή μπουκαλάκια πλαστικά του ½ κιλού (δεν είναι για χόρταση) υπέχει θέσιν κοινωνίας. Οποιος τον πιεί με μέτρο σέβας και λίγη προσευχή μεταλαβαίνει κανονικά. Το είπε ο μέγας επίσκοπος Διονύσιος και το άκουσα με τα μαθητικά μου αυτιά. Επ’ αυτού δεν θέλω αντιρρήσεις εκ της παπαδοσύνης, ότι έτσι τους κόβεται πελατεία από την «Ψίχα μεταλαβιάς». Επομένως όλοι στον μεγάλο αγιασμό, όστις πλην των άλλων καίει και τους καλικάντζαρους και τους διώχνει από την επιφάνεια της γης.
ΥΓ. 3 Γνωρίζω ότι το «Θεοφανείας σου Χριστέ» Ωδή ε’ ήχος πλάγιος του Δευτέρου, λέγεται στο όρθρο του Μέγα Σάββατου, αλλά μου έκατσεν χάριν συγγραφικής ευφωνίας την σήμερον και το κοπάνησα.
ΥΓ. 4 Τα Θεοφάνεια λέγονται και Επιφάνια γι αυτό και επί της επιφανείας της κεντρικής πλατείας ο άγιος Δέσποτας έστησε υψηλή εξέδρα αγιασμού (η ατραξιόν στην υψηλή γέφυρα της λίμνης Πολυφύτου δεν αποδίδει πια) μόλις διελύθη το τραινάκι του Χριστουγεννιάτικου νιάημερου, αλλά παρόντος του Καρουζέλ (με τη λήξη της τελετής του αγιασμού όλοι οι πρωταγωνιστές της πλατείας έφεραν μια βόλτα μ’ αυτό), για να είναι άνω όλων των άλλων («Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί», όντως σοβαρός διάλογος βωβών έγινε) κυρίως της αιρετής, κοσμικής εξουσίας, σημειολογώντας στην πράξη πως: «Κύριοι που με κοιτάτε σαν χάνοι και βαριέστε θανάσιμα τα υπέροχα αναγνώσματα, εγώ είμαι ο ων κι ο ανερχόμενος· ελέω λαού εσείς, ελέω Θεού εγώ». Αμήν.
ΥΓ. 5. «Επιφάνια 1937» μνήμη Γ. Σεφέρη κι εδώ και το «Επιφάνια-Αβέρωφ» του Μ. Θεοδωράκη, δίσκος με την παγκόσμια πρώτη του στις φυλακές Αβέρωφ 1972.

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά. τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή τους. βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. ο χιονισμένος κάμπος,
ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνή σου λέγοντας “ευτυχία”.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου

Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


Η εικόνα με την ...παγκόσμιον πρωτοτυπίαν στην σύνθεσή της
- Χριστός γονυπετής ενώπιον του Προδρόμου-, βρίσκεται στο ναό του
Τιμίου Προδρόμου Λευκοπηγής.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Εορταστικό μεσοδιάστημα αλλ' αναγνωστική μακροημέρευση


Η παραμονή των Χριστουγέννων θα με βρει (τι εγωιστικό το πρώτο πρόσωπο, μήπως «θα τον βρει» ακούγεται κάπως καλύτερα, ως πιο ουδέτερο) στο οικείο της οικείας γραφείο, ξάπλα στον καναπέ, δίπλα από το λυμφατικό πορτατίφ που φωτίζει (ως το άστρο της Βηθλεέμ αποκλειστικά τη φάτνη) μόνο τις σελίδες των βιβλίων και τη φωτογραφία της Δμτρς. Νωρίς το βράδυ. Στο ΤΡΙΤΟ θυμούνται τέτοια μέρα πάντα αισθηματικές σελίδες της παπαδιαμαντικής τελεολογίας. Φτιάχνονται, όπως κι ημείς, πολλαπλώς. Ξεφυλλίζω (τι άλλο να κάνω αφού ο καιρός του ρήματος ξεκοκαλίζω παρήλθε ανεπιστρεπτί), τις πρόσφατες εκδόσεις -χιλιάδες οι αδιάβαστες σελίδες τους. Κείνται εν σωρώ στο πάτωμα και ζητάνε εν βωβώ χορώ, αλλά και κατά μόνας μια ματιά, μια υπογράμμιση, μια μνημόνευση, μια υπόμνηση, μια σημείωση στο κάπου της ιστορίας για την τιμή των όπλων αλλά και των ευρώ που διατέθηκαν προς αγοράν τους· έστω. Τουλάχιστον να τα έχω (βιβλιοαποθηκευτής τελικά κατάντησα) κι αυτό να καλύπτει μια προσωπική αγωνία, του να είμαι εντός τους όπως όπως, αλλά και την καθαυτή απαίτηση κάθε βιβλιοπροϊόντος να βρει τον αποδέκτη του, ακόμα και τα πλέον δύσκολα κι εξεζητημένα αναγνωστικά.
Με το που θα μεσιάσει ο Δεκέμβριος, άγριο το αγοραστικό (μαζικά) σύνδρομο με συνέχει· μην αφήσω τίποτα ακοίταχτο, που μόλις βγαίνει από τις κούτες της μεταφορικής στο βιβλιοπωλείο κι ούτε στο ράφι δεν προλαβαίνει να απλώσει την αρίδα του. Αυτό κι αν δεν είναι διαστροφή, που δημιουργεί όμως και μια πλάνα αίσθηση γνώσης (δια της αφής) όλων των βιβλίων που επιθυμώ· στην πραγματικότητά είναι λίγο ή λίγη απόγνωση εξ όλων. Ούτε οικονομική κρίση λογαριάζω, ούτε κυβερνητικές νουθεσίες για αυτοσυγκράτηση, σκέφτομαι (είμαι εχθρός τους άρα εμένα δεν με πιάνουν τα μέτρα τους αφού μόνον τους οπαδούς τους πλήττουν!) ούτε τους επαίτες που με παρακαλούν στην κατηφόρα του αγίου Νικολάου ή στον πεζόδρομο (ας τους φροντίσει ο κυρ’ δέσποτας, γιατί τον έχουμε άλλωστε;), εκτός κι αν είναι ακορδεονίστας ο αιτών ή ο Βούλγαρος με το σαξόφωνο κάτω από τη γωνία του γραφείου μου.
Κάθε χρόνο έχω δίπλα μου, όπως και φέτος, τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ (από το 1898 παρακαλώ, η μόνη εφημερίδα γνώμης που κυκλοφορεί και με την οποία δε συμφωνώ χοντρικά (και ποιός με ρωτά δηλαδή;), η οποία ανατυπώνει τα παλιά φύλλα της, όπως και το νυν των Χριστουγέννων του 1899, πριν 110 χρόνια δηλαδή. Αυτή η ανατύπωση με φέρνει στο δικό μου παλαιό χρόνο. Η λινοτυπική της αισθητική και ο καθαρευουσιάνικος λόγος με κάνει να υπάρχω σε μια νοσταλγία εποχής, που αν και δεν έζησα η μυρωδιά της μου είναι εντελώς οικεία από το διάβασμα της και μόνον.
«Ειδήσεις εκ του αστυνομικού δελτίου:
Επί αστυνομικού σκανδάλου.
- Ο υπολοχαγός κ. Δερλελές υπέβαλε μήνυσιν κατά του Μιλτιάδου Εβερτ πρώην δημόσιου κατηγόρου διότι μεταξύ άλλων:
....Λαμβάνων χρήματα εχορήγει αδείας εις παντοπώλας, οινοπώλας, πωλητές πατσά κ.λπ να έχωσι ανοικτά τα καταστήματά των μέχρι του μεσονυκτίου και ενίοτε μέχρι πρωίας κατά παράβασιν της ρητής αστυνομικής διατάξεως.
... Διότι επέτρεπεν εις μαυλίστριας να διατηρώσιν εις δυσωνύμους αυτών οίκους χαρτοπαίγνια και προς τούτο ελάμβανε χρήματα.
Στις μικρές ειδήσεις:
- Αύριον εορτήν των Χριστουγέννων εορτάζει ο μικρός Κίτσος, υιός του φίλου Γεωργίου Χριστοδουλάκη (ράπτου).
- Στο ΖΥΘΟΠΩΛΕΙΟΝ Ζαχαράτου-Καπερώνη θα παιχθώσιν: 6-7½ Μαρς, Μουσκετέρ, Τραβιάτα, Βλας, 9-1 Μαρς, Γραν Βία, Μανόν (Μασσενέ), Μποέμ, Υπνοβάτις- Προσέτι θα δοθώσι και Κονσέρτα εκ των καλυτέρων τεμάχιων υπό του κ. Κρασσά, την Legende (wiencawski) και Faust (sarasate).»
Θυμάμαι το Χρ. Μπέσσα με πόσο λαχτάρα την αγόραζε, αλλά δεν τη διάβαζε, γιατί του πήγαινε στο λόγιο στυλ του, από μια φιλολογική, θα λέγαμε, τρυφερότητα, ή τον Γ. Ζηκόπουλο, εκδότη της πολυετούς «Δυτικής Μακεδονίας», ο οποίος αναδημοσίευε και άρθρα της, συνέπιπταν και οι πολιτικές τους γραμμές. Ηταν ο μόνος που τοπικά τολμούσε να έχει δημόσια και οχληρή γνώμη. Οχι όπως τα σημερινά ασπόνδυλα, υδαρή κι αγράμματα του τύπου, που ούτε έχουν αλλά κι ούτε και μπορούν να έχουν, ότι είναι έμμισθοι υπηρέτες της κάθε ασημαντοεξουσίας. Κάποτε αυτόν τον σεβάσμιο, γέροντα εκδότη τον δίκασαν (κάπου 6 μήνες φυλακή) οντάρια τινα του νυν αλλά και του τότε κυβερνώντος κόμματος, μεταξύ τους κι ένα από τα μεγαλύτερα «πολιτικά» μηδενικά του τόπου, γιατί διατύπωσε μια σκέψη η οποία τους ...ενεποίησεν μέγαν, πολιτικόν και προσωπικόν φόβον· οι γελοιωδέστατοι, καβαφικά. Βρέθηκαν όμως και δικαστές· περιδεείς ενώπιον της τότε πολιτικής εξουσίας, δέχτηκαν το αίσχος αυτό. Αλλά στη δικαιοσύνη βρίσκεις πλέον ό,τι θέλεις. Αυτά τα μηδενικά έπρεπε να μην έχουν που δημόσια την κεφαλήν κλίναι μετά απ’ αυτή την ύβρη κατά της ελευθερίας του τύπου και της γνώμης, που διέπραξαν. Εντούτοις φιλοξενούνται στον τοπικό τύπο ολιγόνοες φυσικά κι ανίδεοι, από ακόμα πιο ανίδεους, αλλά προφανώς χορτάτους.
Δε θα παραλείψω βέβαια να ρίξω μια επετειακή ματιά στο «Φονικό στην Εκκλησιά» του Τ. Ελιοτ, μετάφραση Γ. Σεφέρη, Ικαρος, β’ έκδοση 1965, με σχέδιο στο εξώφυλλο του ζωγράφου Γ. Μόραλη, ο οποίος τις μέρες αυτές πήγε να συναντήσει όλους τους μεγάλους στο επέκεινα, να ξαναδιαβάσω στο «Ιντερλούδιο» του θεατρικού το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου Θ. Μπέκετ στον καθεδρικό ναό το πρωί των Χριστουγέννων του 1170 ένα λιτό μνημείο χριστιανικού λόγου (σελ. 61-65). Ακουγα σε μια εκδήλωση προχριστουγεννιάτικη μιας τοπικής βυζαντινής χορωδίας (η επανάληψή τους εστί πλέον μητέρα αφορήτου πλήξεως) ιερέαν να εισηγείται και να απεραντολογεί με μια θεολογία του άδειου και του χριστιανικού τίποτα, τελικά. Τι κρίμας! Αλλά στη μια έχουμε Ελιοτ και στην άλλη γέλοιοτ!
Κάποτε δίπλα μου απλωμένη (αγορασμένη μόλις) η χριστουγεννιάτικη «Νέα Εστία» με τα λευκά εξώφυλλα στο βαρύ, μεγάλο της, αφιέρωμα. Τώρα, η καλύτερη προφανώς, διάδοχη κατάστασή της, αργεί να μας έρθει (προσφορά) ως τεύχος. Ο χρόνος της ενιαύσιας ψηλάφησης των βιβλίων παρέρχεται· η παλιά της μορφή και το σημαίνον της για τη μέρα αυτή, όμως, μου λείπει.
Τα «Απαντα» του Ππδ. ανοίγονται εική κι ως έτυχε στον όποιο τόμο τους και μόνο για ένα λόγο Του πλέον, μια λέξη, μια παράγραφο, μια σελίδα, ένα κώλον τέλος πάντων· δόση μικρή, γουλιά Glenfiddich 18 ή μια τζούρα ανώδυνου ναρκωτικού.
«Ο αγαθός γέρων ήτο εκ του αμιμήτου εκείνου τύπου των ψαλτών, ων το γένος εξέλιπε δυστυχώς σήμερον. Εψαλλε κακώς μεν, αλλ’ ευλαβώς και μετ’ αισθήματος. Κανέν σχεδόν κώλον δεν έλεγεν ορθώς, ούτε μουσικώς, ούτε γραμματικώς. Πότε εν και ήμισυ κώλον τα ήνου εις έν, πότε δύο και ήμισυ τα διήρει εις τέσσερα. Αλλά προτιμότερα η αμάθεια της δοκησισοφίας» («Στο Χριστό στο Κάστρο»).
Παρεκλίναμε, όπως συνήθως, επί του θέματος λοιπόν.
1. «Αρχα των αρίστων». Από τις νέες κι ωραίες εκδόσεις «Κίχλη» («...Ακουσα τη φωνή/ καθώς κοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω/ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·/το ‘λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,/σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια/ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του/στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού/σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.» Γ.Σ.). [Στις εκδόσεις αυτές κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του φίλτατου Αργύρη Χιόνη «Το οριζόντιο ύψος» που μόλις βραβεύτηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος και χαράν μας έπλησεν]. Το μόνο που προχώρησε στο διάβασμα είναι: «Ο αόρατος» του Ε.Γ. Ουέλς σε μετάφραση του Αλεξ. Ππδ. Μήπως γι’ αυτό; Αυτός τελικά ο αλήτης, ο πρώιμος και γλυκός αναρχικός, ο ενσυνείδητα κοινωνικά αποσυνάγωγος, ο περιφρονητής κάθε φτιαχτής κατάστασης, ο φτωχός άγιος χωρίς την πίστη των δεσποτάδων, σε 230 σελίδες άλλου, αλλά και τόσο δικές του, σε μαζεύει και σε μαγεύει. Ας είναι πάντα καλά ο ευλογημένος ερημίτης της Χαλκίδας Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος κι η Λαμπρινή του κόρη, δεινή φιλολόγος κι επιμελήτρια, που χώνονται συνεχώς στο ανεξάντλητο λατομείο των μεταφράσεων του Ππδ. και μας δωρίζουν μοναδικές (ευτυχώς μοναχικές) στιγμές ανάγνωσης.
2. Τόμας Πίντσον «Ενάντια στη μέρα.» εκδ. υψιλον/βιβλία σελ. 1234. Το βιβλίο του «Η συλλογή των 49 στο σφυρί» ο Χάρολντ Μπλούμ με το περίφημο «Δυτικό κανόνα» του το υποδείκνυε προς ανάγνωση στον οδηγό του «Πως και γιατί διαβαζουμε». Ούτε ως τη μέση δεν το αξιωθήκαμε. Που τόσες σελίδες τώρα! Αυτός ο σωματικά αόρατος, (στην πόλη μας τον παλαιό καιρό έφερε το προσωνύμιον «αόρατος», έγκριτος πολίτης της, ίσως κι ερήμην του, εκ του λόγου ότι σκαρφάλωνε (άρα και σκαλόβιος) χωρίς να γίνεται αντιληπτός σε ξένα παρεθύρια προς θέασιν γυναικών), αμερικάνος συγγραφέας που δεν εμφανίζεται ποτέ και κανένας δε γνωρίζει τη φάτσα του, δημιουργεί ένα μυστήριο, που δεν το λύνουν οι ορθόδοξες ή ανορθόδοξες γραφές του, πολύ δε περισσότερο τα αναγνωστικά μας αγωνίσματα επ’ αυτού.
3. Ρομπέρτο Μπολάνο «Οι άγριοι ντέντεκτιβ» εκδ. Καστανιώτης, σελίδες 711. Ο χιλιανός συγγραφέας γεννήθηκε το 1953 και πέθανε το 2003. Εδωσα πίσω στο βιβλιοπωλείο τις «Πουτάνες φόνισσες» του εκδ, Αγρα και πήρα αυτό, παρότι ο φίλος μου Μάκης Κ. στην «Παρέμβαση» τχ.150 (και την ΑΥΓΗ) πρότεινε το βιβλίο του «Τηλεφωνήματα», διηγήματα.
4. Ορχάν Παμούκ «Το μουσείο της αθωότητας» εκδ. Ωκεανίδα, σελίδες 808 παρακαλώ. Ορκίζομαι στο πουθενά πως θα διαβάσω αυτό το ερωτικό βιβλίο! Ηδη πέρασα τις δύο πρώτες αναγνωριστικές σελίδες: «Της είχα φιλήσει τον ώμο, ήταν ιδρωμένος από τη ζέστη, την είχα αγκαλιάσει από πίσω, ήμουν μέσα της, της δάγκωσα τρυφερά το αριστερό αυτί, το σκουλαρίκι της έμεινε, θαρρείς, μετέωρο στον αέρα για μια ατέλειωτη στιγμή κι έπειτα έπεσε. Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε, από την πολλή ευτυχία δεν είδαμε καν το σκουλαρίκι που, εκείνη τη μέρα, ούτε πως ήταν δεν είχα παρατηρήσει...»
5. Ολιβιέ Τόντ «Αμπέρ Καμύ Μια ζωή». Βιογραφία. εκδ. Καστανιώτης, σελ. 788 « Ο Ξένος», « Η πανούκλα» ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» (το είχε υπό μάλης ο Γ. Μηλτιάγκας, το σήκωνε η εποχή, μεσούσης της δικτατορίας, όταν τον οδήγησαν νύχτα στην ασφάλεια δια τα περαιτέρω), σε μια συσκευασία μιας ζωής ενός ανθρώπου για τον οποίο η οδύνη δεν είχε σύνορα.
6. Σαρλ Μπωντλέρ «Τα άνθη του κακού –Τα απαγορευμένα ποιήματα» μετ. Ερρίκος Σοφράς, εικόνες Πατ Αντρέα, Μεταίχμιο σελ. 68. Εκδοση τόσον ωραία, την οποία μπορείς και να τη χαϊδεύεις και να το νιώθεις.
Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη
αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο
το λέω της μελαγχολίας μνημείο
Ανθρωπε του καλού, ασ’ το στην άκρη
7. Φρεντερίκ Μπράουν «Φλομπέρ. Ενα πνεύμα αντιλογίας», εκδ. Μεταίχμιο σελ. 737. Η σκέψη του από το «Λεξικό των κοινών τόπων» «Τίποτε δεν είναι πιο ταπεινωτικό από το να βλέπεις τους ανόητους να πετυχαίνουν» με στροβιλίζει επιθετικά ετούτον τον καιρό.
8. LAURENCE BERGREEN «ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΣ. O εκπληκτικός περίπλους ενός μεγάλου θαλασσοπόρου», εκδ. Ψυχογιός, σελ. 505. Ξανά λοιπόν σ’ αυτόν. Από μικρός είχα τη βιογραφία «Μαγγελάνος» του Στέφαν Τσβάιχ έκδοση του 1957 σε μετάφραση Πολύβιου Βοβολίνη, αγνώστου εκδοτικού οίκου, την οποία έχω στα ιερά βιβλία της ...παιδικότης μου, μαζί με τον «Ηρωα της Αλαμάνας» του Τάκη Λάπα, το βιβλίο «Ο πλοίαρχος Κουκ εξερευνά τις νότιες θάλασσες», το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» και τα «Παιδικά διηγήματα» του Αλξ. Ππδ. (αυτά απωλεσθέντα τ’ αναζητώ σε όλα τα παλαιοβιβλιοπωλεία της χώρας). Αποτελούν τις παλιές εικόνες στο αναγνωστικό μου εικονοστάσι στο οποίο τις προσκυνώ εν μνήμη και λαχταρώ εν λόγω διαρκώς.
9. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ «Ανθολόγιο», εκδ. Κέδρος σελ. 386. Μετάφραση-Επιλογή κειμένων του Ερρίκου Μπελιέ. Από τη σαιξπηρική θάλασσα που τη διέπλευσε όλη ως μεταφραστής της κάνει μια επιλογή αποσπασμάτων, στροφών στίχων· καθαρό χρυσάφι. «Ενας κακομοίρης πολίτης έχει παράπονα από τον ηγεμόνα του! Σπουδαίο πράγμα: λες και το πιστολάκι του είναι κίνδυνος για το φρούριο! Μπορείς να παγώσεις τον ήλιο αερίζοντάς τον με φτερό παγονιού;» (Ερρίκος ο Ε’, ΙV. 1)
10. Στ. Ράμφου «Νίτσε για το καλό γούστο. Αφορμές πνευματικού αναπροσανατολισμού», εκδ. Αρμός σελ 313. Περπάτα στο βιβλίο αυτό σιγά σιγά γιατί θα σε πισωγυρίσει πολλές φορές, αλλά το αξίζει. «Αυτό που γίνεται από έρωτα συμβαίνει πάντα πέρα από το καλό και το κακό» (Νίτσε).
11. Νίκου Μπελογιάννη: «Σχέδιο για μια ιστορία τις νεοελληνικής λογοτεχνίας» εκδ. Αγρα, σελ. 239. Γιατί θα τραβούσε σήμερα την προσοχή μας ένα τέτοιο βιβλίο. Προφανώς για τον συγγραφέα, την εποχή, τις τραγωδίες και όλα το συμπαρομαρτούντα αυτού. (Ως κι ο Ν. Ζαχαριάδης έγραψε λογοτεχνική κριτική κι αυτός, για τον «Αληθινό Παλαμά»). Εποχές γεμάτες φώτα, σκοτάδια και εκλάμψεις τις περισσότερες φορές από εμφύλια όπλα. Το όνομα του συγγραφέα βαρύ κι ασήκωτο ως εκ τούτου όλα τ’ άλλα έρχονται δεύτερα, τρίτα κ.λπ. Εν αναμονή φυσικά της πολιτικής διαθήκης της, της συντρόφου του Ελλης Παππά, για τα οποία ήδη πολλοί παίρνουν θέσεις είτε άμυνας είτε επίθεσης η οποία είναι η καλύτερη άμυνα των ενόχων.
***
Εν τέλει οι άνω σελίδες αθροιζόμενες φτάνουν στις 6019· το δηλωθέν εισόδημά μας είναι προφανώς λιγότερο.
Καθώς μαζεύτηκαν χιλιάδες οι αδιάβαστες σελίδες σκέφτομαι πως ίσως τώρα μπορώ να αρχίσω να τις διαβάζω κάπως. Μπροστά στην νυν θημωνιά συλλογίζομαι και με πιάνει μια υπαρξιακή θλίψη. Δε βάζω τις δεκάδες άλλες παρόμοιες εκκρεμότητες με τους σελιδοδείκτες χωμένους στα σώματά τους να περιμένουν ένα άλλο ξεκίνημα, -ήδη ξέχασες τι είχες διαβάσει-, ή την οριστική απόσυρσή τους και την πολτοποίηση στην πρέσα του χρόνου. Να το φιλοσοφήσω ποσώς, αγοραία πάντα, παραποιώντας τον αμλετικό λόγο: - Να διαβάζει κανείς ή να μη διαβάζει; Δεν έχω απόκριση. Το θέμα είναι πως βρίσκομαι συνεχώς με μια αρπακτική διάθεση κατάκτησης του βιβλιο-σώματος και συνάμα διακατέχομαι από μια διαρκή ενοχή για την αναβολή, για το σπρώξιμο πίσω, για την αδιάβαστη σελίδο-συσσώρευση. Τα βιβλία είναι προς διεξαγωγή, τα σώματα τους ανήκουν ελεύθερα σε όλους, σε όλα τα μάτια, όπως μιας ωραίας γυναίκας η εμφάνιση είναι προς διάθεση όλων των οφθαλμών ατιμωρητί.
Δεν θυμάμαι αν κάπου το διάβασα ή το αναμασώ συνεχώς σαν δική μου επινόηση. Ξέχασα λόγους και σκέψεις με του καιρού τα διαβάσματα, τα γραψίματα. Ανακατώνονται όλα τί είναι δικό σου και τι ξένο τελικά; Αποτελούν μια ασαφή κι αδιόρατη μάζα πνευματικής ύλης. Τα αδιάβαστα βιβλία, λοιπόν, σου δίνουν μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Επειδή είναι τόσα πολλά ο χρόνος που σου μένει δε φτάνει να τα διαβάσεις, χρειάζεται κι άλλος. Αρα έχουμε λαμβάνειν καιρό! Αλλά από πού; Εχω τόσα να διαβάσω ακόμα που θέλω κι άλλη μια ζωή (ενεργά αναγνωστική, έστω).
Επομένως...
Παραμονή Πρωτοχρονιάς έτους 2010

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Και εμνήσθην ημερών όχι και πολύ αρχαίων...


Εφυγε, αφού μόνον τα κεριά άναψε στον εσπερινό τίμιο Πρόδρομο. Στην κεντρική πλατεία της, τώρα, πόλεως ενώπιον του εντυπωσιακά αναφανέντος -όπως τα νησιά στον ωκεανό τον καιρό της γεωλογικής τους δημιουργίας - ξενοδοχείου Ερμιόνιον, μετά χαλκίνου τρούλου, που συντηρείται και ωραιοποιείται, σε κάτι αχυρονοειδείς κατασκευές τού Δήμου, μια δραξ ντυμένων με παλιές ενδυμασίες, έψελναν μπροστά σε μια τριάδα ανθρώπων· κι αυτός, περαστικός και παγωμένος, με υπομηδενικό κρύο (-2) -κάτι σαν αργόσυρτα τοπικά κάλαντα. Κάπου κάπου, χτυπούσαν και μια κουδούνα. Τι γλυκιά εικόνα, και σε τι κρύο περιβάλλον και συνθήκη αγαλλιάσεως της πόλεως διαδραματίζονταν τα εκτάκτως φέτος σχεδιασθέντα αποκριάτικα γεγονότα των Χριστουγέννων, όπου ομάδες συλλόγων κρύωναν και ναυτιούσαν από πλήξη και εορταστική θλίψη. Ενας δε χοντρο-χαζούλης Αη Βασίλης, που τους ξέμεινε από την περσινή αποκριάτικη παρέλαση, δέσποζε χαμαί στην πλατεία. Ολο αη-Βασίληδες γέμισε τους στύλους με τις πικροκαστανιές, ο κυρ’ Δήμαρχος, ίσως επειδή προεκλογικά είχε βάλει στις αφίσες του σκηνές της Γεννήσεως με φάτνη, ζώα κι άλλα άλλογα όντα –ποια η σημασιολογία τους, άραγε, εκτός των αλόγων που είναι κατανοητά σε περίοδο εκλογών- και τους εμπέρδεψε ποσώς; Ετσι εκόντες άκοντες ηγαλλιάσθησαν οι κάτοικοι της πόλεως και έζησαν αυτοί καλά και ημείς καλύτερα, Χριστούγεννα του 2006.
***
Προς το εντελώς βράδυ, όμως, της αυτής ημέρας επέστρεψε και πάλι στο χωριό. Με αφορμή ότι είχε ξεχάσει να πάρει την αρμιά για τα γιαπράκια. Αλλά μάλλον ήθελε και πάλι να προσεγγίσει το οριστικά χαμένο του Αλλο στην αφετηρία του. Επέστρεφε, όπως επιστρέφει ο καθείς στις μνήμες, κάποιες μέρες του χρόνου, αναζητώντας εις μάτην, κάτι που απέδρασε. Προσέγγισε την καφενειο-ταβέρνα και ηύρε την παλιοπαρέα υποπίνουσα δια το έθιμον της προπαραμονής των Χριστουγέννων –κάλαντα, γαρ. Ινα, από το συνδυασμό προσώπων, ημέρας, τόπου (όλα άλλαξαν κι αλλάζουν, όσο κι αν κρατούν μια πέτσα του ίδιου) να βιώσει όπως όπως το οριστικά απωλεσθέν πολύτιμο περιλαίμιο τού χρόνου με το οποίο θέλει μείνει χειρο-λαιμο -δεμένος (αλλά, φευ) και συρόμενος σαν το σκυλί - κουτάβι σε μια φυλακή, στην οποία ο χρόνος δεν κινείται, τα πρόσωπα δεν φεύγουν, τα ωραία όνειρα γίνονται πράξη· τα πρόσωπα που αγαπά και τον αγαπούν, που σκέφτεται και τον σκέφτονται, που έχει και τον έχουν στην όποια προσευχή τους, υπάρχουν πάντα· τα χιόνια των Χριστουγέννων δεν λιώνουν και δεν λερώνονται ποτέ και μέσα στο γνήσια λευκό τους κρατούν ζεστό, καυτό το ρυάκι μιας αγάπης, η οποία στην καθημερινή της διάπραξη έχει την γλύκα του έρωτα. «Οπως και στο χρόνο ο έρωτας είναι το περιεχόμενό του» θυμήθηκε μια σκέψη του Α. Πολίτη από το βιβλίο του, εξαιρετικόν, «Αποτυπώματα του χρόνου» που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Πόλις.
Έλαβε μέρος στη μετρημένη εδωδή και στην, ασύμμετρη, εφ’ όλης της τρέχουσας ύλης, λόγου-διάρροια. Συμπέρασμα ουδείς· ένας τζαζ παράλογο-διάλογος. Το κρασί σε όλες τις παραλλαγές -αν και η τηγανιά, που συνεχώς ανανεωνόταν στο πιάτο, συνιστούσε οίνον βαθιά κόκκινο· όμως το ροζέ και το λευκό δεν πήγαιναν πίσω. Κάπου κάπου τη συζήτηση διέκοπταν παιδάρια, που έρχονταν να πούνε από τα κάλαντα έναν - δύο στίχους που ήξεραν ή, χάριν συντομίας, να λάβουν το αντίτιμο και δρόμο.
Aλλά οι μέρες του χρόνου τελειώνουν, τέλειωσαν για να ξαναρχίσουν ευτυχώς. H ενιαύσια αυταπάτη είναι έτοιμη για να δώσει το ρόλο της. «Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Αις Βασίλης, Φώτα». Μνημονεύετε Αλ. Παπαδιαμάντη αυτές τις μέρες κι ό,τι ήθελεν προκύψει· έτσι, για το έθιμον και μόνο, αλλά όλο και κάτι μπορεί να μένει.
…………
«Κυρά μ’ τη δυχατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου,
γραμματικός την αγαπά, πραματευτής την θέλει·
κι ο δάσκαλος απ’ το σχολειό γυρεύοντάς την στέλλει.
Δεν ενθυμούμαι δυστυχώς την συνέχειαν του άσματος τούτου, το οποίον ήρχισε να γίνεται περίεργον, χάρις εις τα τολμηρά διαβήματα του δασκάλου· αλλά εις το μέλλον ίσως δυνηθώ να συλλέξω πλείονα· επί του παρόντος εύχομαι εις τον αναγνώστην εν υγεία και ευτυχία το νέον έτος. 1888». Εγραφε και ευχόταν ο Αλ. Ππδ. στο άρθρο του «Αγιοβασιλειάτικα», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς», 6 Ιανουαρίου 1888, με την υπογραφή Βυζαντινός. (Α. Π. Απαντα τ. 5ος κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αρμός)
Το αυτό και ημείς εις υμάς αυτούς δια το 2007.(1)

Χριστούγεννα του 2006

(1) Γιατί όχι και το 2010